ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ (II)

ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ
Μια αντιπεριβαλλοντική ρύθμιση
στο Δασικό Δίκαιο

Συστηματική επεξεργασία υ.α. 153394/919/12.04.2017

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Νικόλαος Θεοφάνους
Δασολόγος

(Μέρος 2ο από τα 4α*)

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

VΙ. Περίπτωση τρίτη «πρόδηλου σφάλματος» [Γ1-Γ105]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως [Γ1-Γ3]

Α1. Κείμενο υπό Α3 υπουργικής αποφάσεως [Γ4]

Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β3 υπουργικής αποφάσεως [Γ5]

Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας [Γ6]

Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας του τρίτου πρόδηλου σφάλματος [Γ7-Γ102]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας [Γ103-Γ105]

VII. Περίπτωση τέταρτη «πρόδηλου σφάλματος»  [Δ1-Δ44]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως [Δ1-Δ2]

Α1. Κείμενο υπό Α4 της υπουργικής αποφάσεως [Δ3]

Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β4 της υπουργικής αποφάσεως [Δ4]

Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας [Δ5]

Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας [Δ6-Δ41]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας [Δ42-Δ44]

← Μέρος 1ο από τα 4α

VI. Περίπτωση τρίτη «πρόδηλου σφάλματος»
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως
Γ1 Ακολουθώντας τη διαίρεση της ύλης στην υπουργική απόφαση [153394/919/12.04.2017 (Β´ 1366)] σε Α και Β, οι αναπτύξεις που ακολουθούν καταλαμβάνουν και τα δύο κείμενα.
Έτσι, το τρίτο «πρόδηλο σφάλμα» ρυθμίζεται τόσο στο κείμενο υπό Α3, όσο και στο αντίστοιχο κείμενο υπό Β3 της υπουργικής αποφάσεως.
Γ2 Όπως και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων», έτσι και στην παρούσα τρίτη περίπτωση ρυθμίζονται σφάλματα που εμφανίζονται σε δασικούς χάρτες που έχουν δημοσιοποιηθεί, κυρίως στο στάδιο των δασικών χαρτών που έχουν αναρτηθεί.
Γ3 Είναι γνωστό ότι μετά την ανάρτηση των δασικών χαρτών, που περιέχουν τις περιπτώσεις του τρίτου «πρόδηλου σφάλματος», παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αντιρρήσεων[1]. Έτσι, είναι δυνατό να κινούνται παράλληλα δύο διαδικασίες: αφενός η διαδικασία της εξετάσεως των αντιρρήσεων, αφετέρου η διαδικασία της αποκαταστάσεως του «πρόδηλου σφάλματος»[2]. Αμφότερες οι προηγούμενες διαδικασίες είναι εξωδικαστικές και κινούνται στο πεδίο των αρμόδιων δασικών οργάνων.
Α1. Κείμενο υπό Α3 υπουργικής αποφάσεως 
Γ4 Υπό το Α3 ορίζονται τα ακόλουθα:
  «- απεικόνιση εμφανώς λανθασμένη αγροτικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο»
Α2. Κείμενο υπό Β3 υπουργικής αποφάσεως 
Γ5 Σε σχέση με την τρίτη αυτή περίπτωση πρόδηλων σφαλμάτων ορίζονται στην υπουργική απόφαση (υπό Β3) τα ακόλουθα:
«3. Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος απεικόνισης θεματικών εκτάσεων (αφορούν μορφή ή χαρακτήρα)
• Για τις περιπτώσεις που προφανέστατα δεν συμπεριελήφθη σαφώς δασική έκταση εντός πολυγώνου άλλης μορφής έκτασης (π.χ. αγροτικής) και το αντίστροφο, συμπληρώνεται και τροποποιείται ο δασικός χάρτης με αυτές, δημιουργούμενων νέων πολυγώνων, τα οποία κωδικαριθμούνται, με ανάλογη τροποποίηση της βάσης δεδομένων.
