ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ (III)

ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ
Μια αντιπεριβαλλοντική ρύθμιση
στο Δασικό Δίκαιο

Συστηματική επεξεργασία υ.α. 153394/919/12.04.2017

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Νικόλαος Θεοφάνους
Δασολόγος

(Μέρος 3ο από τα 4α*)

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

VΙII. Περίπτωση πέμπτη «πρόδηλου σφάλματος» [Ε1-Ε42]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως [Ε1]

Α1. Κείμενο υπό Α5 υπουργικής αποφάσεως [Ε2]

Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β5 υπουργικής αποφάσεως [Ε3]

Β. Πεδίο τεχνικής επεξεργασίας [Ε4]

Γ. Πεδίο νομικής επεξεργασίας (ή νομικό πεδίο επεξεργασίας) [Ε5-Ε39]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας [Ε40-Ε42]

IX. Περίπτωση έκτη «πρόδηλου σφάλματος»  [Στ1-Στ55]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις [Στ1-Στ2]

Α1. Κείμενο υπό Α6 της υπουργικής αποφάσεως [Στ3]

Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β6 υπουργικής αποφάσεως [Στ4]

Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας [Στ5-Στ6]

Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας [Στ7-Στ52]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας [Στ53-Στ55]

X. Περίπτωση έβδομη «πρόδηλου σφάλματος»  [Ζ1-Ζ49]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως [Ζ1-Ζ2]

Α1. Κείμενο υπό Α7 της υπουργικής αποφάσεως [Ζ3]

Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β7 της υπουργικής αποφάσεως [Ζ4]

Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας [Ζ5-Ζ10]

Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας [Ζ11-Ζ46]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας [Ζ47-Ζ49]

XI. Περίπτωση όγδοη «πρόδηλου σφάλματος»  [Η1-Η66]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως [Η1-Η2]

Α1. Κείμενο υπό Α8 της υπουργικής αποφάσεως [Η3]

Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β8 της υπουργικής αποφάσεως [Η4]

Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας [Η5]

Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας [Η6-Η62]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας [Η63-Η66]

