Λόγοι που καθιστούν την υποβάθμιση του νομικού καθεστώτος προστασίας του λύκου αμφιλεγόμενη επιλογή

Του Γιώργου Ηλιόπουλου,
Δρ. Βιολόγου,
Περιβαλλοντική Οργάνωση Καλλιστώ

Ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για τον λύκο στην Ελλάδα

Εθνικές διατάξεις: Στο ν.δ. 86 του 1969 και σε πολλά άρθρα του (258) συναντάται η έννοια του «επιβλαβούς» είδους. Σύμφωνα  με το αρθρ. 259, ο λύκος κατατασσόταν στα επιβλαβή είδη και η θήρα αυτού ανταμειβόταν χρηματικά (αθρ. 257 παρ.5). Οι ρυθμιστικές αποφάσεις για τη θήρα αναφέρουν για τελευταία φορά τον λύκο ως «επιβλαβές» είδος το 1993. Κατόπιν απόφασης του Στ.Ε εκδίδεται η 641/93 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας με την οποία διατάσσεται η αναστολή της ρυθμιστικής απόφασης ως προς τη θήρα επιβλαβών ειδών. Από αυτό το χρονικό σημείο και μετά δε ξαναγίνεται αναφορά σε επιβλαβή είδη στις ρυθμιστικές αποφάσεις του κυνηγιού.

Διεθνείς Διατάξεις: Σύμβαση της Βέρνης. Η Ελλάδα έχει επικυρώσει με τον νόμο 1335/83 την Ευρωπαϊκή σύμβαση της Βέρνης η οποία περιλαμβάνει τον λύκο στο σχετικό πίνακα (παράρτημα ΙΙ) των αυστηρά προστατευόμενων ειδών. Σύμφωνα με τη σύμβαση της Βέρνης απαγορεύεται η σύλληψη, κατοχή και φόνος ατόμων του είδους, το εμπόριο του ζώου (νεκρού ή ζωντανού) ή τμημάτων αυτού και η υποβάθμιση ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής του είδους. Η σύμβαση υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη να λάβουν τα απαραίτητα νομοθετικά ή /και διοικητικά μέτρα για την προστασία των βιοτόπων του είδους.

Σύμβαση CITES. Σύμφωνα με τη σύμβαση της Ουάσινγκτον για τη ρύθμιση του διεθνούς εμπορίου των απειλούμενων ειδών χλωρίδας και πανίδας (CITES)  η οποία επικυρώθηκε από την Ελλάδα το 1984, ο λύκος περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ, των εν δυνάμει απειλούμενων ειδών, όπου το διεθνές εμπόριο ατόμων του είδους ή τμημάτων του ελέγχεται αυστηρά.

Οδηγία 92/43 Ε.Ε. Σύμφωνα με την οδηγία 92/43 της Ε.Ε. για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας ο λύκος θεωρείται  ως απόλυτα προστατευόμενο είδος (παράρτημα IV) ενώ απαιτείται η διατήρηση των βιοτόπων του (παράρτημα ΙΙ) στην περιοχή της κατανομής του, νότια του 39ο παράλληλου ενώ για πάνω από αυτόν (βορειότεροι πληθυσμοί) το  καθεστώς προστασίας του είδους είναι ελαστικότερο και ανήκει στο παράρτημα V (άρθρ.: 13, 14 /ΚΥΑ / 11-12-98 – εναρμόνιση με την 92/43 οδηγία).

Σχολιασμός επί της πρότασης της Ε.Ε για την τροποποίηση (υποβάθμιση) του ισχύοντος νομικού πλαισίου προστασίας του λύκου (Canis lupus) με ιδιαίτερη αναφορά την Ελλάδα.

Ανεπαρκής κατάσταση διατήρησης του λύκου και συνδεόμενες απειλές

Η αλλαγή του νομικού καθεστώτος του λύκου είτε αφορά την οδηγία 92/43 και την αλλαγή από το παράρτημα ΙΙ και ΙV (στην Ελλάδα αφορά τους πληθυσμούς από τον 39ο παράλληλο και νοτιότερα) στο παράρτημα V, είτε αφορά την σύμβαση της Βέρνης και την αλλαγή από το παράρτημα ΙΙ στο παράρτημα ΙΙΙ (αφορά το σύνολο του πληθυσμού του είδους στην Ελλάδα), δεν κρίνεται σκόπιμη επί του παρόντος για τους παρακάτω λόγους:

Η κατάσταση διατήρησης του είδους στην Ελλάδα δεν θεωρείται ακόμα «ικανοποιητική» (Favorable conservation status), παρόλη την σημαντική πληθυσμιακή επανάκαμψη του είδους τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά ανήκει στην κατηγορία «μη-ικανοποιητική» με τάσεις βελτίωσης (Inadequate U1/+improving) όπως προκύπτει από την εξέταση εφαρμογής των σχετικών κριτηρίων που έχουν θεσπιστεί βάση της οδηγίας 92/43 για την αξιολόγησή της[1],[2]. Από τα 8 κριτήρια που προ-απαιτούνται μόνο τα 4 πληρούνται για τον καθορισμό του είδους σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης[3]. Η μη πλήρωση των 4 κριτηρίων σχετίζεται με σημαντικές απειλές για το είδος, όπως ο υβριδισμός λύκων με σκύλους ο οποίος έχει τεκμηριωθεί στην Ελλάδα[4], αλλά δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί και αποτελεί μια πολύ σημαντική απειλή για το είδος σε Ευρωπαϊκό επίπεδο[5], η κατάτμηση των βιοτόπων του είδους και η απώλεια αναπαραγωγικών περιοχών από την κατασκευή και λειτουργία τεχνικών έργων (π.χ ΑΣΠΗΕ[6], κλειστοί αυτοκινητόδρομοι) καθώς και η δραματική μείωση του κτηνοτροφικού κεφαλαίου που αποτελεί ακόμα βασικό τροφικό διαθέσιμο για τους λύκους σε αρκετές περιοχές.

Η χαλάρωση του προστατευτικού καθεστώτος για το λύκο και η συνεπαγόμενη αύξηση της ανθρωπογενούς θνησιμότητας έχει συσχετισθεί με υψηλά ποσοστά υβριδισμού λύκων με σκύλους σε κάποιες χώρες όπως η Βουλγαρία[7].

Θα πρέπει, επιπλέον, να σημειωθεί ότι οι κατηγορίες απειλών της IUCN (International Union for the Conservation of Nature), οι λίστες των οποίων χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της κατάστασης διατήρησης των ειδών ενδιαφέροντος της οδηγίας 92/43, δεν καλύπτουν τις ευρύτερες κοινωνικές συγκρούσεις και θεσμικές αδυναμίες που θεωρούνται ευρέως ως οι σημαντικότερες απειλές για τη διατήρηση των λύκων στην Ευρώπη[8].

Απουσία διαχρονικού συστήματος παρακολούθησης του πληθυσμού του λύκου και σχεδίου δράσης.

Η τροποποίηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου και οι πιθανές συνεπαγόμενες αλλαγές στην διαχείριση του είδους απαιτούν την ύπαρξη και την λειτουργία ενός ήδη εγκαταστημένου, θεσμοθετημένου και κοινά αποδεκτού λειτουργικού συστήματος παρακολούθησης του πληθυσμού του είδους σε εθνική κλίμακα στην Ελλάδα, αλλά και σε διεθνή διασυνοριακή κλίμακα[9], προϋπόθεση που δεν πληρείται

Πληθυσμιακές εκτιμήσεις και εκτιμήσεις της κατάστασης διατήρησης του είδους πραγματοποιούνται σε τοπικό επίπεδο ή δειγματοληπτικά από μεμονωμένες ερευνητικές ομάδες, οπότε σε περίπτωση τροποποίησης του νομικού καθεστώτος και αλλαγής στον τρόπο διαχείρισης του είδους, δεν υφίσταται, αφενός μεν επαρκή δεδομένα βάσης, αλλά ούτε και μηχανισμός παρακολούθησης των επιπτώσεων των αλλαγών αυτών στους πληθυσμούς του είδους σε εθνικό επίπεδο. Οι αρμόδιες υπηρεσίες (π.χ δασική υπηρεσία) δεν διαθέτουν επαρκές εξειδικευμένο προσωπικό, πόρους και εξοπλισμό για το κοπιώδες έργο της παρακολούθησης του πληθυσμού σε εθνικό επίπεδο σε τακτική βάση (ετήσια).