• Επίσης, για λανθασμένη εκτίμηση του είδους βλάστησης από την φωτοερμηνεία παλαιότερων ή/και πλέον πρόσφατων αεροφωτογραφιών και λόγω μη επιβεβαίωσης στο έδαφος, που είχε σαν αποτέλεσμα την προφανέστατη, εσφαλμένη, απεικόνιση πολυγώνου μη δασικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα διευκρινιστικού χαρακτήρα αναφέρεται μεγάλης ηλικίας ελαιώνας, που λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους κατά τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών εκλήφθη ως έχον τη μορφή δάσους και συμπεριελήφθη ως δασική έκταση.
Διευκρινίζεται ότι τα ανωτέρω αφορούν θεραπεία προφανέστατων λαθών στη μορφή κάλυψης εκτάσεων και δεν επιτρέπεται φωτοερμηνευτική ή επίγεια επανεκτίμηση αυτών ακόμα και όταν βρίσκονται σε οριακή κατάσταση χαρακτηρισμού τους». 
Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας
Γ6 Η απεικόνιση εμφανώς λανθασμένης αγροτικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο μπορεί να οφείλεται:
– ή στην εκ παραδρομής συμπλήρωση της αντίστοιχης εγγραφής στη βάση δεδομένων του δασικού χάρτη με λάθος στοιχεία κατηγορίας μορφής/κάλυψης πολυγώνου (χαρακτηρισμός κάλυψης «Δ», «Χ», «Α», κ.α.) κατά την πληκτρολόγησή τους,
– ή στον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της έκτασης λόγω λανθασμένης εκτίμησης του είδους της βλάστησης κατά την φωτοερμηνεία του αεροφωτογραφικού υλικού και μη επιβεβαίωσης στο έδαφος.
Στη πρώτη περίπτωση, μετά τη διαπίστωση του σφάλματος δεν δημιουργείται νέο πολύγωνο αλλά διορθώνεται ο χαρακτηρισμός κάλυψης του πολυγώνου (κατηγορία έκτασης) με τα λάθος στοιχεία και αλλάζει η απεικόνιση της έκτασης στο δασικό χάρτη.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός εμφανώς αγροτικής έκτασης ως δασικής ή το αντίστροφο έχει ως αποτέλεσμα είτε τη μη απεικόνιση (παράλειψη) ως αυτοτελούς πολυγώνου μιας θεματικής έκτασης (π.χ. αγροτικής) εντός ευρύτερου πολυγώνου άλλης μορφής (π.χ. δασικής) είτε τη λάθος απεικόνιση μιας θεματικής έκτασης (λάθος κατηγορία μορφής/κάλυψης).
Μετά τη διαπίστωση της παράλειψης απεικόνισης μιας θεματικής έκτασης ως αυτοτελούς πολυγώνου εντός ευρύτερου πολυγώνου άλλης μορφής δημιουργείται νέο πολύγωνο με ανάλογη τροποποίηση της βάσης δεδομένων (νέα εγγραφή, διόρθωση εμβαδού του ευρύτερου πολυγώνου που περικλείει το νέο, κ.λπ).
Μετά τη διαπίστωση της λάθος απεικόνισης μιας θεματικής έκτασης ή δημιουργείται νέο πολύγωνο με ανάλογη τροποποίηση της βάσης δεδομένων ή διορθώνονται τα στοιχεία εγγραφής υφιστάμενου πολυγώνου, ώστε να απεικονίζεται στη σωστή κατηγορία. 
Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας του τρίτου πρόδηλου σφάλματος
1. Γενικά
Γ7 Η τρίτη περίπτωση πρόδηλου σφάλματος εξετάζεται κατά το πρότυπο των δύο προηγουμένων. Πρώτα προσεγγίζονται τα οριζόμενα στο Α3 και ακολουθούν τα του Β3 (παράτιτλος και κείμενο). Το σύνολο των ρυθμίσεων προϋποθέτει, κατά την υπουργική απόφαση, το «προφανές» του συγκεκριμένου σφάλματος.
2. Οι κατ΄ ιδίαν όροι υπό Α3
Γ8 Από τα στοιχεία που ενυπάρχουν στην τρίτη περίπτωση πρόδηλου σφάλματος υπό Α3 εξεταστέα είναι:
• «Αγροτική έκταση»,
• «εμφανώς λανθασμένη απεικόνιση αγροτικής έκτασης»,
• «λανθασμένη απεικόνιση ως δασικής»,
• «το αντίστροφο».
Στη συνέχεια εξετάζεται συνοπτικά καθένα από τα παραπάνω στοιχεία.
2α. «αγροτική έκταση» (υπό Α3)
Γ9 Στο συγκεκριμένο κείμενο επιλέγεται ο όρος «αγροτική έκταση», τον οποίο έχουμε συναντήσει και στο κείμενο υπό Α2. Ο όρος αυτός δε συμπίπτει με τον όρο «μορφή αγροτικής εκτάσεως», που συναντούμε σε άλλα σημεία της υπουργικής αποφάσεως, για παράδειγμα υπό Β3 («…έκταση εντός πολυγώνου άλλης μορφής έκτασης (π.χ. αγροτικής)…». Εξάλλου, είναι φανερό ότι η «αγροτική έκταση» αντιπαρατίθεται προς τον όρο «δασική έκταση».
Γ10 Αγροτική έκταση, ως διάσταση μιας επιφάνειας, νοείται μια έκταση που περιέχει αγρούς, η οποία διέπεται από την αγροτική νομοθεσία[3] (υπό την ευρεία του όρου σημασία, στην οποία μπορεί να συμπεριληφθεί και η εποικιστική νομοθεσία), η οποία είναι κατά νόμο προορισμένη για αγροτική καλλιέργεια ή πράγματι καλλιεργείται και η οποία ενδιαφέρει τόσο το Αστικό Δίκαιο (για παράδειγμα ΑΚ, Κεφάλαιο δέκατο έκτο, με παράτιτλο «Μίσθωση αγροτικού κτήματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου», άρθρα 619 επ.)[4], όσο και το Περιβαλλοντικό Δίκαιο, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Γ11 Σχετικά ενδιαφέρουν οι όροι «αγροί», «αγροτεμάχια»[5], «αγροτική περιοχή»[6], «αγροτική έκταση», «αγροτικό ακίνητο»[7], «αγροτικός χαρακτήρας»[8], «αγροτική μορφή»[9], «αγροί που άλλαξαν μορφή»[10], «αγροτική νομοθεσία»[11], καθώς και «αγροτικοί συνεταιρισμοί»[12]. Πέρα από την αναμφισβήτητη νομική σημασία που έχει καθένας από τους όρους αυτούς, προβάλλουν την ικανότητα του ιστορικού νομοθέτη να κινείται με άνεση για τη δημιουργία νέων τεχνικών νομικών όρων στο πεδίο του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, με εναλλασσόμενους κατά περίπτωση και κατά χρόνο στόχους, άλλοτε υπέρ των αγροτών και άλλοτε υπέρ του δάσους. Ελπίζουμε ότι κάποτε θα γίνει αποτελεσματικά αντιληπτό ότι στους αγρούς αντιστοιχούν αγρότες· στα δάση αντιστοιχούν όλοι οι κοινωνοί του δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των αγροτών και των νομοθετών.
Γ12 Στην παρούσα ενότητα κύριο αντικείμενο είναι ο όρος «αγροτική έκταση». Κρίνεται, όμως, απαραίτητο να προσφύγουμε στο νέο άρθρο 67 ν. 998/1979, το οποίο έχει υποστεί κατά την ιστορική διαδρομή του πολλές επεμβάσεις[13], με τελευταίες (προς το παρόν;) αυτές που εντοπίζονται στο ν. 4467/2017 (ΦΕΚ Α’ 56/13.4.2017).
2β. «εμφανώς λανθασμένη απεικόνιση αγροτικής έκτασης» (υπό Α3)
Γ13 Με δεδομένη την ύπαρξη «αγροτικής έκτασης», η υπουργική απόφαση αναφέρεται σε «εμφανώς λανθασμένη απεικόνισή» της. Το εμφανές λάθος συνίσταται στην απεικόνισή της συγκεκριμένης εκτάσεως ως δασικής.
Γ14 Η διαφορά μεταξύ «αγροτικής εκτάσεως» και «δασικής εκτάσεως» μπορεί να γίνει αντιληπτή, όταν υπεισέρχεται το στοιχείο του χρόνου. Παλαιότερα μια έκταση ήταν αγροτική και μεταγενέστερα έγινε δασική (λ.χ. γιατί εγκαταλείφθηκε για χρόνια η καλλιέργεια).