| Μέρος 1ο | – | Μέρος 2ο | – | Μέρος 3ο | – | Μέρος 4ο |

Ημερομηνία δημοσίευσης: 11.09.2017

ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ (III)
VIII. Περίπτωση πέμπτη «πρόδηλου σφάλματος»
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως
Ε1 Όπως και στα προηγούμενα «πρόδηλα σφάλματα», έτσι και στο παρόν πέμπτο «πρόδηλο σφάλμα» η υπουργική απόφαση εισάγει ρυθμίσεις αφενός υπό το Α5 και Β5 (παράτιτλο και κείμενο), αφετέρου στο κοινό κείμενο της αποκαταστάσεως των σφαλμάτων υπό τα στοιχεία Β1 έως Β8.
Το πέμπτο «πρόδηλο σφάλμα» μπορεί να έχει ως τίτλο «Σφάλματα λόγω διαβαθμισμένων περιοχών».
Α1. Κείμενο υπό Α5 της υπουργικής αποφάσεως για το πέμπτο «πρόδηλο σφάλμα»
Ε2 Στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό Α5 ορίζονται τα ακόλουθα:
«Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής…
  – λάθος αποτύπωση θεματικής επιφάνειας που οφείλεται σε διαμορφωμένα στοιχεία εικόνας (φωτογραφίας) λόγω διαβαθμισμένων περιοχών».
Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β5 της υπουργικής αποφάσεως
Ε3 Παραπέρα, η υπουργική απόφαση εισάγει σχετικές ρυθμίσεις υπό Β5 ως εξής:
«5. Σφάλματα που οφείλονται σε τροποποιημένα στοιχεία κατόπιν επεξεργασίας εικόνας λόγω διαβαθμισμένων περιοχών
Εφόσον οι χρησιμοποιούμενες αεροφωτογραφίες ή ορθοφωτογραφίες έχουν υποστεί επεξεργασία με τρόπο που τα στοιχεία που προέρχονται από την εικόνα να είναι διαφορετικά από την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση στο έδαφος και λόγω αμέλειας δεν είχαν επιβεβαιωθεί-διορθωθεί οι θεματικές γραμμές με αυτοψίες, μπορούν κατόπιν αίτησης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανάρτησης έως την κύρωση των δασικών χαρτών ή και αυτεπάγγελτα, να διορθωθούν.
Η ανάδειξη, αποτύπωση και διόρθωση εκτελείται είτε με επίγειες μεθόδους μέτρησης είτε με φωτογραμμετρικές, χρησιμοποιώντας αεροφωτογραφίες, ορθοφωτογραφίες ή δορυφορικές εικόνες υψηλής ακρίβειας ίσης ή καλύτερης των προβλεπόμενων στις τεχνικές προδιαγραφές κατάρτισης δασικών χαρτών».
Β. Πεδίο τεχνικής επεξεργασίας
Ε4 Οι διαβαθμισμένες περιοχές (παραμεθόριες περιοχές καθώς και ορισμένες διαβαθμισμένες εγκαταστάσεις, για τις οποίες ισχύουν περιορισμοί και απαγορεύσεις από τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες της χώρας σε ότι αφορά στις διαδικασίες των αεροφωτογραφήσεων) δεν εμφανίζονται στο αεροφωτογραφικό υλικό (αεροφωτογραφίες, ορθοφωτογραφίες), το οποίο χρησιμοποιείται κατά την κατάρτιση των δασικών χαρτών. Στο τμήμα εκείνο της εικόνας (αεροφωτογραφίας ή ορθοφωτογραφίας), όπου βρίσκεται η διαβαθμισμένη περιοχή, έχουν εφαρμοσθεί μέθοδοι απόσβεσης των στοιχείων της (κάλυψη με χρώμα ή ξύσιμο της φωτογραφίας), με αποτέλεσμα να μην είναι διακριτή η μορφή της επιφάνειας του εδάφους.
Το χαρτογραφικό υπόβαθρο των αναρτημένων δασικών χαρτών, όπως εμφανίζεται στον ειδικό διαδικτυακό τόπο θέασης των δασικών χαρτών της ΕΚΧΑ Α.Ε., αποτελείται από ορθοφωτογραφίες πρόσφατης λήψης («Πρόσφατη Ορθοφωτογραφία»). Εναλλακτικά εμφανίζεται και η «Ιστορική Ορθοφωτογραφία» που δημιουργήθηκε από αεροφωτογραφίες ετών 1945/1960. Στις ορθοφωτογραφίες πρόσφατης λήψης, οι διαβαθμισμένες περιοχές έχουν υποστεί επεξεργασία με τρόπο που τα στοιχεία που προέρχονται από την εικόνα να είναι διαφορετικά από την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση στο έδαφος. Η επεξεργασία αυτή συνίσταται στην παραπλανητική απόκρυψη των διαβαθμισμένων περιοχών ώστε να δυσχεραίνεται η αναγνώριση των περιγραμμάτων τους. Η πλήρωση (επιτύπωση) επί των πολυγώνων, που περιγράφουν περιοχές διαβαθμισμένες, έχει γίνει με στιγμιότυπο εικόνας από άλλη περιοχή, το οποίο προσομοιάζει στον περιβάλλοντα το πολύγωνο χώρο ως προς: το χρώμα και την τονικότητα, τη διακριτική ικανότητα, τα απεικονιζόμενα χαρακτηριστικά, την ποιότητα – υφή του εδάφους ή τη φυτική κάλυψη.Το στιγμιότυπο εικόνας που έχει χρησιμοποιηθεί για την πλήρωση της πολυγώνου, έχει προσανατολισθεί, ώστε να ελαχιστοποιείται η διαφορά από τον περιβάλλοντα το πολύγωνο χώρο και να δίδεται η εντύπωση της λογικής οπτικά συνέχειας της πληροφορίας. Επίσης, τα όρια του πολυγώνου απόσβεσης έχουν διευρυνθεί κατά 10 ψηφίδες (pixel) και μετά την εισαγωγή του στιγμιότυπου πλήρωσης, έχει εφαρμοσθεί τεχνική σταδιακής μετάβασης (feathering) από την περιβάλλουσα εικόνα στο στιγμιότυπο απόκρυψης, ώστε τα όρια του πολυγώνου να καταστούν ασαφή και μη αναγνωρίσιμα.
Την μορφή αυτή παρουσιάζουν και οι «ορθοφωτογραφίες Κτηματολογίου» στην Υπηρεσία Θέασης Ορθοφωτογραφιών της ΕΚΧΑ Α.Ε.
Για τις εργασίες κατάρτισης των δασικών χαρτών διατίθενται από την ΕΚΧΑ Α.Ε., αποκλειστικά για υπηρεσιακή χρήση, ορθοφωτογραφίες υψηλής ανάλυσης πρόσφατης λήψης (ψηφιακές ορθοεικόνες LSO). Στις εικόνες αυτές, οι διαβαθμισμένες περιοχές έχουν υποστεί επεξεργασία απόσβεσης των στοιχείων τους και καλύπτονται από συμπαγές μαύρο χρώμα.
Παρουσίαση1Εικ. 1 Παράδειγμα Ορθοεικόνας με απόσβεση πολυγώνου διαβαθμισμένης περιοχής.
(α) Χωρίς επεξεργασία, (β) κάλυψη πολυγώνου δ.π. με χρώμα και
(γ) πλήρωση πολυγώνου δ.π. με στιγμιότυπα εικόνας από άλλη περιοχή.
Κατά τις εργασίες κατάρτισης των δασικών χαρτών ο εντοπισμός των διαβαθμισμένων περιοχών είναι εύκολος στο αεροφωτογραφικό υλικό, όπως αυτό έχει γίνει αντικείμενο επεξεργασίας, με σκοπό την απόσβεση των στοιχείων του. Αντιθέτως, στο χαρτογραφικό υπόβαθρο των αναρτημένων δασικών χαρτών, όπως εμφανίζεται στον ειδικό διαδικτυακό τόπο θέασής τους και είναι προσβάσιμος στον κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη, ο εντοπισμός τους είναι δύσκολος και οι διαβαθμισμένες περιοχές γίνονται αντιληπτές από τη διαφορά που παρουσιάζει η εικόνα σε σχέση με την πραγματική κατάσταση στο έδαφος.
Στο αεροφωτογραφικό υλικό που έχει υποστεί επεξεργασία με σκοπό την κάλυψη των διαβαθμισμένων περιοχών δεν μπορεί να διενεργηθεί φωτοερμηνεία για τον προσδιορισμό και την απόδοση των οριογραμμών των θεματικών επιφανειών (δασικές, χορτολιβαδικές εκτάσεις, κ.λπ.) εντός των συγκεκριμένων περιοχών, διότι δεν είναι διακριτή η μορφή κάλυψης/χρήσεων γης της επιφάνειας του εδάφους. Προκειμένου να καθοριστούν επακριβώς τα πολύγωνα των θεματικών επιφανειών επί των διαβαθμισμένων περιοχών, ιδίως οι εκτάσεις δασικού και χορτολιβαδικού χαρακτήρα, απαιτείται επιτόπια αυτοψία, καθώς και χρήση αεροφωτογραφικου υλικού ή δορυφορικών εικόνων υψηλής ανάλυσης, τα οποία δεν έχουν υποστεί επεξεργασία απόσβεσης των διαβαθμισμένων περιοχών.
Το κείμενο υπό Α5 της υπουργικής αποφάσεως αναφέρεται σε «λάθος αποτύπωση θεματικής επιφάνειας που οφείλεται σε διαμορφωμένα στοιχεία εικόνας (φωτογραφίας) λόγω διαβαθμισμένων περιοχών». Ενώ ο τίτλος υπό Β5 κάνει λόγο για «σφάλματα που οφείλονται σε τροποποιημένα στοιχεία κατόπιν επεξεργασίας εικόνας…». Σε μια φωτογραφία (αεροφωτογραφία ή ορθοφωτογραφία), όπου οι διαβαθμισμένες περιοχές καλύπτονται από συμπαγές μαύρο χρώμα ή η φωτογραφία είναι αλλοιωμένη με ξύσιμο, καθίσταται αδύνατη η αποτύπωση οποιασδήποτε θεματικής επιφάνειας (Εικ. 1β). Η λάθος αποτύπωση θεματικών επιφανειών στις διαβαθμισμένες περιοχές μπορεί να οφείλεται στη χρήση ορθοφωτογραφιών πρόσφατης λήψης, όπου οι διαβαθμισμένες περιοχές καλύφθηκαν με τμήματα εικόνας γειτονικών περιοχών, όπως οι «ορθοφωτογραφίες Κτηματολογίου» που εμφανίζονται στην Υπηρεσία Θέασης Ορθοφωτογραφιών της ΕΚΧΑ Α.Ε. (Εικ. 1γ).
Γ. Πεδίο νομικής επεξεργασίας (ή νομικό πεδίο επεξεργασίας)
1. Γενικά 
Ε5 Όπως οι προηγούμενες τέσσερις περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων» έτσι και η παρούσα πέμπτη ρυθμίζεται, σε δύο μέρη, υπό στοιχεία Α και Β.
Στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό Α5 ορίζονται τα ακόλουθα:
«Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής… – λάθος αποτύπωση θεματικής επιφάνειας που οφείλεται σε διαμορφωμένα στοιχεία εικόνας (φωτογραφίας) λόγω διαβαθμισμένων περιοχών ».
2. Οι κατ’ ιδίαν όροι  
2α. Τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του Α5 της υπουργικής αποφάσεως
Ε6 Στη νομοτυπική μορφή του συγκεκριμένου πέμπτου «προφανούς σφάλματος» υπό Α5 εντάσσονται τα ακόλουθα στοιχεία:
«διαβαθμισμένες περιοχές»,
«λάθος αποτυπώσεως θεματικής επιφάνειας»,
«που οφείλεται σε διαμορφωμένα στοιχεία εικόνας (φωτογραφίας).
α. Οι «διαβαθμισμένες περιοχές» 
Ε7 Οι «διαβαθμισμένες περιοχές» είναι περιοχές που διέπονται από ειδικό νομικό καθεστώς για λόγους εθνικής ασφάλειας. Αυτή η διαβάθμιση επηρεάζει και τον τρόπο απεικονίσεώς τους στους δασικούς χάρτες.
Ε8 Στις «διαβαθμισμένες περιοχές» – όπως και στις παραμεθόριες περιοχές – ισχύει ειδικό νομικό καθεστώς, στο οποίο εντάσσονται περιορισμοί και απαγορεύσεις, με αντικείμενο τόσο την αεροφωτογράφηση όσο και την απεικόνισή τους. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το ιδιαίτερο αυτό νομικό καθεστώς επιβάλλεται από λόγους εθνικής ασφάλειας και ότι απορρέει απ’ ευθείας από το νόμο, η ένταξή τους στα πρόδηλα σφάλματα δεν είναι απολύτως ακριβής. Η αρμόδια δασική υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει στην κατάρτιση των δασικών χαρτών με αεροφωτογραφικό υλικό που δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα. Δεν πρόκειται λοιπόν για σφάλμα, στην κυριολεξία του όρου, που να οφείλεται κυρίως στον ανθρώπινο παράγοντα, αλλά για το αποτέλεσμα μιας επιβαλλόμενης από το νόμο καταστάσεως.
Ε9 Ίσως, με την ευκαιρία αυτού του εμφανιζόμενου ως πέμπτου «πρόδηλου σφάλματος» να είναι ορθότερο να υιοθετηθεί η ακόλουθη διάκριση:
Από τη μια μεριά επιβάλλεται εκ του νόμου μια πλασματική απεικόνιση, την οποία μπορεί να αποκαλούμε «οιονεί απεικόνιση». Ως επιβαλλόμενη, με την προηγούμενη έννοια, απεικόνιση δεν είναι απολύτως ακριβές ότι πρόκειται για «σφάλμα».
Ε10 Από την άλλη μεριά η υπουργική απόφαση χαρακτηρίζει ως «πρόδηλο σφάλμα» την «οιονεί απεικόνιση». Υπό τη βασική προϋπόθεση εργασίας ότι γενικά οι ρυθμίσεις για τα «πρόδηλα σφάλματα» δε θα κριθούν ως αντισυνταγματικές ή τουλάχιστον θα κριθούν ως «συνταγματικά ανεκτές» ρυθμίσεις, πρέπει να επισημανθεί ότι  δε νοείται αποκατάσταση αυτού του πέμπτου «πρόδηλου σφάλματος», εκτός και αν συμπίπτει με ένα από τα άλλα πρόδηλα σφάλματα, οπότε η αποκατάσταση θα επιτρέπεται μόνο ως προς το άλλο σφάλμα.
β. Το «λάθος αποτυπώσεως θεματικής επιφάνειας» 
Ε11  Όπως ήδη έγινε δεκτό, με το στοιχείο «λάθος αποτυπώσεως θεματικής επιφάνειας» η υπουργική απόφαση δεν είναι σαφής. Όταν ο συγκεκριμένος τρόπος αποτυπώσεως της θεματικής επιφάνειας επιβάλλεται από το νόμο, δεν πρόκειται, όπως ήδη σημειώθηκε, στην κυριολεξία του όρου για «λάθος». Η δασική υπηρεσία έχει την υποχρέωση αφενός να δεχθεί την αλλοιωμένη επίμαχη έκταση, αφετέρου, εφόσον αυτό καθίσταται εφικτό, να προβεί σε αυτοψία προκειμένου να ελέγξει την υπάρχουσα πραγματική κατάσταση. Έτσι, η ανακρίβεια, η ασάφεια και η έλλειψη πληρότητας του δασικού χάρτη στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να οφείλεται στη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως για αυτοψία.
Σχετικά με το όλο θέμα είναι τα παρακάτω αποσπάσματα από τις «Τεχνικές προδιαγραφές 2017», δηλαδή από την υ.α. 158576/1579 (Β΄2373/12.7. 2017), υπό τον τίτλο  «Καθορισμός τεχνικών προδιαγραφών και τιμολογίου υπολογισμού προεκτιμωμένων αμοιβών για τις εργασίες κατάρτισης δασικών χαρτών».
Απόσπασμα πρώτο:
«3.6.1 Προσδιορισμός και απόδοση οριογραμμών
Ο προσδιορισμός και η απόδοση των οριογραμμών των “δασικών” και “χορτολιβαδικών” εκτάσεων γίνεται:
– Σύμφωνα με τις διατάξεις ΠΔ 32/2016 (ΦΕΚ 46/A731-03-2016) και σε κάθε περίπτωση από τις ισχύουσες διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και τις ερμηνευτικές εγκυκλίους του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
– Με φωτοερμηνεία της περιοχής μελέτης, που ενεργείται με στερεοσκοπική παρατήρηση των αντίστοιχων στερεοζευγών των αεροφωτογραφιών. Μονοεικονική παρατήρηση και απόδοση δεν επιτρέπεται.
– Ψηφιακά επί του αντίστοιχου χαρτογραφικού υποβάθρου.
– Με επιτόπιους ελέγχους στο πεδίο, για την επαλήθευση και διασφάλιση της ορθότητας της φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών πρόσφατης λήψης».
Σημειωτέο ότι η ίδια σχεδόν διατύπωση υπάρχει και στις προγενέστερες τεχνικές προδιαγραφές κατάρτισης του 2007
Απόσπασμα δεύτερο:
«3.7.5 Διαβαθμισμένες περιοχές
Στις διαβαθμισμένες περιοχές, προκειμένου να καθοριστούν επακριβώς οι ενδεχόμενες εκτάσεις δασικού και χορτολιβαδικού χαρακτήρα, οι οποίες βρίσκονται εκτός των ορίων της έκτασης που είναι διαβαθμισμένη (π.χ. στρατόπεδο), λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο ή στοιχείο (ενδεικτικά: δορυφορικές εικόνες) και χρησιμοποιείται οποιαδήποτε πρόσφορη μέθοδος (επίγεια μέτρηση, φωτογραμμετρική κλπ), υπό τους σχετικούς περιορισμούς, υποχρεώσεις και εγκρίσεις που τίθενται από το ΓΕΕΘΑ/ΓΥΣ, όσον αφορά εργασίες και προϊόντα που παράγονται κατά τη διάρκεια εκπόνησης της μελέτης, και σύμφωνα με οδηγίες της Δ/νουσας Υπηρεσίας».
γ. «που οφείλεται σε διαμορφωμένα στοιχεία εικόνας (φωτογραφίας)»
Ε12 Η υποχρεωτικά εκ του νόμου αλλοιωμένη αποτύπωση της συγκεκριμένης θεματικής επιφάνειας του δασικού χάρτη προέρχεται από τη διαμόρφωση που έγινε από την αρμόδια υπηρεσία σε στοιχεία της εικόνας. Έτσι, η πριν από τη διαμόρφωση εικόνα διαφέρει από την εμφανιζόμενη αντίστοιχη εικόνα μετά τη διαμόρφωση, λόγω της  επεξεργασίας που έχει υποστεί.
2β. Τα στοιχεία του κειμένου υπό Β5 της υπουργικής αποφάσεως
α. Η εισαγόμενη ρύθμιση
Ε13 Στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό Β5 για το πέμπτο «πρόδηλο σφάλμα» ορίζονται τα ακόλουθα, τόσο στον παράτιτλο όσο και στα δύο εδάφια που ακολουθούν.
«5. Σφάλματα που οφείλονται σε τροποποιημένα στοιχεία κατόπιν επεξεργασίας εικόνας λόγω διαβαθμισμένων περιοχών
Εφόσον οι χρησιμοποιούμενες αεροφωτογραφίες ή ορθοφωτογραφίες έχουν υποστεί επεξεργασία με τρόπο που τα στοιχεία που προέρχονται από την εικόνα να είναι διαφορετικά από την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση στο έδαφος και λόγω αμέλειας δεν είχαν επιβεβαιωθεί-διορθωθεί οι θεματικές γραμμές με αυτοψίες, μπορούν κατόπιν αίτησης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανάρτησης έως την κύρωση των δασικών χαρτών ή και αυτεπάγγελτα, να διορθωθούν.
Η ανάδειξη, αποτύπωση και διόρθωση εκτελείται είτε με επίγειες μεθόδους μέτρησης είτε με φωτογραμμετρικές, χρησιμοποιώντας αεροφωτογραφίες, ορθοφωτογραφίες ή δορυφορικές εικόνες υψηλής ακρίβειας ίσης ή καλύτερης των προβλεπόμενων στις τεχνικές προδιαγραφές κατάρτισης δασικών χαρτών
».
β. Παρατηρήσεις στην εισαγόμενη ρύθμιση του Β5
Ε14 Ο παράτιτλος του Β5 συμπίπτει -παρά τη διαφορετική διατύπωση- με τη διατύπωση υπό  το Α5.
Σημαντικό ζήτημα ρυθμίζεται, και μάλιστα με ασυνήθιστη αυστηρότητα σε σχέση με τα αντίστοιχα κείμενα των άλλων περιπτώσεων υπό Β1 έως Β8, στο κείμενο του Β5. Η αυστηρότητα πηγάζει από το ότι για πρώτη φορά χρησιμοποιείται ό όρος «αμέλεια», που, όπως είναι γνωστό, αποτελεί μορφή υπαιτιότητας.
Ε15 Η υπουργική απόφαση εντοπίζει την αμέλεια στα σφάλματα των θεματικών γραμμών. Θα ήταν δυνατόν να υποστηριχθεί ότι τα σφάλματα αυτά μπορεί να εντοπιστούν στις «οριογραμμές» που καθορίζουν τις διαβαθμισμένες περιοχές. Ο προσδιορισμός των «οριογραμμών» αυτών πρέπει να είναι ακριβής, σαφής και πλήρης, μια και μόνο με αυτόν τον τρόπο ικανοποιείται το αίτημα της εθνικής ασφάλειας.  Εάν η «οριογραμμή» της διαβαθμισμένης περιοχής δεν είναι ακριβής, αυτό σημαίνει ότι αυτή η περιοχή απεικονίζεται στο δασικό χάρτη είτε μικρότερη είτε μεγαλύτερη από αυτήν που η επιβάλλει ο νόμος ως διαβαθμισμένη περιοχή.
Ε16 Εάν η απεικόνιση περιέχει μικρότερη έκταση, αυτό σημαίνει, ότι, κατά το τμήμα που λείπει, δημοσιοποιείται έκταση που δεν επιτρέπεται να δημοσιοποιηθεί και έτσι δεν υπηρετείται όπως αρμόζει το αίτημα των λόγων εθνικής ασφάλειας.
Ε17 Εάν η απεικόνιση περιέχει μεγαλύτερη έκταση, αυτό δηλώνει ότι, κατά το πρόσθετο αυτό τμήμα, δημοσιοποιείται ως διαβαθμισμένη μια περιοχή που πράγματι δεν είναι, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται αποκατάσταση στο ορθό, χωρίς όμως να τίθεται ζήτημα κινδύνου για την εθνική ασφάλεια.
Ε18 Αντίθετα, τίθεται ζήτημα κινδύνου για την εθνική ασφάλεια, εάν η απεικόνιση στο δασικό χάρτη περιέχει μικρότερη έκταση από αυτήν που είναι πράγματι διαβαθμισμένη, οπότε επιβάλλεται άμεση αποκατάσταση του υπάρχοντος σφάλματος.
Όλες οι παραπάνω σκέψεις εντάσσονται στην ανάγκη εφαρμογής και στο πεδίο του δασικού δικαίου της αρχής της ειδικότητας.
Ε19 Στο κείμενο του Β5, εδ. α΄, τίθεται δύο όροι:
Όρος πρώτος: «Εφόσον οι χρησιμοποιούμενες αεροφωτογραφίες ή ορθοφωτογραφίες έχουν υποστεί επεξεργασία με τρόπο που τα στοιχεία που προέρχονται από την εικόνα να είναι διαφορετικά από την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση στο έδαφος…».
Όρος δεύτερος: «…και λόγω αμέλειας δεν είχαν επιβεβαιωθεί-διορθωθεί οι θεματικές γραμμές με αυτοψίες…».
Ε20 Όπως έχει σημειωθεί παραπάνω, η υπουργική απόφαση χρησιμοποιεί τον τεχνικό νομικό όρο «αμέλεια» για πρώτη φορά. Κρίνεται ότι πρόκειται για έναν αυστηρό όρο. Η αυστηρότητα πηγάζει από το ότι ο όρος «αμέλεια» αποτελεί, όπως είναι γνωστό, μορφή υπαιτιότητας, ενώ αξίζει να επισημανθεί ότι χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην συγκεκριμένη υπουργική απόφαση.   
Ε21 Λαμβάνοντας υπόψη, ότι στο πεδίο του Αστικού Δικαίου η αμέλεια διακρίνεται, μεταξύ άλλων, σε ελαφρά αφηρημένη και σε ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια, η τελευταία φαίνεται να μπορεί κατ΄ αναλογία να είναι χρήσιμη και στην περίπτωση του παρόντος πέμπτου πρόδηλου σφάλματος της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως.
Ε22 Ειδικότερα, στην περίπτωση της ελαφράς συγκεκριμένης αμέλειας, μέτρο για διαμόρφωση της σχετικής κρίσης είναι η λεγόμενη «εν τοις ιδίοις επιμέλεια»[1]. Δηλαδή η ατομική επιμελής συμπεριφορά του προσώπου στις δικές του υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της συμπεριφοράς του στην άσκηση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων. Φαίνεται, λοιπόν, ότι εδώ τα υποκειμενικά κριτήρια υπερισχύουν. Το ζήτημα που μπορεί να προκύψει είναι αν στα υποκειμενικά κριτήρια (λ.χ. νοημοσύνη, μόρφωση, δυνατότητα συγκεντρώσεως, ικανότητα και δυνατότητα προβλέψεως) πρέπει να συνεκτιμηθούν και ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την εκπλήρωση των επαγγελματικών υποχρεώσεων του συγκεκριμένου προσώπου, όπως είναι λ.χ. η υπάρχουσα υλικοτεχνική υποδομή, η ασάφεια των διατάξεων που πρέπει να εφαρμοσθούν, η δυνατότητα επιμορφώσεως, το στελεχικό δυναμικό της συγκεκριμένης υπηρεσίας σε συνδυασμό με την υποστελέχωσή της με αποτέλεσμα ένα και μόνο πρόσωπο να φέρει το βάρος πολλών επαγγελματικών υποχρεώσεων. Κατά τη γνώμη μας, τέτοιες ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως δεν πρέπει να αγνοούνται. Προσθέτουμε εδώ και στην περίπτωση του εξεταζόμενου πέμπτου «πρόδηλου σφάλματος».
Ε23  Έννομη συνέπεια του Β5, εδ. α΄:
«…μπορούν κατόπιν αίτησης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανάρτησης έως την κύρωση των δασικών χαρτών ή και αυτεπάγγελτα, να διορθωθούν».
Ε24 Σύμφωνα με το κείμενο του Β5, εδ. β΄:
«Η ανάδειξη, αποτύπωση και διόρθωση εκτελείται είτε με επίγειες μεθόδους μέτρησης είτε με φωτογραμμετρικές, χρησιμοποιώντας αεροφωτογραφίες, ορθοφωτογραφίες ή δορυφορικές εικόνες υψηλής ακρίβειας ίσης ή καλύτερης των προβλεπόμενων στις τεχνικές προδιαγραφές κατάρτισης δασικών χαρτών».
3. Τρόπος αντιμετωπίσεως του πέμπτου «πρόδηλου σφάλματος» κατά την υπουργική απόφαση υπό Β5
Ε25  Η εισαγόμενη ρύθμιση για την αντιμετώπιση του πέμπτου «πρόδηλου σφάλματος» αναπτύσσεται σε δύο μέρη.
Ε26 Πρώτο μέρος είναι η αντιμετώπιση που εισάγεται στο ίδιο το κείμενο του Β5, στα εδάφια α΄ και β΄. Δεύτερο μέρος αντιμετωπίσεως είναι το γενικό κείμενο για τη διαδικασία διορθώσεως των υπό στοιχεία Β1 έως Β8 πρόδηλων σφαλμάτων. Μάλιστα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το ότι η περίπτωση του Β5 δεν εξαιρείται από την όλη κοινή διαδικασία διορθώσεως, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του ένατου «πρόδηλου σφάλματος» υπό Α9 και Β9.
Η δεύτερη περίπτωση διορθώσεως ρυθμίζεται στο κοινό κείμενο διορθωτικής διαδικασίας των υπό στοιχεία Β1 έως Β8 «πρόδηλων σφαλμάτων», η οποία εξετάζεται παρακάτω[2].
Ε27 Επανερχόμενοι στην πρώτη περίπτωση διορθώσεως παρατηρούμε τα ακόλουθα:
Απαιτείται υποβολή αιτήσεως, χωρίς να ορίζεται ποιοι νομιμοποιούνται σχετικά· η σχετική διαδικασία μπορεί να κινηθεί και αυτεπαγγέλτως.
Ε28 Τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση η κίνηση της διαδικασίας μπορεί να αρχίσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αναρτήσεως έως την κύρωση των δασικών χαρτών, όχι όμως και κατά το στάδιο της κυρώσεως. Το ότι αποκλείεται η διορθωτική διαδικασία κατά το στάδιο της κυρώσεως δεν είναι ορθή νομοθετική επιλογή, όταν μάλιστα το όλο ζήτημα σχετίζεται με λόγους εθνικής ασφάλειας.
Ε29 Η ανάδειξη (= εντοπισμός), αποτύπωση (= νέα αποτύπωση) και διόρθωση της συγκεκριμένης περιοχής του δασικού χάρτη μπορεί να γίνει (προφανώς από την αρμόδια δασική υπηρεσία) είτε με επίγειες μεθόδους μετρήσεως είτε με φωτογραμμετρικές. Στη δεύτερη περίπτωση, «χρησιμοποιώντας αεροφωτογραφίες, ορθοφωτογραφίες ή δορυφορικές εικόνες υψηλής ακρίβειας ίσης ή καλύτερης των προβλεπόμενων στις τεχνικές προδιαγραφές κατάρτισης δασικών χαρτών»[3].
β. Παρατηρήσεις στον εισαγόμενο τρόπο αντιμετωπίσεως
Ε30 Περιοριζόμενοι στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό Β5, παρατηρούμε τα εξής:
Η υπουργική απόφαση παραπέμπει μεταξύ πολλών άλλων, άμεσα ή έμμεσα, σε σειρά ζητημάτων που άλλοτε σχετίζονται με τεχνικούς νομικούς όρους και άλλοτε όχι.
Ε31 Πρώτο ζήτημα, οι όροι «χρησιμοποιούμενες αεροφωτογραφίες ή ορθοφωτογραφίες». Άλλο «αεροφωτογραφίες» και άλλο  «ορθοφωτογραφίες». Εάν υπάρχουν τόσο οι πρώτες όσο και τελευταίες, ποιος αποφασίζει για την επιλογή του ενός ή του άλλου όρου της  διαζεύξεως; Ελέγχεται αυτή η διάζευξη; Υπάρχει υποχρέωση να αξιολογηθούν και οι δύο όροι; Υπήρξαν αντικείμενο επεξεργασίας; Τι ισχύει σε περίπτωση απουσίας οποιασδήποτε επεξεργασίας; Η απουσία απαντήσεων στα τεθέντα ερωτήματα οδηγεί στην εκ των πραγμάτων αντιμετώπισή τους από την αρμόδια δασική υπηρεσία.