Η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες της Ε.Ε όπου δεν έχει ακόμα εκπονηθεί και υλοποιηθεί σχέδιο δράσης για τον λύκο, το οποίο θεωρείται βασικό βήμα για την αντιμετώπιση  των συγκρούσεων του είδους με τις ανθρώπινες δραστηριότητες και την εξειδίκευση της διαχείρισης του είδους γεωγραφικά και ανά περίπτωση, ανεξάρτητα από το επίπεδο προστασίας του είδους[10]. Όλες οι χώρες τις Ε.Ε διαθέτουν σχέδια δράσης για το λύκο τα οποία επικαιροποιούνται, ακόμα και σε χώρες όπου η παρουσία του λύκου είναι πρόσφατη λόγω φυσικής επαναποίκισης.  Η υποβάθμιση του ισχύοντος προστατευτικού καθεστώτος για τον λύκο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη ενός σχεδίου δράσης, αντιθέτως την προαπαιτεί και σε περίπτωση που συνοδεύεται από αλλαγές στην διαχείριση του είδους καθιστά την χώρα ανέτοιμη για την παρακολούθηση των επιπτώσεων.

Ο οικοσυστημικός ρόλος του λύκου δεν λαμβάνεται υπόψη

Οι προτεινόμενες αλλαγές και η υποβάθμιση του ισχύοντος καθεστώτος για τον λύκο (αλλαγές σε κατάταξη στα παραρτήματα της σύμβασης τη Βέρνης και της οδηγίας 92/43) σε συνδυασμό με τις πολιτικές πιέσεις που συνοδεύουν την πρόταση αυτή, θα καταστήσουν τον λύκο περισσότερο επιρρεπή σε βεβιασμένες αποφάσεις ως προς την διαχείρισή του σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (π.χ. υπαγωγή σε θηρευτικό καθεστώς), καθώς θα υπάρξει συνολική υποβάθμιση του θεσμικού πλαισίου προστασίας σε συνδυασμό με τις εξαιρέσεις (derogations) από το οποίο αυτό θα συνοδεύεται[11].

Ο λύκος είναι ένα είδος που δεν ανευρίσκεται σε υψηλές πυκνότητες στη φύση, καθώς είναι ανώτερος θηρευτής και όπως όλα τα μεγάλα σαρκοφάγα μπορεί να επηρεασθεί σημαντικά από την ανθρωπογενή  θνησιμότητα, νόμιμη ή παράνομη με αποτέλεσμα να αναστραφεί πολύ γρήγορα η επιτυχημένη επανάκαμψη του είδους και ο οικοσυστημικός ρόλος του που αναδεικνύεται σημαντικός τα τελευταία χρόνια με την επάνοδο των πληθυσμών των άγριων οπληφόρων φυτοφάγων (αγριόχοιρος, ζαρκάδι). Η πρόσφατη αύξηση του αγριόχοιρου σε πολλές περιοχές της Ελλάδας με αποτέλεσμα σημαντικές ζημιές στην αγροτική παραγωγή αλλά και την ανθρώπινη ασφάλεια (οδικά ατυχήματα), απαιτεί τη διατήρηση αντίστοιχων πυκνοτήτων λύκου τοπικά που μέσω της φυσικής  θήρευσης θα μπορούσαν να συμβάλουν στον έλεγχο του πληθυσμού τους αλλά αι στο περιορισμό εξάπλωσης ασθενειών. Έρευνες στην Ιβηρική χερσόνησο έχουν καταδείξει τον θετικό ρόλο υψηλών πυκνοτήτων λύκου στον περιορισμό της εξάπλωσης της φυματίωσης των αγριόχοιρων[12]  αλλά και της αφρικανικής πανώλης (Σλοβακία).

Διαχρονική απουσία αποτελεσματικής εφαρμογής της νομοθεσίας

H υποβάθμιση του ισχύοντος νομικού πλαισίου για την προστασία του λύκου προϋποθέτει ότι το παρών καθεστώς προστασίας είναι λειτουργικό και η ισχύουσα νομοθεσία εφαρμόζεται και τηρείται με μικρές αποκλίσεις. Αν και ο λύκος στην Ελλάδα θωρείται προστατευόμενο είδος, το νομικό καθεστώς προστασίας δεν εφαρμόζεται και ένας μεγάλος αριθμός λύκων θηρεύεται παράνομα κάθε χρόνο στην Ελλάδα, δηλητηριάζεται ή ακόμα και βασανίζεται, χωρίς οι παραβάτες να λογοδοτούν στην δικαιοσύνη.