Γ15 Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή εξετάζεται σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο μπορεί να είναι ή μόνο δασική ή μόνο αγροτική. Μια λανθασμένη απεικόνιση σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο προσεγγίζει τα όρια του υπαίτιου λάθους. 
2γ. «λανθασμένη απεικόνιση ως δασικής» υπό Α3
Γ16 Σύμφωνα με τα παραπάνω, η «εμφανώς λανθασμένη απεικόνιση αγροτικής έκτασης» αναφέρεται ειδικά στο χαρακτηρισμό της ως δασικής. Εφόσον το λάθος απεικονίσεως επικεντρώνεται στο χαρακτηρισμό, φαίνεται ως πιθανότερη εκδοχή η υπουργική απόφαση να ρυθμίζει την περίπτωση παλαιότερης αγροτικής εκτάσεως που σήμερα έχει καταστεί δασική. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε με εξαιρετική δυσκολία μπορεί να γίνει δεκτό το στοιχείο του «εμφανούς».
2δ. «το αντίστροφο» υπό Α3
Γ17 Η υπουργική απόφαση, στο πλαίσιο του παρόντος τρίτου σφάλματος αναφέρεται και στο «αντίστροφο». Με τη συγκεκριμένη ρύθμιση επιδιώκεται η «ίση» νομική μεταχείριση δύο νομικών καταστάσεων. Το αντίστροφο συνίσταται στην εξής –αναφερόμενη αλλά μη προσδιορισμένη- περίπτωση: «απεικόνιση εμφανώς λανθασμένη δασικής έκτασης ως αγροτικής».
Τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν εδώ όσα επισημάνθηκαν παραπάνω για την απεικόνιση «εμφανώς λανθασμένη αγροτικής έκτασης ως δασικής».
3. Οι ρυθμίσεις του τρίτου πρόδηλου σφάλματος υπό Β3
α. Το κείμενο των ρυθμίσεων υπό Β3
Γ18 Μετά την προσέγγιση του κειμένου του τρίτου «πρόδηλου σφάλματος» υπό Α3 εξετάζονται οι εισαγόμενες ρυθμίσεις στο Β3.
Στο σχετικό κείμενο της υπουργικής αποφάσεως ορίζονται τα ακόλουθα:
«3. Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος απεικόνισης θεματικών εκτάσεων (αφορούν μορφή ή χαρακτήρα)
• Για τις περιπτώσεις που προφανέστατα δεν συμπεριελήφθη σαφώς δασική έκταση εντός πολυγώνου άλλης μορφής έκτασης (π.χ. αγροτικής) και το αντίστροφο, συμπληρώνεται και τροποποιείται ο δασικός χάρτης με αυτές, δημιουργούμενων νέων πολυγώνων, τα οποία κωδικαριθμούνται, με ανάλογη τροποποίηση της βάσης δεδομένων.
• Επίσης, για λανθασμένη εκτίμηση του είδους βλάστησης από την φωτοερμηνεία παλαιότερων ή/και πλέον πρόσφατων αεροφωτογραφιών και λόγω μη επιβεβαίωσης στο έδαφος, που είχε σαν αποτέλεσμα την προφανέστατη, εσφαλμένη, απεικόνιση πολυγώνου μη δασικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα διευκρινιστικού χαρακτήρα αναφέρεται μεγάλης ηλικίας ελαιώνας, που λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους κατά τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών εκλήφθη ως έχον τη μορφή δάσους και συμπεριελήφθη ως δασική έκταση.
Διευκρινίζεται ότι τα ανωτέρω αφορούν θεραπεία προφανέστατων λαθών στη μορφή κάλυψης εκτάσεων και δεν επιτρέπεται φωτοερμηνευτική ή επίγεια επανεκτίμηση αυτών ακόμα και όταν βρίσκονται σε οριακή κατάσταση χαρακτηρισμού τους». 
β. Παρατηρήσεις στο κείμενο του τρίτου πρόδηλου σφάλματος υπό Β3
β1. Γενικά για τον παράτιτλο του Β3
Γ19 Στον παράτιτλο του Β3 ορίζεται για το τρίτο «πρόδηλο σφάλμα» ότι: «Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος απεικόνισης θεματικών εκτάσεων (αφορούν μορφή ή χαρακτήρα)». Ο παράτιτλος αυτός αφενός πρέπει να συγκριθεί με το κείμενο του Α3 -«απεικόνιση εμφανώς λανθασμένη αγροτικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο», που προσεγγίσαμε παραπάνω- αφετέρου πρέπει να αξιολογηθεί με βάση το εκτεταμένο κείμενο που ακολουθεί τον παράτιτλο του Β3.