Ε32 Η υπουργική απόφαση στο κείμενο υπό Β5 αναφέρεται στην περίπτωση «που τα στοιχεία που προέρχονται από την εικόνα (να) είναι διαφορετικά από την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση στο έδαφος». Απαιτείται προσδιορισμός του όρου «στοιχεία που προέρχονται από την εικόνα». Αναφέρεται σε κάθε πολύγωνο; Αναφέρεται  σε όλα τα στοιχεία του πολυγώνου; Αναφέρεται σε θεματικές εγγραφές που εστιάζονται σε ευρύτερες περιοχές; Σε περιοχές που ενδεχομένως περιέχουν περισσότερα πολύγωνα;
Ε33 Ειδικότερα, επιλέγεται ο όρος «υφιστάμενη πραγματική κατάσταση». Ανακύπτει το σημαντικό ζήτημα, πως καθορίζεται η υφιστάμενη πραγματική κατάσταση. Ο καθορισμός αυτός προϋποθέτει μια προηγούμενη έρευνα, που να προσδιορίζει την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση. Από ποια αρχή προκαλείται αυτή η έρευνα; Όταν αυτή η προηγούμενη έρευνα είναι υπαρκτή, παραμένει interna cocrporis; Προφανώς όχι! Πως δημοσιοποιείται, ώστε να γίνει αντιληπτή η διαφορετική εικόνα της υφιστάμενης πραγματικής καταστάσεως;
Ε34 Στη συνέχεια, στο δεύτερο εδάφιο του Β5 της υπουργικής αποφάσεως για το πέμπτο «πρόδηλο σφάλμα» αντιμετωπίζεται το ζήτημα «ανάδειξη, αποτύπωση και διόρθωση» των εσφαλμένων στοιχείων. Σχετικά με την υλοποίηση αυτών υπάρχουν παρατηρήσεις παραπάνω[4].
4. Συνταγματικότητα ρυθμίσεως του πέμπτου πρόδηλου σφάλματος
Ε35 Κατά την άποψή μας, στο πλαίσιο των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν, η ορθή εφαρμογή των ρυθμίσεων που εντάσσονται στο Α5 και στο Β5 σε σχέση με το πέμπτο «πρόδηλο σφάλμα» επιτρέπει την κρίση ότι αυτές οι ρυθμίσεις πρέπει να κριθούν ως κινούμενες στο πνεύμα των άρθρων 24 και 117, παρ. 3, Συντ. Πρόκειται, ίσως, για τη μόνη, μέχρι τώρα, περίπτωση αποδοχής της συνταγματικότητας ενός «πρόδηλου σφάλματος»[5].
5. Χαρακτηρισμός ως πρόδηλου δασικού σφάλματος
Ε36 Ο χαρακτηρισμός του πέμπτου «πρόδηλου σφάλματος» ως προδήλου δημιουργεί σημαντικά ζητήματα.
Ένα από αυτά εντοπίζεται στο εξής: Όταν κατά το κείμενο του Β5 τίθεται ως κριτήριο η αμέλεια, μια αμελής συμπεριφορά, δηλαδή μια υπαίτια συμπεριφορά, δικαιολογεί απολύτως το χαρακτηρισμό του σφάλματος. Μπορεί όμως να θεμελιώσει και το χαρακτηρισμό της ως «πρόδηλου σφάλματος»; Αυτό δεν πρέπει να αποκλεισθεί εκ των προτέρων. Είναι μάλλον ζήτημα των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Πρόβλημα αρχίζει να δημιουργείται με το συγκεκριμένο τρόπο αποκαταστάσεως του σφάλματος τόσο στο πλαίσιο του κειμένου υπό το Β5, εδ. β΄, όσο και κατά τον τρόπο αποκαταστάσεως, που εισάγεται στην κοινή αποκαταστατική διαδικασία των πρώτων οκτώ «πρόδηλων σφαλμάτων» υπό Β1 ως Β8[6]. 
6. Σημασία για Εμπράγματο δίκαιο ΑΚ και για Κτηματολογικό Δίκαιο
Ε37  Αναζητούμε στην παρούσα ενότητα τις επιπτώσεις που έχει στο Εμπράγματο Δίκαιο καθώς και στο Κτηματολογικό Δίκαιο το σφάλμα που έχει μια διαβαθμισμένη περιοχή στο πλαίσιο του πέμπτου πρόδηλου σφάλματος κατά την υπουργική απόφαση (υπό Α5 και Β5).
Ε38 Εδώ το όποιο «πρόδηλο σφάλμα» εντοπίζεται σε διαβαθμισμένες περιοχές. Οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονται ως διαβαθμισμένες για λόγους εθνικής ασφάλειας. Το ότι μια περιοχή χαρακτηρίζεται διαβαθμισμένη δεν επηρεάζει το ιδιοκτησιακό της καθεστώς, περιοχή που κατά κανόνα ανήκει στο Δημόσιο. Δεν αποκλείεται, όμως, να ανήκει και σε ιδιώτες.
Ε39 Ισχύουν και εδώ όσα αναφέραμε παραπάνω για την έννοια του ακινήτου, την ταυτότητά του, καθώς και τη νομική του κατάσταση[7].
Ε40 Τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση του πέμπτου «πρόδηλου σφάλματος» όσα αναφέραμε σε αντίστοιχη ενότητα παραπάνω[8], σε σχέση με το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας 
Ε41 Το πέμπτο «πρόδηλο σφάλμα», όπως και τα προηγούμενα, περιέχει όρους, τόσο δασικούς και τοπογραφικούς, όσο και νομικούς. Τέτοιοι είναι οι όροι-διατυπώσεις: «διαβαθμισμένες περιοχές», «λάθος αποτυπώσεως θεματικής επιφάνειας», καθώς και «που οφείλεται σε διαμορφωμένα στοιχεία εικόνας (φωτογραφίας)».
Ε42 Οι παραπάνω όροι υπό Α5, που ενδεικτικά αναφέρονται για λόγους συντομίας χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι όροι υπό το Β5, περιέχονται σε ένα νομοθέτημα, όπως είναι η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Όπως ήδη επισημάναμε[9], είναι τεχνικοί νομικοί όροι, για τον καθορισμό των οποίων αφενός απαιτείται η προσφυγή στις ειδικές επιστήμες (δασολογία, τοπογραφία), αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι την τελική αρμοδιότητα έχει η νομική επιστήμη, κυρίως μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Ε43 Πρέπει να προστεθεί ότι στο πλαίσιο του πέμπτου «πρόδηλου σφάλματος» πρέπει αφενός να συνεκτιμάται το σύνολο των ρυθμίσεων του Περιβαλλοντικού Δικαίου, αφετέρου να συνεφαρμόζεται το Κτηματολογικό Δίκαιο. Αυτό επιβάλλεται από τη συνταγματική θεώρηση των σχετικών νομοθετημάτων.
IX. Περίπτωση έκτη «πρόδηλου σφάλματος»
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις
Στ1 Ακολουθώντας την ίδια μορφή διαιρέσεως της ύλης των προηγούμενων πέντε «πρόδηλων σφαλμάτων», η υπουργική απόφαση εισάγει και στην περίπτωση του έκτου «πρόδηλου σφάλματος», ρυθμίσεις υπό Α και Β (παράτιτλος κα κείμενο), Σε αυτές τις ρυθμίσεις πρέπει να προστεθούν και οι κοινές ρυθμίσεις των κειμένων για αποκατάσταση των «πρόδηλων σφαλμάτων» υπό Β1-Β8.
Στ2 Το έκτο πρόδηλο σφάλμα μπορεί να έχει ως τίτλο «σφάλματα πεδινών χορτολιβαδικών εκτάσεων». Στις χορτολιβαδικές εκτάσεις είναι αφιερωμένο και το επόμενο έβδομο «πρόδηλο σφάλμα».
Α¹. Κείμενο υπό Α6 υπουργικής αποφάσεως
Στ3 Το κείμενο της υπουργικής αποφάσεως 153394/919/12.04. 2017 υπό Α6 έχει ως εξής:
  «- Απόδοση ως “χορτολιβαδική”, έκτασης που αφορά σε πεδινή και ομαλής κλίσης περιοχή, η οποία εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το π.δ. 32/2016 (ΦΕΚ 46 Α΄)».
Α². Κείμενο υπό Β6 υπουργικής αποφάσεως
Στ4 Σε σχέση με την έκτη αυτή περίπτωση «πρόδηλων σφαλμάτων» ορίζονται στην υπουργική απόφαση (υπό Β6) τα ακόλουθα:
«6. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης πεδινών χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων
Στις περιπτώσεις που, λόγω παραδρομής, συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ ευρίσκονται προφανώς επί πεδινών και ομαλών εδαφών, όπως ορίζονται στο π.δ. 32/2016, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις».
Β. Πεδίο τεχνικής επεξεργασίας
Στ5 Μετά την έναρξη ισχύος της παρ. 4, του άρθρου 32, ν. 4280/2014 (ΦΕΚ Α΄159), με την οποία αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 έως 6 του άρθρου 3, ν. 998/1979, και του π.δ. 32/2016, με το οποίο προσδιορίζονται τα κριτήρια για την υπαγωγή εκτάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 998/1979, στις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 3 του ανωτέρω νόμου, οι πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις (μη ορεινές ή ημιορεινές και μη κείμενες επί ανώμαλων εδαφών) δεν υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 155, ν. 4389/2016, οι δασικοί χάρτες που είτε αναρτήθηκαν, είτε κυρώθηκαν μερικά ή ολικά, είτε θεωρήθηκαν μέχρι την ισχύ του νόμου, συμπληρώνονται με την προσθήκη των χορτολιβαδικών και βραχωδών εκτάσεων των περ. 5α και 5β του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει.
Με την αριθ. 143783/1597/20.07.2016 εγκύκλιο του αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας με θέμα «Κατάρτιση, ανάρτηση, κύρωση δασικών χαρτών», που προηγήθηκε της ανάρτησης δασικών χαρτών περιόδου Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2017, οι δασικές υπηρεσίες κλήθηκαν να προβούν στη συμπλήρωση των δασικών χαρτών με τις εκτάσεις των περ. 5α και 5β, του άρθρου 3, ν. 998/1979.
Όπως αναφέρει η παραπάνω εγκύκλιος, «οι εκτάσεις αυτές είναι ήδη, κατ’ αρχάς, χαρτογραφημένες και απεικονίζονται στους “Πρόσφατους Ορθοφωτοχάρτες” και έχουν καταχωριστεί στη σχετική βάση δεδομένων κατά την διαδικασία κατάρτισης των δασικών χαρτών ως “Χορτολιβαδικές” εκτάσεις… Προκειμένου να ταυτοποιηθούν, οι “Χορτολιβαδικές” με τις εκτάσεις των περιπτώσεων 5α’ και 5β’ (αποτυπώνονται ως ενιαία κατηγορία), πρέπει να απαλειφθούν οι εκ των πρώτων ευρισκόμενες επί πεδινών και μη ανωμάλων εδαφών, σύμφωνα με τα κριτήρια τού π.δ. 32/2016.
Εάν η συμπλήρωση των δασικών χαρτών με τις “Χορτολιβαδικές” εκτάσεις, οδηγεί στην μη τήρηση της προθεσμίας για την ανάρτησή τους, τότε οι δασικοί χάρτες θα αναρτηθούν χωρίς τις εκτάσεις αυτές».
Στ6 Στόχος των σχετικών διατάξεων του ν. 4389/2016 και της εγκυκλίου που ακολούθησε, ήταν, μεταξύ άλλων, η επικαιροποίηση των δασικών χαρτών λόγω αλλαγών στη δασική νομοθεσία και ειδικότερα ως προς το νέο ορισμό των χορτολιβαδικών και βραχωδών εκτάσεων στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Από πρακτικής απόψεως τα πολύγωνα των δασικών χαρτών που είχαν ενταχθεί στην κατηγορία των «Χορτολιβαδικών» εκτάσεων θα έπρεπε να εξεταστούν εκ νέου, προκειμένου να προσδιοριστούν εννοιολογικά και να διακριθούν αντιστοίχως, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 32/2016[10]. Με τη διάκριση αυτή, οι εκτάσεις που είχαν «καταχωριστεί στη σχετική βάση δεδομένων κατά την διαδικασία κατάρτισης των δασικών χαρτών ως “Χορτολιβαδικές” εκτάσεις», διαχωρίζονται πλέον σε δυο κατηγορίες:
– στις χορτολιβαδικές και βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών, ανήκουσες στην παρ. 1 ή 2 κατά περίπτωση, του άρθρου 5, του π.δ. 32/2016 και στην παρ. 5α ή 5β, του άρθρου 3, του ν. 998/1979), όπως ισχύει, και
– στις πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις (μη ορεινές ή ημιορεινές και μη κείμενες επί ανώμαλων εδαφών), ανήκουσες στην παρ. 3, του άρθρου 5, του π.δ. 32/2016 και στην παρ. 6, του άρθρου 3, ν. 998/1979) όπως ισχύει.
Οι εκτάσεις της πρώτης κατηγορίας (εκτάσεις της παρ. 5α ή 5β, του άρθρου 3, του ν. 998/1979), εφόσον δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 ν. 3208/2003, υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, απεικονίζονται και καταχωρούνται στη σχετική βάση δεδομένων του δασικού χάρτη ως «Χορτολιβαδικές» εκτάσεις. Οι αναγνωρισμένες ως ιδιωτικές εκτάσεις της κατηγορίας αυτής δεν υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και τα πολύγωνά τους αποδίδονται ως «άλλης μορφής/κάλυψης» εκτάσεις στο δασικό χάρτη.
Οι εκτάσεις της δεύτερης κατηγορίας δεν υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και τα πολύγωνά τους αποδίδονται ως «άλλης μορφής/κάλυψης» εκτάσεις στο δασικό χάρτη.
Τα κριτήρια για το διαχωρισμό των «Χορτολιβαδικών» εκτάσεων στις παραπάνω δυο κατηγορίες καθορίζονται στο άρθρο 5, του π.δ. 32/2016 και είναι τα εξής:
– το υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας,
– η μέση κλίση της εδαφικής επιφάνειας της έκτασης, και
– η μέγιστη εδαφική κλίση της έκτασης. Υποστηρίζεται η άποψη ότι τα κριτήρια αυτά ελέγχονται κατά τη συνταγματικότητά τους[11].
Ως «πεδινές» θεωρούνται οι χορτολιβαδικές εκτάσεις των οποίων, σωρευτικά, το υψόμετρο δεν υπερβαίνει τα 100 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, η δε μέση κλίση της εδαφικής επιφάνειας δεν υπερβαίνει το 8% και η μέγιστη εδαφική κλίση δεν ξεπερνά το 12% επί του συνόλου της εδαφικής επιφάνειας.
Σύμφωνα με την 158576/1579/4.7.2017 (Β΄2373)[12] υπουργική απόφαση, «εκτάσεις κείμενες σε υψόμετρο μικρότερο των 100 μέτρων με μέση κλίση μικρότερη του 8% και μέγιστη κλίση μικρότερη του 12%, οι οποίες φέρουν χορτολιβαδική βλάστηση ή είναι βραχώδεις ανεξαρτήτως αν έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη διαπιστωτική πράξη της παρ. 22 του αρ. 52 του ν. 4280/2014 όπως ισχύει» αποδίδονται ως «άλλης μορφής/κάλυψης» (ΑΑ) στο δασικό χάρτη.
Με τα προγράμματα λογισμικού που χρησιμοποιούνται στην κατάρτιση των δασικών χαρτών και τα ψηφιακά μοντέλα εδάφους (DEM) της ΕΚΧΑ Α.Ε., είναι εφικτή η εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων και το αποτέλεσμα (διαχωρισμός εκτάσεων/πολυγώνων στις δυο κατηγορίες) μπορεί να προκύψει μέσω ψηφιακής επεξεργασίας και αυτοματοποιημένων λειτουργιών. Βέβαια, με την εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προκύψει κατακερματισμός ενιαίων «Χορτολιβαδικών» εκτάσεων. Σε σχέση με τον παραπάνω προβληματισμό είναι δυνατόν να προκύψουν ζητήματα ερμηνείας συμπεριλαμβανομένων και των ζητημάτων αρμοδιότητας.
Με τον τρόπο αυτό, ένα εκτεταμένο και ενιαίο φυσικό οικοσύστημα με χαρακτηριστικά χορτολιβαδικής έκτασης, όπου στην αρχική κατάρτιση απεικονίστηκε ως ένα πολύγωνο, με τον χαρακτηρισμό «Χορτολιβαδική» έκταση, κατά τη διαδικασία επικαιροποίησης με την εφαρμογή των κριτηρίων μπορεί να διασπαστεί και να αντικατασταθεί από λίγα ή πολλά πολύγωνα που θα διαφέρουν μόνο σε ένα κριτήριο.
Έτσι, σε μια εκτεταμένη «Χορτολιβαδική» έκταση, όπου η μορφή της βλάστησης[13] παραμένει ίδια, η μέση κλίση δεν ξεπερνάει το 8% και το υψόμετρο μεταβάλλεται κατά θέσεις γύρω από τα 100 μέτρα, θα προκύψουν διαφορετικά πολύγωνα στο δασικό χάρτη.
Από τη μια μεριά θα υπάρχουν τα πολύγωνα με υψόμετρο μικρότερο από 100 μέτρα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις, μη υπαγόμενες στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και τα οποία αποδίδονται ως «άλλης μορφής/κάλυψης» εκτάσεις στο δασικό χάρτη.
Από τη άλλη μεριά θα εντοπίζονται τα πολύγωνα με υψόμετρο μεγαλύτερο από 100 μέτρα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως χορτολιβαδικές εκτάσεις των ημιορεινών εδαφών (παρ. 5α, του άρθρου 3, του ν. 998/1979), υπαγόμενες στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και τα οποία αποδίδονται ως «Χορτολιβαδικές» εκτάσεις στο δασικό χάρτη.
Όταν υπεισέρχονται και τα κριτήρια της κλίσης της εδαφικής επιφάνειας, σε συνδυασμό με το υψόμετρο, τότε ο αριθμός των νέων πολυγώνων, ο οποίος προκύπτει, αυξάνεται ακόμα περισσότερο και το ενιαίο κατά τα άλλα φυσικό οικοσύστημα αντικαθίσταται από όμορα πολύγωνα των δυο διαφορετικών κατηγοριών και του διαφορετικού καθεστώτος δασικής προστασίας.
Αυτή η πολλαπλώς αλυσιδωτή αύξηση των πολυγώνων, πέρα από τον κατακερματισμό και πέρα από τη διάσπαση και πέρα από την αντίθεση στο Σύνταγμα, επιτρέπει το ερώτημα, ποιους εξυπηρετεί και ποιους βλάπτει. Βλάπτεται ή όχι το δημόσιο συμφέρον; Προσβάλλονται ή όχι βασικές αρχές του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου (αρχή νομιμότητας και αρχή δημοσιότητας); Έχουμε ή όχι αρνητικές επιπτώσεις στην ασφάλεια των συναλλαγών καθώς και στην ασφάλεια του δικαίου; Και κάτι άλλο, σημαντικό, κατά την άποψή μας. Στο Δασικό Δίκαιο υπάρχει απαγόρευση επεμβάσεων, εκτός αν αρμοδίως και συννόμως χορηγηθεί έγκριση (λ.χ. για κατασκηνώσεις ή για τουριστικά συγκροτήματα). Αυτή η απαγόρευση και αυτή η υπό προϋποθέσεις έγκριση δε θα ισχύουν, αφού δε θα εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία, με αποτέλεσμα να ανεγείρονται κτίρια, κτίσματα και άλλες κατασκευές με βάση -στην καλύτερη περίπτωση- την πολεοδομική νομοθεσία και βέβαια όχι τη δασική νομοθεσία. Θα έχουμε νέες περιπτώσεις «αγροτικών πυκνώσεων» ή έστω «οικιστικών πυκνώσεων».
Κατά τη γνώμη μας, οι δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις των παραθαλάσσιων περιοχών θα είναι ο «μεγάλος χαμένος» της όλης διαδικασίας και σίγουρα όχι μόνο αυτές.
Γ. Πεδίο νομικής επεξεργασίας 
1. Γενικά 
Στ7 Ζητήματα των χορτολιβαδικών εκτάσεων ρυθμίζονται στο πλαίσιο του έκτου καθώς και στο πλαίσιο του έβδομου πρόδηλου σφάλματος της υπουργικής αποφάσεως.
Α¹. Κείμενο του έκτου πρόδηλου σφάλματος υπό Α6
Στο άρθρο 3, παρ. 5α και 5β, ν. 998/1979 ορίζονται ακόλουθα:
«5. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου … υπάγονται και οι εκτάσεις των επόμενων περιπτώσεων α` και β` του παρόντος, που δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 του ν. 3208/2003:
α) Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα.
β) Οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών
».
2. Οι κατ΄ ιδίαν όροι του έκτου πρόδηλου σφάλματος
Στ8 Οι όροι του έκτου «πρόδηλου σφάλματος» αναπτύσσονται σε δύο κείμενα, στο Α6 και στο Β6.
α. Οι όροι υπό το Α6 της υπουργικής αποφάσεως
Στ9 Το π.δ. 32/2106, η έννοια της χορτολιβαδικής εκτάσεως, η έκταση που αφορά σε πεδινή και ομαλής κλίσης περιοχή, καθώς και η εξαίρεση από τη δασική νομοθεσία σύμφωνα με το π.δ. 32.20167 είναι τα τέσσερα στοιχεία του έκτου πρόδηλου σφάλματος υπό Α6 της υπουργικής αποφάσεως.
Στ10 Όπως σημειώνεται στη συνέχεια, κατά την άποψή μας, το π.δ. 32/2016 περιέχει πολλές διατάξεις αντισυνταγματικές. Ωστόσο, επιβάλλεται, για λόγους πληρότητας, προσέγγιση του συνόλου των εμπλεκόμενων ρυθμίσεων, ανεξάρτητα από την άποψη της αντισυνταγματικότητας, την οποία ακολουθούμε. Αυτό επιβάλλεται από τη διαλεκτική, ως μέθοδο επιστημονικού διαλόγου.
α¹. Το προεδρικό διάταγμα 32/2016
Στ11 Προσεγγίζουμε το π.δ. 32/2016, ως ένα νομοθετικό κείμενο, στο οποίο παραπέμπει η υπουργική απόφαση υπό το Α6.
Την έκδοση προεδρικού διατάγματος προβλέπει το άρθρο 2, παρ. 1, εδ. α΄ και β΄, ν. 998/1979. Σύμφωνα με αυτά:
«Οι εκτάσεις του άρθρου 3 του παρόντος, που διέπονται από τις προστατευτικές διατάξεις αυτού, συνιστούν εθνικό κεφάλαιο, που η προστασία του αποτελεί υποχρέωση των κρατικών οργάνων κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και συγχρόνως υποχρέωση και δικαίωμα των πολιτών.
Με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ορίζονται τα συνεκτιμώμενα στοιχεία, επιστημονικά κριτήρια για την υπαγωγή έκτασης στις περιπτώσεις των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει»
.
Στ12 Το προεδρικό διάταγμα 32/2016, υπό τον τίτλο «Ορισμός επιστημονικών κριτηρίων και συνεκτιμώμενων στοιχείων για την υπαγωγή εκτάσεων στις περιπτώσεις των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979», αναπτύσσεται σε έξι άρθρα. Οι σχετικές διατάξεις έχουν ως αντικείμενο τα δάση, τις δασικές εκτάσεις, τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, καθώς και τις βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις[14].
Στ13 Σε σχέση με τις διατάξεις του π.δ. 32/2016, επαναλαμβάνουμε[15] εδώ τα ακόλουθα:
Το π.δ. 32/2016 κινείται μεταξύ της παλαιάς έννοιας του δάσους (οικονομική διαχειριστική μονάδα) και της νέας έννοιας του δάσους (οικολογική διάσταση). Σε πολλά σημεία επαναφέρει έννοιες ή ρυθμίσεις του Δασικού Δικαίου, οι οποίες προσκρούουν στη νομολογία (κυρίως του ΑΕΔ και του ΣτΕ). Σε ορισμένες από τις διατάξεις του είναι προφανής η αντίθεσή τους προς το Σύνταγμα (άρθρο 24). Δίνει την εικόνα ενός νομοθετήματος, που επιμένει να τονίζει την οικονομική διάσταση του δάσους και που, μερικές φορές προκλητικά, επανέρχεται σε «επιστημονικές θέσεις», που προφανώς δε συμπλέουν προς τις νεότερες εξελίξεις στο πεδίο του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου. Μάλιστα, είναι εντυπωσιακή η απουσία ρυθμίσεων του Κτηματολογικού Δικαίου.
α². Η έννοια της χορτολιβαδικής εκτάσεως
Στ14 Το κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό το Α6 ρυθμίζει πτυχές των χορτολιβαδικών εκτάσεων. Δεν είναι βέβαια το μόνο νομοθέτημα που ρυθμίζει τις χορτολιβαδικές εκτάσεις.
Στις χορτολιβαδικές εκτάσεις γίνεται η ακόλουθη αναφορά στο άρθρο 3, παρ. 5, υπό α, ν. 998/1979:
«Στις διατάξεις του παρόντος νόμου πλην των περιπτώσεων των άρθρων 17, 22, 63, 64 και 65 του παρόντος νόμου υπάγονται και οι εκτάσεις των επόμενων περιπτώσεων α΄ και β΄ του παρόντος, που δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 του ν. 3208/2003:
α) Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα
».
Στ15 Εννοιολογική προσέγγιση των χορτολιβαδικών εκτάσεων, κυρίως με βάση τη διάκρισή τους σε ορεινές και πεδινές, εντοπίζεται στο άρθρο 5 ν.δ. 32/2016.
Κατά το άρθρο 5, παρ. 1, π.δ. 32/2016, «1. Χορτολιβαδικές θεωρούνται οι εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική (μη ξυλώδη), ποώδη ή αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση, που δεν συνιστά όμως δασοβιοκοινότητα».
Στ16 Ειδικά για τις πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις εισάγεται ο ακόλουθος ορισμός στο άρθρο 5, παρ. 3, π.δ. 32/2016: «3. Ως πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις (μη ορεινές ή ημιορεινές και μη κείμενες επί ανώμαλων εδαφών) θεωρούνται οι εκτάσεις που έχουν τα χαρακτηριστικά του οικοσυστήματος ή της βλάστησης της παραγράφου 1 και των οποίων, σωρευτικά, το υψόμετρο δεν υπερβαίνει τα 100 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, η δε μέση κλίση της εδαφικής επιφάνειας δεν υπερβαίνει το 8% και η μέγιστη εδαφική κλίση δεν ξεπερνά το 12% επί του συνόλου της εδαφικής επιφάνειας».
Στ17 Ο όρος «χορτολιβαδικές εκτάσεις» γενικά είναι τεχνικός νομικός όρος, εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Στ18 Οι «χορτολιβαδικές εκτάσεις» υπάγονται στον όρο «γεωτεμάχιο» του Κτηματολογικού Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι ισχύει και γι’ αυτές αφενός η υποχρέωση υποβολής δηλώσεως κατά το άρθρο 2 ν. 2308/1995, αφετέρου η υποχρέωση καταχωρίσεως κατά το άρθρο 12 ν. 2664/1998. Οι δηλώσεις και καταχωρίσεις αυτές πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και πλήρεις, αλλιώς αναδύεται η ανάγκη αποκαταστάσεως της κτηματολογικής ορθότητας με βάση την εισαγόμενη στο Κτηματολογικό Δίκαιο εξωδικαστική και δικαστική προστασία[16].
Στ19 Συναφής είναι ο όρος «βοσκήσιμες γαίες». Στο άρθρο 1 ν. 4351/2015 (ΦΕΚ Α’ 164/2015), υπάρχει ο ακόλουθος ορισμός των βοσκήσιμων γαιών:
«Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου, βοσκήσιμες γαίες καλούνται οι εκτάσεις που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για βόσκηση ζώων (βοσκότοποι) στις οποίες αναπτύσσεται βλάστηση αυτοφυής ή μη, ποώδης, φρυγανική ή ξυλώδης με θαμνώδη ή αραιά δενδρώδη μορφή ή και μικτή και οι οποίες μπορεί να εκτείνονται και σε υδάτινα παραλίμνια ή παραποτάμια οικοσυστήματα, όπου αναπτύσσεται υδροχαρής βλάστηση. O χαρακτήρας και ο προορισμός των βοσκήσιμων γαιών δεν μεταβάλλεται λόγω της χρήσης τους για τη διατροφή των αγροτικών ζώων, η δε διαχείριση και η προστασία τους διέπεται από τις σχετικές για κάθε κατηγορία έκτασης»[17].
