ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ

ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ
Μια αντιπεριβαλλοντική ρύθμιση
στο Δασικό Δίκαιο

Συστηματική επεξεργασία υ.α. 153394/919/12.04.2017

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Νικόλαος Θεοφάνους
Δασολόγος

(Μέρος 1ο από τα 4α*)

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

Ι. Προδιάθεση  ρ1-Πρ18]

Α. Γενικά [Πρ2-Πρ3]

Β. Η υπουργική απόφαση για τα πρόδηλα σφάλματα [Πρ4-Πρ8]

Γ. Πρώτες εντυπώσεις και μερικές διαπιστώσεις [Πρ9-Πρ18]

ΙΙ. Κρίσιμες τεχνικές (εισαγωγικές) παρατηρήσεις  [Τ1-Τ14]

Α. Γενικά – Η τελική μορφή δασικού χάρτη [Τ2]

Β. Επίπεδο εικόνας ή χαρτογραφικό υπόβαθρο της τελικής μορφής του δασικού χάρτη [Τ3]

Γ. Διανυσματικό επίπεδο θεματικής πληροφορίας της τελικής μορφής του δασικού χάρτη [Τ4-Τ10]

Δ. Γεωγραφική πληροφορία και περιγραφική πληροφορία [Τ11-Τ12]

Ε. Πληκτρολόγηση συμβόλων και κίνδυνοι [Τ13-Τ14]

ΙΙΙ. Οι περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων»  [Α1]

ΙV. Περίπτωση πρώτη «πρόδηλου σφάλματος» [Α2-Α66]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της πρώτης περιπτώσεως [Α2]

Α1: Κείμενο υπό Α1 της υπουργικής αποφάσεως [Α3]

Α2: Αντίστοιχο κείμενο υπό Β1 της υπουργικής αποφάσεως [Α4]

Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας [Α5-Α9]

Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας [Α10-Α63]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας πρώτου «πρόδηλου σφάλματος» [Α64-Α66]

V. Περίπτωση δεύτερη «πρόδηλου σφάλματος»  [Β1-Β47]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως [Β1]

Α1. Κείμενο υπό Α2 της υπουργικής αποφάσεως [Β2]

Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β2 της υπουργικής αποφάσεως: Λάθος αποτύπωση [Β3]

Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας [Β4]

Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας [Β5-Β44]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας [Β45-Β47]