Εκτός ότι το γεγονός αυτό ήδη καταδεικνύει σημαντικές ελλείψεις στην τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας όσον αφορά την άγρια πανίδα, η υπαγωγή του λύκου σε διαχείριση των πληθυσμών του όπως αυτή θα διευκολυνθεί από την υποβάθμιση του προστατευτικού καθεστώτος, θα προσθέσει επιπλέον θνησιμότητα στο είδος σε άγνωστα επίπεδα[13] και σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός συστήματος παρακολούθησης που θα έπρεπε να είναι λειτουργικό σε ετήσια βάση, θα οδηγήσει σωρευτικά σε μεγάλες πιθανόν πληθυσμιακές μειώσεις όπως για παράδειγμα σε κάποιες περιοχές της Ισπανίας[14]. Η υψηλή ανθρωπογενής θνησιμότητα που σχετίζεται με την θήρα του λύκου μπορεί να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα ακόμα και αν επανέλθει το αρχικό νομικό πλαίσιο προστασίας[15].

Αμφιλεγόμενες παραδοχές για την αξιολόγηση του τρόπου διαχείρισης των λύκων στην Ευρώπη

Απώλειες κτηνοτροφικού κεφαλαίου

Οι προτάσεις για την υποβάθμιση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τους λύκους  βασίζονται σε εσφαλμένες παραδοχές, όπως ότι οι επιθέσεις στο κτηνοτροφικό κεφάλαιο είναι απολύτως ανάλογες των πληθυσμιακών επιπέδων του είδους, καθώς και ότι οι λύκοι αποτελούν κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή και ασφάλεια. Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των επιθέσεων λύκων στο κτηνοτροφικό κεφάλαιο σε μια περιοχή επηρεάζεται σαφώς, αλλά δεν είναι πάντα ανάλογος του πληθυσμού τους. Οι απώλειες πρέπει να ερμηνεύονται στο πλαίσιο των τοπικών οικολογικών συνθηκών (διαθεσιμότητα φυσικής λείας) των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών (μέθοδοι εκτροφής, μέτρα πρόληψης, σχέδια διαχείρισης, εφαρμοσμένοι κανονισμοί αποζημίωσης, αρμόδιοι εθνικοί φορείς), καθώς και το μέγεθος του εύρους εξάπλωσης, όπως έχουν δείξει πολλές επιστημονικές έρευνες[16]. Ενδεικτικά αναφέρεται, ότι ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά συγκρούσεων της κτηνοτροφίας με τον λύκο καταγράφεται στην Νορβηγία, χώρα όπου ο λύκος θηρεύεται συστηματικά και διατηρεί πολύ μικρούς πληθυσμούς.

Αντίθετα με ότι συχνά αναφέρεται οι επιθέσεις λύκων στον κτηνοτροφικό κεφάλαιο κατά απόλυτη τιμή δεν παρουσιάζουν αύξηση τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα παρόλη την επανάκαμψη του είδους, αιτίαση που έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την μείωση του προστατευτικού καθεστώτος του είδους. Πιο συγκεκριμένα, οι επιθέσεις λύκων σε αιγοπρόβατα, αντιθέτως παρουσιάζουν αθροιστικά σημαντική πτωτική τάση τα τελευταία τουλάχιστον 10 χρόνια στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα αποζημιώσεων του ΕΛΓΑ, γεγονός που σχετίζεται σημαντικά και με την δραματική συρρίκνωση της αιγοπροβατοτροφίας στην Ελλάδα. Οι επιθέσεις σε βοοειδή, σύμφωνα με τα ίδια δεδομένα αυξάνονται ως αποτέλεσμα αφενός της αύξησης του αριθμού τους, λόγω των υψηλών επιδοτήσεων της Ε.Ε και του σημαντικά μικρότερου απαιτούμενου φόρτου επιτήρησης κατά τη βόσκησή τους που δρουν ως σημαντικά κίνητρα, αλλά ταυτόχρονα και εξαιτίας της παρατηρούμενης σε πολλές περιοχές ελλιπούς εφαρμογής μέτρων πρόληψης των επιθέσεων[17]. Αθροιστικά, στις 2 κατηγορίες, οι επιθέσεις από λύκο είναι σταθερές σε αριθμό ή παρουσιάζουν ελαφρά πτωτική τάση. Για τη μεγάλη συρρίκνωση της αιγο-προβατοτροφίας τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα συνηγορούν πολλοί επιπλέον και κυρίως κοινωνικοοικονομικοί λόγοι και όχι πρωτίστως η παρουσία των λύκων.