Στ20 Μετά την παράθεση των παραπάνω προσεγγίσεων σε σχέση με τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στους ακόλουθους όρους που εισάγονται ήδη στο ν. 998/1979: «ημιορεινά, ορεινά και ανώμαλα εδάφη» και  «βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών».
Στ21 Οι όροι αυτοί εντάσσονται στη συγκεκριμένη ρύθμιση, προκειμένου να εφαρμοσθεί η επιλογή του νόμου να υπάγονται οι σχετικές εκτάσεις στις ρυθμίσεις του ν. 998/1979. Δεν ορίζεται στη συγκεκριμένη ρύθμιση τι ισχύει για τα μη ημιορεινά, μη ορεινά και μη ανώμαλα εδάφη.
α³. «η έκταση που αφορά σε πεδινή και ομαλής κλίσης περιοχή»
Στ22 Τα μη ημιορεινά και μη ορεινά εδάφη, ως ειδικοί όροι, παραπέμπουν στην «πεδινή περιοχή» του Α6 της υπουργικής αποφάσεως· ενώ τα «μη ανώμαλα εδάφη» κατευθύνονται στην «ομαλής κλίσης περιοχή» του κειμένου υπό Α6.
Στ23 Στον παράτιτλο του Β6 της υπουργικής αποφάσεως επιλέγεται η διατύπωση «…πεδινών χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων», ενώ το κείμενο υπό το Β6 αναφέρεται σε εκτάσεις «πεδινών και ομαλών εδαφών».
Στ24 Κατά τη γνώμη μας, αναφερόμενο το παραπάνω κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό Β6 στο π.δ. 32/2016, παραπέμπει στο άρθρο 5, παρ. 3, αυτού, σύμφωνα με την οποία:
«3. Ως πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις (μη ορεινές ή ημιορεινές και μη κείμενες επί ανώμαλων εδαφών) θεωρούνται οι εκτάσεις που έχουν
τα χαρακτηριστικά του οικοσυστήματος ή της βλάστησης της παραγράφου 1 και των οποίων, σωρευτικά,
το υψόμετρο δεν υπερβαίνει τα 100 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας,
η δε μέση κλίση της εδαφικής επιφάνειας δεν υπερβαίνει το 8%
και η μέγιστη εδαφική κλίση δεν ξεπερνά το 12% επί του συνόλου της εδαφικής επιφάνειας
».
Στ25 Τα «πεδινά και ομαλά εδάφη» μάλλον πρέπει να αναφέρονται στη διατύπωση «Ως πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις (μη ορεινές ή ημιορεινές και μη κείμενες επί ανώμαλων εδαφών)». Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, το όλο ζήτημα εντοπίζεται στην ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 3, π.δ. 32/2016, σε συνδυασμό βέβαια με την αποδοχή της συνταγματικότητας της συγκεκριμένης ρυθμίσεως.
Στ26 Παραπέρα, σε σχέση με τις βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, το άρθρο 5, παρ. 2, ν.δ. 32/2016 ορίζει τα ακόλουθα:
«2. Βραχώδεις ή πετρώδεις θεωρούνται οι εκτάσεις επί των οποίων κυριαρχούν οι βραχώδεις ή πετρώδεις εξάρσεις επί του εδάφους και βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών».
Στ27 Από τον εννοιολογικό αυτόν προσδιορισμό ενδιαφέρουν τα ακόλουθα:
«κυριαρχούν οι βραχώδεις ή πετρώδεις εξάρσεις επί του εδάφους» και «επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών».
Υπάρχει προφανής ανάγκη να προσδιορίσουμε πρώτα τους όρους που υπάρχουν στην πρώτη διατύπωση και στη συνέχεια τους όρους της δευτέρας.
Στ28 Οι βραχώδεις εξάρσεις στο έδαφος είναι βραχώδεις προεξοχές στην επιφάνεια του  εδάφους. Οι προεξοχές αυτές πρέπει να κυριαρχούν στις συγκεκριμένες εκτάσεις, που σημαίνει ότι δεν απαιτείται να είναι το αποκλειστικό στοιχείο άλλα το δεσπόζον.
Στ29 Τα ημιορεινά, ορεινά και ανώμαλα εδάφη είναι μορφολογικές κατηγορίες εδαφών, οι δύο πρώτες που σχετίζονται με το χαρακτηρισμό της περιοχής ως ορεινής ή ημιορεινής, ενώ η τρίτη κατηγορία φαίνεται να έχει ως χαρακτηριστικό, μεταξύ άλλων, την ακαταλληλότητα ή τις δυσχέρειες χρήσης των εδαφών αλλά και προσβάσεως σε αυτά. Τα παραπάνω εδάφη αντιδιαστέλλονται προς τα «πεδινά και ομαλά εδάφη», όροι που ενυπάρχουν στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό Β6.
Στ30 Όλοι οι όροι αυτοί είναι τεχνικοί νομικοί όροι, εξειδικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
Χαρακτηριστικό των σχετικών ρυθμίσεων -πέρα από το ζήτημα της συνταγματικότητάς τους- είναι η συσχέτισή με το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, καθώς και με τις ρυθμίσεις στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου.
α4.  «η εξαίρεση από τη δασική νομοθεσία σύμφωνα με το π.δ. 32/2016» 
Στ31 Η «πεδινή και ομαλής κλίσης περιοχή» χαρακτηρίζει τη «χορτολιβαδική έκταση». Μια τέτοια χορτολιβαδική έκταση εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Κατά την υπουργική απόφαση, η εξαίρεση της υπαγωγής εισάγεται σύμφωνα με το π.δ. 32/2016. 
β. Οι όροι υπό το Β6 της υπουργικής αποφάσεως
Στ32 Το κείμενο υπό Β6 αναπτύσσεται σε παράτιτλο και στο ακολουθούν κείμενο.
β¹. Κατά τον παράτιτλο του Β6 ρυθμίζονται «σφάλματα λόγω συμπερίληψης πεδινών χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων».
Σημαντικός είναι ο εννοιολογικός προσδιορισμός των «πεδινών χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων».
β².  Σύμφωνα με το κείμενο υπό τον παράτιτλο του Β6,
Στ33 «Στις περιπτώσεις που, λόγω παραδρομής, συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ ευρίσκονται προφανώς επί πεδινών και ομαλών εδαφών, όπως ορίζονται στο π.δ. 32/2016, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις».
3. Τρόπος αντιμετωπίσεως του έκτου πρόδηλου σφάλματος υπό το Β6
Στ34 Στη διόρθωση των δασικών χαρτών αποβλέπει το κείμενο υπό το Β6 της υπουργικής αποφάσεως για αποκατάσταση του έκτου «πρόδηλου σφάλματος».
Κατά το κείμενο αυτό,  έχουν συμπεριληφθεί, εκ παραδρομής, στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α και 5β του άρθρου 3 ν. 998/1979, υπαγωγή που κρίνεται εσφαλμένη. Οι εκτάσεις αυτές βρίσκονται «προφανώς επί πεδινών και ομαλών εδαφών» και για το λόγο αυτόν πρέπει να διορθωθούν.
Στ35 Ο συγκεκριμένος τρόπος διορθώσεως ρυθμίζεται υπό τον τίτλο «Η διαδικασία διόρθωσης των ανωτέρω υπό στοιχεία Β1 έως Β8» και είναι κοινός για όλα τα πρώτα οκτώ πρόδηλα σφάλματα της υπουργικής αποφάσεως[18].
4. Συνταγματικότητα ρυθμίσεως του έκτου πρόδηλου σφάλματος
Στ36 Στην κρίση για τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του έκτου «πρόδηλου σφάλματος» συμμετέχει σε αποφασιστικό βαθμό η παραπομπή στο π.δ. 32/2016, διατάξεις του οποίου κρίνονται ως αντισυνταγματικές.
Στ37 Εξάλλου, όπως έγινε δεκτό και για τα προηγηθέντα «πρόδηλα σφάλματα», η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως του έκτου πρόδηλου σφάλματος βρίσκεται, κατά την άποψή μας, σε άμεση συνάρτηση με τη γενικότερη θέση που ακολουθείται για τη συνταγματικότητα ολόκληρης της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως με αντικείμενο τα λεγόμενα «πρόδηλα σφάλματα».
Στ38 Παραπέρα, κατά την προηγηθείσα ανάλυση, υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, που, κατά την άποψή μας, εμπεριέχουν αντισυνταγματικότητα, δηλαδή αντιτίθενται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας. Η άποψή μας είναι, όπως ήδη επισημάνθηκε, ότι στο π.δ. 32/2016 υπάρχουν ρυθμίσεις που είναι αντισυνταγματικές. 
5. Χαρακτηρισμός ως πρόδηλου σφάλματος
Στ39 Εάν μπορεί να απομονωθεί μια σειρά ζητημάτων που επισημάνθηκαν παραπάνω (μεταξύ των οποίων και τα ζητήματα που αφορούν στο π.δ 32/2016, καθώς και γενικότερα το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος»), ο χαρακτηρισμός της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ακριβέστερα των συγκεκριμένων περιπτώσεων) σφάλματος ως προδήλου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιτυχής.
Στ40 Έχει ως αφετηρία την επίτευξη ενός στόχου: τη διάκριση μεταξύ ορεινών και πεδινών χορτολιβαδικών εκτάσεων. Στο βωμό αυτής της διακρίσεως θυσιάζονται σημαντικές πτυχές των χορτολιβαδικών εκτάσεων, ως οικοσυστημάτων, οι οποίες εντάσσονται, κατά την άποψή μας, στην εν γένει προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων σύμφωνα με το άρθρο 24 και 117, παρ. 3, Συντ.
Στ41 Σε κάθε περίπτωση ο χαρακτηρισμός των επίμαχων εκτάσεων ως υπαγομένων στην κατηγορία των «πρόδηλων σφαλμάτων» συνιστά έναν τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και  υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Στ42 Εάν γίνει δεκτό ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, τότε δεν ισχύει η προβλεπόμενη διαδικασία αποκαταστάσεως του σφάλματος, όπως ορίζεται στην υπουργική απόφαση.
Στ43 Όπως και στις άλλες περιπτώσεις των μη πρόδηλων σφαλμάτων έτσι και την παρούσα περίπτωση, η αποκατάσταση των μη πρόδηλων σφαλμάτων θα επιτευχθεί με βάση την ισχύουσα δασική νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, παράλληλα και το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού Κώδικα, το Εποικιστικό, το Περιβαλλοντικό, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Στ44 Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός «πρόδηλα σφάλματα» κινείται στο πεδίο της δασικής νομοθεσίας και διαφέρει από τα πρόδηλα σφάλματα του Κτηματολογικού Δικαίου.
6. Σημασία για το Εμπράγματο Δίκαιο του ΑΚ και για το Κτηματολογικό Δίκαιο
Στ45 Όροι όπως «χορτολιβαδική έκταση», «ορεινή», «ημιορεινή», «πετρώδης», ενδιαφέρουν τόσο το Εμπράγματο Δίκαιο του ΑΚ, όσο και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Στ46 Οι παραπάνω όροι εντάσσονται στην έννοια του ακινήτου (Εμπράγματο Δίκαιο, Κτηματολογικό Δίκαιο), καθώς και στην έννοια του «γεωτεμαχίου» (Κτηματολογικό Δίκαιο).
Στ47 Το έκτο «πρόδηλο σφάλμα» συνδέεται με εσφαλμένους χαρακτηρισμούς εκτάσεων πριν από την αποκατάσταση του σφάλματος και μετά από αυτήν. Άλλο ακίνητο είναι πριν από την αποκατάσταση και άλλο μετά από αυτήν, έστω και αν  πρόκειται για την ίδια εδαφική περιοχή. Η ταυτότητά του καθώς και νομική του κατάσταση μεταβάλλονται, λόγω της επιγενόμενης διορθώσεως. Άλλο κυριότητα, νομή και κατοχή στην έκταση πριν τη μεταβολή λόγω διορθώσεως και άλλο μετά την επελθούσα μεταβολή.
Στ48 Το ίδιο ισχύει και για τα κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές που υπήρχαν στην έκταση πριν τη μεταβολή και υπάρχουν μετά από αυτήν. Έτσι, μετά τη μεταβολή, ανάλογα με την περίπτωση, είτε προστίθενται κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές στην επίμαχη έκταση είτε αφαιρούνται. Αποτέλεσμα αυτών των συνοδών μεταβολών είναι να αναδύεται μια νέα κατάσταση  πραγμάτων, η προσέγγιση της οποίας πρέπει να γίνει με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Στ49 Η μεταβολή της επίμαχης εκτάσεως έχει σημαντικές επιπτώσεις και στο Κτηματολογικό Δίκαιο.
Επαναλαμβάνουμε και εδώ παρατηρήσεις που προηγήθηκαν.
Στ50 Στο Κτηματολογικό Δίκαιο η κατάσταση πριν τη μεταβολή μπορεί να αφορούσε σε ακίνητο πριν την κτηματογράφηση, σε κτηματογραφούμενο ακίνητο (κατά τη διάρκεια της κτηματογραφήσεως) ή ακόμη σε κτηματογραφημένο ακίνητο (μετά την ολοκλήρωση της κτηματογραφήσεως).
Μετά την επελθούσα μεταβολή, η νέα κατάσταση πραγμάτων μπορεί να επήλθε σε οποιοδήποτε από τα προηγούμενα στάδια.
Έτσι, ανάλογα με το αν η μεταβολή της εκτάσεως επέρχεται πριν την κτηματογράφηση, αντικείμενο δηλώσεως κατά το άρθρο 2 ν. 2308/1995 είναι η διορθωμένη (νέα) έκταση.
Αν η μεταβολή της εκτάσεως έγινε κατά στάδιο της κτηματογραφήσεως, επιβάλλεται νέα δήλωση, διότι πρόκειται για νέα ακίνητο που δε συμπίπτει με το προηγούμενο.
Τέλος, εάν η μεταβολή της εκτάσεως έγινε μετά την ολοκλήρωση τη κτηματογραφήσεως, κατά κανόνα, πρέπει να αναμένεται ή έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, προκειμένου να καταχωρισθεί ως νέο ακίνητο.
Στ51 Παραπέρα, το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί και στις περιπτώσεις που η μεταβολή επέρχεται κατά το στάδιο λειτουργούντος Κτηματολογίου. Στο πεδίο αυτό εξεταστέο παραμένει, αν συντρέχει περίπτωση πρώτης εγγραφής ή μεταγενέστερης εγγραφής.
Στην όλη αυτή προηγηθείσα αλυσίδα ενδεχόμενων περιπτώσεων δεν αποκλείεται καθόλου να συντρέχουν αντιδικίες μεταξύ ενδιαφερομένων, οπότε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχει κίνηση διαδικασιών εξωδικαστικής ή δικαστικής διαδικασίας επιλύσεως των διαφορών.
Στ52 Από την προηγηθείσα εντελώς συνοπτική προσέγγιση καθίσταται προφανές ότι οι επιπτώσεις της μεταβολής λόγω διορθώσεως, που οφείλεται στην έκτη περίπτωση διορθώσεως «πρόδηλου σφάλματος» είναι εξαιρετικά σημαντικές και εκτός του πεδίου των διατάξεων που διέπουν τους δασικούς χάρτες.
Δ. Πεδίο συνδυαστικής ερμηνείας
Στ53 Στο έκτο «πρόδηλο σφάλμα» απαντώνται όροι δασικοί, τοπογραφικοί και νομικοί. Ειδικότερα, στο Α6 ενυπάρχουν οι ακόλουθοι όροι: Το π.δ. 32/2106, η έννοια της χορτολιβαδικής εκτάσεως, η έκταση που αφορά σε πεδινή και ομαλής κλίσης περιοχή, καθώς και η εξαίρεση από τη δασική νομοθεσία σύμφωνα με το π.δ. 32.20167.
Στ54 Οι παραπάνω όροι υπό Α6, που ενδεικτικά αναφέρονται, εντάσσονται σε ένα νομικό κείμενο, όπως είναι η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Οι όροι  αυτοί, ανεξάρτητα από την αφετηρία τους είναι τεχνικοί νομικοί όροι. Για τον καθορισμό τους αφενός απαιτείται η προσφυγή στις ειδικές επιστήμες (δασολογία, τοπογραφία), αφετέρου πρέπει και πάλι να επισημανθεί ότι την τελική αρμοδιότητα έχει η νομική επιστήμη, κυρίως μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Στ55 Η συνταγματική θεώρηση όλων των νομοθετημάτων -συμπεριλαμβανομένων και των υπουργικών αποφάσεων, βέβαια και της ερμηνευτικής δεινότητας των ποικίλων εγκυκλίων που «δεσμεύουν» τα δασικά όργανα-  επιβάλλει αφενός τη συνεκτίμηση του Περιβαλλοντικού Δικαίου, αφετέρου την συνεφαρμογή του Κτηματολογικού Δικαίου.
X. Περίπτωση έβδομη «πρόδηλου σφάλματος» 
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως 
Ζ1 Το έβδομο λεγόμενο «πρόδηλο σφάλμα» ρυθμίζεται, όπως και καθένα από τα προηγούμενα, σε δύο κείμενα,  υπό το Α7 και υπό το Β7. Επαναλαμβάνουμε ότι πρόκειται για σφάλματα που εμφανίζονται σε δασικούς χάρτες, τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί κυρίως στις περιπτώσεις των δασικών χαρτών που έχουν αναρτηθεί.
Ζ2 Είναι γνωστό ότι μετά την ανάρτηση των δασικών χαρτών, που περιέχουν τις περιπτώσεις του έβδομου «πρόδηλου σφάλματος», παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αντιρρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι είναι δυνατό να κινούνται παράλληλα δύο διαδικασίες: αφενός η διαδικασία της εξετάσεως των αντιρρήσεων, αφετέρου η διαδικασία της αποκαταστάσεως του «πρόδηλου σφάλματος».
Α¹. Κείμενο υπό Α7 της υπουργικής αποφάσεως
Ζ3 Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής:
«Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής…
  Απόδοση ως “χορτολιβαδικής”, έκτασης που αφορά σε αναγνωρισμένη, κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικής, η οποία εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β7 της υπουργικής αποφάσεως
Ζ4 Σε σχέση με την έβδομη αυτή περίπτωση «πρόδηλων σφαλμάτων» ορίζονται στην υπουργική απόφαση (υπό Β7) τα ακόλουθα:
«7. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων αναγνωρισμένων ως ιδιωτικών
Στις περιπτώσεις που συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ είναι αναγνωρισμένες κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικές, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις». 
Β. Πεδίο τεχνικής επεξεργασίας 
Ζ5 Σύμφωνα με την παρ. 5, άρθρου 3, ν. 998/1979 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 32, ν. 4280/2014: «5. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου πλην των περιπτώσεων των άρθρων 17, 22, 63, 64 και 65 του παρόντος νόμου υπάγονται και οι εκτάσεις των επόμενων περιπτώσεων α΄ και β΄ του παρόντος, που δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 του ν. 3208/2003:
α) Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα.
β) Οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών».
Ζ6 Διευκρινίσεις για τον χαρακτηρισμό των χορτολιβαδικών και βραχωδών-πετρωδών εκτάσεων των περιπτώσεων 5α και 5β της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του νόμου 998/1979 όπως ισχύει, παρέχει η υπ’ αριθμ. 133383/6586/10-12-2015 εγκύκλιος του ΥΠΕΝ. Απόσπασμα της εγκυκλίου αναφέρει τα εξής:
«Η υπαγωγή των παραπάνω εκτάσεων (σημ. ιδιωτικές εκτάσεις των περιπτώσεων 5α και 5β) πρέπει (να) πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του προαναφερόμενου άρθρου, που αποτελεί τη διάταξη όπου συγκεντρούνται οι περιπτώσεις εκτάσεων που δεν προστατεύονται με τις δασικές διατάξεις. Δεδομένου όμως του γεγονότος της μη ύπαρξης σχετικής κατηγορίας στη διάταξη αυτή για τις ιδιωτικές εκτάσεις των περιπτώσεων 5α και 5β της παραγράφου 5του άρθρου 3 του νόμου 998/1979 ως ισχύει, όπως επίσης και για τις εκτάσεις των περιπτώσεων 5α και 5β της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, που δεν ανήκουν στην κατηγορία των ημιορεινών, ορεινών και ανωμάλων εδαφών, πρέπει η ένταξη να είναι γενική κι όχι ειδική, δηλαδή να γίνεται υπαγωγή στη διάταξη κι όχι σε κατηγορία αυτής [σχετική αντιμετώπιση υπήρξε για τις περιπτώσεις των εκτάσεων που δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και δεν κατηγοριοποιούνται στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του νόμου 998/1979 όπως ισχύει, στο παράρτημα της υπουργικής απόφασης αριθ. 118790/7487/22-10-2014 (ΦΕΚ 3632/Β ́/31-12-2014), στο Β ́ μέρος, περίπτωση 1]».
Ζ7 Μετά από αυτά, οι ιδιωτικές εκτάσεις των περιπτώσεων 5α και 5β της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του νόμου 998/1979, όπως ισχύει, θα χαρακτηρίζονται ως εξής: «… έκταση χορτολιβαδική ή βραχώδης/πετρώδης της περίπτωσης 5α ή 5β της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του νόμου 998/1979 ως ισχύει (ανάλογα), που λόγω της αναγνώρισής της ως ιδιωτικής σύμφωνα με… (αναφέρεται ο τρόπος της αναγνώρισης σύμφωνα με το άρθρο10 του νόμου 3208/2003, όπως ισχύει) υπάγεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του νόμου 998/1979 ως ισχύει, μην εμπίπτουσα στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Ζ8 «Ομοίως υπάγονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του νόμου 998/1979 ως ισχύει, χωρίς ένταξη σε κατηγορία αυτής της διάταξης (γενική υπαγωγή), οι εκτάσεις των περιπτώσεων 5α και 5β της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, που δεν ανήκουν στην κατηγορία των ημιορεινών, ορεινών και ανωμάλων εδαφών (οι πεδινές εκτάσεις αυτής της μορφής)».
Ζ9 Επίσης, στην εγκύκλιο οικ.156582/2790/19.5.2017 (ΑΔΑ: ΩΩΙ74653Π8-ΗΜΡ) του ΥΠΕΝ, παρατίθεται υπόδειγμα διαπιστωτικής πράξης εννοιολογικού προσδιορισμού και αντιστοίχου διάκρισης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 32/2016, των εκτάσεων που έχουν χαρακτηρισθεί τελεσιδίκως, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4280/2014, ως υπαγόμενες στις παραγράφους 6β ή 6γ του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (χορτολιβαδικές και βραχώδεις εκτάσεις).
Σύμφωνα με το υπόδειγμα της εγκυκλίου, για τις ιδιωτικές χορτολιβαδικές ή βραχώδεις/πετρώδεις εκτάσεις η διαπιστωτική πράξη του δασάρχη θα περιέχει το εξής κείμενο:
«…προσδιορίζεται εννοιολογικά και διακρίνεται αυτή αντιστοίχως ως ανήκουσα στην παράγραφο 1 ή 2 κατά περίπτωση, του άρθρου 5 του υπ’ αριθ. 32/2016 Προεδρικού διατάγματος, και στη παράγραφο 5α ή 5β του άρθρου 3 του νόμου 998/79 ως ισχύει, ως µη υπαγόμενη στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, εφόσον έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτική με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 του νόμου 3208/2003».
Ζ10 Στη διαδικασία κατάρτισης των δασικών χαρτών οι χορτολιβαδικές και οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών (παρ. 5α ή 5β του άρθρου 3 του νόμου 998/1979) που εξετάζονται για πρώτη φορά (δεν έχει προηγηθεί η διαδικασία του άρθρου 14 ν. 998/79), απεικονίζονται και καταχωρούνται στη σχετική βάση δεδομένων του δασικού χάρτη ως «Χορτολιβαδικές» εκτάσεις, υπαγόμενες στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Οι ίδιες εκτάσεις, εφόσον έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιωτικές με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 ν. 3208/2003, δεν 
υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και απεικονίζονται και καταχωρούνται στη σχετική βάση δεδομένων του δασικού χάρτη ως «άλλης μορφής/κάλυψης» εκτάσεις.
Με παρόμοιο τρόπο, έκταση που έχει χαρακτηρισθεί τελεσιδίκως, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4280/2014, ως υπαγόμενη στις παραγράφους 6β ή 6γ του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (χορτολιβαδικές και βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις), αποδίδεται στο δασικό χάρτη ως «ΠΧ» (Τελεσίδικες πράξεις και αποφάσεις χαρακτηρισμού με τις οποίες η έκταση χαρακτηρίστηκε ως «Χορτολιβαδική»). Η ίδια εκτάσεις, εφόσον έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτική με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 ν. 3208/2003, αποδίδεται στο δασικό χάρτη ως «ΠΑ» (Τελεσίδικες πράξεις και αποφάσεις χαρακτηρισμού με τις οποίες η έκταση χαρακτηρίστηκε ως Μη Δασική).
Γ. Πεδίο νομικής επεξεργασίας 
1. Γενικά
Ζ11 Όπως ήδη αναφέραμε, στις χορτολιβαδικές εκτάσεις αναφέρονται δύο «πρόδηλα σφάλματα», αφενός το έκτο αφετέρου το παρόν έβδομο πρόδηλο σφάλμα.
2. Οι κατ΄ ιδίαν όροι του έβδομου πρόδηλου σφάλματος
Ζ12 Πρέπει να εξετασθεί τόσο η «δυσνόητη» διατύπωση του κειμένου υπό το Α7 της υπουργικής αποφάσεως, όσο και το αντίστοιχο -καλύτερα διατυπωμένο- κείμενο υπό Β7 της ίδιας αποφάσεως.
Σύμφωνα με το Α7 «Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής…- απόδοση ως «χορτολιβαδικής», έκτασης που αφορά σε αναγνωρισμένη, κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικής, η οποία εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Παραπέρα, σύμφωνα με το κείμενο υπό Β7, «7. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων αναγνωρισμένων ως ιδιωτικών.
Στις περιπτώσεις που συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ είναι αναγνωρισμένες κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικές, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις».