| Μέρος 1ο | – | Μέρος 2ο | – | Μέρος 3ο | – | Μέρος 4ο |

Ημερομηνία δημοσίευσης: 26.07.2017

Ι. Προδιάθεση
Πρ1 Στην «Προδιάθεση» υπάρχουν οι ακόλουθες ενότητες: Α. Γενικά· Β. Η υπουργική απόφαση για τα πρόδηλα σφάλματα· Γ.  Πρώτες εντυπώσεις και μερικές διαπιστώσεις[1].
Α. Γενικά
Πρ2 Η εμφάνιση «πρόδηλων σφαλμάτων» στο πεδίο του δασικού φαινομένου είναι κάτι το αναπάντεχα νέο. Στη σχετική νομοθετική παραγωγή με αντικείμενο τους δασικούς χάρτες μετά τη «ρύθμιση» των οικιστικών πυκνώσεων[2] (με την υ.α. ΥΑ 34844 (ΦΕΚ ΑΑΠ 145 20.7.2016), προστίθεται και η ρύθμιση για τα «πρόδηλα σφάλματα» στην κατάρτιση και κύρωση δασικών χαρτών με την ΥΑ 153394/919/ 12.04.2017 (ΦΕΚ Β´ 1366), υπό τον τίτλο «Καθορισμός, προσδιορισμός, τρόπος και διαδικασία διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων στην κατάρτιση και κύρωση των δασικών χαρτών»[3].
Πρ3 Ως σημείο εκκινήσεως της όλης ερμηνευτικής προσεγγίσεως επιλέγουμε να ακολουθήσουμε την κατάστρωση της ύλης, όπως αυτή υπάρχει στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως (ενδείξεις υπό Α και Β).
Β. Η υπουργική απόφαση για τα πρόδηλα σφάλματα       
Πρ4 Το κείμενο της σχετικής υπουργικής αποφάσεως έχει ως εξής:
«Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 26 του ν. 3889/2010 (ΦΕΚ 182 Α’) «Χρηματοδότηση Περιβαλλοντικών Παρεμβάσεων, Πράσινο Ταμείο, Κύρωση Δασικών Χαρτών και άλλες διατάξεις» και ειδικότερα του άρθρου 21 παράγραφος 1, που αναφέρονται στο περιεχόμενο της παρούσας απόφασης, όπως αυτές τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν, αντικαταστάθηκαν και ισχύουν με εκείνες του άρθρου 153 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ 94 Α’) «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιοοικονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις».
2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α’) «Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις», όπως ισχύουν.
3. Την 146776/2459/21.10.2016 απόφαση Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ 3532Β’) «Καθορισμός θεμάτων σχετικών με την παράγραφο 1 εδάφια β’, γ’, δ’ και ε’ του άρθρου 21 του ν. 3889/2010 όπως ισχύει». Το κείμενο της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως έχει ως εξής:
4. …………..
Αποφασίζουμε
Πρ5 Α. Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής
 – τεχνικού χαρακτήρα απόκλιση ή εσφαλμένη τεχνική απόδοση των οριογραμμών που παρατηρείται πάνω στα φωτογραμμετρικά υπόβαθρα και προκύπτει είτε από μετρήσεις εδάφους ή φωτοερμηνευτικής απόδοσης του θεματικού περιεχομένου του χάρτη, που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα, που παρουσιάζεται σ’ αυτά, (αντιστοιχεί στο Β1: Σφάλματα που οφείλονται στα χαρτογραφικά υπόβαθρα)
– παράλειψη, εκ παραδρομής, της αποτύπωσης σαφώς δασικής έκτασης εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής κ.λπ.) και το αντίστροφο, (αντιστοιχεί στο Β2: Σφάλματα που οφείλονται σε λάθος τοποθέτηση των θεματικών οριογραμμών)
 – απεικόνιση εμφανώς λανθασμένη αγροτικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο, (αντιστοιχεί στο Β3: Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος απεικόνισης θεματικών εκτάσεων (αφορούν μορφή ή χαρακτήρα)
– παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων του χάρτη στη βάση δεδομένων, (αντιστοιχεί στο Β4: Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος εγγραφών στοιχείων (αντιστοίχισης)
– λάθος αποτύπωση θεματικής επιφάνειας που οφείλεται σε διαμορφωμένα στοιχεία εικόνας (φωτογραφίας) λόγω διαβαθμισμένων περιοχών, (Αντιστοιχεί στο Β5: Σφάλματα που οφείλονται σε τροποποιημένα στοιχεία κατόπιν επεξεργασίας εικόνας λόγω διαβαθμισμένων περιοχών)
– απόδοση ως «χορτολιβαδικής», έκτασης που αφορά σε πεδινή και ομαλής κλίσης περιοχή, η οποία εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το π.δ. 32/2016 (ΦΕΚ 46 Α’), (αντιστοιχεί στο Β6: Σφάλματα λόγω συμπερίληψης πεδινών χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων)
– απόδοση ως «χορτολιβαδικής», έκτασης που αφορά σε αναγνωρισμένη, κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικής, η οποία εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, (αντιστοιχεί στο Β7: Σφάλματα λόγω συμπερίληψης χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων αναγνωρισμένων ως ιδιωτικών)
– απόδοση ως δασικής, έκτασης που αφορά τεχνητή δασική φυτεία, η οποία εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και (αντιστοιχεί στο Β8: Σφάλματα λόγω συμπερίληψης τεχνητών δασικών φυτειών ως δασικών εκτάσεων)
– ειδικά σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοίκησης πριν την κύρωση του δασικού χάρτη.
Πρ6 Β. Τα πρόδηλα σφάλματα του δασικού χάρτη αντιμετωπίζονται υπό  Β ως ακολούθως:
1. Σφάλματα που οφείλονται στα χαρτογραφικά υπόβαθρα.
Στις περιπτώσεις μεταφοράς οριογραμμών του δασικού χάρτη, από προγενέστερο φωτογραμμετρικά υπόβαθρο, το οποίο αποτέλεσε το χαρτογραφικό υπόβαθρο κατάρτισής του, σε νεότερο πλέον ακριβές, για λόγους επικαιροποίησης, ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία:
Ελέγχεται και εξασφαλίζεται η καλύτερη γεωμετρική ακρίβεια του νέου χαρτογραφικού υλικού, με μετρήσεις εδάφους, με τον προσδιορισμό και μέτρηση των ιδίων φωτοσταθερών στα δύο υπόβαθρα και τη σύγκριση μεταξύ τους, ειδικότερα στις περιοχές που διαπιστώνονται πιο έντονες οι αποκλίσεις.
Στη συνέχεια, με φωτοερμηνεία, εφόσον δεν πρόκειται για περιπτώσεις που έχει αλλάξει η μορφή στο έδαφος (μορφές δασικής ή άλλης κάλυψης, δρόμοι, διασταυρώσεις δρόμων, ρέματα, γωνίες χωραφιών και άλλα στοιχεία που μπορούν να προσδιοριστούν στις αεροφωτογραφίες των διαφορετικών χρονολογιών) ή η τοπογραφική διαμόρφωση, αναγνωρίζονται φωτοσημεία (ή άλλα χαρακτηριστικά αναγόμενα στην μορφολογία του εδάφους), από τα οποία εξαρτώνται οι οριογραμμές κατά τη μεταφορά τους.
2. Σφάλματα που οφείλονται σε λάθος τοποθέτηση των θεματικών οριογραμμών.
Στις περιπτώσεις που έχουν τοποθετηθεί και απεικονισθεί θεματικές οριογραμμές (πρόσφατα δασική έκταση-δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης κ.λπ.) σε λάθος θέση σε σχέση με την εικόνα (π.χ. οριογραμμή που καθορίζει δασικό πολύγωνο τέμνει την εικόνα και εντάσσει τμήμα του, εσφαλμένα, σε όμορο πολύγωνο άλλης μορφής κάλυψης), αυτές μεταφέρονται στην πραγματική θέση, και γίνονται όλες οι προκύπτουσες αλλαγές στη βάση δεδομένων (π.χ. εμβαδόν).
3. Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος απεικόνισης θεματικών εκτάσεων (αφορούν μορφή ή χαρακτήρα).
• Για τις περιπτώσεις που προφανέστατα δεν συμπεριελήφθη σαφώς δασική έκταση εντός πολυγώνου άλλης μορφής έκτασης (π.χ. αγροτικής) και το αντίστροφο, συμπληρώνεται και τροποποιείται ο δασικός χάρτης με αυτές, δημιουργούμενων νέων πολυγώνων, τα οποία κωδικαριθμούνται, με ανάλογη τροποποίηση της βάσης δεδομένων.
• Επίσης, για λανθασμένη εκτίμηση του είδους βλάστησης από την φωτοερμηνεία παλαιότερων ή/και πλέον πρόσφατων αεροφωτογραφιών και λόγω μη επιβεβαίωσης στο έδαφος, που είχε σαν αποτέλεσμα την προφανέστατη, εσφαλμένη, απεικόνιση πολυγώνου μη δασικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα διευκρινιστικού χαρακτήρα αναφέρεται μεγάλης ηλικίας ελαιώνας, που λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους κατά τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών εκλήφθη ως έχον τη μορφή δάσους και συμπεριελήφθη ως δασική έκταση. Διευκρινίζεται ότι τα ανωτέρω αφορούν θεραπεία προφανέστατων λαθών στη μορφή κάλυψης εκτάσεων και δεν επιτρέπεται φωτοερμηνευτική ή επίγεια επανεκτίμηση αυτών ακόμα και όταν βρίσκονται σε οριακή κατάσταση χαρακτηρισμού τους.
4. Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος εγγραφών στοιχείων (αντιστοίχισης)
Διορθώνονται τα λάθη που έχουν παρεισφρήσει προφανώς εκ παραδρομής (π.χ. διαφορά στο εμβαδόν του πολυγώνου από το πραγματικό, λάθος ένδειξη landtype κ.λπ.) στη βάση δεδομένων και συμπληρώνονται οι εγγραφές που λείπουν (π.χ. καταχώρηση ένδειξης κατηγορίας κάλυψης πολυγώνου στη βάση δεδομένων).
5. Σφάλματα που οφείλονται σε τροποποιημένα στοιχεία κατόπιν επεξεργασίας εικόνας λόγω διαβαθμισμένων περιοχών
Εφόσον οι χρησιμοποιούμενες αεροφωτογραφίες ή ορθοφωτογραφίες έχουν υποστεί επεξεργασία με τρόπο που τα στοιχεία που προέρχονται από την εικόνα να είναι διαφορετικά από την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση στο έδαφος και λόγω αμέλειας δεν είχαν επιβεβαιωθεί-διορθωθεί οι θεματικές γραμμές με αυτοψίες, μπορούν κατόπιν αίτησης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανάρτησης έως την κύρωση των δασικών χαρτών ή και αυτεπάγγελτα, να διορθωθούν.
Η ανάδειξη, αποτύπωση και διόρθωση εκτελείται είτε με επίγειες μεθόδους μέτρησης είτε με φωτογραμμετρικές, χρησιμοποιώντας αεροφωτογραφίες, ορθοφωτογραφίες ή δορυφορικές εικόνες υψηλής ακρίβειας ίσης ή καλύτερης των προβλεπόμενων στις τεχνικές προδιαγραφές κατάρτισης δασικών χαρτών.
6. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης πεδινών χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων
Στις περιπτώσεις που, λόγω παραδρομής, συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ ευρίσκονται προφανώς επί πεδινών και ομαλών εδαφών, όπως ορίζονται στο π.δ. 32/2016, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις.
7. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων αναγνωρισμένων ως ιδιωτικών
Στις περιπτώσεις που συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ είναι αναγνωρισμένες κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικές, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις.
8. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης τεχνητών δασικών φυτειών ως δασικών εκτάσεων
Στις περιπτώσεις που συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως δασικές ενώ αποτελούν τεχνητές δασικές φυτείες, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις.
Πρ7 Η διαδικασία διόρθωσης των ανωτέρω υπό στοιχεία Β1 έως Β8 που ακολουθείται είναι η εξής:
α. Εφόσον ο δασικός χάρτης είναι θεωρημένος, αλλά όχι αναρτημένος όλες οι ανωτέρω ενέργειες εκτελούνται αυτεπάγγελτα από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών.
Ο νέος διορθωμένος δασικός χάρτης θεωρείται, καταργούμενης της προηγούμενης θεώρησης και κοινοποιείται στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρηση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και στη Διεύθυνση Δασικών Έργων και Υποδομών του Υ.Π.ΕΝ., συνοδευόμενος από σχετική έκθεση.
β. Στην περίπτωση που ο δασικός χάρτης έχει αναρτηθεί και δεν έχει ξεκινήσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων, όλες οι ανωτέρω περιπτώσεις προωθούνται, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, με εισήγηση του τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών αναδεικνύοντας το σφάλμα, στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ζητώντας τη θετική γνωμοδότησή της.
Στη συνέχεια προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Κατόπιν της σχετικής έγκρισης, ο δασικός χάρτης θεωρείται από την Δ/νση Δασών με τα νέα στοιχεία και επαναλαμβάνεται η ανάρτηση, διατηρώντας, κατά προτίμηση, τις προθεσμίες έναρξης της υποβολής των αντιρρήσεων.
γ. Εφόσον ο δασικός χάρτης έχει αναρτηθεί και έχει ξεκινήσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων, όλες οι ανωτέρω περιπτώσεις που είτε: i. αυτεπάγγελτα διαπιστώνονται από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών, ii. διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Δ/νση Δασών, iii. έχουν υποβληθεί ως αντιρρήσεις, προωθούνται από την αρμόδια Δ/νση Δασών στην ΕΠ.ΕΑ, συνοδευόμενες από σχετικό υπόμνημα με το αιτιολογικό της υπαγωγής τους στις περιπτώσεις πρόδηλου σφάλματος.
δ. Eφόσον η ΕΠ.Ε.Α. έχει περατώσει τις εργασίες της κατά την ανάρτηση του δασικού χάρτη και έχει παρέλθει ο χρόνος λειτουργίας της και ο δασικός χάρτης βρίσκεται στο στάδιο της διόρθωσης και συμπλήρωσής του με τις αποφάσεις της, για τις περιπτώσεις που είτε: i. αυτεπάγγελτα διαπιστώνονται από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών ή ii. διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Δ/νση Δασών, η αρμόδια Δ/νση Δασών υποβάλλει εισήγηση στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναδεικνύοντας το πρόδηλο σφάλμα και ζητώντας τη γνωμοδότησή της.
Στη συνέχεια η ως άνω εισήγηση συνοδευόμενη από την γνωμοδότηση προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας με την έκδοση της σχετικής έγκρισης διορθώνεται ο δασικός χάρτης από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών κατά το τμήμα που αφορά.
Στις περιπτώσεις κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου δ, κατά τις οποίες η τροποποίηση του δασικού χάρτη έχει σαν αποτέλεσμα τη μεταβολή του θεματικού περιεχομένου του, ανακαλείται η ανάρτηση για τα εδαφικά τμήματα που αφορά η διόρθωση και ενεργείται νέα ανάρτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 19 του ν. 3889/2010, για τα τμήματα αυτά.
Τέλος, στην περίπτωση ανάθεσης σχετικών εργασιών σε ιδιωτικά γραφεία εκπόνησης δασικών μελετών κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 ή 4 άρθρου 13 ν. 3889/2010 εισήγηση με ανάδειξη των ανωτέρω πρόδηλων σφαλμάτων υποβάλλεται από τον ανάδοχο στην Διευθύνουσα Υπηρεσία, η οποία την προωθεί σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
Πρ8 9. Ειδικά σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοίκησης πριν την κύρωση του δασικού χάρτη.