Ανθρώπινη ασφάλεια

Αναφορικά με τους κινδύνους για την ανθρώπινη ασφάλεια- που αποτελούν επίσης μια από τις βασικές αιτιάσεις για την τροποποίηση του νομικού πλαισίου για τον λύκο, οι τραυματισμοί ή θάνατοι ανθρώπων από υγιείς (μη λυσσασμένους) λύκους αποτελούν πολύ σπάνια περιστατικά στην Ευρώπη[18] και σχετίζονται κυρίως με εξοικειωμένους λύκους που έχουν προκύψει από την έκθεσή τους σε ανθρωπογενείς πηγές τροφής[19], καθώς και σε εσφαλμένη ανθρώπινη συμπεριφορά[20]. Μόνο 2 επιβεβαιωμένα περιστατικά θανάτωσης ανθρώπων από λύκους έχουν καταγραφεί τα τελευταία 40 χρόνια σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Συγκριτικά και αναφορικά με άλλους παρόμοιους κινδύνους, το 2016 στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφηκαν 46 επιβεβαιωμένοι θάνατοι ανθρώπων από σκύλους ενώ τα περιστατικά τραυματισμών ανθρώπων από αδέσποτα ή οικόσιτα σκυλιά είναι χιλιάδες κάθε χρόνο[21].

Αμφίβολη η διαχρονική αποτελεσματικότητα της θήρας του λύκου ως μέσο περιορισμού των συγκρούσεων

Η θανάτωση λύκων μέσω υπαγωγής σε κυνηγετικούς κανόνες και διαχείριση, η οποία διευκολύνεται νομικά από τις προτεινόμενες αλλαγές στο νομικό πλαίσιο προστασίας του είδους, έχει συνήθως μέτρια ή πολύ χαμηλή αποτελεσματικότητα ως μέθοδος περιορισμού των επιθέσεων στο κτηνοτροφικό κεφάλαιο[22]. Σε αρκετές περιπτώσεις ο πληθυσμιακός έλεγχος του λύκου φαίνεται να επιτελείται κυρίως ως προσπάθεια εξομάλυνσης και ως αντίδραση στις κοινωνικές εντάσεις και πιέσεις  για την επίλυση των ζητημάτων σύγκρουσης, και όχι για την αντιμετώπιση των αιτιών τους[23]. Η μείωση των απωλειών στο κτηνοτροφικό κεφάλαιο από επιθέσεις λύκων για να είναι αποτελεσματική απαιτεί μεγάλες πληθυσμιακές μειώσεις του είδους[24],[25], δηλαδή κοινωνικά ασύμβατες και οικολογικά επισφαλείς, με τις παραδοσιακές ή άλλες σύγχρονες μεθόδους πρόληψης να υπερτερούν, όπως έχει διαπιστωθεί από σχετικές έρευνες[26]. Συνήθως το αποτέλεσμα των πληθυσμιακής μείωσης του λύκου μέσω της θήρας έχει προσωρινά αποτελέσματα και μπορεί απλώς το πρόβλημα να μετατοπισθεί σε γειτονικές περιοχές[27], ακόμα και να οξυνθεί λόγω αλλαγών στην κοινωνική οργάνωση των λύκων[28].

Μικρός ο βαθμός υποστήριξης των κτηνοτρόφων στην Ελλάδα.

Σε σχετική αναφορά–ανασκόπηση τον Φεβρουάριο του 2018, που ζητήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το θέμα τις αντιμετώπισης των συγκρούσεων με τα μεγάλα σαρκοφάγα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρεται ως βασικό συμπέρασμα:  «Η διαχείριση της σύγκρουσης με θανατηφόρες μεθόδους όπως ο έλεγχος του πληθυσμού ή το κυνήγι του λύκου δεν έχει αποδώσει θετικά αποτελέσματα στη μείωση της σύγκρουσης, εκτός από τις περιπτώσεις που έχει ως αποτέλεσμα πολύ υψηλά επίπεδα ανθρωπογενούς θνησιμότητας. Οι προτεραιότητες θα πρέπει να δοθούν στην αποκατάσταση της αφθονίας και ποικιλότητας των άγριων οπληφόρων, στην εντατικοποίηση και εξέλιξη των προληπτικών μέτρων περιορισμού των απωλειών από επιθέσεις λύκου, την ενσωμάτωσή τους στα προγράμματα αποζημίωσης και την έρευνα για τις στάσεις και απόψεις των πολιτών για τα ζητήματα διαχείρισης του λύκου, προληπτικών μέτρων και των συστημάτων αποζημίωσης»[29].