2¹. Το κείμενο της περιπτώσεως του Α7
Ζ13 Στο κείμενο αυτό, πέρα από τον όρο «χορτολιβαδική έκταση», υπάρχουν τα  στοιχεία «απόδοση ως χορτολιβαδική», «κατά τις κείμενες διατάξεις», «έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικής», «δασική νομοθεσία», «εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
α. Εξεταστέα έννοια αυτή της «χορτολιβαδικής εκτάσεως»
Ζ14 Τη χορτολιβαδική έκταση προσεγγίσαμε ήδη παραπάνω[19]. Με τη διατύπωση «απόδοση ως “χορτολιβαδικής”» δίνεται η εσφαλμένη εντύπωση ότι άλλο περιεχόμενο έχει η δημόσια χορτολιβαδική έκταση και άλλο η ιδιωτική. Το ακριβές είναι ότι τόσο η μια όσο και η άλλη δε διαφέρουν καθόλου από εννοιολογική άποψη. Η ιδιοσυστασία της δε μεταβάλλεται.  Άλλο είναι το τελείως διαφορετικό ζήτημα του νομικού καθεστώτος που διέπει κάθε μια από αυτές, το οποίο μπορεί να διαφοροποιείται, όπως και πράγματι συμβαίνει.
β. Η διάκριση σε δημόσια και ιδιωτική χορτολιβαδική έκταση
Ζ15 Υπάρχουν δημόσιες και ιδιωτικές χορτολιβαδικές εκτάσεις[20]. Για τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, πέρα από το άρθρο 3, παρ. 5, υπό α, ν. 998/1979, υπάρχουν σημαντικές αναφορές στα άρθρα 153-155 ν. 4389/2016[21], καθώς και στην εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Επιβάλλεται ειδική κατά διάταξη ερμηνεία για να απαντηθεί το ερώτημα, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν ρυθμίσεις για τις δημόσιες ή ιδιωτικές χορτολιβαδικές εκτάσεις.
Ζ16 Ωστόσο, κατά την άποψή μας, μένει αναπάντητο το ερώτημα, πέρα από τη διάκριση κατά τη νομοθεσία μας, των χορτολιβαδικών εκτάσεων, η οποία έχει ως κριτήριο το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους (δημόσιο ή ιδιώτες), και αποβλέπει κυρίως στις επιτρεπόμενες χρήσεις, αν υπάρχει από τη φύση διαφορά των ιδιωτικών από τις δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις. Η απάντηση φαίνεται να είναι αρνητική. Πρόκειται, κατά κανόνα, για το ίδιας ποιότητας δασικό οικοσύστημα, όπου οι ποικίλες ελαφρές διαφοροποιήσεις δεν αλλάζουν την ουσία, που συνίσταται στη συγκρότηση δασικής οργανικής ενότητας.
Ζ17 Όπως γίνεται δεκτό στη νομολογία, – ΑΠ 2012/2016 –  «η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης (με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και της πανίδας) είναι εννοιολογικό στοιχείο κρίσιμα καθοριστικό του δάσους και της δασικής εκτάσεως και προσδίδει την ιδιαίτερη ταυτότητα του δασικού οικοσυστήματος[22]». Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση ορίζεται ότι «….Στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες τους, ενώ δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής μιας έκτασης ότι ορισμένα τμήματά της κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση…».
γ. Αναγνωρισμένη ως ιδιωτική κατά τις «κείμενες διατάξεις»
Ζ18 Οι «κείμενες διατάξεις» είναι μια ευρύτατη σύνθεση διατάξεων, η οποία καλύπτει νόμους, διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις. Περιορίζεται βέβαια από το αντικείμενο ρυθμίσεως, που είναι η αναγνώριση χορτολιβαδικών εκτάσεων ως ιδιωτικών. Αλλά και με τον περιορισμό αυτόν το αποτέλεσμα δεν είναι σαφές, ακριβές και πλήρες.
Ζ19 Στις κείμενες διατάξεις εντάσσονται:
Το άρθρο 3, παρ. 5, υπό α, ν. 998/1979.
Το άρθρο 10, παρ. 1,  ν. 3208/2003, σύμφωνα με το οποίο: «Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που: …»[23] (ακολουθεί μεγάλη σειρά σχετικών περιπτώσεων που κατανέμονται σε τρείς ενότητες δασικών εκτάσεων: αυτές που αναγνωρίσθηκαν ως ιδιωτικές[24], αυτές που παραχωρήθηκαν κατά κυριότητα[25], καθώς και αυτές που περιήλθαν κατά κυριότητα[26]).
Το π.δ. 32/2016 «Ορισμός επιστημονικών κριτηρίων και συνεκτιμώμενων στοιχείων για την υπαγωγή εκτάσεων στις περιπτώσεις των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979».
Η υπουργική απόφαση 153394/919/2017, (ΦΕΚ Β΄ 1366/2104/ 2017) «Καθορισμός, προσδιορισμός, τρόπος και διαδικασία διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων στην κατάρτιση και κύρωση των δασικών χαρτών».
δ. Η εξαίρεση της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας
Ζ20 Η ιδιωτική χορτολιβαδική έκταση «εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Με δυσκολία μπορεί να συμφωνήσουμε στη συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή. Η ουσία βρίσκεται στο αν η συγκεκριμένη έκταση είναι χορτολιβαδική και όχι αν η δεδομένη χορτολιβαδική έκταση είναι δημόσια ή ιδιωτική. Το κριτήριο ιδιοκτησίας στις χορτολιβαδικές εκτάσεις είναι ένα επισφαλές κριτήριο για την κρίση της υπαγωγής ή όχι των χορτολιβαδικών εκτάσεων στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο ιδιοκτησίας και όχι το κριτήριο της ιδιοσυστασίας της συγκεκριμένης εκτάσεως. Κατά τη γνώμη μας, εφόσον η κρίση με βάση το κριτήριο της ιδιοσυστασίας επιτρέπει το χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως χορτολιβαδικής, η μη υπαγωγή των ιδιωτικών χορτολιβαδικών εκτάσεων στις διατάξεις της δασική νομοθεσίας, υπακούει σε συμφέροντα, η ικανοποίηση των οποίων αντιτίθεται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, Συντ.
ε. Οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας
Ζ21 Η παραπομπή στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας επικαιροποιεί την αναζήτηση του νοήματος που αποδίδεται στον όρο «δασική νομοθεσία»[27]. Δεχθήκαμε παραπάνω[28] ότι ως δασική νομοθεσία νοείται το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το δασικό φαινόμενο, δηλαδή το δάσος και τις δασικές εκτάσεις εν γένει.
Ζ2Ζ Εξεταστέο παραμένει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εάν η παραπομπή στη δασική νομοθεσία νοείται ως παραπομπή στο σύνολο της νομοθεσίας αυτής, σε συγκεκριμένο μέρος της ή ακόμη στο σύνθεμα των διατάξεών της που είναι πρόσφορο για εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, πρέπει να συνεκτιμάται ο παράγοντας του χρόνου (δηλαδή δασική νομοθεσία κατά το χρόνο δημιουργίας της συγκεκριμένης διαφοράς ή κατά το χρόνο δημιουργίας των επικαλούμενων δικαιωμάτων), καθώς και ο παράγοντας του τόπου (εάν δηλαδή πρόκειται για νομοθεσία ισχύουσα σε όλη την επικράτεια ή σε μέρος αυτής).
Ζ23 Παράλληλο μπορεί να χαρακτηρισθεί το ζήτημα, κατά πόσο στον όρο «δασική νομοθεσία» -αντιπαραβαλλόμενο προς την «αγροτική νομοθεσία»- πρέπει να ενταχθούν και οι διατάξεις του Εποικιστικού Δικαίου, του Περιβαλλοντικού Δικαίου, καθώς και οι διατάξεις που διέπουν το  Εθνικό Κτηματολόγιο. Κατά την άποψή μας, αρμόζει καταφατική απάντηση. Εξάλλου, και σε αντίθετη περίπτωση, οι νόμοι 2308/1995 και 2664/1998 (οι οποίοι συνθέτουν το Εθνικό Κτηματολόγιο) θα εφαρμοσθούν ούτως ή άλλως.
Ζ24 Η «δασική νομοθεσία» διαφέρει από το Δασικό Δίκαιο[29]. Το τελευταίο, πέρα από νομοθετήματα (σύνταγμα, νόμοι, διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις) που συνθέτουν η δασική νομοθεσία, περιέχει δικαστικές αποφάσεις, συμβολές της επιστημονικής θεωρίας, καθώς και διοικητικές πράξεις. Από άλλη οπτική γωνία, το Δασικό Δίκαιο θεμελιώνεται στο Εμπράγματο Δίκαιο του ΑΚ, περιέχει σε μεγάλο βαθμό το Εποικιστικό Δίκαιο, συντίθεται με το Περιβαλλοντικό Δίκαιο, συνδέεται με το Κτηματολογικό Δίκαιο και με αυτήν την έννοια κατευθύνεται στο Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο[30].
Ζ25 Η δασική νομοθεσία δεν είναι καθόλου μια σταθερή νομοθεσία. Ποικίλει ανά χρόνο (με τις συνεχείς νομοθετικές επεμβάσεις κατά τη διαδρομή από το 1836 μέχρι σήμερα) και κατά τόπο (πέρα από τους κανόνες γενικού Δασικού Δικαίου υπάρχουν πολλοί κανόνες τοπικού Δασικού Δικαίου). Παρά τη ρευστότητα που απορρέει από τις συνεχείς νομοθετικές επεμβάσεις[31], τα άρθρα 17, 24 και 117, παρ. 3, Συντ συνιστούν το κύριο συνταγματικό σύνθεμα, στο οποίο στηρίζεται η υπάρχουσα δασική και κτηματολογική νομοθεσία[32]. Στο σύνθεμα αυτό αναφέρονται και σημαντικές αποφάσεις του ΣτΕ, οι οποίες προβάλλουν και το συνδυασμό των 24, παρ.1, και 117, παρ.3, Συντ με τις διατάξεις για τα κοινόχρηστα του  Εμπράγματου Δικαίου (ΑΚ 967)[33].
Ζ26 Στην παρούσα περίπτωση του έβδομου «πρόδηλου σφάλματος» η πρακτική σημασία του προσδιορισμού της δασικής νομοθεσίας έγκειται στο ότι συμβάλλει στον προσδιορισμό των εκτάσεων που εξαιρούνται από την υπαγωγή στη νομοθεσία αυτή[34].
3. Τρόπος αντιμετωπίσεως του έβδομου «πρόδηλου σφάλματος» κατά την υπουργική απόφαση υπό Β7
α. Η εισαγόμενη ρύθμιση
Ζ27 Όπως σε κάθε περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος» έτσι και στο παρόν Β7 υπάρχει ένας παράτιτλος και ακολουθεί το υπό αυτόν κείμενο.
«7. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων αναγνωρισμένων ως ιδιωτικών
Στις περιπτώσεις που συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ είναι αναγνωρισμένες κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικές, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις».
β. Παρατηρήσεις στην εισαγόμενη ρύθμιση
Ζ28 Ο παράτιτλος υπό το Β7 («Σφάλματα λόγω συμπερίληψης χορτολιβαδικών, βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων αναγνωρισμένων ως ιδιωτικών») είναι έτσι διατυπωμένος, ώστε θεωρείται δεδομένο το σφάλμα, όταν συμπεριλαμβάνονται στους δασικούς χάρτες αναγνωρισμένες ως ιδιωτικές χορτολιβαδικές, βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις.
Ζ29 Συγκρίνοντας τον παράτιτλο αυτόν με το κείμενο υπό το Α7 διαπιστώνουμε ότι υπάρχει και στα δύο κείμενα το στοιχείο «έκταση αναγνωρισμένη ως ιδιωτική». Παραπέρα, όμως, πρέπει να επισημανθεί ότι ενώ και στα δύο κείμενα υπάρχει η «χορτολιβαδική έκταση», από το Α7 απουσιάζουν οι «βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις», που εντοπίζονται στον παράτιτλο του Β7. Η απουσία αυτή κρίνεται σημαντική.
Ζ30 Σε σχέση με το κείμενο υπό το Β7 παρατηρούμε ότι εισάγεται διόρθωση των δασικών χαρτών, με το να εξαιρεθούν τα πολύγωνα που αφορούν στις εκτάσεις που υπάγονται «στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ είναι αναγνωρισμένες κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικές».
Ζ31 Η υπουργική απόφαση επιμένει και στην περίπτωση του έβδομου «πρόδηλου σφάλματος» υπό το κείμενο του Β7 ότι είναι σφάλμα -και μάλιστα πρόδηλο- το να συμπεριλαμβάνονται στους δασικούς χάρτες «εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ είναι αναγνωρισμένες κατά τις κείμενες διατάξεις, έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτικές». Όπως ήδη σημειώσαμε, σημαντικό δεν είναι αν οι χορτολιβαδικές εκτάσεις είναι δημόσιες ή ιδιωτικές, αλλά το ότι όλες έχουν την ίδια ιδιοσυστασία.
Ζ32 Συναφής είναι και η σχετική κρίση του ΣτΕ για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημοσίων[35].
i. «…Η τοιαύτη δε συνταγματική προστασία και μέριμνα αφορά, ως εκ της αδιαστίκτου διατυπώσεως της διατάξεως και εν όψει του εις ον αποβλέπει, κατά τα άνω, γενικωτέρου δημοσίου συμφέροντος σκοπού, τόσον εις τα δημόσια όσον και εις τα ιδιωτικά δάση (και δασικάς εκτάσεις), τα οποία είναι κατά την έννοιαν του Συντάγματος, υιοθετήσαντος εν τούτω (βλ. και διάταξιν του άρ. 117 παρ. 4 αυτού) την κατά την ψήφισίν του καθιερωμένην υπό της κοινής δασικής νομοθεσίας (βλ. ισχύον τότε άρθρον 2 παρ. 2 του Ν. Διατάγματος 86/1969) αντίστοιχον διάκρισιν, πάντα τα μη ανήκοντα εις το Δημόσιον, ήτοι εκείνα τα οποία ανήκουν εις ιδιώτας ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου…»[36].
ii. «…κάθε αποψιλουμένη δασική έκταση, δημοσία ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη προϋποθέσεων…»[37].
4. Συνταγματικότητα ρυθμίσεως του έβδομου πρόδηλου σφάλματος
Ζ33 Από την παραπάνω ανάλυση των επί μέρους στοιχείων της έβδομης εξεταζόμενης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος», υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, που, κατά την άποψή μας, εμπεριέχουν αντισυνταγματικότητα, δηλαδή αντιτίθενται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας.
Ζ34 Σημείο εκκινήσεως είναι το άρθρο 24 Συντ, αποτελούμενο από έξι παραγράφους και μια ερμηνευτική δήλωση. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι στο άρθρο 24, παρ. 1, εδ. α΄, ορίζεται ότι «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός»[38].
Ζ35 Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα δικαστικών αποφάσεων:
i. «…το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον έχουν αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό προκειμένου να εξασφαλιστεί στα όρια της Χώρας αφενός η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη και των επόμενων γενεών και αφετέρου η διάσωση και προστασία των μνημείων και άλλων στοιχείων προερχόμενων από την ανθρώπινη δραστηριότητα που συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και γενικώς την πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και συμβάλλουν στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης…»[39].
ii. «…για την πληρότητα της αιτιολογίας σχετικά με το έγκλημα της παράνομης εκχέρσωσης δάσους ή δασικής εκτάσεως ή την πρόκληση βλάβης της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση βάσει ποιας πράξεως ή αποφάσεως της διοικήσεως η έκταση αυτή επί της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις έχει χαρακτηρισθεί ως δασική, γιατί οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικράτειας που φέρει τα χαρακτηριστικά της, αποτελεί δασική έκταση (ΑΠ 721/2012)…»[40] .
iii. «…Συνεπώς, το δικαίωμα χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων αποτελεί αυτοτελή εκδήλωση του δικαιώματος της προσωπικότητας, όπως προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ (ΑΠ 718/2001). Το δικαίωμα επί της προσωπικότητας προσδιορίζεται εννοιολογικά και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 2 και 5 και 24 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, ενώ η συμπεριφορά με την οποία διαταράσσεται από τρίτους στοιχείο περιβαλλοντικό κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, είτε να αλλοιώνεται ή να καταργείται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου πράγματος, είτε να καθίσταται αδύνατη η χρήση του στοιχείου αυτού, συνιστά παράνομη προσβολή κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 970 Α.Κ., όπως αυτές εμπλουτίζονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος. Επομένως, το δικαίωμα του ανθρώπου στη χρήση και την απόλαυση της ωφέλειας του ζωτικού χώρου του, αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση της κατοχύρωσης από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, του κοινωνικού δικαιώματος στο περιβάλλον, που τριτενεργεί στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 967 επ. Α.Κ….»[41].
Ζ36 Η κρίση για τη συνταγματικότητα ή μη της συγκεκριμένης έβδομης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος» είναι εξίσου απαραίτητη, όπως και για τις αντίστοιχες κρίσεις των προηγούμενων περιπτώσεων «πρόδηλων σφαλμάτων» της επίμαχης υπουργικής αποφάσεως.
Ζ37 Επαναλαμβάνουμε και εδώ ότι η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως του έβδομου «πρόδηλου σφάλματος» βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη γενικότερη θέση που ακολουθείται για τη συνταγματικότητα ολόκληρης της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως με αντικείμενο τα λεγόμενα «πρόδηλα σφάλματα».
5. Χαρακτηρισμός ως πρόδηλου σφάλματος
Ζ38 Η εξαίρεση της υπαγωγής των ιδιωτικών χορτολιβαδικών εκτάσεων στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, όταν δεν εφαρμόζεται σε συγκεκριμένο δασικό χάρτη, χαρακτηρίζεται ως «πρόδηλο σφάλμα». Με τον τρόπο αυτό η υπουργική απόφαση χαρακτηρίζει ως «πρόδηλο σφάλμα» μια περίπτωση που δεν πρέπει να εντάσσεται ούτε καν στα δασικά σφάλματα.
Ζ39 Το συγκεκριμένο έβδομο «πρόδηλο σφάλμα» συμπυκνώνει περισσότερες περιπτώσεις τέτοιων σφαλμάτων (σε χορτολιβαδικές, βραχώδεις, πετρώδεις εκτάσεις). Όπως ήδη σημειώθηκε, ο χαρακτηρισμός τους ως «πρόδηλου σφάλματος» είναι ανεπιτυχής, διότι όχι μόνο δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, παρά το σχετικό χαρακτηρισμό, αλλά δε συντρέχουν καν και οι προϋποθέσεις του σφάλματος.
Ζ40 Στο πλαίσιο της απόψεως που ακολουθείται παραπάνω, δεν τίθεται ζήτημα αποκαταστάσεως σφάλματος ανύπαρκτου.
Αντίθετα, στο πλαίσιο της εκδοχής της επίμαχης υπουργικής αποφάσεως, που αποδέχεται την ύπαρξη σφάλματος, αμφισβητείται αν ένα τέτοιο σφάλμα μπορεί να είναι πρόδηλο. Ο χαρακτηρισμός του ως προδήλου είναι ανεπιτυχής. Σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για ένα τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Ζ41 Στις περιπτώσεις αυτές που δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία αποκαταστάσεως του σφάλματος, κατά τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί, αφού λείπουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Ζ42 Η αποκατάσταση των μη πρόδηλων σφαλμάτων θα επιτευχθεί με βάση την ισχύουσα δασική νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, παράλληλα και το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού κώδικα, το Εποικιστικό, το Περιβαλλοντικό, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Ζ43 Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός κινείται στο πεδίο της δασικής νομοθεσίας και διαφέρει από τα πρόδηλα σφάλματα του Κτηματολογικού Δικαίου.
6. Σημασία για το Εμπράγματο Δίκαιο  ΑΚ και για το Κτηματολογικό Δίκαιο
Ζ44 Σημαντικές είναι οι επιπτώσεις που επέρχονται στο Εμπράγματο Δίκαιο του ΑΚ καθώς και στο Κτηματολογικό Δίκαιο από την εφαρμογή στην πράξη του έβδομου «πρόδηλου σφάλματος». Η κυριότερη επίπτωση επέρχεται στη νομική κατάσταση των συγκεκριμένων εκτάσεων.
Ζ45 Η εξαίρεση της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας συνιστά μια εξαιρετικά σημαντική μεταβολή στη νομική κατάσταση της συγκεκριμένης εκτάσεως ως ακινήτου. Εφόσον μεταβάλλεται η νομική κατάσταση, μεταβάλλονται οι εμπράγματες σχέσεις της κυριότητας της νομής κα της κατοχής, αλλά και οι δουλείες και υποθήκες. Οι εμπράγματες αυτές σχέσεις απομακρύνονται από το προηγούμενο νομικό καθεστώς και εντάσσονται σε ένα νέο. Οι μεταβολές αυτές δεν περιορίζονται μόνο στο έδαφος αλλά επεκτείνονται στα κτίρια, κτίσματα και άλλες κατασκευές που υπάρχουν στην εξεταζόμενη έκταση.
Ζ46 Στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου η όλη κατάσταση εμφανίζεται περισσότερο πολύπλοκη. Για οικονομία της ύλης, παραπέμπουμε στις συνοπτικές θέσεις που σημειώσαμε παραπάνω[42].
Δ. Πεδίο συνδυαστικής ερμηνείας
Ζ47 Το παρόν έβδομο «πρόδηλο σφάλμα» περιέχει όρους δασικούς, τεχνικούς και νομικούς. Τέτοιοι είναι, ενδεικτικά, οι όροι «χορτολιβαδικές εκτάσεις», «δημόσιες ή ιδιωτικές», «κείμενες διατάξεις», «εξαίρεση υπαγωγής», καθώς και «δασική νομοθεσία», όλοι υπό το Α7. Σε αυτές πρέπει να προστεθούν και οι «βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις» (κατά το Β7).
Ζ48 Όλοι οι παραπάνω όροι υπό Α7 και Β7 είναι τεχνικοί νομικοί όροι, εφόσον υπάρχουν στο σώμα ενός νομοθετήματος, όπως είναι ή εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Για τον καθορισμό τους αφενός απαιτείται προσφυγή στις ειδικές επιστήμες (δασολογία, τοπογραφία), αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι την τελική αρμοδιότητα έχει η νομική επιστήμη, κυρίως μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Ζ49 Όπως και στις άλλες περιπτώσεις έτσι και για το παρόν έβδομο «πρόδηλο σφάλμα» πρέπει αφενός να συνεκτιμάται το σύνολο των ρυθμίσεων του Περιβαλλοντικού Δικαίου, αφετέρου να εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαίου. 
XI. Περίπτωση όγδοη «πρόδηλου σφάλματος» 
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως
Η1 Το όγδοο «πρόδηλο σφάλμα» έχει ως αντικείμενο τις τεχνητές δασικές φυτείες, καθώς και συγκεκριμένες φυτεύσεις δένδρων. Ρυθμίζεται, όπως και καθένα από τα προηγούμενα «πρόδηλα σφάλματα», σε δύο κείμενα, υπό το Α8 και υπό το Β8. Επαναλαμβάνουμε ότι πρόκειται για σφάλματα που εμφανίζονται σε δασικούς χάρτες, τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί κυρίως στις περιπτώσεις των δασικών χαρτών που έχουν αναρτηθεί.
Η2 Μετά την ανάρτηση των δασικών χαρτών, που περιέχουν τις περιπτώσεις του όγδοου «πρόδηλου σφάλματος», παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αντιρρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι είναι δυνατό να κινούνται παράλληλα δύο διαδικασίες: αφενός η διαδικασία της εξετάσεως των αντιρρήσεων, αφετέρου η διαδικασία της αποκαταστάσεως του όγδοου «πρόδηλου σφάλματος».
Α1. Κείμενο υπό το Α8 υπουργικής αποφάσεως 
Η3 Η ρύθμιση υπό το Α8 της υ.α. 153394/919/12.04.2017 έχει ως εξής:
  «- απόδοση ως δασικής, έκτασης που αφορά τεχνητή δασική φυτεία, η οποία εξαιρείται της υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Το παραπάνω κείμενο πρέπει να συγκριθεί με το κείμενο υπό Β8.
Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β8 της υπουργικής αποφάσεως
Η4 Σε σχέση με την όγδοη αυτή περίπτωση «πρόδηλων σφαλμάτων» ορίζονται στην υπουργική απόφαση (υπό Β8) τα ακόλουθα:
«8. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης τεχνητών δασικών φυτειών ως δασικών εκτάσεων
Στις περιπτώσεις που συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως δασικές ενώ αποτελούν τεχνητές δασικές φυτείες, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις».
Β. Πεδίο τεχνικής επεξεργασίας
Η5 Η διάταξη του άρθρου 3, παρ. 4, ν. 998/1979 (Α΄ 289), πριν από την αντικατάστασή της με την παρ. 1, του άρθρου 1 του ν. 3208/2003, όριζε ότι: «Εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και αι εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών ευρισκόμεναι εκτάσεις, αι οποίαι καλύπτονται υπό δασικής βλαστήσεως φυσικώς ή τεχνητώς δημιουργούμενης (πάρκα ή άλση) ως και αι οπουδήποτε δημιουργούμεναι δενδροστοιχίαι ή δασικαί φυτείαι».
Με την παρ. 1, του άρθρου 1, ν. 3208/2003 αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν.998/1979 και η παραπάνω παράγραφος 4, μετά την αναρίθμησή της σε παράγραφο 5, όριζε ότι «Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, καθώς και οι εκτάσεις που κηρύσσονται ή έχουν κηρυχθεί με πράξη της αρμόδιας αρχής ως δασωτέες ή αναδασωτέες».