Για τις περιπτώσεις που δεν συμπεριλήφθηκαν πράξεις της διοίκησης (σχέδιο πόλης, πράξη χαρακτηρισμού, έγγραφα πληροφοριακού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 998/1979, κλήρος εποικισμού κ.λπ.), εκ παραδρομής, που οφείλονταν να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο δασικό χάρτη και πριν την κύρωσή του: α. εάν έχει υποβληθεί αντίρρηση, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 5.6 Συνοδευτικού Τεύχους της 146776/2459/21.10.2016 απόφασης Αναπληρωτή Υπουργού Π.ΕΝ. (ΦΕΚ 3532 Β’), υποβάλλοντας η αρμόδια Διεύθυνση Δασών εισήγηση στην ΕΠ.ΕΑ, πιστοποιώντας τα στοιχεία της διοικητικής πράξης για την υπαγωγή της έκτασης στη διοικητική πράξη και η ΕΠ.Ε.Α. εκδίδει σχετική απόφαση έγκρισης υπαγωγής και διόρθωσης του δασικού χάρτη, β. εάν δεν έχει υποβληθεί αντίρρηση και παράλληλα δεν έχει συσταθεί η ΕΠ.Ε.Α., μπορεί κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου η ίδια ανωτέρω υπηρεσία να εισηγηθεί στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναδεικνύοντας την παράληψη και ζητώντας τη θετική γνωμοδότησή της, προκειμένου να συμπεριληφθεί η πράξη στον δασικό χάρτη.
Η εισήγηση προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Κατόπιν τούτου, εκδίδεται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών πράξη τροποποίησης του δασικού χάρτη κατά το συγκεκριμένο τμήμα, η οποία είναι ισχυρή έναντι του περιεχομένου του δασικού χάρτη και ενσωματώνεται σ’ αυτόν μετά την περαίωση της εξέτασης των αντιρρήσεων, προκειμένου να συμπεριληφθεί στην ολική κύρωσή του.
Σε κάθε περίπτωση που έχει υποβληθεί αντίρρηση με περιεχόμενο που την εντάσσει σε κατηγορία πρόδηλου σφάλματος, το οποίο βεβαιώνεται με την απόφαση της ΕΠ.Ε.Α., το καταβληθέν τέλος επιστρέφεται στον δικαιούχο.
Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 12 Απριλίου 2017
Ο Αναπληρωτής Υπουργός
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΦΑΜΕΛΛΟΣ».
Με τροπολογία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που θα ενσωματωθεί σε προσεχές νομοθέτημα, ΠΑΡΑΤΕΙΝΕΤΑΙ -για άλλη μια φορά- η διάρκεια της αναρτήσεως δασικών χαρτών μέχρι τις 7 Σεπτ 2017.
Η λήξη της παραπάνω παρατάσεως στις 7 Σεπτ 2017 παρέχει -αλυσιδωτά- στους ενδιαφερομένους τις ακόλουθες δυνατότητες χρήσης συγκεκριμένων μέτρων:
– υποβολή αντιρρήσεων για τις εκτάσεις στον αναρτημένο δασικό χάρτη,
– υποβολή αιτήματος εξαγοράς ή εγκρίσεως επεμβάσεως,
– οριοθέτηση στο δασικό χάρτη από τους δήμους των οικισμών και των οικιστικών πυκνώσεων.
Ας σημειωθεί ότι οι αναπτύξεις που ακολουθούν βασίζονται στο υπάρχον νομικό καθεστώς κατά την 25/07/2017.
Γ.  Πρώτες εντυπώσεις και μερικές διαπιστώσεις
Πρ9 Μια πρώτη ανάγνωση του κειμένου της υπουργικής αποφάσεως επιτρέπει τη διατύπωση μερικών εισαγωγικών εντυπώσεων, που αφορούν στο σύνολο των κειμένων (υπό Α και Β)
Πρ10 Η καταγραφή και κατηγοριοποίηση των σφαλμάτων – όχι αναγκαστικά των «πρόδηλων σφαλμάτων»[4] – με αντικείμενο τους δασικούς χάρτες εντάσσεται στις θετικές εξελίξεις στο πεδίο των δασικών χαρτών.
Πρ11 Ο εντοπισμός των σφαλμάτων προβάλλει κατά έντονο τρόπο περιπτώσεις ανακρίβειας, ασάφειας και ελλείψεως πληρότητας οι οποίες χαρακτηρίζουν τους δασικούς χάρτες. Πρόκειται για μια κατάσταση που αρχίζει να δημιουργείται σταδιακά από τις ρυθμίσεις του πρώτου κειμένου του άρθρου 27 ν. 2664/1998[5].
Πρ12 Ο χαρακτηρισμός των σφαλμάτων ως «πρόδηλων» φαίνεται πως μάλλον αδικεί τη συγκεκριμένη υπουργική απόφαση. Τα περισσότερα από αυτά είναι σημαντικά σφάλματα και δεν προσφέρονται να ενταχθούν στην κατηγορία των πρόδηλων σφαλμάτων, όπως τουλάχιστον αυτή ισχύει στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου. Αλλά και ανεξάρτητα από αυτό, ο ίδιος ο χαρακτηρισμός αποσκοπεί κυρίως στην εγκατάσταση μιας ειδικής εξωδικαστικής διαδικασίας αποκαταστάσεως των σφαλμάτων, η οποία θα μπορούσε να εισαχθεί και χωρίς τον κρινόμενο χαρακτηρισμό.
Πρ13 Προφανώς άλλο πρόδηλα σφάλματα κατά το Κτηματολογικό Δίκαιο[6] και άλλο κατά τη συγκεκριμένη υπουργική απόφαση.
Πρ14 Η αποκατάσταση των σφαλμάτων αποτελεί σημαντικό και αναγκαίο τμήμα της υπουργικής αποφάσεως.
Πρ15 Η αποκατάσταση των σφαλμάτων ρυθμίζεται εντός των θυρών της δασικής υπηρεσίας, δηλαδή εκείνης της υπηρεσίας in abstracto, στην αρμοδιότητά της οποίας ανήκε κατά κυρίαρχο τρόπο η δημιουργία τους. Ευοίωνη ρύθμιση είναι η δυνατότητα που παρέχεται στις δασικές υπηρεσίες, ενόψει της καταστάσεως που επικρατεί, να προσφύγουν στα ιδιωτικά μελετητικά γραφεία.
Πρ16 Οι εισαγόμενες ρυθμίσεις για την αποκατάσταση των σφαλμάτων – ανεξάρτητα από την ευστοχία τους – απαιτούν τη συνεργασία περισσότερων εξωδικαστικών δασικών οργάνων.
Πρ17 Κατά τη διαδικασία αποκαταστάσεως των σφαλμάτων η διαδρομή από το ένα δασικό όργανο στο άλλο ρυθμίζεται χωρίς την απλή ένδειξη κάποιου χρονικού διαστήματος (προθεσμίας) για την υλοποίηση του έργου που έχει ανατεθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Πρ18 Με βάση τα παραπάνω, το οπωσδήποτε αναγκαίο έργο αποκαταστάσεως των σφαλμάτων μετατίθεται στο μέλλον, με αβέβαιο το χρονικό σημείο επιτεύξεως του στόχου που έχει τεθεί.
ΙΙ. Κρίσιμες τεχνικές (εισαγωγικές) παρατηρήσεις
Τ1 Στην παρούσα ενότητα υπό τον τίτλο «Κρίσιμες τεχνικές (εισαγωγικές) παρατηρήσεις» εντάσσονται[7]:
Α. Γενικά – Η τελική μορφή δασικού χάρτη·
Β. Επίπεδο εικόνας ή χαρτογραφικό υπόβαθρο της τελικής μορφής του δασικού χάρτη·
Γ. Διανυσματικό επίπεδο θεματικής πληροφορίας της τελικής μορφής του δασικού χάρτη·
Δ. Γεωγραφική πληροφορία και περιγραφική πληροφορία·
Ε. Πληκτρολόγηση συμβόλου και κίνδυνοι.
Α. Γενικά – Η τελική μορφή δασικού χάρτη
Τ2 Ο κάθε ενδιαφερόμενος, κατά την πρόσβασή του στο ειδικό δικτυακό τόπο θέασης των δασικών χαρτών[8], με απλές κινήσεις μπορεί να εντοπίσει την περιοχή που τον ενδιαφέρει και να εστιάσει σε αυτήν. Αυτό που εμφανίζεται είναι η τελική μορφή του δασικού χάρτη (εικ. 1) που αποτελείται από τα εξής επίπεδα (layers):
− το επίπεδο της εικόνας (πρόσφατος ορθοφωτοχάρτης) ή χαρτογραφικό υπόβαθρο[9],
− το διανυσματικό επίπεδο θεματικής πληροφορίας (πολύγωνα μορφών κάλυψης, οικισμών, κ.α.).
Β. Επίπεδο εικόνας ή χαρτογραφικό υπόβαθρο της τελικής μορφής του δασικού χάρτη
Τ3 Το επίπεδο της εικόνας ή το χαρτογραφικό υπόβαθρο είναι οι πρόσφατοι ορθοφωτοχάρτες[10] (Ο/Φ), έτους 2007, που έχουν δημιουργηθεί από την ΕΚΧΑ και αποτελούν το βασικό χαρτογραφικό υπόβαθρο του Εθνικού Κτηματολογίου. Στο επίπεδο αυτό εμφανίζονται εναλλακτικά και οι ιστορικοί ορθοφωτοχάρτες της ΕΚΧΑ (εικ. 1). Οι ιστορικοί ορθοφωτοχάρτες δημιουργήθηκαν από τις αεροφωτογραφίες (Α/Φ) του έτους 1945. Για τις περιοχές όπου δεν υπάρχουν αεροφωτογραφίες του 1945 χρησιμοποιήθηκαν μεταγενέστερες αεροφωτογραφίες (1960).
Γ. Διανυσματικό επίπεδο θεματικής πληροφορίας της τελικής μορφής του δασικού χάρτη
Τ4 Το διανυσματικό επίπεδο της θεματικής πληροφορίας[11] απεικονίζει υπό μορφή κλειστών πολυγώνων τις διάφορες μορφές κάλυψης[12] της επιφάνειας του εδάφους.
Πρόκειται για το επίπεδο που δημιουργείται από τη Διεύθυνση Δασών κάθε νομού ή από ιδιώτες μελετητές και ελέγχεται/ θεωρείται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών.
Τ5 Η σχεδίαση των πολυγώνων πραγματοποιείται επί του χαρτογραφικού υποβάθρου της ΕΚΧΑ (πρόσφατοι και ιστορικοί Ο/Φ) σε συνδυασμό με
στερεοσκοπική παρατήρηση αεροφωτογραφιών,
επιτόπιες παρατηρήσεις,
απεικόνιση διοικητικών πράξεων (αποφάσεις κήρυξης αναδασωτέων εκτάσεων, κ.α.).
Στο επίπεδο αυτό εντάσσονται, επίσης, και τα πολύγωνα που αποστέλλουν οι δήμοι ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες με τα σχέδια πόλεως, τις οικιστικές πυκνώσεις, τους κλήρους κ.α.
Τ6 Οι Διευθύνσεις Δασών, αρκετές ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ημέρα ανάρτησης του δασικού χάρτη της περιοχής τους, υποβάλλουν στην ΕΚΧΑ ένα διανυσματικό επίπεδο θεματικής πληροφορίας ως ψηφιακό αρχείο shapefile (shp), που περιέχει τις οριογραμμές των πολυγώνων των μορφών κάλυψης (δασικού ή μη δασικού χαρακτήρα εκτάσεις), που αποτελεί τον θεωρημένο δασικό χάρτη, και ένα δεύτερο με τα πολύγωνα του ιστορικού ορθοφωτοχάρτη που προσδιορίστηκαν από τα φωτοερμηνευτικά στοιχεία των παλαιότερων αεροφωτογραφιών.
Τ7 Η ΕΚΧΑ εισάγει στην ειδική ψηφιακή πλατφόρμα ανάρτησης δασικών χαρτών τα επίπεδα θεματικής πληροφορίας που έχουν δημιουργηθεί από τις δ/νσεις δασών και τους δήμους και όλα μαζί εμφανίζονται με υπόβαθρο τον πρόσφατο ή τον ιστορικό ορθοφωτοχάρτη.
Τ8 Κατά την ανάρτηση, οι οριογραμμές των πολυγώνων δασικού εν γένει χαρακτήρα εμφανίζονται στο δασικό χάρτη ως συνεχείς με πράσινο χρώμα.
Τ9 Οι οριογραμμές των πολυγώνων δασικού εν γένει χαρακτήρα εμφανίζονται στον ιστορικό ορθοφωτοχάρτη ως συνεχείς με κόκκινο χρώμα.
Τ10 Τα διανυσματικά επίπεδα θεματικής πληροφορίας του δασικού χάρτη δημιουργούνται με λογισμικό της κατηγορίας Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS).
Δ. Γεωγραφική πληροφορία και περιγραφική πληροφορία
Τ11 Γενικά, κάθε διανυσματικό επίπεδο πληροφορίας χωρίζεται σε δύο τμήματα: σε αυτό που αναπαριστά τη γεωγραφική πληροφορία (χωρικές οντότητες, δηλαδή τα πολύγωνα στους δασικούς χάρτες) και σε αυτό που αναπαριστά την περιγραφική πληροφορία (συμβολισμός μορφής κάλυψης, ΟΤΑ κ.α. στους δασικούς χάρτες). Και τα δύο τμήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Τ12 Η περιγραφική πληροφορία καταχωρείται σε έναν πίνακα που αποτελεί τη βάση δεδομένων του επιπέδου πληροφορίας (αρχείο shp) (εικ. 2). Για κάθε πολύγωνο του δασικού χάρτη αντιστοιχεί και μια εγγραφή (γραμμή) στον πίνακα της βάσης δεδομένων. Η κάθε στήλη του πίνακα αντιστοιχεί και σε ένα χαρακτηριστικό του πολυγώνου. Ο πίνακας αυτός μπορεί να περιέχει χιλιάδες εγγραφές και αρκετές στήλες. Με τη σχεδίαση κάθε πολυγώνου δημιουργείται αυτόματα μια εγγραφή. Οι τιμές για κάθε χαρακτηριστικό συμπληρώνονται στα κελιά κάθε εγγραφής. Η συμπλήρωση των τιμών (αριθμοί ή γράμματα) σε κάποια χαρακτηριστικά γίνεται αυτόματα (π.χ. εμβαδόν πολυγώνου) ενώ σε άλλα από τον χειριστή του προγράμματος.
Ε. Πληκτρολόγηση συμβόλων και κίνδυνοι
Τ13 Το εάν ένα πολύγωνο είναι δάσος, δασική ή αγροτική έκταση κ.λπ. το συμπληρώνει ο χειριστής πληκτρολογώντας τα κατάλληλα σύμβολα (π.χ. ΔΔ για δασικού χαρακτήρα πολύγωνο[13]) στο αντίστοιχο κελί του πίνακα. Κι εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή διότι υπάρχει ο κίνδυνος της παράλειψης εγγραφής στοιχείων των πολυγώνων του χάρτη στη βάση δεδομένων ή της λανθασμένης εγγραφής με αποτέλεσμα την καταχώρηση και απεικόνιση ενός πολυγώνου σε διαφορετική κατηγορία μορφής/κάλυψης.
Τ14 Στον αναρτημένο δασικό χάρτη εμφανίζονται τα πολύγωνα εκτάσεων δασικού χαρακτήρα με επικάλυψη πράσινου χρώματος, διότι για τα συγκεκριμένα έχει πληκτρολογηθεί ο αντίστοιχος συνδυασμός συμβόλων (π.χ. ΔΔ) στη βάση δεδομένων που συνοδεύει το επίπεδο θεματικής πληροφορίας του δασικού χάρτη. Εάν κατά τη συμπλήρωση του πίνακα της βάσης δεδομένων πληκτρολογηθεί λάθος σύμβολο ή συνδυασμός συμβόλων (π.χ. ΑΑ) τότε το πολύγωνο δεν επικαλύπτεται με πράσινο χρώμα και εμφανίζεται ως μη δασικό.
ΙΙΙ. Οι περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων»
Α1 Στην υπουργική απόφαση εντάσσονται εννέα περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων».
Σε κάθε μια από περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων». προηγούνται τα αντίστοιχα κείμενα της υπουργικής αποφάσεως (υπό Α).
Η αναφορά στα «πρόδηλα σφάλματα» στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως γίνεται σε τρία διαφορετικά πεδία: υπό Α (εννέα περιπτώσεις: Α1 έως Α9)· υπό Β1 έως Β8 (οκτώ πρώτες περιπτώσεις)· υπό Β9 (ένατη περίπτωση)· τέλος μεταξύ Β8 και Β9 παρατίθεται ειδική ενότητα κειμένου υπό τον τίτλο «Η διαδικασία διόρθωσης των ανωτέρω υπό στοιχεία Β1 έως Β8 που ακολουθείται είναι η εξής:…».
Σε ορισμένες περιπτώσεις αναδύεται ζήτημα αντιστοιχήσεως μεταξύ των οκτώ πρώτων περιπτώσεων υπό το Α και των «αντίστοιχων» οκτώ πρώτων περιπτώσεων υπό το Β.
Η εξέταση κάθε μιας από αυτές τις περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων» γίνεται σε δύο πεδία επεξεργασίας: στο τεχνικό πεδίο (Β) και στο νομικό πεδίο (Γ). Όπου κρίνεται αναγκαίο προστίθεται και ένα «συνδυαστικό πεδίο» τεχνικής και νομικής προσεγγίσεως (Δ).
Σε ιδιαίτερη ενότητα εξετάζονται οι ρυθμίσεις που εισάγονται για αποκατάσταση των «πρόδηλων σφαλμάτων» στις περιπτώσεις των πρώτων οκτώ πρόδηλων σφαλμάτων.
Για την ένατη ενότητα «πρόδηλου σφάλματος» εισάγονται ειδικές ρυθμίσεις για αποκατάσταση.
Στη συνέχεια προσεγγίζεται ερμηνευτικά κάθε μια από τις εννέα περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων», όπως αυτές εισάγονται στην εξεταζόμενη υπουργική απόφαση.
ΙV. Περίπτωση πρώτη «πρόδηλου σφάλματος»
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της πρώτης περιπτώσεως
Α2 Το πρώτο λεγόμενο «πρόδηλο σφάλμα» ρυθμίζεται, όπως και καθένα από τα υπόλοιπα, σε δύο κείμενα, υπό το Α1 και υπό το Β1. Υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για σφάλματα που εμφανίζονται σε δασικούς χάρτες που έχουν δημοσιοποιηθεί, κυρίως στις περιπτώσεις των δασικών χαρτών που έχουν αναρτηθεί.
Είναι γνωστό ότι μετά την ανάρτηση των δασικών χαρτών, που περιέχουν τις περιπτώσεις του πρώτου «πρόδηλου σφάλματος», παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αντιρρήσεων[14]. Έτσι, κινούνται παράλληλα δύο διαδικασίες: αφενός η διαδικασία της εξετάσεως των αντιρρήσεων, αφετέρου η διαδικασία της αποκαταστάσεως του «πρόδηλου σφάλματος».