Για τη βελτίωση των όρων συνύπαρξης του λύκου με την πρωτογενή παραγωγή που αποτελεί και την ισχυρότερη σύγκρουση της παρουσίας του λύκου αντιστοίχως για την Ελλάδα προτείνεται: α) η οριζόντια μεγάλης κλίμακας υποστήριξη των παραγωγών μέσω ενίσχυσης τους για την εφαρμογή προληπτικών μέτρων – παραδοσιακών και σύγχρονων- είτε μέσω των προγραμμάτων της ΚΑΠ είτε εθνικών[30], β) ο εκσυγχρονισμός του συστήματος αποζημίωσης του ΕΛΓΑ και η διασύνδεση του με τα προληπτικά μέτρα, γ) η διασύνδεση των επιδοτήσεων της Ε.Ε με την παραγωγή και τα μέτρα πρόληψης δ) η σύνταξη και υλοποίηση σχεδίου δράσης για τον λύκο.

Παρόλα αυτά στα μέτρα της ΚΑΠ που έχουν υιοθετηθεί από την Ελλάδα απουσιάζουν μέτρα ενίσχυσης των παραγωγών από επιθέσεις λύκων στο κεφάλαιο τους[31] ή αυτά είναι πολύ περιορισμένης έκτασης.

Συμπεράσματα

Συμπερασματικά, για τους σημαντικούς λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω και σχετίζονται κύρια, με την κατάσταση διατήρησης του είδους και τις σχετικές απειλές στην Ελλάδα, την απουσία σχεδίου δράσης για τον λύκο σε ισχύ, τα κενά γνώσης αναφορικά με το είδος, την απουσία επαρκών οικονομικών μέτρων σε ισχύ για την ενίσχυση των παραγωγών, την καθυστέρηση εκσυγχρονισμού του συστήματος ασφάλισης του ΕΛΓΑ για ζημιές από λύκους και άλλα μεγάλα σαρκοφάγα, την συνεχιζόμενη παράνομη θήρα του είδους, αλλά και τις σύγχρονες επιστημονικές θεωρήσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της σύγκρουσής με την πρωτογενή παραγωγή που καθιστούν την κυνηγετική διαχείριση του είδους ως αμφιλεγόμενο μέσο μείωσης των συγκρούσεων, δεν προτείνεται στην παρούσα φάση η τροποποίηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου για τον λύκο, δηλαδή η μετακίνηση του είδους από το παράρτημα ΙΙ στο παράρτημα ΙΙΙ της σύμβασης της Βέρνης, ή/και η μετακίνηση του πληθυσμού του λύκου που βρίσκεται νοτίως του 39ου παράλληλου από το παράρτημα ΙΙ και IV που κατατάσσεται σήμερα, στο παράρτημα V (όπου ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήδη κατατάσσεται σε ελαστικότερο νομικό πλαίσιο προστασίας).

Σε πρόσφατη εμπεριστατωμένη ανάλυση για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Δεκέμβριο του 2023, για την κατάσταση των λύκων στην ΕΕ,  δεν παρασχέθηκαν επιστημονικά δεδομένα που να υποστηρίζουν την αλλαγή στο νομικό πλαίσιο[32].

Επιπλέον, η οδηγία 92/43 (άρθρο 16.1) καθώς και η σύμβαση της Βέρνης διαθέτουν ήδη την απαραίτητη ευελιξία και νομικά εργαλεία για την προσαρμογή του προστατευτικού καθεστώτος του λύκου σε περιπτώσεις και περιοχές που απαιτείται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια.


[1] European Commission. (2006). Assessment, monitoring and reporting under article 17 of the Habitats Directive.

[2] Linnell, J., Salvatori V.,Boitani, L. 2008. Guidelines for population level management plans for large carnivores in Europe. A Large Carnivore Initiative for Europe report prepared for the European Commission (contract 070501 /2005/424162/MAR/B2).