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27, παρ. 1, ν. 2664/1998 «Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις» (Α΄ 275), όπως αυτή είχε πριν την αντικατάσταση της με την παρ. 1, του άρθρου 5, ν. 3208/2003, «1. Οι δασικοί χάρτες καταρτίζονται… Τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων, όπως αυτές προσδιορίζονται στις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 «περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας» (ΦΕΚ 289 Α’), εξαιρουμένων των τεχνητών δασικών φυτειών, λαμβάνονται». Η αναφορά στην εξαίρεση των τεχνητών δασικών φυτειών στην κατάρτιση των δασικών χαρτών παύει να υπάρχει στην εν λόγω διάταξη μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1, του άρθρου 5, ν. 3208/2003 («1. Οι δασικοί χάρτες καταρτίζονται… Τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό των δασών και των δασικών εκτάσεων λαμβάνονται…») και ο όρος «Τεχνητές δασικές φυτείες» εμφανίζεται ως τίτλος του άρθρου 11 του ν. 3208/2003.
Το άρθρο 11, ν. 3208/2003 «Τεχνητές δασικές φυτείες» ορίζει ότι: «Οι υπαγόμενες στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του N. 998/1979 ιδιωτικές γεωργικές εκτάσεις, στις οποίες υπάρχουν ή δημιουργούνται τεχνητές δασικές φυτείες, δεν προσλαμβάνουν εκ του λόγου αυτού το δασικό χαρακτήρα. Με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στους σχετικούς κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ιδιοκτήτες αυτών των εκτάσεων διαχειρίζονται τις δασικές φυτείες ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς ως προς το χρόνο και το είδος της υλοτομίας και τη μετέπειτα χρήση του αγρού. Για την υλοτομία των εν λόγω φυτειών και τη διακίνηση και εμπορία των παραγόμενων προϊόντων, εκδίδεται ατελώς από την αρμόδια δασική υπηρεσία σχετική άδεια κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 176 του Δασικού Κώδικα.».
Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για φυτείες που δημιουργήθηκαν ή δημιουργούνται επί γεωργικών εκτάσεων από τους ιδιοκτήτες τους (λευκώνες, χριστουγεννιάτικα δένδρα, δασικές φυτείες με τον κανονισμό ΕΟΚ 2080 κ.λπ.). Η εν λόγω ρύθμιση αποσκοπεί στην αύξηση του πρασίνου, γιατί με τις διατάξεις που ισχύουν (μαχητό τεκμήριο κυριότητας κ.λπ.) οι πολίτες είναι διστακτικοί να αναπτύξουν φυτείες στους αγρούς τους, φοβούμενοι ότι με την πάροδο του χρόνου θα τους τεθούν περιορισμοί ως προς τη μελλοντική χρήση του αγρού τους και πιθανόν και αμφισβητήσεις ως προς το ιδιοκτησιακό θέμα.
Σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας[43] εξαιρούνται της προστασίας των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας εκείνες μόνο οι δασικές φυτείες (λευκώνες, χριστουγεννιάτικα δένδρα, δασικές φυτείες με τον κανονισμό ΕΟΚ 2080 κ.λπ.) που δημιουργούνται επί ιδιωτικών γεωργικών εκτάσεων, με σκοπό την υλοτομία, τη διακίνηση και εμπορία δασικών προϊόντων και όχι δασικές φυτεύσεις επί εκτάσεων άλλης μορφής ή για άλλο σκοπό. Την ίδια έννοια είχε, σύμφωνα με το ΣτΕ, και η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ν. 2664/1998, όπως είχε πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν.3208/2003[44].
Η παραπάνω εξαίρεση από τις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας επεκτείνεται περαιτέρω με την παρ. 4, του άρθρου 32 ν. 4280/2014 με την οποία αντικαταστάθηκαν οι παρ. 3 έως και 6, του άρθρου 3 ν. 998/1979 και θεσπίζονται νέες εξαιρέσεις. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη της παρ. 6, του άρθρου 3, του ν. 998/1979 «6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου:
α)…
β)…
γ) Οι τεχνητές δασικές φυτείες που δημιουργούνται από τους ιδιοκτήτες τους, ως και οι από αυτούς φυτεύσεις δένδρων, επί εκτάσεων που έχουν τη μορφή των ανωτέρω περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 5 ή των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου 6, είτε σε εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων είτε όχι, με σκοπό την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων ή την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου.
Με τη νέα διάταξη της παρ. 6γ, δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 998/1979 οι «τεχνητές δασικές φυτείες» αλλά και οι «φυτεύσεις δένδρων». Επίσης, οι «τεχνητές δασικές φυτείες» και οι «φυτεύσεις δένδρων» δημιουργούνται όχι μόνο σε ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις (περ. α΄ της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979) αλλά, επιπλέον, και: α) σε εκτάσεις που έχουν τη μορφή της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5, δηλαδή οι εκτάσεις που είχαν πριν την «τεχνητή δάσωση» ή «φύτευση», «χορτολιβαδική μορφή», β) σε εκτάσεις που είχαν τη μορφή της περίπτωσης β’ της παραγράφου 5, δηλαδή οι εκτάσεις που είχαν πριν την «τεχνητή δάσωση» ή «φύτευση», μορφή «βραχώδη» ή «πετρώδη», και γ) σε εκτάσεις που είχαν τη μορφή της περίπτωσης β’ της παραγράφου 6, δηλαδή σε εκτάσεις που είτε στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 είτε σε εκείνες του 1960 εμφάνιζαν αγροτική μορφή και μεταγενέστερα πριν την «τεχνητή δάσωση» ή «φύτευση», τη μορφή της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5, δηλαδή τη «χορτολιβαδική μορφή».
Τέλος, με τη νέα διάταξη διευρύνονται οι σκοποί υπό τη συνδρομή των οποίων, η δημιουργία «τεχνητών δασικών φυτειών» ή η «φύτευση δέντρων», δεν μεταλλάσσει τις παραπάνω εκτάσεις σε «δάσος» ή «δασική έκταση», ώστε να υπάγονται στις διατάξεις του ν. 998/1979: Όχι μόνον η δημιουργία τεχνητών δασικών φυτειών ή η φύτευση δέντρων με σκοπό την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων (ή, κατά το λεκτικό του άρθρου 11 του ν. 3208/2003, την υλοτομία, τη διακίνηση και εμπορία δασικών προϊόντων), αλλά, επίσης, ούτε η δημιουργία φυτειών ή η φύτευση δέντρων με σκοπό την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου, μεταλλάσσει σε «δάσος» ή «δασική έκταση» τις εκτάσεις αυτές[45].
Από δασοκομικής απόψεως, εκτάσεις που καλύπτονται από «τεχνητές δασικές φυτείες» ή από «φυτεύσεις δένδρων», ανεξαρτήτως εάν δημιουργήθηκαν σε ιδιόκτητες γεωργικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις με σκοπό την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων ή την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου, με το πέρασμα των χρόνων και υπό ορισμένες συνθήκες (θέση, μέγεθος έκτασης, τρόπος διαχείρισης, κ.λπ.) μπορεί να αποκτήσουν όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δασικού οικοσυστήματος. Σταδιακά, δηλαδή, και υπό την επίδραση κατάλληλων συνθηκών, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ένα οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους (γεωργική ή χορτολιβαδική έκταση πριν την δάσωση ή την φύτευση), τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, να αποτελέσουν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Σε τέτοιες περιπτώσεις, επειδή οι εκτάσεις αυτές έχουν αποκτήσει μορφή ή/και χαρακτηριστικά δασικής έκτασης μπορεί να συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες ως «δασικές». Ακόμα, όμως, και εκτάσεις που καλύπτονται από «τεχνητές δασικές φυτείες» ή από «φυτεύσεις δένδρων» αλλά δεν έχουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δασικού οικοσυστήματος, μπορεί να συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες ως «δασικές» εάν ο χαρακτηρισμός τους βασίστηκε αποκλειστικά στην εξέταση αεροφωτογραφικού υλικού και δεν συνοδεύτηκε από επιτόπια αυτοψία.
Οι «τεχνητές δασικές φυτείες» που δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας αλλά έχουν αποδοθεί στους αναρτημένους δασικούς χάρτες ως «δασικές», εμφανίζονται με τον χαρακτηρισμό/ετικέτα «ΑΔ» (άλλης μορφής κάλυψης στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης / δάση και δασικές εκτάσεις στις Α/Φ πρόσφατης λήψης. Σύμφωνα με την αριθ. 158576/1579/4.7.2017 (Β΄ 2373)[46] υπουργική απόφαση, στις εργασίες κατάρτισης δασικών χαρτών «Τεχνητές δασικές φυτείες που δημιουργούνται από τους ιδιοκτήτες τους, ως και οι από αυτούς φυτεύσεις δένδρων, επί εκτάσεων που έχουν τη μορφή των περιπτώσεων α΄και β΄ της παραγράφου 5 ή των περιπτώσεων α΄και β΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του Ν. 998/79, είτε σε εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων ή όχι, με σκοπό την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων ή την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου αποδίδονται ως ‘‘άλλης μορφής/κάλυψης’’ (ΑΑ)». 
Γ. Πεδίο νομικής επεξεργασίας
1. Γενικά 
Η6 Ακολουθούμε για τη νομική επεξεργασία του όγδοου «πρόδηλου σφάλματος» την υπάρχουσα κατανομή των διατάξεων σε Α8 και Β8. Παραπέρα, για την αποκατάσταση του συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος» προσφεύγουμε  στις κοινές ρυθμίσεις υπό Β1 έως Β8. Προηγείται η νομοτυπική μορφή υπό Α8 και ακολουθεί η αντίστοιχη υπό Β8.
2. Οι κατ΄ ιδίαν όροι
2¹. Νομοτυπική μορφή του όγδοου «πρόδηλου σφάλματος» υπό Α8
Η7 Στη νομοτυπική μορφή της διατάξεως υπό Α8 περιέχονται τα ακόλουθα στοιχεία:
«τεχνητή δασική φυτεία»·
«απόδοση ως δασικής εκτάσεως»∙
«εξαίρεση υπαγωγής στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
α. Οι τεχνητές δασικές φυτείες 
α¹. Το κείμενο του νόμου 
Η8 Στις «τεχνητές δασικές φυτείες», ως συγκεκριμένο νομικό τεχνικό όρο, υπάρχει, σε δύο περιπτώσεις, ρητή αναφορά στο ν. 998/1979.
Έτσι, στο άρθρο 3, παρ. 6, υπό γ΄, ν. 998/1979 ορίζεται ότι «6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου: … γ) Οι τεχνητές δασικές φυτείες που δημιουργούνται από τους ιδιοκτήτες τους, ως και οι από αυτούς φυτεύσεις δένδρων, επί εκτάσεων που έχουν τη μορφή των ανωτέρω περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 ή των περιπτώσεων α` και β` της παρούσας παραγράφου 6, είτε σε εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων είτε όχι, με σκοπό την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων ή την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου».
Κάθε μια από τις παραπάνω περιοχές:
• Μπορεί να υπάγεται σε διατάξεις της (υπόλοιπης) δασικής νομοθεσίας, πλην του ν. 998/1979, λ.χ. του ν. 3880/2010, όπως αυτός ισχύει μετά τις επεμβάσεις που επέφεραν οι διατάξεις των άρθρων 153-155 ν. 4389/2016. Αυτονόητο είναι ότι η μη υπαγωγή στο ν. 998/1979 διαφέρει από τη μη υπαγωγή στη δασική νομοθεσία.
• Μπορεί κατά περίπτωση να υπάγεται σε νόμους που διέπουν την προστασία του περιβάλλοντος· για παράδειγμα στο ν. 1650/1986.
• Εντάσσεται στις ρυθμίσεις του Κτηματολογικού Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι ισχύει και στην περίπτωσή της η υποχρέωση υποβολής δηλώσεως κατά το άρθρο 2 ν. 2308/1995 (στάδιο κτηματογραφήσεως), καθώς και στην υποχρέωση καταχωρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 2664/1998 (στάδιο λειτουργούντος Κτηματολογίου). Οι δηλώσεις και καταχωρίσεις αυτές πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και πλήρεις, αλλιώς αναδύεται η ανάγκη αποκαταστάσεως της κτηματολογικής ορθότητας με βάση την εισαγόμενη στο Κτηματολογικό Δίκαιο εξωδικαστική και δικαστική προστασία.
• Συνιστά τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται στον έλεγχο των αρμόδιων δικαστηρίων[47].
Εξάλλου, στο άρθρο 21, παρ. 1, υπό β, ν. 998/1979, όπου υπάρχει η διατύπωση «υποδειγματικές δασικές φυτείες», ορίζεται ότι:
«1. Το Υπουργείον Γεωργίας δύναται να προβαίνη δαπάναις του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών :…
β) Εις την παροχήν βραβείων δια την εκπόνησιν μελετών αφορωσών εις την διαχείρισιν, προστασίαν και βελτίωσιν ή ανάπτυξιν των ελληνικών δασών ή την συμμετοχήν εις εκθέσεις ή την ανάπτυξιν υποδειγματικών δασικών φυτειών
».
Η9 Παρατηρούνται σε σχέση με τα δύο παραπάνω κείμενα (άρθρα 3, παρ. 6, υπό γ΄, και 21, παρ. 1, υπό β, ν. 998/1979) τα ακόλουθα:
Το άρθρο 3, παρ. 6, υπό γ΄, ν. 998/1979 ρυθμίζει τόσο τις τεχνητές δασικές φυτείες, όσο και συγκεκριμένες φυτεύσεις δένδρων· αντίθετα, το όγδοο «πρόδηλο σφάλμα» ρυθμίζει (υπό Α8 και Β8) μόνο τις «τεχνητές δασικές φυτείες».
Το άρθρο 21, παρ. 1, υπό β, ν. 998/1979 εισάγει το νέο τεχνικό νομικό όρο «υποδειγματικές δασικές φυτείες».
α². Ερμηνευτικές προσεγγίσεις
Η10 Διακρίνουμε τέσσερα ζητήματα που προσφέρονται προς εξέταση. Το πρώτο έχει σχέση με τη συγκεκριμένη επιλογή του νόμου: Δεν υπάγονται στο ν. 998/1979 οι «τεχνητές δασικές φυτείες». Το επόμενο ζήτημα είναι η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως. Το τρίτο ζήτημα είναι τι άλλο δεν υπάγεται στο νόμο 998/1979, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης παραγράφου. Τέλος, το τέταρτο ζήτημα αφορά στην υπόλοιπη νομοθεσία, δασική και μη, στην οποία υπάγονται οι «τεχνητές δασικές φυτείες» και τα άλλα αντικείμενα ρυθμίσεως της ίδιας παραγράφου.
i. Ως προς το πρώτο ζήτημα
Η11 Εξαιρούνται από την υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 998/1979 οι «τεχνητές δασικές φυτείες» και συγκεκριμένες «φυτεύσεις δένδρων» εφόσον συντρέχουν οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 3, παρ. 6, υπό γ΄, ν. 998/1979.
Εάν συγκρίνουμε τις παραπάνω δύο περιπτώσεις υπό το στοιχείο γ΄ (της παρ. 6 του άρθρου 3) με τις άλλες περιπτώσεις που δεν υπάγονται στο ν. 998/1979 κατά την ίδια παράγραφο 6, (λ.χ.  με τις «ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις, αλυκές, αμμώδεις εκτάσεις της παραλιακής ζώνης), διαπιστώνουμε ότι οι πρώτες είναι οι μόνες εκτάσεις που ενώ στην κυριολεξία έχουν δασική βλάστηση -και με την έννοια αυτή εντάσσονται στο δασικό πλούτο της επικράτειας- δεν υπάγονται στο ν. 998/1979. Αυτή η συγκεκριμένη ρύθμιση κινείται στα μη ανεκτά όρια νομοθετικής αξιολογικής σταθμίσεως.
Η12 Για την κατανόηση της εισαγόμενης εξαιρέσεως απαιτείται να προσεγγίσουμε τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Η13 Τι νοείται με τον όρο «τεχνητές δασικές φυτείες»[48];
Πρόκειται για χωρική ενότητα δασικών φυτεύσεων κατά τρόπο τεχνητό, δηλαδή για φυτεύσεις που γίνονται από τον άνθρωπο, για ικανοποίηση συγκεκριμένων στόχων. Οι στόχοι αυτοί είναι ποικίλοι· ο νόμος, όμως, τους καθορίζει, περιορίζοντάς τους, στους εξής δύο: «με σκοπό την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων ή την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου».
Η14 Η παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων είναι αναμφισβήτητα χρήσιμη για τον άνθρωπο. Αυτό που δε φαίνεται να είναι χρήσιμο για τον άνθρωπο είναι, λόγω της παραγωγής αυτής, να εξαιρούνται οι συγκεκριμένες δασικές εκτάσεις από την υπαγωγή στο νόμο 998/1979. Θα μπορούσε να προβλεπόταν μια κατά περίπτωση εξαίρεση από την υπαγωγή σε συγκεκριμένες διατάξεις του ν. 998/1979 και όχι συλλήβδην η εξαίρεση από την υπαγωγή σε όλο το νόμο. Μια τέτοια συλλήβδην εξαίρεση δεν ανταποκρίνεται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, Συντ, τα οποία προστατεύουν τα δάση και δασικές εκτάσεις εν γένει, χωρίς διάκριση αν πρόκειται για αυτοφυείς ή τεχνητές δασικές εκτάσεις.
Η15 Δεν αποκλείονται, μάλιστα, περιπτώσεις καταστρατηγήσεων και αυτού του σκοπού, που υπηρετείται μέσω της εξαιρέσεως των «τεχνητών δασικών φυτειών». Για παράδειγμα, αν ο ιδιώτης μιας τεχνητής δασικής φυτείας κρίνει ότι δεν είναι προσοδοφόρος για αυτόν η συγκεκριμένη παραγωγή δασικών προϊόντων, (την οποία μάλιστα μπορεί να χρησιμοποίησε ως πρόσχημα) και αν αποφασίσει να την αντικαταστήσει με ανέγερση κτιρίων ή με την κατασκευή τουριστικών εγκαταστάσεων, η εγκατάλειψη της «τεχνητής δασικής φυτείας», αυτή καθ΄ αυτή, δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρει άμεσα το Δασικό Δίκαιο, με την έννοια ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 998/1979 και προφανώς οι διατάξεις του Περιβαλλοντικού Δικαίου.
Η16 Παραπέρα, εγείρονται σημαντικά ζητήματα.
Μπορεί από τον περιορισμό αυτό να συναχθεί το συμπέρασμα, ότι αν οι στόχοι είναι διαφορετικοί (λ.χ. αναδασώσεις εκτάσεων λόγω λαθροϋλοτομίας ή λόγω κατολισθήσεων ή λόγω παράνομων εκχερσώσεων), τότε δεν πρόκειται για «τεχνητή δασική φυτεία»; Η ιδιοσυστασία μιας δασικής εκτάσεως επηρεάζεται από το σκοπό για τον οποίο γίνονται οι φυτεύσεις; Ο σκοπός αυτός δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την ιδιοσυστασία των τεχνητών δασικών εκτάσεων[49].
Η17 Αλλά και από την άλλη μεριά, όταν η λεγόμενη «τεχνητή δασική φυτεία» ή οι «φυτεύσεις» δέντρων γίνεται για την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου[50],  για ποιο λόγο πρέπει αυτή να μην υπάγεται στο ν. 998/1979; Είναι προφανές ότι η αισθητική του τοπίου εντάσσεται στους σκοπούς του ν. 998/1979 αλλά και στους κύριους στόχους του Περιβαλλοντικού Δικαίου[51].
Η18 Πέρα από τη συχνή αναφορά της νομολογίας σε αισθητικά δάση, ευχάριστη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι πολλές αποφάσεις του ΣτΕ επιλέγουν και εφαρμόζουν τον παράγοντα της αισθητικής εν γένει, ειδικότερα του αισθητικού κάλλους[52].
ii. Ως προς το δεύτερο ζήτημα
Η19 Ως δεύτερο ζήτημα επιλέξαμε τη συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως του άρθρου 3, παρ. 6, υπό γ΄, ν. 998/1979.
Η20 Πρώτο σχετικό θέμα είναι η επιλογή, ότι ένας νόμος που έχει εισαχθεί για την εφαρμογή των άρθρων και 24 και 117, παρ. 3, Συντ, με την παραπάνω ρύθμισή του «αυτοεξαιρείται» -δηλαδή «αυτοαναιρείται»- για τις συγκεκριμένες εκτάσεις, όπως είναι οι «τεχνητές δασικές φυτείες».
Η21 Στο πεδίο αυτό το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην αρχή της φέρουσας ικανότητας, δηλαδή της ικανότητας μιας περιοχής να δέχεται και άλλες (πρόσθετες) ανθρώπινες δραστηριότητες, χωρίς να υποβαθμίζεται κατά ανεπανόρθωτο τρόπο το περιβάλλον[53]. Κατά τον Δεκλερή, με δεδομένη την πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των οικοσυστημάτων, η φέρουσα ικανότητα συγκεκριμένης εκτάσεως είναι το απαραβίαστο όριο αναπτύξεως των ανθρωπογενών συστημάτων. Πέραν αυτού δεν υπάρχει ανάπτυξη, αλλά αποσταθεροποίηση και εντροπία, πρώτα του οικοσυστήματος και ύστερα του ανθρωπογενούς συστήματος[54]. Ένας ραγδαίος και απρογραμμάτιστος πολλαπλασιασμός των «τεχνητών δασικών φυτειών», υπό καθεστώς μη υπαγωγής στο ν. 998/1979, με στόχο την κερδοφορία των σχετικών επιχειρήσεων, επιβάλλει τον αναγκαίο σχεδιασμό σε επίπεδο νομού ή περιφέρειας, ενόψει της ανάγκης κατανομής των σχετικών δραστηριοτήτων ανά την επικράτεια. Φραγμοί στην ανάπτυξη των τεχνητών δασικών φυτειών επιβάλλονται, όταν παρατηρείται κατάχρηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων.
Η22 Η εξομοίωση δημόσιων και ιδιωτικών δασών ως προς τις προϋποθέσεις μεταβολής του δασικού τους χαρακτήρα, καθώς και της μεταβολής της εκμεταλλεύσεώς τους είναι υποχρεωτική για τις δασικές υπηρεσίες. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για την κατεδάφιση αυθαιρέτων σε δάσος, δασική έκταση ή αναδασωτέα έκταση, καθώς και (προσθέτουμε) σε «τεχνητές δασικές φυτείες».
Η23 Ζήτημα μπορεί να προκύψει σε σχέση με τον κανόνα της απαγορεύσεως μεταβολής του προορισμού των δασών κατά το άρθρο 45, παρ. 1, ν. 998/1979. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «Δεν επιτρέπεται, εν όλω ή εν μέρει, οποιαδήποτε επέμβαση που συνεπάγεται μεταβολή του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων, πλην όσων ορίζονται ως επιτρεπτές στο παρόν Κεφάλαιο»[55]. Ανακύπτει το ερώτημα, εάν στη νομοτυπική μορφή αυτής της διατάξεως εντάσσονται και οι «τεχνητές δασικές φυτείες». Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, παρ. 6, υπό γ΄, και 45, παρ. 1, ν. 998/1979 φαίνεται ότι ο κανόνας της απαγορεύσεως καταλαμβάνει και τις «τεχνικές δασικές φυτείες». 
iii. Ως προς το τρίτο ζήτημα
Η24 Το τρίτο ζήτημα είναι ο προσδιορισμός των εκτάσεων που δεν υπάγονται στο νόμο 998/1979, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης παραγράφου. Πέρα από τις «τεχνητές δασικές φυτείες» δεν υπάγονται στο ν. 998/1979:
«… οι από αυτούς (τους ιδιοκτήτες) φυτεύσεις δένδρων, επί εκτάσεων που έχουν τη μορφή των ανωτέρω περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 ή των περιπτώσεων α` και β` της παρούσας παραγράφου 6, είτε σε εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων είτε όχι, με σκοπό την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων ή την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου».
Ειδικότερα, στην κατηγορία των «φυτεύσεων δένδρων» εντάσσονται δυο υποκατηγορίες:
(α) Υποκατηγορία πρώτη
Η25 Εκτάσεις με μορφή των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 5 του άρθρου 3, ν. 998/1979 είναι οι ακόλουθες:
«α) Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα.
β) Οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών
».
(β) Υποκατηγορία δεύτερη
Η26 Εκτάσεις με μορφή των περιπτώσεων α’ και β’ της παρ. 6, άρθρου 3 ν. 998/1979. Εδώ ανήκουν:
α) Οι ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις.
β) Οι εκτάσεις που έχουν τη μορφή της περίπτωσης α` της παραγράφου 5 του παρόντος, που στη λήψη Α/Φ έτους 1945 ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, εμφάνιζαν αγροτική μορφή.
Η27 Δεν παίζει  ρόλο, αν οι «φυτεύσεις δένδρων» στις παραπάνω εκτάσεις πραγματοποιούνται σε εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων. Πάντως, απαραίτητη είναι η ύπαρξη είτε εθνικού προγράμματος είτε κοινοτικού.
Η28 Ο ίδιες «φυτεύσεις δένδρων» πρέπει να έχουν συγκεκριμένο σκοπό: Την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων ή την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου. Ο σκοπός αυτός πρέπει να προκύπτει από το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα, εθνικό ή κοινοτικό.
iv. Ως προς το τέταρτο ζήτημα
Η29 Το τέταρτο ζήτημα αφορά στην υπόλοιπη νομοθεσία, δασική και μη, στην οποία υπάγονται οι «τεχνητές δασικές φυτείες» και τα άλλα αντικείμενα ρυθμίσεως της ίδιας παραγράφου.
Η30 Οι «τεχνητές δασικές φυτείες» καθώς και οι συγκεκριμένες «φυτεύσεις δένδρων»:
Μπορεί να υπάγονται σε διατάξεις της (υπόλοιπης) δασικής νομοθεσίας, πλην του ν. 998/1979, λ.χ. του ν. 3880/2010, όπως αυτός ισχύει μετά τις επεμβάσεις που επέφεραν οι διατάξεις των άρθρων 153-155 ν. 4389/2016. Αυτονόητο είναι ότι η μη υπαγωγή στο ν. 998/1979 διαφέρει από τη μη υπαγωγή στη δασική νομοθεσία.