Α1: Κείμενο υπό Α1 της υπουργικής αποφάσεως
Α3 «Α. Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής
1. τεχνικού χαρακτήρα απόκλιση ή εσφαλμένη τεχνική απόδοση των οριογραμμών που παρατηρείται πάνω στα φωτογραμμετρικά υπόβαθρα και προκύπτει είτε από μετρήσεις εδάφους ή φωτοερμηνευτικής απόδοσης του θεματικού περιεχομένου του χάρτη, που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα, που παρουσιάζεται σ’ αυτά».
Α2: Αντίστοιχο κείμενο υπό Β1 της υπουργικής αποφάσεως
Α4 Σε σχέση με την πρώτη αυτή περίπτωση «πρόδηλων σφαλμάτων» ορίζονται στην υπουργική απόφαση (υπό Β1) τα ακόλουθα:
«1. Σφάλματα που οφείλονται στα χαρτογραφικά υπόβαθρα
Στις περιπτώσεις μεταφοράς οριογραμμών του δασικού χάρτη, από προγενέστερο φωτογραμμετρικά υπόβαθρο, το οποίο αποτέλεσε το χαρτογραφικό υπόβαθρο κατάρτισής του, σε νεότερο πλέον ακριβές, για λόγους επικαιροποίησης, ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία:
Ελέγχεται και εξασφαλίζεται η καλύτερη γεωμετρική ακρίβεια του νέου χαρτογραφικού υλικού, με μετρήσεις εδάφους, με τον προσδιορισμό και μέτρηση των ιδίων φωτοσταθερών στα δύο υπόβαθρα και τη σύγκριση μεταξύ τους, ειδικότερα στις περιοχές που διαπιστώνονται πιο έντονες οι αποκλίσεις.
Στη συνέχεια, με φωτοερμηνεία, εφόσον δεν πρόκειται για περιπτώσεις που έχει αλλάξει η μορφή στο έδαφος (μορφές δασικής ή άλλης κάλυψης, δρόμοι, διασταυρώσεις δρόμων, ρέματα, γωνίες χωραφιών και άλλα στοιχεία που μπορούν να προσδιοριστούν στις αεροφωτογραφίες των διαφορετικών χρονολογιών) ή η τοπογραφική διαμόρφωση, αναγνωρίζονται φωτοσημεία (ή άλλα χαρακτηριστικά αναγόμενα στην μορφολογία του εδάφους), από τα οποία εξαρτώνται οι οριογραμμές κατά τη μεταφορά τους».
Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας
1. Γενικά
Α5 Πρόκειται για τεχνικό ζήτημα και αφορά στα σφάλματα που οφείλονται στο χαρτογραφικό ή φωτογραμμετρικό υπόβαθρο επί του οποίου σχεδιάστηκαν οι οριογραμμές του δασικού χάρτη (πολύγωνα μορφών). Τέτοιου είδους σφάλματα μπορεί να προκύψουν:
• είτε επειδή κατά θέσεις εμφανίζεται απόκλιση στην ταύτιση σημείων μεταξύ του πρόσφατου και του ιστορικού ορθοφωτοχάρτη,
• είτε διότι σε ορισμένους δασικούς χάρτες που καταρτίσθηκαν σε προγενέστερο χρόνο χρησιμοποιήθηκε διαφορετικό χαρτογραφικό υπόβαθρο.
α. Πρώτη περίπτωση: Αποκλίσεις
Α6 Στην πρώτη περίπτωση, ο ιστορικός ορθοφωτοχάρτης προέρχεται από συνένωση αεροφωτογραφιών έτους 1945 ή 1960 που είναι γενικά μικρής ευκρίνειας. Σε συνδυασμό με τις δραματικές αλλαγές που έχει υποστεί το τοπίο της υπαίθρου στο διάστημα 1945 – 2007, ο ιστορικός ορθοφωτοχάρτης «κλωτσάει» σε ορισμένα σημεία και εμφανίζει αποκλίσεις με τον πρόσφατο ορθοφωτοχάρτη που είναι υψηλής ακριβείας. Αυτό μπορεί να συνέβη και εξαιτίας της προχειρότητας στη διαδικασία παραγωγής των ιστορικών ορθοφωτοχαρτών αλλά και εξαιτίας ελλιπούς ελέγχου της ακρίβειάς τους.
Α7 Το αποτέλεσμα συνίσταται στο ότι οι ορθοφωτοχάρτες αυτοί κατά θέσεις δεν παρουσιάζουν ικανοποιητική ταύτιση και μπορεί να εμφανίζουν μη δασικές εκτάσεις του 1945 ως δασικές σήμερα αλλά και το αντίστροφο. Όχι απαραίτητα επειδή δασώθηκαν ή εκχερσώθηκαν αντίστοιχα αλλά επειδή η ίδια εδαφική επιφάνεια, λόγω της απόκλισης (παραμόρφωση), μπορεί να εμφανίζεται σε απόσταση λίγων μέτρων από την πραγματική της θέση.
Α8 Η διόρθωση τέτοιων σφαλμάτων είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα, χωρίς να είναι σίγουρο το αποτέλεσμα, ειδικά σε περιοχές όπου τα χαρακτηριστικά του τοπίου έχουν αλλάξει σημαντικά και δεν υπάρχει πυκνό δίκτυο σταθερών σημείων (κτίσματα, διασταυρώσεις δρόμων, κ.α.) που να εμφανίζεται στους ορθοφωτοχάρτες των δυο χρονικών στιγμών.
β. Περίπτωση δεύτερη: χρησιμοποίηση διαφορετικού χαρτογραφικού υποβάθρου και σφάλματα ερμηνείας
Α9 Όσον αφορά στη δεύτερη περίπτωση, πριν η ΕΚΧΑ διαθέσει τον πρόσφατο ορθοφωτοχάρτη, όλη η σχετική εργασία (φωτοερμηνεία για έκδοση πράξεων χαρακτηρισμού ή για δασικούς χάρτες) πραγματοποιούνταν στους ορθοφωτοχάρτες έτους 1998. Οι ορθοφωτοχάρτες αυτοί, ενώ έχουν καλή ευκρίνεια, μπορεί να οδηγήσουν κατά θέσεις σε λάθος ερμηνεία επειδή είναι σε ασπρόμαυρη χρωματική κλίμακα. Ορισμένοι δασικοί χάρτες ή τμήματα αυτών που αναρτήθηκαν πρόσφατα έχουν καταρτισθεί αρχικά επί των ασπρόμαυρων ορθοφωτοχαρτών έτους 1998. Αποτελούν δε έργο, κυρίως, ιδιωτών μελετητών στα πρώτα πιλοτικά προγράμματα με τις παλιότερες τεχνικές προδιαγραφές κατάρτισης. Η μεταφορά των οριογραμμών των πολυγώνων τους στον έγχρωμο, πρόσφατο ορθοφωτοχάρτη (2007), που αποτελεί το υπόβαθρο των αναρτημένων δασικών χαρτών, ανέδειξε σφάλματα φωτοερμηνείας. Τα τμήματα δασικών χαρτογραφήσεων των Διευθύνσεων Δασών, πριν την θεώρηση των δασικών χαρτών, διόρθωσαν τις λάθος οριογραμμές λαμβάνοντας υπόψη και τις νέες προδιαγραφές. Προφανώς, μετά την ανάρτηση διαπιστώθηκε ότι ένας αριθμός δασικών χαρτών περιλαμβάνει τέτοια σφάλματα που, εξαιτίας των πιεστικών προθεσμιών σε συνδυασμό με την υποστελέχωση των δασικών υπηρεσιών, δεν εντοπίστηκαν εγκαίρως κατά τον έλεγχο. 
Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας
1. Γενικά
Α10 Με σημείο εκκινήσεως την τεχνική έννοια των όρων που ακολουθούν, πρέπει να τονισθεί ότι οι όροι αυτοί χαρακτηρίζονται ως (τεχνικοί) νομικοί όροι. Υπό την ιδιότητά τους αυτή εξειδικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
Α11 Εξεταστέα, από νομική άποψη, στοιχεία της συγκεκριμένης πρώτης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος» (υπό Α) είναι οι ακόλουθοι όροι και διατυπώσεις:
«προφανής»,
«τεχνικού χαρακτήρα απόκλιση»,
«εσφαλμένη τεχνική απόδοση των οριογραμμών»,
«πάνω στα φωτογραμμετρικά υπόβαθρα»,
«προκύπτει είτε από μετρήσεις εδάφους»,
«ή φωτοερμηνευτικής απόδοσης του θεματικού περιεχομένου του χάρτη»,
«που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα, που παρουσιάζεται σ’ αυτά».
2. Οι κατ΄ ιδίαν όροι 
α. «προφανής»
Α12 Με τον όρο «προφανής» η υπουργική απόφαση αποσκοπεί στο να εντάξει τη συγκεκριμένη περίπτωση σφάλματος στα «πρόδηλα σφάλματα». Εξεταστέο παραμένει εάν η θέση του συγκεκριμένου στόχου συνδυάζεται με το περιεχόμενο του περιγραφόμενου σφάλματος[15]. Έτσι, το «προφανές» του σφάλματος ανάγεται σε κυρίαρχο κριτήριο κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως «πρόδηλων σφαλμάτων».
Α13 Το «προφανές» συνιστά εδώ τεχνικό νομικό όρο, εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο
β. «τεχνικού χαρακτήρα απόκλιση» 
Α14 Η τεχνικού χαρακτήρα απόκλιση πρέπει αφενός να είναι προφανής, αφετέρου να παρατηρείται πάνω στα φωτογραμμετρικά υπόβαθρα. Η απόκλιση αυτή πρέπει να προκύπτει από μετρήσεις εδάφους ή από φωτοερμηνευτική απόδοση του περιεχομένου του δασικού χάρτη, υπό τη βασική προϋπόθεση ότι έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που παρουσιάζεται σε αυτά.
Α15 Εάν, όμως, η τεχνικού χαρακτήρα απόκλιση δεν είναι προφανής, τότε υπάρχει σοβαρό ζήτημα, μια και η συγκεκριμένη διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί.
Εάν η απόκλιση έχει την πηγή της σε «μετρήσεις εδάφους», αυτές πρέπει να επαναληφθούν. Οι μετά την επανάληψη των μετρήσεων εικόνα πρέπει να συγκριθεί με την εικόνα πριν από την επανάληψη της μετρήσεως. Εάν η απόκλιση είναι ελάχιστη ή έστω μικρή, τότε δικαιολογείται το «προφανές» της αποκλίσεως. Εάν, όμως, δε συμβαίνει αυτό, και κυρίως όταν η απόκλιση κρίνεται, λόγω του μεγέθους της ή της ποιότητάς της, σημαντική, τότε δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Α16 Η διαδικασία διορθώσεως των στοιχείων Β1 έως Β8 περιγράφεται στην εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Σχετικές αναπτύξεις πραγματοποιούνται παρακάτω σε ξεχωριστή ενότητα[16].
Α17 Εάν η απόκλιση προκύπτει από φωτοερμηνευτική απόδοση του περιεχομένου του δασικού χάρτη, το όλο ζήτημα φαίνεται να είναι πολύπλοκο.
Σημαντικό στάδιο: κρίση για το «προφανές» της αποκλίσεως.  Εάν η απόκλιση κριθεί αρμοδίως ως ελάχιστη ή έστω μικρή, το «προφανές» της αποκλίσεως δικαιολογείται. Σε αντίθετη περίπτωση, και κυρίως εάν λόγω του μεγέθους της ή της ποιότητάς της η απόκλιση κριθεί σημαντική, τότε η εφαρμογή της συγκεκριμένης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος» δεν είναι δυνατή.
Α18 Επόμενο στάδιο: Εάν η απόκλιση είναι σημαντική, κατά την άποψή μας, η φωτοερμηνεία πρέπει να επαναληφθεί. Η μετά την επανάληψη της φωτοερμηνείας εικόνα μπορεί να συμπίπτει ή όχι με την εικόνα πριν από την επανάληψή της.
Α19 Τρίτο στάδιο: Εάν και με την επαναληπτική φωτοερμηνεία, η απόκλιση εξακολουθεί υπάρχουσα ως σημαντική, τότε αυτό σημαίνει ότι η φωτοερμηνεία στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι απρόσφορη για επίλυση του ζητήματος και πρέπει αφενός να εγκαταλειφθεί, αφετέρου να προσφύγουμε σε άλλα μέσα θεραπείας της αποκλίσεως, λ.χ. στην αυτοψία.
Α18 Και στην περίπτωση αυτή η υπουργική απόφαση εισάγει διαδικασία διορθώσεως των στοιχείων Β1 έως Β8. Σχετικές αναπτύξεις πραγματοποιούνται παρακάτω σε ξεχωριστή ενότητα[17]. 
γ.  «εσφαλμένη τεχνική απόδοση των οριογραμμών» 
Α21 Η εσφαλμένη τεχνική απόδοση των οριογραμμών πρέπει αφενός να είναι προφανής, αφετέρου να παρατηρείται πάνω στα φωτογραμμετρικά υπόβαθρα. Η παραπάνω εσφαλμένη τεχνική απόδοση πρέπει να προκύπτει από μετρήσεις εδάφους ή από φωτοερμηνευτική απόδοση του περιεχομένου του δασικού χάρτη, υπό τη βασική προϋπόθεση ότι έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που παρουσιάζεται σε αυτά.
Α22 Η συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται ειδικά στις οριογραμμές, ως πεδίο σφάλματος κατά την τεχνική απόδοση. Επομένως δεν καλύπτει άλλες περιπτώσεις σφαλμάτων.
Το τεχνικό σφάλμα στην απόδοση των οριογραμμών μπορεί να σχετίζεται είτε με την έκταση που καταλαμβάνει η οριογραμμή, είτε  με το χρώμα της, είτε  με τη θέση της στο συγκεκριμένο δασικό χάρτη, είτε, τέλος, με συνδυασμούς αυτών.
Α23 Εάν υπάρχει σφάλμα στην τεχνική απόδοση της εκτάσεως που καταλαμβάνει η οριογραμμή, το προφανές του σφάλματος είναι συνάρτηση του πραγματικού μεγέθους της οριογραμμής στο έδαφος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξετασθεί το πάχος, αυτό καθ’ εαυτό, που καταλαμβάνει τόσο στο έδαφος η συγκεκριμένη οριογραμμή, όσο και στην περίμετρο της οριογραμμής. Ο συνδυασμός των δύο αυτών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει στο συνολικό εμβαδόν της οριογραμμής, το οποίο μπορεί κατά την έκτασή του να είναι πράγματι ελάχιστο έως μικρό, αλλά δεν αποκλείεται καθόλου να είναι σημαντικό. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να χαρακτηρισθεί η εσφαλμένη τεχνική απόδοση της οριογραμμής ως προφανής. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή το σφάλμα αναφέρεται σε σημαντική έκταση στο έδαφος, δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «προφανές σφάλμα».
Α24 Εξάλλου, εάν το σφάλμα στην οριογραμμή οφείλεται στο χρώμα της, αυτό σημαίνει λανθασμένο προσδιορισμό της συγκεκριμένης εκτάσεως, λ.χ. δασικής ή μη. Στην περίπτωση αυτή, λόγω της εξαιρετικής σοβαρότητας του σφάλματος, δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί το επίμαχο σφάλμα ως προφανές.
Α25 Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποκλείεται να ενδιαφέρουν η κατά το Κτηματολογικό Δίκαιο «ζώνη κανονισμού ορίων», καθώς και  η προσφυγή στο ΑΚ 1020.
Η ζώνη κανονισμού ορίων αφορά σε ακίνητα όμορα (η συνεχόμενα) και όχι απλώς γειτονικά. Έχει ως επίκεντρο τη βεβαιότητα και την ακρίβεια που πρέπει να διέπει τα όρια μεταξύ όμορων ακινήτων, ζήτημα μείζονος σημασίας τόσο για το Εμπράγματο Δίκαιο όσο και για το Δασικό και Κτηματολογικό Δίκαιο. «Ζώνη κανονισμού ορίων» είναι η ζώνη περιμετρικά γύρω από κάθε γεωτεμάχιο σε σχέση προς τα όμορα γεωτεμάχια, εντός της οποίας καθορίζεται η ακριβής θέση του κοινού ορίου των γεωτεμαχίων είτε με έγγραφη συμφωνία των κυρίων των όμορων γεωτεμαχίων είτε με κανονισμό από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 1020 ΑΚ[18].
Α26 Το ΑΚ 1020 φέρει τον παράτιτλο «Κανονισμός ορίων». Στο άρθρο αυτό ορίζονται τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση σύγχυσης των ορίων χωρεί κανονισμός τους από το δικαστήριο. Αν είναι ανέφικτη η εξακρίβωσή τους, προσδιορίζονται σύμφωνα με την υπάρχουσα κατάσταση της νομής. Αν δεν μπορεί και αυτή να εξακριβωθεί, κατανέμεται η αμφισβητούμενη έκταση κατά ίσο μέρος στο καθένα από τα ακίνητα»[19] .
δ. «φωτογραμμετρικά υπόβαθρα» 
Α27 Ως φωτογραμμετρικά υπόβαθρα[20] νοούνται εκείνα τα υπόβαθρα που θεμελιώνονται, μεταξύ άλλων, σε αεροφωτογραφίσεις. με σκοπό τις ποικίλες μετρήσεις για τη δημιουργία γεωγραφικών υποβάθρων. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιούνται διάφοροι εναέριοι μηχανικοί και  ψηφιακοί αισθητήρες.
Α28 Βλ. σχετικά Τεχνικές Προδιαγραφές 2007, υπό 3.1.2, σύμφωνα με το οποίο «Για τους Ο.Τ.Α. της Αττικής χορηγείται το αεροφωτογραφικό υλικό του έτους 1945, καθώς και των ετών 1937 και 1938 (όπου υπάρχουν − παρ. 3.3.2 του παρόντος). Στις περιοχές αυτές δημιουργούνται φωτογραμμετρικά υπόβαθρα από τις Α/Φ του έτους 1945 (για να υπάρχουν ενιαία υπόβαθρα για όλη τη χώρα) και για τη φωτοερμηνευτική απόδοση των οριογραμμών των δασικών εκτάσεων χρησιμοποιούνται στερεομοντέλα των ετών 1937 και 1938 εφ’ όσον είναι αξιοποιήσιμα».
ε. «μετρήσεις εδάφους» 
