
Ματθαίος Φιλιππάκης,
Δασολόγος, συνταξιούχος δ.υ.
Ήρθα με το καράβι της Κρήτης στο λιμάνι του Πειραιά, (μαύρα πανιά!), για να αποχαιρετίσω τον επί 46 χρόνια οικογενειακό μου φίλο, συμφοιτητή μου στη Δασολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, συγκάτοικό μου και συναγωνιστή μου στο συνδικαλισμό και στο κομμουνιστικό κίνημα. Σε όλα αυτά τα χρόνια δεν λείψαμε από κανένα μικρό και μεγάλο αγώνα που έδωσαν οι εργαζόμενοι και από αυτούς που οργάνωσε το κόμμα. Τα χρόνια αυτά με σημάδεψαν για πάντα. Περισσότερο με σημάδεψαν εκείνα τα μεγάλα συλλαλητήρια του κόμματος, όπου κατέβαινα με το καράβι της Κρήτης στο λιμάνι του Πειραιά, (άσπρα πανιά!), και πήγαινα στη συγκέντρωση στην Αθήνα. Με το που έφτανα με προϋπαντούσαν οι σύντροφοι από τα παλιά και μου έλεγαν, – είναι κι΄ο Γιάννης εδώ! Συναισθάνονταν την λαχτάρα μου, να ιδώ τον Γιάννη. Δεν περνούσαν δύο λεπτά και έβλεπα πάντα τον Γιάννη να έρχεται κατά πάνω μου φορτωμένος στον ώμο με τυλιγμένα εκείνα τα μεγάλα πανό με τα μακρά κοντάρια και ένα μάτσο κόκκινες σημαίες του κόμματος σφιχταγγαλιασμένες υπό μάλης. Τα μοιραζόμασταν, τ’ απλώναμε, ξεκινούσαμε για τη πορεία βροντοφωνάζοντας τα δίκια, όπως κάθε φορά τα ορίζουν οι λαοί. Και σήμερα σε αυτήν εδώ την πένθιμη συγκέντρωση (μαύρα πανιά), στην πορεία για την εξόδιο ακολουθία του εκλιπόντος συντρόφου μας, είμαι και πάλι παρών και συντρόφοι μου μη μου το πείτε εσείς, θα σας το πω τώρα εγώ. -είναι κι΄ο Γιάννης εδώ! Και από αύριο πάλι υπόσχομαι στη μνήμη του να μη λείψω ποτέ από κανένα τέτοιο μεγάλο συλλαλητήριο του κόμματος και θά ΄ρχομαι πάντα με το καράβι της Κρήτης στο λιμάνι του Πειραιά, (μαύρα πανιά), στο συντροφικό ραντεβού μας, στη συγκέντρωση του κόμματος. Και συντρόφοι μου το ξέρω, πως θα είναι δύσκολο πιά να μου το πείτε εσείς και στη θέασή μου δισταχτικά θα με πλησιάζετε με βλέμματα χαμηλωμένα- σιωπηλά λόγια της παρηγοριάς. Παρακαλώ σας μόνο να μου φέρνετε πάντοτε εκείνα τα «καράβια της ελπίδας» με τα μεσιανά κατάρτια, με τ΄ άσπρα πανιά και τα κατακόκκινα γράμματα- τα τυλιγμένα φαρδιά και μακρά πανό με τα ψηλά κοντάρια, να τα θέτω εγώ τώρα επ΄ ώμου και εκείνο το μάτσο τις κατακόκκινες σημαίες μας να τις σφυχταγγαλιάζω εγώ τώρα υπό μάλης. Να στήνω τώρα εγώ το σκηνικό της συγκέντρωσης, να σας στοιχίζω, να σας απλώνω τα πανό με τα κοντάρια- κοντάκια παρά πόδας, να σας μοιράζω τις σημαίες και να δίνω το σύνθημα και έτσι να ξεκινούμε συντρόφοι μου όπως πάντα για την πορεία. Να ζούμε τη μαγεία της πορείας με τα συνθήματα απλωμένα στα πανό και τα πανό – «απλωμένα- καράβια σε τρικυμίες», ν’ αντιστέκονται στην κόντρα των καιρών και στα χέρια μας ν΄ ανεμίζουν επί μάχης οι κατακόκκινες σημαίες μας προτεταμένες στις ριπές των ανέμων. Και δίπλα μας αίφνης να! που θα μας παραστέκεται ορθοπατώντας η πτερόεσσα μνήμη του Γιάννη και γύρω μας να! που θα μας λούζει η φτερουγάρα ψυχή του και από πάνω μας να! που θα μας σκέπει η άγρυπνος σκέψις του. Έτσι θα πορευόμαστε αενάως και νοερώς και νυν και αεί και εις πάντας τους αγώνας μαζί. Όλοι μαζί, θα βροντοφωνάζουμε και πάλι τα δίκια όπως τα ορίζουν οι λαοί. Και συντρόφοι μου μη μου το πείτε τώρα εσείς , θα σας το λέω βροντοφωνάζοντας εγώ. -είναι κι΄ο Γιάννης εδώ.
Σύντροφέ μου Γιάννη! αυτά υπόσχομαι να λέω και σαν αυτά θα λέω, απόξω μου και μέσα μου θα κλαίω.
Φιλιππάκης Ματθαίος, δασολόγος
Ελούντα Λασιθίου, Κρήτη
Categories: Απόψεις