Η31 Μπορεί κατά περίπτωση να υπάγονται σε νόμους που διέπουν την προστασία του περιβάλλοντος· για παράδειγμα στο ν. 1650/1986.
Η32 Εντάσσονται στις ρυθμίσεις του Κτηματολογικού Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι ισχύει και στην περίπτωσή τους η υποχρέωση υποβολής δηλώσεως κατά το άρθρο 2 ν. 2308/1995 (στάδιο κτηματογραφήσεως), καθώς και στην υποχρέωση καταχωρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 2664/1998 (στάδιο λειτουργούντος Κτηματολογίου). Οι δηλώσεις και καταχωρίσεις αυτές πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και πλήρεις, αλλιώς αναδύεται η ανάγκη αποκαταστάσεως της κτηματολογικής ορθότητας με βάση την εισαγόμενη στο Κτηματολογικό Δίκαιο εξωδικαστική και δικαστική προστασία.
Η33 Συνιστούν τεχνικούς νομικούς όρους, που εξειδικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκεινται στον έλεγχο των αρμόδιων δικαστηρίων.
α³. Φυτείες και αναδάσωση 
Η34 Το ζήτημα των τεχνητών φυτειών συνδέεται, σε πολλές περιπτώσεις, με τρόπο άμεσο ή έμμεσο, με το θεσμό των αναδασώσεων.
Στο άρθρο 37, παρ. 1 και 2, ν. 998/1979, όπου εισάγονται διατάξεις για την αναδάσωση, ορίζονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη «φύτευση»:
«1. Ως αναδάσωσις νοείται η αναδημιουργία της καθ΄ οιονδήποτε τρόπον καταστραφείσης ή σημαντικώς αραιωθείσης ή άλλως πως υποβαθμισθείσης δασικής βλαστήσεως, είτε δια της φυτεύσεως ή σποράς, είτε δια της διευκολύνσεως της φυσικής αναγεννήσεως, προς δημιουργίαν δάσους ή δασικής εκτάσεως.
2. Εν τη εννοία της αναδασώσεως περιλαμβάνεται και η το πρώτον ενεργουμένη δια σποράς ή φυτεύσεως δασικών φυτών δάσωσις ασκεπών εκτάσεων, αι οποίαι δεν έχουν ουδέ είχον εις το παρελθόν τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως
»[56].
Από την πλούσια νομολογία παραθέτουμε ενδεικτικά:
i. «…για να κριθεί ο δασικός ή μη χαρακτήρας της εκτάσεως (εφ’ όσον δεν έχει καταρτισθεί δασολόγιο για την περιοχή) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι για την κήρυξη καταστραφείσης δασικής εκτάσεως ως αναδασωτέας, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος και των άρθρων 38 και 41 του ν. 998/1979 δεν απαιτείται η προηγουμένη επίλυση τυχόν αμφισβητήσεων ως προς τον χαρακτήρα της υπό αναδάσωση εκτάσεως ως δασικής ή μη κατά το άρθρο 14 του αυτού νόμου ούτε η κατάρτιση δασολογίου (ΣτΕ 3415/1992 κ.ά.)…»[57].
ii. «…κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπει η ως άνω συνταγματική διάταξη, η δε απόφαση περί αναδασώσεως πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ως προς το χαρακτηρισμό της έκτασης ως δάσους ή δασικής έκτασης, η αιτιολογία, όμως, αυτή μπορεί να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 4459/2010, 659/2010, 2069/2007, 1567/2006 κ.ά.)…» [58].
Γίνεται δεκτό στη νομολογία ότι δεν (πρέπει να) αποκλείεται η θέσπιση από το νομοθέτη ρυθμίσεως, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να εγκριθεί επέμβαση σε έκταση που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, ακόμη και πριν ανακτήσει τη δασική μορφή της, προκειμένου να εκτελεσθεί έργο, το οποίο αποβλέπει στην εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, αν η εκτέλεση του έργου στην έκταση αυτή είναι απολύτως αναγκαία και επιτακτική, στο μέτρο που η παρέλευση του απαιτούμενου για την πραγματοποίηση της αναδασώσεως χρονικού διαστήματος θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση του επιδιωκόμενου δημόσιου σκοπού[59].
Η35 Μεταξύ άλλων, για τις αναδασωτέες εκτάσεις εισάγονται οι ακόλουθες ρυθμίσεις, με αναφορά στις δασικές φυτείες:
Στο άρθρο 38, παρ. 3, ν. 998/1979, ορίζεται ότι «3. Δύναται να κηρυχθούν ως αναδασωτέαι εκτάσεις, εκτός των εις τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζομένων, εφ όσον τούτο επιβάλλεται:
α) Εκ λόγων υγιεινής ή εξωραϊσμού του τοπίου.
β) Προς συμπλήρωσιν ή ενοποίησιν δασών ή δασικών εκτάσεων.
γ) Προς δημιουργίαν δασικών φυτειών
».
Η36 Στο άρθρο 39 παρ. 1, ν. 998/1979, (υπό τον παράτιτλο «Εκμίσθωσις δασών προς αναδάσωσιν» ορίζεται ότι:
«Δημόσιαι δασικαί εκτάσεις των περιπτώσεων γ` έως και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος ή δημόσια χορτολιβαδικά ή άλλα εδάφη κηρυσσόμενα ως αναδασωτέα, δύνανται μετά σχετικήν γνωμοδότησιν του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών να εκμισθούνται δια χρονικόν διάστημα μέχρι πεντήκοντα ετών εις νομικά ή φυσικά πρόσωπα δια την μερίμνη και δαπάναις τούτων δημιουργίαν δασικών φυτειών προς αποκλειστικήν δασοπονικήν εκμετάλλευσιν, απαγορευομένης ρητώς πάσης άλλης τοιαύτης»[60].
Η37 Στο άρθρο 42, παρ. 1, ν. 998/1979, (υπό τον παράτιτλο «πραγματοποίησις αναδασώσεως», ορίζεται ότι «1. Αι αναδασώσεις δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων πραγματοποιούνται επί τη βάσει μελέτης καταρτιζομένης υπό της δασικής υπηρεσίας και καθοριζούσης το είδος της δασικής βλαστήσεως, τας εργασίας φυτεύσεως ή άλλας ενεργείας δια την διευκόλυνσιν της αναγεννήσεως, ως και τα απαραίτητα μέτρα δια την προστασίαν της αναδασώσεως (περιφράξεις, τοποθετήσις πινακίδων, ειδικαί απαγορεύσεις κλπ.)».
Η38 Στο πλαίσιο των εισαγόμενων ρυθμίσεων για «γεωργική εκμετάλλευση» ορίζεται στο άρθρο 47, παρ. 1, ν. 998/1979, ότι:
«1. Εκχέρσωση δασών προς απόδοση σε αγροτική οποιασδήποτε φύσης καλλιέργεια απαγορεύεται.
Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η από γεωργικούς συνεταιρισμούς, ομάδες παραγωγών ή φυσικά πρόσωπα εκχέρσωση δασικών εκτάσεων ή η χρήση από αυτούς ασκεπούς έκτασης ή διάκενου εντός δάσους ή δασικής έκτασης, εμβαδού έως 30 στρέμματα όταν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, για γεωργική ή δενδροκομική καλλιέργεια ή για φύτευση σε ανάμειξη αγρίων και οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων ή για φύτευση δασικών ειδών για την απόδοση προϊόντων, ιδίως, κάστανων, καρυδιών και τρούφας, ή για δημιουργία αμπελώνων ή φυτειών αρωματικών φυτών.
Επιτρέπεται, επίσης, η δια εμβολιασμού εξημέρωση άγριων οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων».
Η39 Στο άρθρο 70, παρ. 1, εδ. α’, ν. 998/1979 (υπό τον παράτιτλο «Παραβάσεις υποχρεώσεων σχετικών προς αναδασώσεις»), ορίζεται ότι:
«1. Όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά, καλλιεργεί ή φυτεύει μη δασικά φυτά σε έκταση δημόσια ή ιδιωτική, που κηρύχθηκε αναδασωτεα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ για κάθε 100 τετραγωνικά μέτρα που καταστρέφονται. Η χρηματική ποινή για καταστροφή πέραν του ενός στρέμματος αναδασωτέας εκτάσεως αυξάνεται σε έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ για κάθε επιπλέον 100 τετραγωνικά μέτρα αναδασωτέας εκτάσεως που καταστρέφονται».
Η40 Στο άρθρο 70, παρ. 2, εδ. α’, ν. 998/1979 ορίζονται τα ακόλουθα: «Ο βλάπτων ή καταστρέφων δασικάς φυτείας, φυτώρια ως και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις και εργαλεία, χρησιμοποιούμενα δια την αναδάσωσιν περιοχής κηρυχθείσης αναδασωτέας και εν γένει ο καθ` οιονδήποτε τρόπον παρεμποδίζων την αναδάσωσιν τοιαύτης εκτάσεως, ιδία δια της παρακωλύσεως των οργάνων της δασικής υπηρεσίας ή των κατ΄ εντολήν ταύτης εργαζομένων, τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις ενός έτους».
Η41 Στο άρθρο 71, παρ. 3 ν. 998/1979 ορίζεται ότι: «3. Όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος, δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση των ανωτέρω κατηγοριών που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή φυτεύει μη δασικά φυτά ή παραβλάπτει καθ` οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους, δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσας παράνομα έκτασης πράξεις διακατοχής και σε κάθε περίπτωση όποιος πραγματοποιεί επέμβαση σε δάσος, δασική έκταση χωρίς την έγκριση της παραγράφου 2 ή την πράξη της παραγράφου 6 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου».                   
Η41α Η παραπάνω ενδεικτική αναφορά σε ποικίλες ρυθμίσεις του Δασικού Δικαίου, περιλαμβάνει τους όρους «δασικές φυτείες» (περιθ. αριθ. Η35, 36 και 40), «εργασίες φυτεύσεως» (περιθ. αριθ. Η37), «φύτευση» (περιθ. αριθ. Η 38) και «φύτευση με δασικών φυτών» (περιθ. αριθ. Η39 και 41). Αναδύεται το ερώτημα, κατά πόσο οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις συνέχονται με τις «τεχνητές δασικές φυτείες» και τις «φυτεύσεις δένδρων» του εξεταζόμενου όγδοου πρόδηλου σφάλματος, κυρίως ενόψει της εισαγόμενης μη εφαρμογής των διατάξεων του ν. 998/1979[61].
Εντελώς συνοπτικά προσεγγίζουμε τους παραπάνω όρους ως εξής:
Είναι όροι, ως σημείο εκκινήσεως,  του Δασικού Δικαίου, οι οποίοι όμως ενδιαφέρουν και τα λοιπά πεδία του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, δηλαδή του Εποικιστικού, του Περιβαλλοντικού, του Κτηματολογικού, αλλά και του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, του τελευταίου νοουμένου ως αυτόνομου κλάδου δικαίου.
Η ακριβής εννοιολογική τους προσέγγιση   πρέπει να επιχειρείται με βάση τις οικείες επιστήμες (δασική και τοπογραφική), χωρίς βέβαια να αγνοείται ότι σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για τεχνικούς νομικούς όρους, που υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
Κατά την άποψή μας, πρόκειται για εκτάσεις που εντάσσονται στην προστασία των άρθρων 24 και 117, παρ. 3, Συντ.
α4. Διατάξεις για φυτεύσεις
Η42 Δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι στον ίδιο το νόμο 998/1979 υπάρχουν παρεμφερείς όροι ή διατυπώσεις, που επιτρέπουν την κρίση ότι γειτνιάζουν, περισσότερο ή λιγότερο, με τις «τεχνητές δασικές φυτείες».
Στο άρθρο 16, παρ. 4, ν. 998/1979 (υπό τον παράτιτλο, «Ειδικά δασοτεχνικά έργα»), ορίζονται τα εξής σε σχέση με τη διατύπωση «…δια την φύλαξιν των φυτευομένων δενδρυλλίων»:
«4. Εις τα ιδιωτικά ή διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις τα αναγκαία προστατευτικά τεχνικά έργα πραγματοποιούνται υποχρεωτικώς υπό των ιδιοκτητών ή διακατόχων συμφώνως προς τας εγκεκριμένας δασοπονικάς μελέτας ή σχέδια και τα σχετικά προγράμματα της δασικής υπηρεσίας.
Δια την αντιμετώπισιν των δαπανών των έργων τούτων, οι ιδιοκτήται ή διακάτοχοι επιδοτούνται υπό του Κράτους μέχρι ποσοστού εκατόν επί τοις εκατόν (100%) της πραγματοποιουμένης δαπάνης.
Εν αδυναμία ή αρνήσει των ιδιοκτητών ή διακατόχων, τα ανωτέρω αναγκαία προστατευτικά έργα εκτελούνται μερίμνη της δασικής υπηρεσίας, οι δε ιδιοκτήται ή διακάτοχοι υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ακώλυτον την διακίνησιν των συνεργείων,
μηχανημάτων και υλικών και να μεριμνούν δια την διατήρησιν των εκτελουμένων έργων και ιδιαιτέρως δια την διαφύλαξιν και ανάπτυξιν των φυτευομένων δενδρυλλίων»[62].
Η43 Στο άρθρο 24, παρ. 1, εδ. β’  και γ’ , ν. 998/1979, όπου υπάρχει η διατύπωση: «φυτεύωνται καλλωπιστικά φυτά ή δένδρα», ορίζεται ότι:
«Η ως άνω ζώνη καταλαμβάνει πάσαν έκτασιν γης εκατέρωθεν των σιδηροτροχιών και εις απόστασιν μέχρι δέκα μέτρων υπολογιζομένων από της εξωτερικής τροχιάς της γραμμής.
Εις την ζώνην ταύτην δύναται να φυτεύωνται καλλωπιστικά φυτά ή δένδρα μη υποκείμενα εις κίνδυνον πυρκαϊάς, κατά τας υποδείξεις της δασικής υπηρεσίας
».
Η παραπάνω φύτευση των καλλωπιστικών αυτών φυτών ή δένδρων αποτελεί «τεχνητή δασική φυτεία» και κατά συνέπεια εφαρμόζεται ή όχι η ρύθμιση του όγδοου πρόδηλου σφάλματος; 
3. Τρόπος αντιμετωπίσεως του όγδοου «πρόδηλου σφάλματος» κατά την υπουργική απόφαση υπό Β8
Η44 Υπό Β8 ορίζονται τα ακόλουθα σε σχέση με το όγδοο «πρόδηλο σφάλμα»:
«8. Σφάλματα λόγω συμπερίληψης τεχνητών δασικών φυτειών ως δασικών εκτάσεων
Στις περιπτώσεις που συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως δασικές ενώ αποτελούν τεχνητές δασικές φυτείες, οι δασικοί χάρτες διορθώνονται, εξαιρουμένων των πολυγώνων που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις».
Η45 Από τη διατύπωση του συγκεκριμένου κειμένου δίνεται η εντύπωση ότι οι «τεχνητές δασικές φυτείες» δεν είναι δασικές εκτάσεις.  Την ίδια εντύπωση δίνει και ο παράτιτλος του Β8. Όπως ήδη έγινε παραπάνω δεκτό, μια τέτοια εντύπωση -που βέβαια μπορεί να θεμελιωθεί στο κείμενο της συγκεκριμένης διατάξεως- οδηγεί σε εσφαλμένες κατευθύνσεις. Οι «τεχνητές δασικές φυτείες» είναι χωρίς άλλο δασικές εκτάσεις. Άλλο είναι το ζήτημα, αν για τις «τεχνητές δασικές φυτείες», παρά το δασικό τους χαρακτήρα, η υπουργική απόφαση επιλέγει -υπό συγκεκριμένους όρους- τη μη υπαγωγή τους στο ν. 998/1979. Αυτή, όμως, η μη υπαγωγή φαίνεται ότι δε συμβιβάζεται με άρθρα 24 και 117, παρ. 3 Συντ.
Η46 Στην ίδια υπουργική απόφαση υπό Β8 ορίζεται ότι αυτές οι «τεχνητές δασικές φυτείες» διορθώνονται. Ωστόσο, δεν εισάγονται σε αυτό το κείμενο ρυθμίσεις για τη σχετική διόρθωση. Προφανώς η υπουργική απόφαση παραπέμπει στον κοινό τρόπο διορθώσεως των σφαλμάτων υπό Β1 έως Β8.
Η47 Από την εισαγόμενη διόρθωση εξαιρούνται τα πολύγωνα που αφορούν στις παραπάνω εκτάσεις. Εδώ διαπιστώνεται η ύπαρξη μιας περίεργης εξαιρέσεως. Ενώ εξαιρούνται οι τεχνητές δασικές φυτείες από το ν. 998/1979, τα πολύγωνα που περιέχουν τις τεχνικές δασικές φυτείες δεν εξαιρούνται από τους δασικούς χάρτες(!!). Που σημαίνει ότι μετά την κύρωση των δασικών χαρτών, συμπεριλαμβάνονται στο δασολόγιο, καθώς και στο δασικό κτηματολόγιο.
Η εξαίρεση αυτή των πολυγώνων ισχύει βέβαια υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Βασική προϋπόθεση είναι ότι τα συγκεκριμένα πολύγωνα καταλαμβάνουν με ακρίβεια, πληρότητα και σαφήνεια μόνο τις εκτάσεις, που κατά την υπουργική απόφαση χαρακτηρίζονται ως «τεχνητές δασικές φυτείες». Αν, για παράδειγμα, καταλαμβάνουν μεγαλύτερες εκτάσεις ή εκτάσεις που δε δικαιολογούν το χαρακτηρισμό τους ως «τεχνητές δασικές φυτείες», τότε είναι προφανές ότι δε συντρέχει πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου όγδοου «πρόδηλου σφάλματος».
Η48 Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με το κείμενο υπό Β8, όπου δε γίνεται καμία αναφορά στις «φυτεύσεις δένδρων», οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο κείμενο υπό Α8. Εν εκ των δύο μπορεί να συμβαίνει. Είτε πρόκειται για περίπτωση παραδρομής είτε πρόκειται για επιλεγμένη παράλειψη ρυθμίσεως. Φαίνεται πως μάλλον πρόκειται για lapsus. Ακολουθώντας αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει η αποκατάσταση να ενταχθεί και για τις σχετικές περιπτώσεις φυτεύσεως δένδρων  στην αποκαταστατική διαδικασία υπό Β1 έως Β8.
4. Συνταγματικότητα ρυθμίσεως του έβδομου «πρόδηλου σφάλματος»
Η49 Σε κάθε μια από τις προηγούμενες περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων» αντιμετωπίσαμε το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της συγκεκριμένης ρυθμίσεως της υπουργικής αποφάσεως. Επαναλαμβάνουμε και εδώ τις θέσεις που διατυπώσαμε για τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του πρώτου «πρόδηλου σφάλματος»:
Η50 Η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως βρίσκεται, κατά την άποψή μας, σε άμεση συνάρτηση με τη γενικότερη θέση που ακολουθείται για τη συνταγματικότητα ολόκληρης της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως με αντικείμενο τα λεγόμενα «πρόδηλα σφάλματα».
Η51 Όπως προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση των επί μέρους στοιχείων της όγδοης εξεταζόμενης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος», υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, που, κατά την άποψή μας, εμπεριέχουν αντισυνταγματικότητα, δηλαδή αντιτίθενται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας. 
5. Χαρακτηρισμός ως πρόδηλου σφάλματος
Η52 Το συγκεκριμένο όγδοο «πρόδηλο σφάλμα» συμπυκνώνει δύο κατηγορίες περιπτώσεων «πρόδηλων σφαλμάτων», ενώ ορισμένες από αυτές είναι δυνατό να αναπτυχθούν σε περισσότερες υποκατηγορίες. Επαναλαμβάνουμε, ότι σε ορισμένες από τις περιπτώσεις αυτές ο χαρακτηρισμός τους ως «πρόδηλου σφάλματος» είναι ανεπιτυχής, διότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, παρά το σχετικό χαρακτηρισμό.
Η53 Ο χαρακτηρισμός του σφάλματος ως προδήλου, αυτός καθ΄ εαυτόν, από την υπουργική απόφαση δεν είναι σε κάθε περίπτωση ορθός ούτε ακόμη και επαρκής. Σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για ένα τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Η54 Στις περιπτώσεις αυτές που δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία αποκαταστάσεως του σφάλματος, κατά τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί, αφού λείπουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Η55 Η αποκατάσταση των μη πρόδηλων σφαλμάτων θα επιτευχθεί με βάση την ισχύουσα δασική νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, παράλληλα και το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού Κώδικα, το Εποικιστικό, το Περιβαλλοντικό, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Η56 Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός κινείται στο πεδίο της δασικής νομοθεσίας και διαφέρει από τα πρόδηλα σφάλματα του Κτηματολογικού Δικαίου.
6. Σημασία για το Εμπράγματο Δίκαιο του ΑΚ και για το Κτηματολογικό Δίκαιο. 
Η57 Το όγδοο «πρόδηλο σφάλμα» περιέχει περισσότερες περιπτώσεις, που είναι δυνατό να καταλήξουν σε διορθωτικές επεμβάσεις στους δασικούς χάρτες. Αυτό ισχύει τόσο για τις «τεχνητές δασικές φυτείες», όσο και για τις περιπτώσεις «φυτεύσεων δένδρων». Η έννοια του ακινήτου, η ταυτότητά του καθώς και η νομική του κατάσταση πριν και μετά τη μεταβολή της επίμαχης εκτάσεως δεν ταυτίζονται. Άλλο κυριότητα, νομή και κατοχή στην έκταση πριν τη μεταβολή λόγω διορθώσεως και άλλο μετά την επελθούσα μεταβολή. Το ίδιο ισχύει και για τα κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές που υπήρχαν στην έκταση πριν τη μεταβολή και μετά από αυτήν. Έτσι, μετά τη μεταβολή, ανάλογα με την περίπτωση, είτε προστίθενται κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές στην επίμαχη έκταση είτε αφαιρούνται. Αποτέλεσμα αυτών των συνοδών μεταβολών είναι να αναδύεται μια νέα κατάσταση  πραγμάτων, η προσέγγιση της οποίας πρέπει να γίνει με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Η58 Σημαντικές είναι και οι επιπτώσεις των μεταβολών στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου. Στο πεδίο αυτό η κατάσταση πριν τη μεταβολή μπορεί να αφορούσε σε ακίνητο πριν την κτηματογράφηση, σε κτηματογραφούμενο ακίνητο (κατά τη διάρκεια της κτηματογραφήσεως) ή ακόμη σε κτηματογραφημένο ακίνητο (μετά την ολοκλήρωση της κτηματογραφήσεως). Μετά την επελθούσα μεταβολή, η νέα κατάσταση πραγμάτων μπορεί να επήλθε σε οποιοδήποτε από τα προηγούμενα στάδια.
Η59 Έτσι, ανάλογα με το αν η μεταβολή της εκτάσεως επέρχεται πριν την κτηματογράφηση, αντικείμενο δηλώσεως κατά το άρθρο 2 ν. 2308/1995 είναι η διορθωμένη (νέα) έκταση.
Αν η μεταβολή της εκτάσεως έγινε κατά στάδιο της κτηματογραφήσεως επιβάλλεται νέα δήλωση, διότι πρόκειται για νέα ακίνητο που δε συμπίπτει με το προηγούμενο.
Τέλος, εάν η μεταβολή της εκτάσεως έγινε μετά την ολοκλήρωση της κτηματογραφήσεως, κατά κανόνα, πρέπει να αναμένεται ή έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, προκειμένου να καταχωρισθεί ως νέο ακίνητο.
Η60 Παραπέρα, το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί και στις περιπτώσεις που η μεταβολή επέρχεται κατά το στάδιο λειτουργούντος Κτηματολογίου. Στο πεδίο αυτό εξεταστέο παραμένει, αν συντρέχει περίπτωση πρώτης εγγραφής ή μεταγενέστερης εγγραφής.
Η61 Στην όλη αυτή προηγηθείσα αλυσίδα ενδεχόμενων περιπτώσεων δεν αποκλείεται καθόλου να συντρέχουν αντιδικίες μεταξύ ενδιαφερομένων, οπότε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχει κίνηση διαδικασιών εξωδικαστικής ή δικαστικής διαδικασίας επιλύσεως των διαφορών.
Η62 Από την προηγηθείσα εντελώς συνοπτική προσέγγιση καθίσταται προφανές ότι οι επιπτώσεις της μεταβολής λόγω διορθώσεως, που οφείλεται στην όγδοη περίπτωση διορθώσεως «πρόδηλου σφάλματος», είναι εξαιρετικά σημαντικές και εκτός του πεδίου των διατάξεων που διέπουν τους δασικούς χάρτες. 
Δ. Πεδίο συνδυαστικής ερμηνείας
Η63 Το όγδοο «πρόδηλο σφάλμα», που καθορίζεται στη διαδικασία καταρτίσεως του δασικού χάρτη από την υπουργική απόφαση (υπό Α), περιέχει ποικίλους όρους που είτε εντάσσονται στη δασική, τοπογραφική ή νομική επιστήμη, είτε είναι χρήσιμοι σε αυτές. Τέτοιοι είναι οι όροι «τεχνητές δασικές φυτείες» και «φυτεύσεις δένδρων».
Η64 Οι παραπάνω όροι υπό Α8, που ενδεικτικά αναφέρονται για λόγους συντομίας χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι όροι υπό το Β8, περιέχονται σε ένα νομοθέτημα, όπως είναι η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Συνεπώς είναι τεχνικοί νομικοί όροι, για τον καθορισμό των οποίων αφενός απαιτείται η προσφυγή στις ειδικές επιστήμες (δασολογία, τοπογραφία), αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι την τελική αρμοδιότητα έχει η νομική επιστήμη, κυρίως μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Η65 Η συνταγματική θεώρηση όλων των νομοθετημάτων -συμπεριλαμβανομένων και των υπουργικών αποφάσεων, βέβαια και της ερμηνευτικής δεινότητας των ποικίλων εγκυκλίων που «δεσμεύουν» τα δασικά όργανα-  επιβάλλει αφενός τη συνεκτίμηση του Περιβαλλοντικού Δικαίου, αφετέρου τη συνεφαρμογή του Κτηματολογικού Δικαίου.
Η66 Το Δασικό Δίκαιο, στο οποίο εντάσσεται και η εξεταζόμενη υ.α., βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση τόσο με το Περιβαλλοντικό όσο και με το Κτηματολογικό Δίκαιο. Οι ρυθμίσεις για τις τεχνητές δασικές φυτείες και για τις φυτεύσεις δέντρων συναποτελούν ένα ενδιαφέρον, σύνθετο πεδίο, που προβάλλει την έκταση και την ένταση ουσιαστικής συνθέσεως και αντίστοιχης λειτουργίας των παραπάνω κλάδων δικαίου.
| Μέρος 1ο | – | Μέρος 2ο | – | Μέρος 3ο | – | Μέρος 4ο |
*Η ανάπτυξη των θεμάτων της υ.α. για τα πρόδηλα σφάλματα θα πραγματοποιηθεί σε τέσσερα διαδοχικά μέρη.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Ενδεικτικά: Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ2. § 6, αρ. 92 και 93.