Α29 Μετρήσεις εδάφους είναι οι ποικίλες μετρήσεις που επιχειρούνται στο έδαφος, με μία από τις μεθόδους μετρήσεων που ίσχυαν ή ισχύουν κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι με το πέρασμα του χρόνου οι μέθοδοι μετρήσεως εδάφους καθώς και τα διαθέσιμα μέσα μετρήσεως έχουν σημαντικά αναβαθμισθεί (ηλεκτρονική ή ψηφιακή τεχνολογία)[21]. Πάντως, όχι μόνο θεωρητικά, σε κάθε μέτρηση (ενδέχεται να) υπάρχει σφάλμα, που άλλοτε γίνεται αντιληπτό σε πρώτο έλεγχο και άλλοτε παραμένει «υφέρπον». Επιβάλλεται η αναζήτησή του και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξή  του να κινηθεί η διαδικασία αποκαταστάσεώς του.  
στ. «φωτοερμηνευτική απόδοση του θεματικού περιεχομένου του χάρτη» 
Α30 «Φωτοερμηνευτική απόδοση» και «θεματικό περιεχόμενο του χάρτη» είναι τα δύο συνεξεταστέα στοιχεία.
Α31 Ως «φωτοερμηνευτική απόδοση» νοείται η απόδοση του θεματικού περιεχομένου του δασικού χάρτη με βάση τη φωτοερμηνεία.
Α32 Με τον όρο «θεματικό περιεχόμενο του χάρτη» νοείται το κατά θέματα περιεχόμενο του δασικού χάρτη (λ.χ. πολύγωνα μορφών καλύψεως, οικισμών).
Α33 Εκτός από τον όρο «θεματικό περιεχόμενο» συναντούμε τους όρους: «θεματικές οριογραμμές», «θεματικές γραμμές», «θεματικές εκτάσεις», «θεματική επιφάνεια», «θεματικές εγγραφές» καθώς και «θεματική πληροφορία». 
ζ. «που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα, που παρουσιάζεται σ’ αυτά». 
Α34 Σημαντικό στοιχείο για την αποδοχή του συγκεκριμένου πρώτου «πρόδηλου σφάλματος» είναι η κρίση ότι υπάρχει αντίθεση «με την εικόνα που παρουσιάζεται σε αυτά», δηλαδή στα φωτογραμμετρικά υπόβαθρα. Η διαμόρφωση αυτής της κρίσης εντάσσεται στις αρμοδιότητες της οικείας δασικής υπηρεσίας. Πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, να συνεκτιμά το σύνολο των υπαρχόντων στοιχείων, καθώς και να διατυπώνεται με ακρίβεια, πληρότητα και σαφήνεια. Η αποδοχή της αντιθέσεως αυτής υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
3. Τρόπος αντιμετωπίσεως του πρώτου πρόδηλου σφάλματος κατά την υ.α. υπό Β1. 
α. Η εισαγόμενη ρύθμιση 
Α35 Στην υ.α. σχετικά με τον τρόπο αντιμετωπίσεως του πρώτου «πρόδηλου σφάλματος» υπάρχει συγκεκριμένη ρύθμιση, της οποίας προηγείται ο παράτιτλος «Σφάλματα που οφείλονται στα χαρτογραφικά υπόβαθρα».
Το κείμενο της παραπάνω ρυθμίσεως (υπό Β1) έχει ως εξής:
«Στις περιπτώσεις μεταφοράς οριογραμμών του δασικού χάρτη, από προγενέστερο φωτογραμμετρικά υπόβαθρο, το οποίο αποτέλεσε το χαρτογραφικό υπόβαθρο κατάρτισής του, σε νεότερο πλέον ακριβές, για λόγους επικαιροποίησης, ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία:
Ελέγχεται και εξασφαλίζεται η καλύτερη γεωμετρική ακρίβεια του νέου χαρτογραφικού υλικού, με μετρήσεις εδάφους, με τον προσδιορισμό και μέτρηση των ιδίων φωτοσταθερών στα δύο υπόβαθρα και τη σύγκριση μεταξύ τους, ειδικότερα στις περιοχές που διαπιστώνονται πιο έντονες οι αποκλίσεις.
Στη συνέχεια, με φωτοερμηνεία, εφόσον δεν πρόκειται για περιπτώσεις που έχει αλλάξει η μορφή στο έδαφος (μορφές δασικής ή άλλης κάλυψης, δρόμοι, διασταυρώσεις δρόμων, ρέματα, γωνίες χωραφιών και άλλα στοιχεία που μπορούν να προσδιοριστούν στις αεροφωτογραφίες των διαφορετικών χρονολογιών) ή η τοπογραφική διαμόρφωση, αναγνωρίζονται φωτοσημεία (ή άλλα χαρακτηριστικά αναγόμενα στην μορφολογία του εδάφους), από τα οποία εξαρτώνται οι οριογραμμές κατά τη μεταφορά του
ς».
β. Παρατηρήσεις στον εισαγόμενο τρόπο αντιμετωπίσεως
Α36 Ο τίτλος στην προκείμενη περίπτωση (υπό Β1, «Σφάλματα που οφείλονται στα χαρτογραφικά υπόβαθρα») δεν ταυτίζεται με το κείμενο, όπως αυτό ενυπάρχει κατά τη διατύπωσή του υπό το Α1. Στο πρώτο γίνεται λόγος για «χαρτογραφικά υπόβαθρα» ενώ στο δεύτερο επιλέγεται η διατύπωση «φωτογραμμετρικά υπόβαθρα», διατύπωση που επαναλαμβάνεται και στο σχετικό κείμενο.
Α37 Στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως που ακολουθεί, υπό Β1, αντιμετωπίζονται περιπτώσεις «μεταφοράς οριογραμμών του δασικού χάρτη».
Α38 Ο τρόπος αντιμετωπίσεως έχει ως αντικείμενο όχι κάθε μορφής σφάλμα που οφείλεται στα χαρτογραφικά υπόβαθρα – (όπως ορίζεται στον παράτιτλο του Β1), αλλά μόνο στις περιπτώσεις μεταφοράς οριογραμμών του δασικού χάρτη «από προγενέστερο φωτογραμμετρικά υπόβαθρο, το οποίο αποτέλεσε το χαρτογραφικό υπόβαθρο κατάρτισής του, σε νεότερο πλέον ακριβές, για λόγους επικαιροποίησης».
Α39 Η υπουργική απόφαση, προκειμένου να επιτευχθεί η αποκατάσταση του συγκεκριμένης μορφής «πρόδηλου σφάλματος», ορίζει ότι ελέγχεται (για το ελέγχον όργανο βλ. στην κοινή διαδικασία διορθώσεως[22]) και εξασφαλίζεται[23] η καλύτερη γεωμετρική ακρίβεια του νέου χαρτογραφικού υλικού.
Α40 Η διατύπωση «γεωμετρική ακρίβεια του νέου χαρτογραφικού υλικού» είναι μια «ουδέτερη» διατύπωση! Ως «νέο χαρτογραφικό υλικό» νοείται νέα έκταση στο έδαφος, η οποία ενδεχομένως να συνοδεύεται από κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές.  Η φύση της νέας αυτής εκτάσεως μπορεί να ποικίλλει από περίπτωση σε περίπτωση: Μπορεί να πρόκειται για δάσος ή δασική έκταση, για κλήρο, για προστατευόμενη έκταση κατά το Περιβαλλοντικό Δίκαιο, ή για γεωτεμάχιο κατά το Κτηματολογικό Δίκαιο. Η «γεωμετρική ακρίβεια» σημαίνει προσθαφαίρεση στο πεδίο της συγκεκριμένης εκτάσεως, δηλαδή μετακίνησή της από ένα πολύγωνο σε άλλο πολύγωνο, η οποία συνεπάγεται μεταβολή της ταυτότητας και της νομικής καταστάσεως του ακινήτου, Αυτή η μεταβολή, από μόνη της, είναι εξαιρετικά σημαντική όχι μόνο για το Δασικό Δίκαιο, (λ.χ. στο πεδίο των ποικίλλων ρυθμίσεων για τους δασικούς χάρτες) αλλά και για το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού Κώδικα[24], το Περιβαλλοντικό Δίκαιο[25], καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο[26].
Α41 Ο έλεγχος και η επιδιωκόμενη εξασφάλιση της καλύτερης γεωμετρικής ακρίβειας γίνεται «ειδικότερα στις περιοχές που διαπιστώνονται πιο έντονες οι αποκλίσεις[27]», ως εξής:
Με μετρήσεις εδάφους·
με τον προσδιορισμό και μέτρηση των ιδίων φωτοσταθερών στα δύο υπόβαθρα·
και με τη σύγκριση μεταξύ τους.
Α42 Από τη διατύπωση της υπουργικής αποφάσεως δε συνάγεται, αν μπορεί να ακολουθηθούν όλοι οι αναγραφόμενοι τρόποι (λ.χ. και μετρήσεις εδάφους και προσδιορισμός των φωτοσταθερών και σύγκριση) ή αν αρκεί ένας από τους δύο πρώτους. Επίσης, δεν ορίζεται πως κινούνται οι σχετικές διαδικασίες (με αιτήσεις των εχόντων έννομο συμφέρον ή αυτεπαγγέλτως[28]).
Α43 Ακολουθεί ένα επόμενο στάδιο της προβλεπόμενης διαδικασίας: Με φωτοερμηνεία ή με τοπογραφική διαμόρφωση αναγνωρίζονται είτε φωτοσημεία είτε «άλλα χαρακτηριστικά αναγόμενα στην μορφολογία του εδάφους, από τα οποία εξαρτώνται οι οριογραμμές κατά τη μεταφορά τους».
Α44 Εάν, όμως, πρόκειται «για περιπτώσεις που έχει αλλάξει η μορφή στο έδαφος (μορφές δασικής ή άλλης κάλυψης, δρόμοι, διασταυρώσεις δρόμων, ρέματα, γωνίες χωραφιών και άλλα στοιχεία που μπορούν να προσδιοριστούν στις αεροφωτογραφίες των διαφορετικών χρονολογιών», τότε αποκλείεται η φωτοερμηνεία και επιλέγεται η τοπογραφική διαμόρφωση.
Α45 Η αλλαγή μορφής στο έδαφος προϋποθέτει τη  διαπίστωση δύο εδαφικών μορφών, της προγενέστερης και της μεταγενέστερης.
Ως τέτοιες περιπτώσεις μορφολογικής αλλαγής στο έδαφος η υπουργική απόφαση παραθέτει ενδεικτικά τις ακόλουθες:
Α46 «Μορφές δασικής ή άλλης κάλυψης». Η «μορφή δασικής καλύψεως» συνιστά ένα νέο όρο για τον προσδιορισμό των εν γένει δασικών εκτάσεων. Η «άλλη μορφή καλύψεως» της συγκεκριμένη εκτάσεως, μπορεί να αναφέρεται σε «αγροτικής μορφής κάλυψη», σε «οικιστικές πυκνώσεις» ή σε εκτάσεις που εμπεριέχουν «πρόδηλα σφάλματα» κατά την εξεταζόμενη υπουργική απόφαση.
Α47 «Δρόμοι» (οδοί. οδικό δίκτυο). Η αλλαγή σε δρόμους μπορεί να οφείλεται σε χάραξη νέων δρόμων, σε εγκατάλειψη παλαιών. καθώς και σε ποικίλες επεμβάσεις στο οδικό δίκτυο σε δάση και δασικές εκτάσεις[29].
Α48 «Διασταυρώσεις δρόμων». Αυτές μπορεί να είναι σημεία του εδάφους, στα οποία τέμνονται δύο ή περισσότεροι δρόμοι (νέοι ή παλιοί) και τα οποία επηρεάζονται, μεταξύ άλλων, από τις υπάρχουσες μεταβολές στους δρόμους.
Α49 «Ρέματα»[30].  Σύμφωνα με τη ΣτΕ 3232/2008, (υπό 3): ««…κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά (βλ. Π.Ε. 262/2003 Ολομ., ΣτΕ 319/ 2002 κ.λπ.) ότι τα ρέματα, δηλαδή οι πτυχώσεις του εδάφους με τις οποίες κυρίως συντελείται η απορροή των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς προς την θάλασσα, εκτός από παράγοντες αντιπλημμυρικής προστασίας, αποτελούν επιπλέον φυσικούς αεραγωγούς και ότι με την χλωρίδα και την πανίδα τους συνιστούν ιδιαίτερα οικοσυστήματα. Για τους λόγους αυτούς έχουν ζωτική σημασία για το οικιστικό και φυσικό περιβάλλον, ιδίως μάλιστα αυτά που διασχίζουν οικισμούς (Π.Ε. 262/2003 Ολομ., ΣτΕ 1801/1995), και προστατεύονται καθ’ όλη τους την έκταση και ανεξάρτητα από τις διαστάσεις τους (Π.Ε. 262/2003 Ολομ., ΣτΕ 2669/2001 7μ.), ώστε να διατηρείται η φυσική τους κατάσταση και να διασφαλίζεται η επιτελούμενη από αυτά λειτουργία της απορροής των υδάτων…»[31].
Α50 «Γωνίες χωραφιών».  Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι η υπουργική απόφαση αναφέρεται σε «γωνίες χωραφιών» και όχι σε γωνίες εκτάσεων ή γεωτεμαχίων, προδικάζοντας με αυτόν τον τρόπο τη σύνδεση με τους αγρούς ή τις αγροτικές εκτάσεις ή τις μορφές αγροτικών εκτάσεων.
Α51 «Άλλα στοιχεία που μπορούν να προσδιοριστούν στις αεροφωτογραφίες των διαφορετικών χρονολογιών». Εδώ μπορεί να ενταχθούν στοιχεία που δηλώνουν (ενδεικτικά) αρχαιολογικούς χώρους, κτίρια, κτίσματα ή κατασκευές.
Α52 Κοινά χαρακτηριστικά όλων των σταδίων που προβλέπονται παραπάνω είναι:
• η πλήρης απουσία αναφοράς στο χρονικό ορίζοντα (λ.χ. θέση προθεσμιών),
• καθώς και η ανάγκη προσφυγής στις διαδικασίες διορθώσεως, όπως αυτές προβλέπονται για τα στοιχεία Β1 έως Β8. 
4. Συνταγματικότητα ρυθμίσεως του πρώτου «πρόδηλου σφάλματος» 
Α53 Η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως βρίσκεται, κατά την άποψή μας, σε άμεση συνάρτηση με τη γενικότερη θέση που ακολουθείται για τη συνταγματικότητα ολόκληρης της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως με αντικείμενο τα λεγόμενα «πρόδηλα σφάλματα».
Α54 Όπως προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση των επί μέρους στοιχείων της πρώτης εξεταζόμενης περιπτώσεως, υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, που, κατά την άποψή μας, εμπεριέχουν αντισυνταγματικότητα, δηλαδή αντιτίθενται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας. 
5. Χαρακτηρισμός ως πρόδηλου του πρώτου δασικού σφάλματος
Α55 Από νομική άποψη, ο χαρακτηρισμός ενός σφάλματος ως πρόδηλου δασικού σφάλματος προβάλλει την ύπαρξη ενός τεχνικού νομικού όρου, ο οποίος εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Α56 Με βάση τις αναπτύξεις που προηγήθηκαν, εντοπίζονται πολλές περιπτώσεις, όπου ο χαρακτηρισμός ενός σφάλματος ως «πρόδηλου» κρίνεται απρόσφορος. Στις περιπτώσεις αυτές η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία αποκαταστάσεως του σφάλματος, κατά τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί, αφού λείπουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Α57 Η αποκατάσταση των παραπάνω μη πρόδηλων σφαλμάτων θα επιτευχθεί με βάση την ισχύουσα δασική νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, παράλληλα και το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού κώδικα, το Δασικό, το Εποικιστικό, το Περιβαλλοντικό, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Α58 Σημειωτέο ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός κινείται στο πεδίο της δασικής νομοθεσίας και διαφέρει από τα πρόδηλα σφάλματα του Κτηματολογικού Δικαίου[32]. Ενδιαφέρουσα περίπτωση μπορεί να αποτελέσει η εξέταση των συνεπειών στο Κτηματολογικό Δίκαιο του χαρακτηρισμού ενός σφάλματος ως «πρόδηλου», καθώς και το ζήτημα της συνυπάρξεως σφάλματος ή «πρόδηλου σφάλματος»  κατά την εξεταζόμενη υπουργική απόφαση και πρόδηλου σφάλματος κατά το Κτηματολογικό Δίκαιο.
6. Σημασία για Εμπράγματο Δίκαιου ΑΚ και για Κτηματολογικό Δίκαιο του πρώτου πρόδηλου σφάλματος 
Α59 Στις παραπάνω περιπτώσεις μεταβολής της επίμαχης εκτάσεως το ενδιαφέρον εστιάζεται στις επιπτώσεις τόσο στο Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού Κώδικα όσο και στο Κτηματολογικό Δίκαιο.
Α60 Η έννοια του ακινήτου, η ταυτότητά του καθώς και η νομική του κατάσταση πριν  και μετά τη μεταβολή της επίμαχης εκτάσεως δεν ταυτίζονται. Άλλο κυριότητα, νομή και κατοχή στην έκταση πριν τη μεταβολή λόγω διορθώσεως και άλλο μετά την επελθούσα μεταβολή. Το ίδιο ισχύει και για τα κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές που υπήρχαν στην έκταση πριν τη μεταβολή και μετά από αυτήν. Έτσι, μετά τη μεταβολή, ανάλογα με την περίπτωση, είτε προστίθενται κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές στην επίμαχη έκταση είτε αφαιρούνται[33]. Αποτέλεσμα αυτών των συνοδών μεταβολών είναι να αναδύεται μια νέα κατάσταση  πραγμάτων, η προσέγγιση της οποίας πρέπει να γίνει με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Α61 Εξίσου περίπλοκη, εάν όχι πολύ περισσότερο πολύπτυχη και δυσπρόσιτη, μπορεί να είναι η κατάσταση στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου.
Στο πεδίο αυτό η κατάσταση πριν τη μεταβολή μπορεί να αφορούσε σε ακίνητο πριν την κτηματογράφηση, σε κτηματογραφούμενο ακίνητο (κατά τη διάρκεια της κτηματογραφήσεως) ή ακόμη σε κτηματογραφημένο ακίνητο (μετά την ολοκλήρωση της κτηματογραφήσεως).
Μετά την επελθούσα μεταβολή, η νέα κατάσταση πραγμάτων μπορεί να επήλθε σε οποιοδήποτε από τα προηγούμενα στάδια.
Έτσι, ανάλογα με το αν η μεταβολή της εκτάσεως επέρχεται πριν την κτηματογράφηση, αντικείμενο δηλώσεως κατά το άρθρο 2 ν. 2308.1995 είναι η διορθωμένη (νέα) έκταση.