β2. Κατ’  ιδίαν στοιχεία του παράτιτλου του Β3
Γ20 Ο παράτιτλος χρησιμοποιεί τους όρους «θεματικές εκτάσεις», «απεικόνιση θεματικών εκτάσεων», «σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος απεικόνισης».
Γ21 Ως θεματική έκταση νοείται κάθε κάλυψη της επιφάνειας του εδάφους υπό μορφή κλειστών πολυγώνων σε δασικούς χάρτες. Αυτή μπορεί να είναι δασική ή μη δασική.
Η απεικόνιση της θεματικής εκτάσεως, μπορεί να είναι υπαρκτή ή να έχει παραλειφθεί. Η υπαρκτή απεικόνιση  μπορεί να είναι ορθή ή εσφαλμένη.
Ο παράτιτλος του τρίτου «πρόδηλου σφάλματος» υπό Β3 έχει ως αντικείμενο «Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος απεικόνισης θεματικών εκτάσεων». Τα σφάλματα αυτά μπορεί να εντοπίζονται στη μορφή ή το χαρακτήρα της θεματικής εκτάσεως.
3. Οι κατηγορίες και το παράδειγμα στο Β3
Γ22 3α. Το κείμενο του τρίτου πρόδηλου σφάλματος υπό Β3 περιέχει δύο κατηγορίες τέτοιων σφαλμάτων, καθώς και ένα παράδειγμα με αντικείμενο ελαιώνα.
3β. «Προφανέστατα» μη ένταξη σαφώς δασικής εκτάσεως
Γ23 Για τη διατύπωση «σαφώς δασική έκταση» παραπέμπουμε σε αναπτύξεις που προηγήθηκαν σε άλλο σημείο[14].
Γ24 Πρέπει να υπάρχει παράλειψη εντάξεως της συγκεκριμένης δασικής εκτάσεως, όπως συνάγεται από τη διατύπωση του κειμένου «μη ένταξη».
Γ25 Επιπλέον, η παράλειψη αυτή συνοδεύεται από το επίρρημα «προφανέστατα». Εντύπωση προκαλείται από τον υπερθετικό βαθμό! Εάν εμμείνουμε στη γραμματική ερμηνεία, είναι φανερό ότι κατά την υπουργική απόφαση δεν κρίνεται επαρκές το «προφανώς». Πρόκειται για μια διαβάθμιση[15] που μπορεί να προκαλεί σύγχυση, μάλιστα χωρίς σοβαρό λόγο αναντιστοιχίας προς τον παράτιτλο του Β3, καθώς και προς τη διατύπωση του Α3.
Γ26 Η υπουργική απόφαση εντοπίζει εδώ την επίμαχη παράλειψη της «σαφώς δασικής εκτάσεως» σε πολύγωνο («εντός πολυγώνου»), μάλιστα σε πολύγωνο «άλλης μορφής έκτασης (π.χ. αγροτικής)». Είναι άλλη μια περίπτωση όπου η υπουργική απόφαση επιλέγει νέους όρους για να χαρακτηρίσει τις εξεταζόμενες εκτάσεις, όπως είναι ο όρος «άλλης μορφής» έκταση[16], και ο υφέρπον όρος «αγροτικής μορφής».
3γ. Η πρώτη κατηγορία σφάλματος στο Β3
Γ27 Στην υπουργική απόφαση ορίζονται τα ακόλουθα σε σχέση με την πρώτη κατηγορία σφάλματος υπό το Β3: «Για τις περιπτώσεις που προφανέστατα δεν συμπεριελήφθη σαφώς δασική έκταση εντός πολυγώνου άλλης μορφής έκτασης (π.χ. αγροτικής) και το αντίστροφο, συμπληρώνεται και τροποποιείται ο δασικός χάρτης με αυτές, δημιουργούμενων νέων πολυγώνων, τα οποία κωδικαριθμούνται, με ανάλογη τροποποίηση της βάσης δεδομένων».
Γ28 Εφόσον συντρέχει περίπτωση της εξεταζόμενης εδώ παραλείψεως στην υπουργική απόφαση ορίζονται οι εξής έννομες συνέπειες:
• Συμπληρώνεται και τροποποιείται ο δασικός χάρης. Η συμπλήρωση και τροποποίηση γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα υπό Β, μεταξύ των στοιχείων Β8 και Β9, ως διαδικασία διορθώσεως των περιπτώσεων υπό στοιχεία Β1 έως Β8.