[2] Βλ. παρακάτω περιθ. αριθ. Κ1 επ.

[3] Δεν ορίζεται με ποια διαδικασία θα υλοποιήσει η αρμόδια δασική υπηρεσία είτε τις επίγειες μεθόδους μετρήσεως είτε τις φωτογραμμετρικές. Πέρα από το ότι υπάρχουν τα γνωστά ζητήματα της υποστελεχώσεως, της ελλείψεως υλικοτεχνικής υποδομής, καθώς και της απουσίας οικονομικών πόρων.

[4] Βλ. περιθ. αριθ. Ε29.

[5] ΣτΕ 942/2016, (υπό 12). Δεν είναι τυχαίο, ότι με αφορμή την οικονομική κρίση και τις συνταγματικές επιπτώσεις, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, η παραδοσιακή έννοια της «αυστηρότητας του Συντάγματος» έδωσε τη θέση της στην έννοια της «ανθεκτικότητα του Συντάγματος: Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (-Ανθόπουλος), ΕρμΣυντ (2017) αρθ. 25 αρ. 15.

[6] Βλ. σχετικά παρακάτω περιθ. αριθ.

[7] Βλ. σχετικά παραπάνω περιθ. αριθ. Ε47

[8] Βλ. σχετικά παραπάνω περιθ. αριθ. Στ50-Στ52.

[9] Βλ. σχετικά παραπάνω περιθ. αριθ. Στ53-Στ55.

[10] Κατά το άρθρο 5 του π.δ. 32/2016 (Α΄ 46), «1. Χορτολιβαδικές θεωρούνται οι εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική (μη ξυλώδη), ποώδη ή αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση, που δεν συνιστά όμως δασοβιοκοινότητα.
2. Βραχώδεις ή πετρώδεις θεωρούνται οι εκτάσεις επί των οποίων κυριαρχούν οι βραχώδεις ή πετρώδεις εξάρσεις επί του εδάφους και βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών.
3. Ως πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις (μη ορεινές ή ημιορεινές και μη κείμενες επί ανώμαλων εδαφών) θεωρούνται οι εκτάσεις που έχουν τα χαρακτηριστικά του οικοσυστήματος ή της βλάστησης της παραγράφου 1 και των οποίων, σωρευτικά, το υψόμετρο δεν υπερβαίνει τα 100 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, η δε μέση κλίση της εδαφικής επιφάνειας δεν υπερβαίνει το 8% και η μέγιστη εδαφική κλίση δεν ξεπερνά το 12% επί του συνόλου της εδαφικής επιφάνειας.».

[11] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 10, αρ. 126 επ.

[12] Υ.Α 158576/1579/4.7.2017 (Β´ 2373) Καθορισμός τεχνικών προδιαγραφών και τιμολογίου υπολογισμού προεκτιμώμενων αμοιβών για τις εργασίες κατάρτισης δασικών χαρτών.

[13] Αυτό το ίδιο ή ενιαίο της βλαστήσεως δεν είναι επαρκές κριτήριο, κριτήριο που εναρμονίζεται με το άρθρο 24 Συντ∙ το οποίο, όμως, όταν εγκαταλείπεται, δεν αποτελεί αντίθεση στο άρθρο 24 Συντ.

[14] Βλ. σχετικές αναπτύξεις σε Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 10, αρ. 126 επ.

[15] Βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 10, αρ. 143.

[16] Έτσι, Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 707.

[17] Βλ. σχετικά και την υ.α. 749/553347/11/5/2016 (ΑΔΑ Ω4Λ74653ΠΓ-Φ8Ε) υπό τον τίτλο «Τροποποίηση της αριθμ. 1464/67426/13-6-2012 διευκρινιστικής εγκυκλίου εφαρμογής του νόμου 4056/12 (ΦΕΚ 52 Α΄): Ρυθμίσεις για την κτηνοτροφία και τις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και άλλες διατάξεις».

[18] Βλ. σχετικά παρακάτω στους περιθ. αριθ. Κ1 επ.

[19] Βλ. περιθ. αριθ. Στ14 επ.

[20] Βλ. Παπαθανασόπουλο, ΔικΔασΟικ, σ. 104-105. Παυλάκη, Αποδεικτική ισχύς Δασικών Χαρτών-Προϋποθέσεις χαρακτηρισμού χορτολιβαδικών εκτάσεων ως δασικών (σε σχέση με την ΑΠ 202/2016, ΠκΔ 2/2016 291), σε Dasarxeio.com , 27/06/2016.

[21] Βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 706α.

[22] ΠκΔ 2/2016 291.

[23] Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 34.

[24] Λ.χ. «α) Με τη διαδικασία του νόμου από 17/29 Νοεμβρίου 136 «Περί ιδιωτικών δασών» (ΦΕΚ 69/1.12.1836)».

[25] Λ.χ. «δ) Με το Ν.Δ. από 17/18.10.1923 «περί παραχωρήσεως κυριότητας δασών ρητινευομένων υπό ιδιωτών», (ΦΕΚ 297 Α).

[26] Λ.χ. «α) Στους υπερθεματιστές, μετά από κατακυρωτικές εκθέσεις δημόσιων αναγκαστικών πλειστηριασμών…».

[27] Βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 214-216 και 683.

[28] Βλ. περιθ. αριθ. Γ89 (2ο μέρος)

[29] Για τα χαρακτηριστικά του Δασικού Δικαίου βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 3, αρ. 3.

[30] Το σύνολο των έννομων σχέσεων που υπάγονται στον όρο «δασικές έννομες σχέσεις» ρυθμίζεται από διατάξεις του Δασικού Δικαίου (Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 3, αρ. 5-7.

[31] Βλ. σχετικά Παπαστερίου, Εξελίξεις στην έννομη τάξη: το Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο, σε ΕΝΟΒΕ 73, σ. 73 επ.

[32] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 3, αρ. 40· § 4, αρ. 54 επ.

[33] ΣτΕ 805/2016, (υπό 8): Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 26(Β), αρ. 120. Επαναλαμβάνουμε και εδώ τα ακόλουθα: «Είναι φανερό ότι το ΣτΕ με την παραπάνω απόφασή του επιδιώκει με σειρά συνδυαστικών συλλογισμών να κατευθύνει το Δημόσιο στην εκπλήρωση, σύμφωνα με το νόμο, της υποχρεώσεώς του να δηλώσει στις κτηματογραφούσες αρχές τις δημόσιες δασικές εκτάσεις. Επισημαίνουμε τους ακόλουθους συνδυασμούς:
της δασικής νομοθεσίας με την κτηματολογική νομοθεσία·
των δασικών οργάνων με τα κτηματολογικά όργανα·
της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις πράξεις που εκδίδουν τα δασικά όργανα·
της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις πράξεις που εκδίδουν τα όργανα της κτηματογραφήσεως·
της κυρώσεως των δασικών χαρτών με το καθεστώς (νομικό και εξωνομικό) που διέπει τις δασικές υπηρεσίες, την ΕΚΧΑ ΑΕ, καθώς και τα γραφεία κτηματογραφήσεως» (Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 26(Β), αρ. 121).
Το ΣτΕ επανέρχεται στο όλο ζήτημα με την απόφασή του 1203/2017. Βλ. σχετικά Παυλάκη, Οι διαδικασίες κατάρτισης Δασικών Χαρτών και Κτηματογράφησης στην πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε Dasarxeio.comν. 05/05/2017. Επίσης, βλ. Παπαστερίου, Οικιστικές πυκνώσεις, σε Dasarxeio.com , 23/05/2017, περιθ. αριθ. 87 έως 102.

[34] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 13, αρ. 14.

[35] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ,  § 8, αρ. 430-433· § 19, αρ. 199-201.

[36]. ΟλΣτΕ 3754/1981.

[37]. ΣτΕ 292/2009, (υπό 3).

[38] Βλ.  σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 15, αρ. 129-136·  § 24, αρ. 5-10.

[39]. ΟλΣτΕ 3478/2000, (υπό 7).

[40]. ΑΠ 605/2013 (Ποιν).

[41]. ΑΠ 43/2016, ΝΟΜΟΣ. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική απόφαση του Αρείου Πάγου, στο πλαίσιο της οποίας το ανώτατο αυτό δικαστήριο αποφαίνεται σε σημαντικά ζητήματα της ενότητας «Περιβάλλον, Δάσος και Αστικό Δίκαιο». Ενδεικτικά επισημαίνουμε τα ακόλουθα:
i. Το δικαίωμα χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων αποτελεί αυτοτελή εκδήλωση του δικαιώματος της προσωπικότητας.
ii. Το δικαίωμα της προσωπικότητας προσδιορίζεται εννοιολογικά και με τις διατάξεις των άρθρων 2, παρ. 1, 5, παρ. 1, 2 και 5, καθώς και 24, παρ 1, Συντ.
iii. Οι διατάξεις των ΑΚ 57 και 970 όπως εμπλουτίζονται από το Συντ 24.
iv. Το δικαίωμα του ανθρώπου στη χρήση και απόλαυση της ωφέλειας του ζωτικού χώρου του.
v. Το κοινωνικό δικαίωμα στο περιβάλλον.
vi. Τριτενέργεια στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των ΑΚ 57 και 967 επ. (Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 19. Αρ. 13α.

[42] Βλ. σχετικά για Κτηματολογικό Δίκαιο περιθ. αριθ. Στ49-Στ51

[43] ΣτΕ 3457/2009 (υπό 13), με την οποία κρίθηκε ότι ο χαρακτηρισμός, με την προσβληθείσα πράξη, υπό το κράτος ισχύος, όμως, της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, πριν την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003, τμήματος έκτασης 278 στρεμ. τουριστικού κτήματος στη Γλυφάδα, ως «τεχνητής δασικής φυτείας», δεν είχε την έννοια ότι αυτό εξαιρείται από τη συνταγματική προστασία των. δασών και των δασικών εκτάσεων

[44] ΝΣΚ Γνμ 337/2016, (υπό 20).

[45] ΝΣΚ Γνμ 337/2016, (υπό 22).

[46] Υ.Α 158576/1579/4.7.2017 (Β´ 2373) Καθορισμός τεχνικών προδιαγραφών και τιμολογίου υπολογισμού προεκτιμώμενων αμοιβών για τις εργασίες κατάρτισης δασικών χαρτών.

[47] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 10, αρ. 70.

[48] Βλ. σχετικά Επιστολή του δημάρχου Δίου-Ολύμπου (Γεωργίου Παπαθανασίου) στον υπουργό ΠΕΚΑ για τις τεχνητές δασικές φυτείες, σε Dasarxeio.com , 07/03/2014.

[49] ΣτΕ 4254/2014, (υπό 8): «από πλευράς, ιδίως, της μορφολογίας του εδάφους, του είδους, της συνθέσεως, της πυκνότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της βλαστήσεως, …»:

[50] Για το τοπίο βλ. την εξαίρετη προσέγγιση του Αντ. Καπετάνιου, Η έννοια του τοπίου, σε Dasarxeio.com , 23/04/2015.

[51]. Έγραψε ο ποιητής: «Ο πιο τρανός καημός μου
θα είναι πως δε δυνήθηκα μ’ εσέ να ζήσω, ώ πλάση,
πράσινη απάνου στα βουνά, στα πέλαγα, στα δάση,
θα είναι πως δε χάρηκα σκυφτός μεσ’ στα βιβλία,
ώ φύση, ολάκερη ζωή, κι ολάκερη σοφία!»: Κ.Παλαμάς, Ο πιο τρανός καημός μου, στην ποιητική συλλογή «Η πολιτεία και η μοναξιά», 1912.
Επίσης βλ. Σ. Παυλάκη, Το αποτύπωμα της περιβαλλοντικής βλάβης στο επίπεδο του αισθητού, σε Dasarxeio.com . 23/08/2017.

[52] Αρχή προστασίας του αισθητικού κάλλους, κατά τον Δεκλερή, Δωδεκ, σ. 106 επ. και 335 επ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 11 (Α), αρ. 75α, όπου και παραπομπές στη νομολογία.

[53] Βλ. Σπυρόπουλο/Κοντιάδη/Ανθόπουλο/Γεραπετρίτη (-Βασιλειάδη). ΕρμΣυντ (2107), άρθρ. 24, αρ. 105.

[54] Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως, (2000), σ. 163. Κατά τον ίδιο, (σ. 164), η παραβίαση του ορίου της φέρουσας ικανότητας αποσταθεροποιεί τα συστήματα, γιατί συνεπάγεται μη αναστρέψιμες εξελίξεις.

[55] Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 15, αρ. 17 επ.

[56] Γενικά για την αναδάσωση βλ. Παπαστερίου. ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 84-90· § 15, αρ. 119 επ.

[57] ΣτΕ 392/2002, (υπό 6).

[58] ΣτΕ 2926/2012., ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 1599/2014, ΝΟΜΟΣ.

[59]. Βλ. ΟλΣτΕ 2153/2015, (υπό 11 και 12). ΣτΕ 452/2014, ΝΟΜΟΣ.

[60] Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, «4. Αι κατά την λήξιν ή την κατά τους όρους της συμβάσεως πρόωρον λύσιν της μισθώσεως υπάρχουσαι επί της εκμισθωθείσης εκτάσεως δασικαί φυτείαι περιέρχονται εις το Δημόσιον και αποτελούν αντικείμενον διαχειρίσεως παρ΄ αυτού, ως δημόσια δάση».

[61] Η εξέταση των ζητημάτων αυτών εκφεύγει των ορίων του παρόντος άρθρου. Ωστόσο, μια πρώτη ματιά αφήνει την εντύπωση μιας αξιολογικής αντινομίας, για παράδειγμα στην περίπτωση του περιθ. αριθ. Η41.

[62] Η διαφύλαξη και ανάπτυξη των φυτευόμενων δενδρυλλίων δεν πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση των τεχνητών δασικών φυτειών; Κατά την άποψή μας, αρμόζει καταφατική απάντηση.

——–  ——–

.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 11.09.2017

.


Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Advertisements