Αν η μεταβολή της εκτάσεως έγινε κατά στάδιο της κτηματογραφήσεως, επιβάλλεται νέα δήλωση, διότι πρόκειται για νέα ακίνητο που δε συμπίπτει με το προηγούμενο.
Τέλος, εάν η μεταβολή της εκτάσεως έγινε μετά την ολοκλήρωση τη κτηματογραφήσεως, κατά κανόνα, πρέπει να αναμένεται ή έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, προκειμένου να καταχωρισθεί ως νέο ακίνητο.
Α62 Παραπέρα, το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί και στις περιπτώσεις που η μεταβολή επέρχεται κατά το στάδιο λειτουργούντος Κτηματολογίου. Στο πεδίο αυτό εξεταστέο παραμένει, αν συντρέχει περίπτωση πρώτης εγγραφής ή μεταγενέστερης εγγραφής.
Στην όλη αυτή προηγηθείσα αλυσίδα ενδεχόμενων περιπτώσεων δεν αποκλείεται καθόλου να συντρέχουν αντιδικίες μεταξύ ενδιαφερόμενων, οπότε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχει κίνηση διαδικασιών εξωδικαστικής ή δικαστικής διαδικασίας επιλύσεως των διαφορών.
Α63 Από την προηγηθείσα εντελώς συνοπτική προσέγγιση καθίσταται προφανές ότι οι επιπτώσεις της μεταβολής λόγω διορθώσεως, που οφείλεται στην πρώτη περίπτωση διορθώσεως πρόδηλου σφάλματος είναι εξαιρετικά σημαντικές, και εκτός του πεδίου των διατάξεων που διέπουν τους δασικούς χάρτες.
Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας πρώτου «πρόδηλου σφάλματος»
Α64 Το πρώτο «πρόδηλο σφάλμα», που καθορίζεται στη διαδικασία καταρτίσεως του δασικού χάρτη από την υπουργική απόφαση (υπό Α), περιέχει όρους τόσο δασικούς- τοπογραφικούς όσο και νομικούς. Τέτοιοι είναι οι όροι «τεχνικού χαρακτήρα απόκλιση», «εσφαλμένη τεχνική απόδοση», «οριογραμμές»,  «φωτογραμμετρικά υπόβαθρα», «μετρήσεις εδάφους», «φωτοερμηνευτική απόδοση», καθώς και «θεματικό περιεχόμενο χάρτη».
Α65 Οι παραπάνω όροι, που ενδεικτικά αναφέρονται για λόγους συντομίας χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι όροι υπό το Β1, περιέχονται σε ένα νομοθέτημα, όπως είναι η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Συνεπώς είναι τεχνικοί νομικοί όροι, για τον καθορισμό των οποίων αφενός απαιτείται η προσφυγή στις ειδικές επιστήμες (δασολογία, τοπογραφία), αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι την τελική αρμοδιότητα έχει η νομική επιστήμη, κυρίως μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Α66 Η συνταγματική θεώρηση όλων των νομοθετημάτων -συμπεριλαμβανομένων και των υπουργικών αποφάσεων, βέβαια και της ερμηνευτικής δεινότητας των ποικίλων εγκυκλίων που «δεσμεύουν» τα δασικά όργανα-  επιβάλλει αφενός τη συνεκτίμηση του Περιβαλλοντικού Δικαίου, αφετέρου τη συνεφαρμογή του Κτηματολογικού Δικαίου.
V. Περίπτωση δεύτερη «πρόδηλου σφάλματος»
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως
Β1 Η ενιαία δεύτερη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος» μπορεί να φέρει τον ενιαίο τίτλο «Παράλειψη ή λάθος αποτύπωση». Ακολουθώντας τη διαίρεση της ύλης στο κείμενο της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως σε Α και Β, οι επόμενες αναπτύξεις καταλαμβάνουν και τα δύο κείμενα.
Πρόκειται για σφάλματα που εμφανίζονται σε δασικούς χάρτες που έχουν δημοσιοποιηθεί, κυρίως στις περιπτώσεις των δασικών χαρτών που έχουν αναρτηθεί.
Είναι γνωστό ότι μετά την ανάρτηση των δασικών χαρτών, που περιέχουν τις περιπτώσεις του δεύτερου «πρόδηλου σφάλματος», παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αντιρρήσεων. Έτσι, είναι δυνατό να κινούνται παράλληλα δύο διαδικασίες: αφενός η διαδικασία της εξετάσεως των αντιρρήσεων, αφετέρου η διαδικασία της αποκαταστάσεως του «πρόδηλου σφάλματος». Αμφότερες οι προηγούμενες διαδικασίες είναι εξωδικαστικές και κινούνται στο πεδίο των αρμόδιων δασικών οργάνων.
Άλλο είναι το θέμα δικαστικής επιλύσεως διαφορών λ.χ. είτε στο πλαίσιο του ΑΚ 1094 (Εμπράγματο Δίκαιο ΑΚ) είτε στο πλαίσιο του άρθρου 6, παρ. 2, ν. 2664/1998 (Κτηματολογικό Δίκαιο).
Α1. Κείμενο υπό Α2 της υπουργικής αποφάσεως
Β2 Η συγκεκριμένη περίπτωση του δεύτερου «πρόδηλου σφάλματος» μπορεί να έχει τον παράτιτλο «Παράλειψη αποτυπώσεως».
  «2. Παράλειψη, εκ παραδρομής, της αποτύπωσης σαφώς δασικής έκτασης εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής κ.λπ.) και το αντίστροφο».
Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β2 της υπουργικής αποφάσεως: Λάθος αποτύπωση
Β3 Σε σχέση με τη δεύτερη αυτή περίπτωση πρόδηλων σφαλμάτων ορίζονται στην υπουργική απόφαση -υπό Β2- (παράτιτλος και κείμενο), με αντικείμενο τη λάθος αποτύπωση, τα ακόλουθα:
«2. Σφάλματα που οφείλονται σε λάθος τοποθέτηση των θεματικών οριογραμμών
Στις περιπτώσεις που έχουν τοποθετηθεί και απεικονισθεί θεματικές οριογραμμές (πρόσφατα δασική έκταση -δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης κ.λπ.) σε λάθος θέση σε σχέση με την εικόνα (π.χ. οριογραμμή που καθορίζει δασικό πολύγωνο τέμνει την εικόνα και εντάσσει τμήμα του, εσφαλμένα, σε όμορο πολύγωνο άλλης μορφής κάλυψης), αυτές μεταφέρονται στην πραγματική θέση, και γίνονται όλες οι προκύπτουσες αλλαγές στη βάση δεδομένων (π.χ. εμβαδόν)».
Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας
Β4 Το κείμενο υπό Α2 της υπουργικής αποφάσεως περιγράφει την «παράλειψη, εκ παραδρομής, αποτυπώσεως» ενός αυτοτελούς πολυγώνου μιας κατηγορίας μορφής/κάλυψης (π.χ. δασική έκταση) που βρίσκεται εντός ευρύτερου πολυγώνου διαφορετικής κατηγορίας (π.χ. αγροτικής). Στην περίπτωση αυτή, στο δασικό χάρτη έχει αποτυπωθεί πολύγωνο που οριοθετεί μια ευρύτερη έκταση συγκεκριμένης κατηγορίας μορφής/κάλυψης (π.χ. αγροτική έκταση). Εντός του πολυγώνου αυτού υφίσταται έκταση διαφορετικής κατηγορίας (π.χ. νησίδα δασικής έκτασης), η οποία δεν έχει αποτυπωθεί στο δασικό χάρτη και δεν εμφανίζεται ως αυτοτελές πολύγωνο εντός της ευρύτερης αγροτικής έκτασης του παραδείγματός μας (ευρύτερο πολύγωνο) που το περικλείει.
Τέτοια σφάλματα πιθανόν να προέκυψαν κατά την επικαιροποίηση, λόγω αλλαγών στη δασική νομοθεσία, των δασικών χαρτών που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με παλιότερες προδιαγραφές (π.χ. η ελάχιστη αναγκαία επιφάνεια για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ορίζεται στα 0,7 στρ. ενώ σε παλιότερες προδιαγραφές ήταν 3,0 στρ.) και δεν έγιναν αντιληπτά στο σύνολο τους κατά την επικαιροποίησή τους προκειμένου να αναρτηθούν το 2017.
Το κείμενο υπό Β2 της υπουργικής αποφάσεως περιγράφει τις περιπτώσεις εκείνες όπου θεματικές οριογραμμές (όρια πολυγώνων των κατηγοριών μορφών/κάλυψης) έχουν τοποθετηθεί και απεικονισθεί στο δασικό χάρτη σε λάθος θέση σε σχέση με την εικόνα-ορθοφωτοχάρτη (π.χ. οριογραμμή που καθορίζει δασικό πολύγωνο τέμνει την εικόνα και εντάσσει τμήμα του, εσφαλμένα, σε όμορο πολύγωνο άλλης μορφής κάλυψης).
Στο κείμενο υπό Α2 το σφάλμα εντοπίζεται στην παράλειψη αποτυπώσεως, ως αυτοτελούς πολυγώνου, μιας έκτασης γης που βρίσκεται εντός ευρύτερης έκτασης διαφορετικής κατηγορίας μορφής/κάλυψης. Στο κείμενο υπό Β2, το σφάλμα δεν εντοπίζεται στην παράλειψη αποτυπώσεως ενός πολυγώνου αλλά στην λάθος τοποθέτηση και απεικόνιση των πολυγώνων. Στις περιπτώσεις του κειμένου υπό Α2 απουσιάζει το πολύγωνο μιας κατηγορίας μορφής/κάλυψης. Στις περιπτώσεις του κειμένου υπό Β2 υπάρχει οριοθέτηση (πολύγωνο) αλλά στις οριογραμμές του παρατηρείται απόκλιση σε σχέση με την εικόνα.
Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας
1. Γενικά
Β5 Πρέπει να επισημανθεί, ευθύς εξ αρχής, ότι σε σχέση με το ίδιο δεύτερο «πρόδηλο σφάλμα» εξετάζονται δύο –μη συμπίπτοντα- κείμενα: αφενός το υπό Α2 αφετέρου το υπό Β2 (παράτιτλος και κείμενο). Τα κείμενα αυτά, παρά το γεγονός ότι δε συμπίπτουν, φαίνεται ότι κινούνται στο ενιαίο πεδίο του δεύτερου αυτού «πρόδηλου σφάλματος», κατ΄ επιλογή της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως.
Β6 Εξεταστέα στοιχεία για τη δεύτερη αυτή περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος» στο πλαίσιο του κειμένου υπό Α2 είναι τα ακόλουθα:
• «παράλειψη εκ παραδρομής αποτυπώσεως»·
• «σαφώς δασικής εκτάσεως»·
• «εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής μορφής κλπ)·
• «το αντίστροφο».
Β7 Επιπλέον, πρέπει να αξιολογηθούν για τη συγκεκριμένη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος»:
Ο χαρακτηρισμός ως «πρόδηλου» δασικού σφάλματος.
Η συνταγματικότητα της διατάξεως.
Η σημασία της για Εμπράγματο Δίκαιο ΑΚ και για Κτηματολογικό Δίκαιο.
2. Οι κατ’ ιδίαν όροι του κειμένου υπό Α2
α. «παράλειψη εκ παραδρομής αποτυπώσεως»
Β8 Η υπουργική απόφαση επιλέγει τον όρο «παραδρομή», εστιάζει την παραδρομή στην «αποτύπωση» και ειδικότερα την επικεντρώνει στην «παράλειψη αποτυπώσεως». Μάλιστα, υπό τον όρο ότι η συγκεκριμένη παράλειψη θα είναι «προφανής», ώστε να θεμελιώνεται ο χαρακτηρισμός του «πρόδηλου σφάλματος».
Β9 Ο όρος «παραδρομή» δηλώνει περισσότερο απροσεξία ή αβλεψία και λιγότερο αμέλεια. Βέβαια, η παραδρομή μπορεί να έχει ποικίλες έννομες συνέπειες, μερικές από τις οποίες δεν είναι μόνο δυσάρεστες, αλλά, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να καταστούν επικίνδυνες. Σε κάθε περίπτωση είναι τεχνικός νομικός όρος, που εξειδικεύεται στη συγκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Β10 Η παραδρομή εστιάζεται στην αποτύπωση σε δασικό χάρτη[34] και ειδικότερα σε «παράλειψη αποτυπώσεως» σε δασικό χάρτη ορισμένης εκτάσεως, ο νομικός χαρακτηρισμός της οποίας είναι ζήτημα σημαντικό.
Β11 Η παράλειψη αποτυπώσεως σε δασικό χάρτη συνέχεται με την (κύρια) υποχρέωση της δασικής υπηρεσίας να αποτυπώνει με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα, εκτάσεις σε δασικούς χάρτες. Η συγκεκριμένη δεύτερη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος» υπερβαίνει τα όρια αυτής της υποχρεώσεως. Η αποτύπωση «παραλείπεται». Σημειωτέο ότι, η παράλειψη συνδέεται με παραδρομή. Αλλιώς, τα πράγματα καθίστανται πολύ σοβαρά, διότι θα ανατρέξουμε σε μορφές υπαιτιότητας, που βέβαια δεν εντάσσονται στη συγκεκριμένη δεύτερη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος» και για το λόγο αυτό αποφεύγουμε την εξέτασή τους.
Β12 Το ζήτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο είναι δυνατό μια τέτοια παράλειψη να είναι «προφανής». Κατά τη γνώμη μας, προφανής παράλειψη αποτυπώσεως μιας εκτάσεως σε δασικό χάρτη πολύ δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται να συνεκτιμηθούν οι ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
β. «σαφώς δασικής εκτάσεως»
Β13 Η εκ παραδρομής παράλειψη αποτυπώσεως στο δασικό χάρτη αναφέρεται σε «σαφώς δασική έκταση». Πρόκειται για ένα νέο όρο στο πεδίο του Δασικού Δικαίου. Κατά τη γνώμη μας, σημαίνει με σαφήνεια δασική έκταση, χωρίς να αποκλείεται η ίδια διατύπωση να αναφέρεται και στην ακρίβεια και πληρότητα της εκτάσεως ως δασικής.
Η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση ακολουθεί την επιλογή να εισάγει στο Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο νέους όρους, νέους τεχνικούς νομικούς όρους. Η επιλογή αυτή, που επαναλαμβάνεται και σε άλλα «πρόδηλα σφάλματα», είναι προφανώς εκτός των νόμιμων ορίων της (της Υπουργικής αποφάσεως) και αντιτίθεται στο Σύνταγμα. Μήπως ισχύει στο σύνολο αυτών των περιπτώσεων ότι ο μόνος αρμόδιος για τα εν λόγω θέματα είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και κανένας άλλος, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Συντάγματος[35];
Η «δασική έκταση» νοείται εδώ με την ευρεία του όρου σημασία, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τα δάση, αλλά και κάθε έκταση με δασικό πλούτο, όπως ορίζεται στο άρθρο 3, παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 ν. 998/1979, όπως ισχύει. Συναφής είναι ο όρος «δασικές περιοχές», ο οποίος χρησιμοποιείται ως έννοια γένους έναντι ειδικότερων όρων.
Β14 Ένα επόμενο ερμηνευτικό ζήτημα είναι τι συμπεριλαμβάνεται στο όρο «δασική έκταση». Κατά τη γνώμη μας, πρέπει να συμπεριλαμβάνονται όλες οι εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, οι οποίες ρυθμίζονται στο άρθρο 3, παρ. 1 έως 5, ν. 998/1979, όπως ισχύει.
Β15 Ζήτημα ανακύπτει, αν με τη διατύπωση «σαφώς δασική έκταση» η υπουργική απόφαση αποκλείει τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υπάρχει αμφισβήτηση του δασικού χαρακτήρα της συγκριμένης εκτάσεως είτε εξωδικαστική είτε δικαστική. Το ότι στην υπουργική απόφαση ενυπάρχει ειδική ρύθμιση για έκταση «σαφώς δασική» σημαίνει ότι δεν πρέπει να αμφισβητείται, δικαστικά ή εξώδικα, ο χαρακτηρισμός της εκτάσεως ως δασικής. Η αμφισβήτηση αυτή μπορεί να προκύπτει από διατάξεις του  Εμπράγματου Δικαίου του Αστικού Κώδικα, του Δασικού Δικαίου, του Εποικιστικού Δικαίου, του Περιβαλλοντικού Δικαίου, καθώς και του Κτηματολογικού Δικαίου. Αν υπάρχει τέτοιας μορφής αμφισβήτηση, η επίμαχη έκταση δεν μπορεί να είναι «σαφώς δασική».
Β16 Η απουσία του στοιχείου μιας «σαφώς δασικής εκτάσεως» έχει ως συνέπεια την αδυναμία εφαρμογής της συγκεκριμένης περιπτώσεως ως «πρόδηλου σφάλματος», καθώς και τη μη εφαρμογή των ρυθμίσεων υπό Β1 έως Β8 της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως.
Β17 Βέβαια, το σφάλμα, αυτό καθ΄ εαυτό, εξακολουθεί να υπάρχει. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εφαρμοσθούν οι γενικές διατάξεις του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου προς αποκατάσταση της ορθότητας.
γ. «εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής μορφής κλπ)»
Β18 Η παράλειψη – εκ παραδρομής – αποτυπώσεως σαφώς δασικής εκτάσεως πρέπει να εντοπίζεται «εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής μορφής κλπ)» εκτάσεως.