[3] https://www.researchgate.net/publication/328497612_Eliopoulos_Giorgos_20…

[4] Ηλιόπουλος Γ., Αντωνιάδη Ε., Ιωακειμίδου Α., Ψαραλέξη Μ., Πάσσιος Φ. 2022. Προπαρασκευαστική έρευνα αντιμετώπισης έκτακτων συμβάντων: σύγκρουση λύκου με ανθρωπογενείς δραστηριότητες στην περιοχή ευθύνης του ΦΔΠΠ Θερμαϊκού κόλπου. Αποτελέσματα έρευνας και προτάσεις αντιμετώπισης. Πρόγραμμα ΥΜΕΠΕΡΑΑ. Καλλιστώ περιβαλλοντική οργάνωση.

[5] Valeria Salvatori, Valerio Donfrancesco, Arie Trouwborst, Luigi Boitani, John D.C.Linnell, Francisco Alvares, Mikael Å kesson, Vaidas Balys, Juan Carlos Blanco, Silviu Chiriac, Dusko Cirovic, ClaudioGroff, Murielle Guinot-Ghestem, Djuro Huber, Ilpo Kojola, Josip Kusak, Miroslav Kutal, Yorgos Iliopoulos, Ovidiu Ionescu, Aleksandra Majic Skrbinsek, Peep Mannil, Francesca Marucco, Dime Melovski, Robert W.Mysłajek, Sabina Nowak, Janis Ozolins, Georg Rauer Ilka Reinhardt, Robin Rigg, Laurent Schley, Tomaz, Skrbinsek Linn Svensson Aleksander Trajce, Igor Trbojevic, Elena Tzingarska, Manuela von Arx & Paolo Ciucci. European agreements for nature conservation need to explicitly address wolf-dog hybridization. Biological Conservation 248 (2020) 108525. https://doi.org/10.1016/j.biocon.2020.108525

[6] Álvares, F., Rio-Maior, H., Roque, S., Nakamura, M., & Petrucci-Fonseca, F. (2017). Ecological response of breeding wolves to wind farms: Insights from two case studies in Portugal. Wildlife and wind farms: Conflicts and solutions, 1, 225-227.

[7] Moura AE, Tsingarska E, Dobrowski M, Czarnomska SD, Jedrzejewska B, et al. (2013) Unregulated hunting and genetic recovery from a severe population decline: the cautionary case of Bulgarian wolves. Conservation Genetics (01 November 2013)

[8] Boitani, L., Kaczensky, P., Alvares, F., Andr´en, H., Balys, V., Blanco, J., et al., 2022. Assessment of the conservation status of the Wolf (Canis lupus) in Europe. In: Prepared for the Berne Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats and the Council of Europe

[9] Boitani, L., Kaczensky, P., Alvares, F., Andr´en, H., Balys, V., Blanco, J., et al., 2022. Assessment of the conservation status of the Wolf (Canis lupus) in Europe. In: Prepared for the Berne Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats and the Council of Europe.

[10] Boitani, L., 2000. Action plan for the conservation of wolves in Europe (Canis lupus). In: Nature and Environment, No. 113. Council of Europe Publishing, Strasbourg, France.

[11] Epstein, Yaffa & Christiernsson, Anna & López-Bao, José Vicente & Chapron, Guillaume. (2019). When is it legal to hunt strictly protected species in the European Union?. Conservation Science and Practice. 1. e18. 10.1111/csp2.18.

[12] Tanner, E., White, A., Acevedo, P. et al. Wolves contribute to disease control in a multi-host system. Sci Rep 9, 7940 (2019). https://doi.org/10.1038/s41598-019-44148-9

[13] Chapron G, Treves A (2016) Blood does not buy goodwill: allowing culling increases poaching of a large carnivore. Proceedings of the Royal Society B-Biological Sciences 283. https:// doi.org/10.1098/rspb.2015.2939

[14] Lopez-Bao, J.V., Blanco, J.C., Rodriguez, A., et al. (2015). Toothless wildlife protection laws. Biodivers. Conserv.., DOI: 10.1007/s10531-015-0914-8.

[15] Oliynyk, R.T. Human-caused wolf mortality persists for years after discontinuation of hunting. Sci Rep 13, 11084 (2023). https://doi.org/10.1038/s41598-023-38148-z

[16] Gervasi, V., Linnell, J.D., Berce, T., Boitani, L., Cerne, R., Ciucci, P., et al., 2021a. Ecological correlates of large carnivore depredation on sheep in Europe. Glob. Ecol. Conserv. 30, e01798 https://doi.org/10.1016/j.gecco.2021.e01798.