Η διατύπωση «ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής μορφής κλπ) εκτάσεως δεν μπορεί να επιδοκιμασθεί από νομοτεχνική άποψη. Μεταξύ άλλων, το «κλπ» σε μια διάταξη με τόσο σημαντικές έννομες συνέπειες συμβάλλει στην ασάφεια της όλης ρυθμίσεως και δηλώνει μιας μορφής προχειρότητα στη σύνταξη της συγκεκριμένης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος». Θα μπορούσε ίσως αντί του (κλπ) να υπάρχει το «ιδίως», που δηλώνει την ενδεικτική παράθεση της αγροτικής μορφής. Αλλά και αυτή η ένδειξη «ιδίως» είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δημιουργούσε σειρά ολόκληρη νομικών ζητημάτων, διότι θα επεξέτεινε την ασάφεια σε σχέση με κάθε προστιθέμενη «μορφή εκτάσεως».
Β19 Δεν είναι, όμως, το μόνο στοιχείο ασάφειας που μπορεί να αποδοθεί στη συγκεκριμένη διάταξη. Ειδικότερα, η «άλλης μορφής» (ευρύτερη) έκταση παραπέμπει σε ένα σύνολο απροσδιόριστων εκτάσεων, στο οποίο κυριαρχεί ο όρος «μορφή». Για παράδειγμα, τι μπορεί να σημαίνει ο όρος «μορφή δάσους» (αντί ίσως για δάσος) ή όρος «μορφή δασικής εκτάσεως» (αντί ίσως για δασική έκταση) ή ακόμη ο όρος «μορφή χορτολιβαδικής εκτάσεως» (αντί ίσως για την χορτολιβαδική έκταση). Μάλιστα, προς επίρρωση αυτών, η υπουργική απόφαση προσφέρει ως δείγμα την «αγροτική μορφή» και όχι βέβαια το γνωστό όρο «αγροτική έκταση». Τι σχέση μπορεί να έχει η «αγροτική μορφή» προς την «αγροτική έκταση» απομένει να εξετασθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ενδεχομένως, η υπουργική απόφαση επιλέγει τον όρο «αγροτική μορφή» (αντί του όρου «αγροτική έκταση»), προκειμένου να διευρύνει την έκταση εφαρμογής της και σε οριακές περιπτώσεις ή σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις ή ακόμη και σε περιπτώσεις που βρίσκονται σε στάδια εξωδικαστικής (ίσως) και δικαστικής διενέξεως.
Αυτοί οι νεοεισαγόμενοι όροι σε κείμενο υπουργικής αποφάσεως – και όχι σε νόμο ή σε διάταγμα – κρίνονται κατά την άποψή μας αντισυνταγματικοί, συμπαρασύροντας σε αντισυνταγματικότητα το σύνολο του δεύτερου «πρόδηλου σφάλματος».
Β20 Πάντως δεν μπορεί να αγνοηθούν οι όροι «άλλης μορφής» έκταση και «αγροτική μορφή». Είναι νέοι τεχνικοί νομικοί όροι, που εξειδικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
δ. «το αντίστροφο»
Β21 Υπενθυμίζουμε ότι η σχετική διάταξη έχει ως εξής: «παράλειψη, εκ παραδρομής, της αποτύπωσης σαφώς δασικής έκτασης εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής κ.λπ.) και το αντίστροφο».
Β22 Το αντίστροφο (μπορεί να) είναι το εξής: «παράλειψη, εκ παραδρομής, της αποτύπωσης άλλης μορφής εκτάσεως (αγροτικής κλπ) εντός ευρύτερης σαφώς δασικής εκτάσεως».
Β23 Τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και στην περίπτωση του «αντιστρόφου» όσα επισημάνθηκαν παραπάνω για τους σχετικούς όρους που εντάσσονται στη συγκεκριμένη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος».
3. Οι κατ’ ιδίαν όροι του κειμένου (υπό Β2) της υπουργικής αποφάσεως
Β24 Η δεύτερη περίπτωση πρόδηλου σφάλματος της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως προσεγγίζεται με αντικείμενο τα οριζόμενα στο Β2, στο οποίο περιλαμβάνονται αφενός παράτιτλος αφετέρου συγκεκριμένο κείμενο. Παράτιτλος και κείμενο του Β2 πρέπει να συνδυασθούν με τα οριζόμενα στο Α2.
α. Το κείμενο υπό Β2
«2. Σφάλματα που οφείλονται σε λάθος τοποθέτηση των θεματικών οριογραμμών
Β25 Στις περιπτώσεις που έχουν τοποθετηθεί και απεικονισθεί θεματικές οριογραμμές (πρόσφατα δασική έκταση -δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης κ.λπ.) σε λάθος θέση σε σχέση με την εικόνα (π.χ. οριογραμμή που καθορίζει δασικό πολύγωνο τέμνει την εικόνα και εντάσσει τμήμα του, εσφαλμένα, σε όμορο πολύγωνο άλλης μορφής κάλυψης), αυτές μεταφέρονται στην πραγματική θέση, και γίνονται όλες οι προκύπτουσες αλλαγές στη βάση δεδομένων (π.χ. εμβαδόν)».
β. Ανάπτυξη και παρατηρήσεις
Β26 Πρώτο ερμηνευτικό ζήτημα είναι κατά πόσο ταυτίζεται το κείμενο υπό Β2 με το αντίστοιχο κείμενο υπό Α2. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται από την ερμηνευτική προσέγγιση του περιεχομένου του Β2. Από πρώτη ματιά φαίνεται ότι δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση. Ειδικότερα:
Β27 Στο Α2 ορίζεται ότι «Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής παράλειψη, εκ παραδρομής, της αποτύπωσης σαφώς δασικής έκτασης εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής κ.λπ.) και το αντίστροφο».
Στον παράτιτλο του Β2 ορίζεται ότι «Σφάλματα που οφείλονται σε λάθος τοποθέτηση των θεματικών οριογραμμών». Τα δύο κείμενα Α2 και παράτιτλος Β2) δεν ταυτίζονται. Η εκ παραδρομής παράλειψη αποτυπώσεως σαφώς δασικής εκτάσεως εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής κ.λπ.) είναι διατύπωση κατά πολύ ευρύτερη της διατυπώσεως «σφάλματα που οφείλονται σε λάθος τοποθέτηση των θεματικών οριογραμμών». Η παράλειψη αποτυπώσεως, ως σφάλμα, σημαίνει ανυπαρξία αποτυπώσεως· η λάθος τοποθέτηση, ως σφάλμα, σημαίνει υπαρκτή αλλά πάσχουσα τοποθέτηση. Στη μια περίπτωση δεν υπάρχει τοποθέτηση, στην άλλη υπάρχει. Πρόκειται για δύο διαφορετικές περιπτώσεις σφαλμάτων.
Β28 «Λάθος τοποθέτηση» και «θεματικές οριογραμμές» (όροι στον παράτιτλο Β2) είναι τεχνικοί νομικοί όροι, που εξειδικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
Β29 Η «λάθος τοποθέτηση» (του παράτιτλου του Β2) είναι όρος κατά πολύ ευρύτερος του όρου «παράλειψη, εκ παραδρομής, της αποτύπωσης» του κειμένου του Α2. Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται και πάλι για δύο διαφορετικές περιπτώσεις σφαλμάτων.
Β30 Οι «θεματικές οριογραμμές» – ένας νέος τεχνικός νομικός όρος»- δεν περιορίζονται στο πεδίο της αποτυπώσεως «σαφώς δασικής έκτασης εντός ευρύτερης άλλης μορφής εκτάσεως». Θεματικές οριογραμμές – δηλαδή οριογραμμές που καθορίζουν μια έκταση κατά θέμα, λ.χ. δασική ή αγροτική – μπορεί να υπάρχουν και σε άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα σε χορτολιβαδικές εκτάσεις.
Β31 Ερμηνευτική προσέγγιση πρέπει να γίνει (πέρα από τον παράτιτλο και) στο κείμενο της διατάξεως υπό Β2. Παραπέρα, το κείμενο αυτό πρέπει αφενός να συγκριθεί προς τον παράτιτλο του Β2, αφετέρου προς το Α2.
Β32 Σύμφωνα με το κείμενο του Β2 (τα παραδείγματα υπάρχουν στις υποσημειώσεις), «Στις περιπτώσεις που έχουν τοποθετηθεί και απεικονισθεί θεματικές οριογραμμές (…) σε λάθος θέση σε σχέση με την εικόνα (…), αυτές μεταφέρονται στην πραγματική θέση, και γίνονται όλες οι προκύπτουσες αλλαγές στη βάση δεδομένων (π.χ. εμβαδόν)». Δηλαδή, εάν απεικονίζονται θεματικές οριογραμμές σε λάθος θέση, αφενός αυτές μεταφέρονται στην πραγματική θέση, αφετέρου γίνονται όλες οι προκύπτουσες αλλαγές στη βάση δεδομένων. Εδώ το κείμενο της διατάξεως αναφέρεται σε «λάθος θέση» και σε «πραγματική θέση» των θεματικών οριογραμμών. Το ποια θέση είναι λάθος και ποια πραγματική εξαρτάται από τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως και προφανώς υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Η αποκατάσταση στην πραγματική θέση μεταβάλλει το συγκεκριμένο ακίνητο τόσο κατά την ταυτότητά του όσο και κατά τη νομική κατάσταση που το διέπει. Αυτή η μεταβολή στην ταυτότητα και στη νομική κατάσταση ενδιαφέρουν το Δασικό[36], το Εποικιστικό[37], το Περιβαλλοντικό, το Κτηματολογικό[38] και το Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο[39].
Β33 Το κατά πόσο η λάθος θέση σε σχέση με την πραγματική θέση μπορεί να είναι προφανής, ώστε να θεμελιώνεται η ένταξη των περιπτώσεων αυτών στα «πρόδηλα σφάλματα», είναι αμφισβητούμενο.
4. Χαρακτηρισμός ως πρόδηλου του δεύτερου δασικού σφάλματος
Β34 Όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, το συγκεκριμένο δεύτερο «πρόδηλο σφάλμα» συμπυκνώνει περισσότερες περιπτώσεις, ενώ ορισμένες από αυτές αναπτύσσονται παραπέρα σε δύο σκέλη. Σημειώθηκε, ότι σε ορισμένες από τις περιπτώσεις αυτές ο χαρακτηρισμός τους ως «πρόδηλου σφάλματος» είναι ανεπιτυχής, διότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, παρά το σχετικό χαρακτηρισμό.
Β35 Ο χαρακτηρισμός του σφάλματος ως προδήλου, αυτός καθ΄ εαυτόν, από την υπουργική απόφαση δεν είναι σε κάθε περίπτωση ορθός ούτε ακόμη και επαρκής. Σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για ένα τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Β36 Στις περιπτώσεις αυτές, που δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία αποκαταστάσεως του σφάλματος, κατά τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί, αφού λείπουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Β37 Η αποκατάσταση των μη πρόδηλων σφαλμάτων θα επιτευχθεί με βάση την ισχύουσα δασική νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, παράλληλα και το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού κώδικα, το Δασικό, το Εποικιστικό, το Περιβαλλοντικό, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Β38 Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός κινείται στο πεδίο της δασικής νομοθεσίας και διαφέρει από τα πρόδηλα σφάλματα του Κτηματολογικού Δικαίου.
5. Αντισυνταγματικότητα διατάξεως
Β39 Η κρίση για τη συνταγματικότητα ή μη της συγκεκριμένης δεύτερης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος» είναι εξίσου απαραίτητη, όπως και για την αντίστοιχη κρίση της πρώτης περιπτώσεως. Επαναλαμβάνουμε και εδώ τις θέσεις που διατυπώσαμε για τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του πρώτου «πρόδηλου σφάλματος»:
Β40 Η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως βρίσκεται, κατά την άποψή μας, σε άμεση συνάρτηση με τη γενικότερη θέση που ακολουθείται για τη συνταγματικότητα ολόκληρης της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως με αντικείμενο τα λεγόμενα «πρόδηλα σφάλματα».
Β41 Όπως προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση των επί μέρους στοιχείων της δεύτερης εξεταζόμενης περιπτώσεως πρόδηλου σφάλματος, υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, που, κατά την άποψή μας, εμπεριέχουν αντισυνταγματικότητα, δηλαδή αντιτίθενται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας.
6. Σημασία για Εμπράγματο Δίκαιο ΑΚ και για Κτηματολογικό Δίκαιο του δεύτερου πρόδηλου σφάλματος
Β42 Αφενός το περιεχόμενο των συγκεκριμένων ρυθμίσεων του δεύτερου «πρόδηλου σφάλματος», αφετέρου η εφαρμογή τους στην πράξη σηματοδοτούν, λόγω της σκοπούμενης ή πραγματοποιούμενης μεταβολής στις επίμαχες εκτάσεις, σημαντικές επιπτώσεις στο Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού Κώδικα, καθώς και στο Κτηματολογικό Δίκαιο.
Β43 Η μεταβολή που επέρχεται στην επίμαχη έκταση επιδρά στην έννοια του ακινήτου, στην ταυτότητά του καθώς και στη νομική του κατάσταση. Όλα αυτά πριν και μετά τη μεταβολή δεν ταυτίζονται. Πράγματι, οι εμπράγματες σχέσεις της κυριότητας της νομής και της κατοχής μεταβάλλονται. Για παράδειγμα, η κυριότητα στη έκταση πριν τη μεταβολή δε συμπίπτει με την κυριότητα μετά τη διόρθωση που επιφέρει τη μεταβολή, διότι μεταβάλλεται το αντικείμενο της κυριότητας. Αυτά που αναφέρονται στην επίμαχη έκταση, μεταφέρονται και στα κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές που υπήρχαν στην έκταση πριν από τη μεταβολή και μετά από αυτήν. Μπορεί μετά τη μεταβολή να προστίθενται ή να αφαιρούνται κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές στην επίμαχη κάθε φορά έκταση. Μια οριζόντια ιδιοκτησία με ποσοστό Χ% στο έδαφος πριν τη μεταβολή, δεν μπορεί παρά να μεταβάλει το ποσοστό στη νέα έκταση εδάφους, οπότε, ανάλογα με την περίπτωση, το αρχικό ποσοστό στο έδαφος Χ% μεταβάλλεται σε Χ+1% ή σε Χ-1%. Όπως και αλλού σημειώσαμε, αποτέλεσμα αυτών των συνοδών μεταβολών είναι να αναδύεται μια νέα κατάσταση πραγμάτων, η προσέγγιση της οποίας πρέπει να γίνει με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Β44 Στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου η όλη κατάσταση εμφανίζεται περισσότερο πολύπλοκη. Για οικονομία της ύλης, παραπέμπουμε στις συνοπτικές θέσεις που σημειώσαμε παραπάνω.
Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας
Β45 Δασικοί, τοπογραφικοί και νομικοί όροι περιέχονται στο δεύτερο «πρόδηλο σφάλμα», όπως αυτό καθορίζεται στη διαδικασία καταρτίσεως του δασικού χάρτη από την εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Ειδικότερα, υπό Α2, εντοπίζουμε τους ακόλουθους όρους: «παράλειψη της αποτύπωσης», «εκ παραδρομής», «σαφώς δασικής έκτασης», «άλλης μορφής έκταση», «αγροτική», «το αντίστροφο».
Β46 Οι παραπάνω όροι υπό Α2, που ενδεικτικά αναφέρονται, εντάσσονται σε ένα νομικό κείμενο, όπως είναι η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Οι όροι αυτοί, ανεξάρτητα από την αφετηρία τους είναι τεχνικοί νομικοί όροι. Για τον καθορισμό τους αφενός απαιτείται η προσφυγή στις ειδικές επιστήμες (δασολογία, τοπογραφία), αφετέρου πρέπει και πάλι να επισημανθεί ότι την τελική αρμοδιότητα έχει η νομική επιστήμη, κυρίως μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Β47 Η συνταγματική θεώρηση όλων των νομοθετημάτων -συμπεριλαμβανομένων και των υπουργικών αποφάσεων, βέβαια και της ερμηνευτικής δεινότητας των ποικίλων εγκυκλίων που «δεσμεύουν» τα δασικά όργανα- επιβάλλει αφενός τη συνεκτίμηση του Περιβαλλοντικού Δικαίου, αφετέρου την συνεφαρμογή του Κτηματολογικού Δικαίου.
| Μέρος 1ο | – | Μέρος 2ο | – | Μέρος 3ο | – | Μέρος 4ο |
*Η ανάπτυξη των θεμάτων της υ.α. για τα πρόδηλα σφάλματα θα πραγματοποιηθεί σε τέσσερα διαδοχικά μέρη.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Το στοιχείο «Πρ1» δηλώνει τον περιθωριακό αριθμό 1 της «Προδιαθέσεως».

[2] Βλ. σχετικά Παπαστερίου, Οικιστικές πυκνώσεις, σε Dasarxeio.com, 23/05/2017. Βλ. και τo άρθρο «Για τους δασικούς χάρτες», σε Dasaxeio.com, 16/07/2017.

[3] Είναι χαρακτηριστικό του τίτλου της υπουργικής αποφάσεως ότι αναφέρεται τόσο σε καθορισμό όσο και σε προσδιορισμό των «πρόδηλων σφαλμάτων», δεδομένου όντος ότι ο καθορισμός δηλώνει το στοιχείο του ακριβούς ορισμού, στοιχείο που δεν είναι απαραίτητο στην περίπτωση του προσδιορισμού.

[4] Η εντός εισαγωγικών δήλωση των «πρόδηλων σφαλμάτων» αποβλέπει στις επιφυλάξεις που διατυπώνονται στο παρόν κείμενο για το κατά πόσο είναι πράγματι πρόδηλα τα σχετικά σφάλματα.

[5] Το άρθρο 27 ν. 2664/1998, υπό τον παράτιτλο «Δασικοί χάρτες», καταργήθηκε από το άρθρο 26, παρ. 1, ν. 3889/2010, (ΦΕΚ Α΄ 182/14.10.2010), σύμφωνα με το οποίο «Όπου στις κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή στο άρθρο αυτό, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 13 έως 22 του παρόντος κεφαλαίου».

[6] Για τα πρόδηλα σφάλματα στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔ Α § 8, αρ. 178-179· Β § 9 38 επ.· Γ § 21, αρ. 1 επ.

[7] Το στοιχείο «Τ1» δηλώνει τον περιθωριακό αριθμό 1 για τις «Κρίσιμες τεχνικές (εισαγωγικές) παρατηρήσεις».

[8] http://gis.ktimanet.gr /wms/forestsuspension/default.aspx

[9] Κατά την ΚΥΑ 97414/2007, υπό 3.2, «Σκοπός των χαρτογραφικών υποβάθρων είναι η δημιουργία του βασικού χαρτογραφικού υλικού για την οριοθέτηση των εκτάσεων. Τα υπόβαθρα αυτά είναι ορθοφωτογραφίες και διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: πρόσφατης και ιστορικής λήψης.

Η πρώτη κατηγορία αφορά σε ορθοφωτογραφίες, που παράγονται από αεροφωτογραφίες πρόσφατης λήψης (αυτές που χρησιμοποιούνται κατά τις μελέτες κτηματογράφησης του Εθνικού Κτηματολογίου ή της πιο πρόσφατης υφιστάμενης λήψης, κλίμακας ίσης με 1:5.000 ή τις ορθοφωτογραφίες της Δ/νσης Τοπογραφικής του ΥΠ.Α.ΑΝ.Τ), ή και δορυφορικές εικόνες πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης μεγαλύτερης ή ίσης του ενός (1) μέτρου.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά σε ορθοφωτογραφίες, που παράγονται από αεροφωτογραφίες έτους λήψης 1945 και όπου δεν υπάρχουν αυτές, από αεροφωτογραφίες έτους λήψης 1960. Σε περίπτωση έλλειψης ή μη αποδεκτής ποιότητας των δύο προηγούμενων ιστορικών αεροφωτογραφήσεων είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται αεροφωτογραφίες νεότερης αεροφωτογράφησης με σύμφωνη γνώμη του ΥΠ.Α.ΑΝ.Τ.».

[10] «Ορθοφωτογραφία» και «ορθοφωτοχάρτης». Η ορθοφωτογραφία είναι μια αεροφωτογραφία, η οποία έχει υποστεί διόρθωση λόγω αναγλύφου (ορθοδιόρθωση), με συνέπεια να αποκτήσει ενιαία κλίμακα και γεωαναφορά (είναι δηλαδή ενταγμένη σε ένα σύστημα συντεταγμένων). Μια ορθοφωτογραφία προέρχεται από συνένωση ορθοδιορθωμένων αεροφωτογραφιών.

Ο ορθοφωτοχάρτης αποτελείται από ορθοφωτογραφίες επί των οποίων έχουν προστεθεί και διανυσματικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα υψομετρικές καμπύλες, περιγράμματα δρόμων ή ιδιοκτησιών, τοπωνύμια κ.λ.π. Στην πράξη, έχει επικρατήσει ο όρος «Ορθοφωτοχάρτης» και για τις ορθοφωτογραφίες επί των οποίων δεν έχουν προστεθεί διανυσματικά στοιχεία.

[11] Στις Τεχνικές Προδιαγραφές 2007 επαναλαμβάνεται ο όρος «διανυσματικά αρχεία».

[12] Επεξήγηση συμβόλων του δασικού χάρτη http://gis.ktimanet.gr . Βλ. σχετικά Παράρτημα Α.

[13] Βλ. σχετικό πίνακα σε παράτημα Α.

[14] Οι παρατάσεις στις προθεσμίες υποβολής αντιρρήσεων καλά κρατούν. Ήδη ανακοινώθηκε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ότι η ανάρτηση των δασικών χαρτών και η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων παρατείνεται μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου 2017. Μάλιστα η ημερομηνία αυτή ισχύει και για τις αιτήσεις διορθώσεως «πρόδηλων σφαλμάτων» καθώς και για τις αιτήσεις εξαγοράς ή εγκρίσεως επεμβάσεων. Τονίζεται επίσης ότι η 7η Σεπτεμβρίου 2017 είναι καταληκτική ημερομηνία τόσο για τους κατοίκους της Ελλάδας, όσο και αυτούς του εξωτερικού.

Επισημαίνονται οι ακόλουθοι λόγοι για τους οποίους εισάγεται η νέα παράταση: Η παράταση σκοπεύει να δώσει επαρκή χρόνο σε όλους τους ενδιαφερόμενους ώστε να εξαντλήσουν εντός του Αυγούστου και μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου, όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να αποφευχθεί ο μεγάλος συνωστισμός που υπάρχει στις αρμόδιες υπηρεσίες, λόγω της μεγάλης προσέλευσης του κοινού.

Ταυτόχρονα, δίνει επιπλέον χρόνο στους αγρότες και τους καλλιεργητές που επιδοτούνται να μαζέψουν όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για την υποβολή των αιτήσεων, ενώ διευκολύνει και τους κατοίκους εξωτερικού που θα βρίσκονται αυτή την περίοδο στη χώρα μας για καλοκαιρινές διακοπές να ρυθμίσουν τυχόν εκκρεμότητές τους με τους δασικούς χάρτες.

Τέλος, η νέα παράταση στην ανάρτηση των δασικών χαρτών παρέχει ένα τελευταίο προς αξιοποίηση περιθώριο στους Δήμους, προκειμένου να υποβάλουν τα όρια των οικισμών και των οικιστικών πυκνώσεων, αποφεύγοντας τη δημιουργία προβλημάτων στους πολίτες των Περιφερειών τους.: Dasarxeio.com, 25/07/2017.

[15] Βλ. παρακάτω υπό 4.

[16] Βλ. σχετικά περιθ. αρ. Κ5 – Κ75 στο 4ο μέρος

[17] Βλ. προηγούμενη υποσημ.

[18] Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 16, αρ. 24 (έως 28).

[19] ΑΠ 1483/2001, ΕλλΔνη 2003 973, 974. ΑΠ 82/2006, ΕλλΔνη 2006 814. ΕφΔωδ 166/2009, ΝΟΜΟΣ. Κούσουλας, Νομή και κληρονομική διαδοχή, 1996, σ. 53. Βλ. Παπαστερίου, ΕμπρΔ, ΙΙ, § 40, αρ. 11. Τον ίδιο, ΚτημΔ, Γ § 16, αρ. 15 επ.

[20] Κάθε υπόβαθρο είναι μια οργανωτική ή θεωρητική βάση στηρίξεως.

[21]. Βλ. σχετικά: Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 23, αρ. 1 και 2.

[22] Παρακάτω περιθ. αριθ. Κ2-Κ5 (4ο μέρος) για τα ποικίλα δασικά όργανα, στα οποία ανατίθεται η σχετική αρμοδιότητα.

[23] Η εξασφάλιση είναι το ζητούμενο. Κατά πόσο πράγματι επέρχεται εξασφάλιση είναι συνάρτηση των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

[24] Μεταβάλλεται το ακίνητο τόσο ως προς την ταυτότητά του όσο και ως προς την νομική του κατάσταση, μεταβολές που έχουν άμεση σχέση με την κυριότητα (δουλείες και υποθήκη), νομή και κατοχή του μεταβληθέντος ακινήτου. δηλαδή με τις κύριες εμπράγματες σχέσεις.

[25] Στο πεδίο του Περιβαλλοντικού Δικαίου υπάρχουν τόσο το δικαίωμα στο περιβάλλον, όσο και το δικαίωμα στο δασικό περιβάλλον. Τα δικαιώματα αυτά ρυθμίζονται σε συνταγματικό επίπεδο, αλλά επεκτείνονται και στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και ειδικότερα του Αστικού Δικαίου. Κατά την ΑΠ 43/2016, ΝΟΜΟΣ:  «…το δικαίωμα του ανθρώπου στη χρήση και την απόλαυση της ωφέλειας του ζωτικού χώρου του, αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση της κατοχύρωσης από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, του κοινωνικού δικαιώματος στο περιβάλλον, που τριτενεργεί στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 967 επ. Α.Κ…». Βλ. σχετικά Καράκωστα, Περ&Δικ3,  σ. 273 επ.  Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ. § 22, αρ. 22 επ.

[26] Εφόσον με τη μεταβολή υπάρχει νέο ακίνητο, αυτό πρέπει να δηλώνεται κατά το στάδιο της κτηματογραφήσεως (άρθρο 2 ν. 2308/1995) και να καταχωρίζεται κατά το στάδιο λειτουργίας του Κτηματολογίου (άρθρο 12 ν. 2664/1998).

[27] Το ότι η υπουργική απόφαση επισημαίνει «περιοχές που διαπιστώνονται πιο έντονες οι αποκλίσεις». επιτρέπει τη σκέψη ότι μια τέτοια επισήμανση με δυσκολία μπορεί να εναρμονίζεται με το χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης περιπτώσεως ως «πρόδηλου σφάλματος».

[28] Οι απαντήσεις βρίσκονται σε άλλο σημείο (βλ. περιθ. αρ. Κ13 στο 4ο μέρος),  στο πλαίσιο της εισαγόμενης διορθώσεως στοιχείων Β1 έως Β8.

[29] Βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 545: Σύμφωνα με το άρθρο 15, παρ. 1, ν. 998/1979, «Δασικαί οδοί είναι αι κατασκευαζόμεναι εντός ή εις τας παρυφάς δασών ή δασικών εκτάσεων και εξυπηρετούσαι την προστασίαν και εκμετάλλευσιν τούτων, ή την πρόσβασιν προς υφισταμένας τεχνικάς εγκαταστάσεις ή αισθητικά τοπία, ή την εκτέλεσιν και συντήρησιν δασικών έργων ή τας μεταφοράς δασικών προϊόντων και μη συμπίπτουσαι μετά του εθνικού, επαρχιακού ή κοινοτικού οδικού δικτύου της Χώρας». Γενικά βλ. τον ίδιο, ΚτημΔασΔ, § 16, αρ. 249-264α.

[30] Βλ. ΣτΕ 1801/1995 (υπό 2 και 5). ΣτΕ 3232/2008, (υπό 3).  Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 17, αρ. 6 επ.·  § 27, αρ.91 επ.

[31] Βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 101: Πολύ συχνές είναι οι περιπτώσεις, που τα ρέματα (μάλιστα υπό συγκεκριμένα τοπωνύμια) χρησιμεύουν ως σύνορα (τμημάτων) δασών ή δασικών εκτάσεων και γενικά γεωτεμαχίων ή ακινήτων που βρίσκονται σε εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα. Με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουν σημαντικά στην εφαρμογή της αρχής της ειδικότητας, που, όπως είναι γνωστό, διέπει καθ’ ολοκληρία το Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο.

[32] Για τα πρόδηλα σφάλματα στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔ, Α § 8, αρ. 178-179· Β § 9,  αρ. 38-53· Γ § 21, αρ. 1 επ.

[33] Σε λίγες μόνο περιπτώσεις δεν παρατηρείται μεταβολή σε κτίρια, κτίσματα ή κατασκευές.

[34]. Γενικά για την αποτύπωση βλ Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 130-132α∙ § 10, αρ. 72- 76α.

[35]. Βλ. ΣτΕ 1942/2017 σε dasarxeio.com , 21/07/2017: «Οι σύμβουλοι Επικρατείας, ομόφωνα έκριναν, ότι η υπουργική απόφαση είναι άκυρη, καθώς σύμφωνα με το Σύνταγμα, τα θέματα αυτά, τα οποία δεν είναι περιορισμένου ενδιαφέροντος, μπορούν να λυθούν και να καθοριστούν μόνο με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος.

[36] Η ταυτότητα ακινήτου ισχύει και ως «ταυτότητα δάσους», «ταυτότητα δασικής εκτάσεως», καθώς και ως ταυτότητα «χορτολιβαδικής εκτάσεως». Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 660.

[37]. Στο πεδίο του Εποικιστικού Δικαίου στον τεχνικό νομικό όρο «ακίνητι εντάσσονται οι όροι «κλήρος ή κληροτεμάχιο, αγρός, αγροτεμάχιο ή αγροτικό ακίνητο, οικόπεδο, γαίες καλλιεργούμενες ή καλλιεργήσιμες, καθώς και εποικιστική έκταση, εποικιστική περιοχή, εποικισθέντα κτήματα»: Παπαστερίου, ΕπικΔ, § 4, αρ. 36.

[38]. Παπαστερίου, ΚτημΔ, Α § 8, αρ. 206∙ Α § 9, αρ. 81, 85-87.

[39]. Στην αίτηση για διοικητική αναγνώριση εμπράγματου δικαιώματος σε δάση ή δασικές εκτάσεις πρέπει να προσδιορίζονται στοιχεία της ταυτότητάς τους: Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 5, αρ. 22.

——–  ——–

Advertisements