[17] Maria Petridou, John F. Benson, Olivier Gimenez, Yorgos Iliopoulos, Vassiliki Kati, Do husbandry practices reduce depredation of free-ranging livestock? A case study with wolves in Greece, Biological Conservation, Volume 283, 2023, 110097, ISSN 0006-3207, https://doi.org/10.1016/j.biocon.2023.110097

[18] Linnell JDC, Kovtun E, Rouart I (2021) Wolf attacks on humans: an update for 2002–2020. NINA Report 1944, Norwegian Institute for Nature Research.

[19] Nowak S, Szewczyk M, Tomczak P, Całus I, Figura M, Mysłajek RW (2021) Social and environmental factors influencing contemporary cases of wolf aggression towards people in Poland. European Journal of Wildlife Research 67(4): 69. https://doi.org/10.1007/s10344- 020-01455-1

[20] Penteriani V, Delgado M del M, Pinchera F, Naves J, Fernández-Gil A, Kojola I, Härkönen S, Norberg H, Frank J, Fedriani JM, Sahlén V, Støen O-G, Swenson JE, Wabakken P, Pellegrini M, Herrero S, López-Bao JV (2016) Human behaviour can trigger large carnivore attacks in developed countries. Scientific Reports 6: 1–8. https://doi.org/10.1038/srep20552

[21] EFSA [European Food Safety Authority and European Centre for Disease Prevention and Control] (2021) The European Union One Health 2019 Zoonoses Report. EFSA Journal 19(2): e06406 [286 pp]. https://doi.org/10.2903/j.efsa.2021.6406

[22] Krofel M, Cerne R, and Jerina K. 2011. Effectiveness of wolf (Canis lupus) culling as a measure to reduce livestock depredations. Acta  Silvae  et  Ligni 95: 11-22.

[23] Linnell, John & Boitani, Luigi. (2012). Building biological realism into wolf management policy: The development of the population approach in Europe. Hystrix. 23. 80-91. 10.4404/hystrix-23.1-4676

[24] Bradley EH, Robinson HS, Bangs EE, et al. 2015. Effects of wolf removal on livestock depredation recurrence and wolf recovery in Montana, Idaho, and Wyoming. J Wildlife Manage 79: 1337-46.

[25] Eklund A, Lοpez-Bao JV, Tourani M, Chapron G, Frank J. (2017). Limited evidence on the effectiveness of interventions to reduce livestock predation by large carnivores. Scientific Reports, DOI: 10.1038/s41598-017-02323-w.

[26] Stone, S. A., Breck, S. W., Timberlake, J., Haswell, P. M., Najera, F., Bean, B. S., and Thornhill, D. J. (2017). Adaptive use of nonlethal strategies for minimizing wolf-sheep conflict in Idaho. Journal of Mammalogy 98, 33-44.

[27] Santiago-Avila FJ, Cornman AM, Treves A (2018) Killing wolves to prevent predation on livestock may protect one farm but harm neighbors. PLoS ONE 13(1): e0189729. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0189729

[28] Imbert, C., Caniglia, R., Fabbri, E., Milanesi, P., Randi, E., Serafini, M., Torretta, E., and Meriggi, A. (2016). Why do wolves eat livestock?: Factors influencing wolf diet in northern Italy. Biological Conservation 195, 156-168.

[29] Large Carnivore Management Plans of Protection, 2018: Best Practices in EU Member States. DIRECTORATE GENERAL FOR INTERNAL POLICIES POLICY DEPARTMENT FOR CITIZENS’ RIGHTS AND CONSTITUTIONAL AFFAIRS. European Parliament.

[30] Maria Petridou, John F. Benson, Olivier Gimenez, Yorgos Iliopoulos, Vassiliki Kati, Do husbandry practices reduce depredation of free-ranging livestock? A case study with wolves in Greece, Biological Conservation, Volume 283, 2023,

[31] EC, 2022. Common Agricultural Policy Strategic Plans by country. Information on the delivery and application of the CAP Strategic Plans in each EU country. Available at. https://agriculture.ec.europa.eu/cap-my-country/cap-strategic-plans-coun….

[32] European Commission, Directorate-General for Environment, Blanco, J., Sundseth, K., The situation of the wolf (Canis lupus) in the European Union – An in-depth analysis, Publications Office of the European Union, 2023, https://data.europa.eu/doi/10.2779/187513




Categories: Άγρια Ζωή

Tags: , , ,