• Δημιουργούνται νέα πολύγωνα. Βέβαια, τα νέα αυτά πολύγωνα πρέπει να μην είναι ελαττωματικά, δηλαδή το σύνολο των στοιχείων τους να διέπονται από ακρίβεια, πληρότητα και σαφήνεια. Για τη δημιουργία των νέων αυτών πολυγώνων παραπέμπουμε, για λόγους οικονομίας της ύλης, στα οριζόμενα υπό Β, μεταξύ των στοιχείων Β8 και Β9, ως διαδικασία διορθώσεως των περιπτώσεων υπό στοιχεία Β1 έως Β8.
• Τα νέα πολύγωνα κωδικαριθμούνται.
• Κατά ανάλογο τρόπο τροποποιείται και συμπληρώνεται η βάση δεδομένων.
Γ29 Οι παραπάνω έννομες συνέπειες είναι εξαιρετικά σημαντικές, για το Δασικό Δίκαιο, το Περιβαλλοντικό Δίκαιο, το Κτηματολογικό δίκαιο και το Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο[17].
3δ. Δεύτερη κατηγορία σφάλματος: λανθασμένη εκτίμηση είδους βλάστησης κατά το Β3
Σε σχέση με αυτό το σκέλος στην υπουργική απόφαση (υπό Β3) ορίζονται τα ακόλουθα:
«Επίσης, για λανθασμένη εκτίμηση του είδους βλάστησης από την φωτοερμηνεία παλαιότερων ή/και πλέον πρόσφατων αεροφωτογραφιών και λόγω μη επιβεβαίωσης στο έδαφος, που είχε σαν αποτέλεσμα την προφανέστατη, εσφαλμένη, απεικόνιση πολυγώνου μη δασικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο»
Γ30 Η εισαγόμενη ρύθμιση αναφέρεται στην εκτίμηση του είδους της βλαστήσεως, εκτίμηση που κατά την υπουργική απόφαση κρίνεται ως λανθασμένη. Το λάθος της συγκεκριμένης εκτιμήσεως οφείλεται στο ότι η εικόνα από τη φωτοερμηνεία «παλαιότερων ή/και πλέον πρόσφατων αεροφωτογραφιών» δεν επιβεβαιώνεται στο έδαφος. Αυτό προϋποθέτει ότι ακολούθησε διαδικασία επιβεβαιώσεως στο έδαφος, με αρνητικό αποτέλεσμα. Η διαδικασία φωτοερμηνείας κρίνεται υποδεέστερη, ενώ υπερτερεί η διαδικασία «επιβεβαιώσεως» στο έδαφος, διαθέτοντας υπερισχύουσα αποδεικτική δύναμη. Στην ουσία πρόκειται για περίπτωση αυτοψίας που εντάσσεται στο πεδίο του δικαίου που διέπει τους δασικούς χάρτες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν ειδικοί  κανόνες που να ρυθμίζουν τα της δασικής αυτοψίας, χρήσιμη μπορεί να αποβεί η προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 355 επ.)[18]. Για παράδειγμα, η αυτοψία που γίνεται in situ, πρέπει να ακολουθείται από σύνταξη σχετικής εκθέσεως. Σημειωτέο, ότι δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση στη διαδικασία διορθώσεως των πρόδηλων σφαλμάτων υπό στοιχεία Β1 έως Β8 της υπουργικής αποφάσεως.
Γ31 Έτσι, η τελευταία αυτή επιτόπια διαδικασία (προφανώς αυτοψία) έχει «σαν αποτέλεσμα την προφανέστατη, εσφαλμένη, απεικόνιση πολυγώνου μη δασικής έκτασης ως δασικής και το αντίστροφο».
Εδώ φαίνεται να εμφιλοχωρεί ένα λογικό άλμα σε σχέση με το προφανές του λάθους. Χωρίς την επιτόπια διαδικασία, δεν υπάρχει λάθος απεικονίσεως· για την ακρίβεια το λάθος υφέρπει. Αυτό το λάθος εμφανίζεται μόνο με τη «διαδικασία επιβεβαιώσεως στο έδαφος». Επομένως, εδώ το προφανές είναι αποτέλεσμα της επιτόπιας διαδικασίας, που σημαίνει ότι χωρίς αυτήν δεν υπάρχει λάθος απεικονίσεως. Πρόκειται, λοιπόν, για μια μεταγενέστερη εμφάνιση του λάθους, που, κατά την άποψή μας, δε δικαιολογεί καθόλου το χαρακτηρισμό του «προφανούς».
Γ32 Σε κάθε περίπτωση, το υπαρκτό λάθος πρέπει να αποκατασταθεί, έτσι ώστε η εσφαλμένη απεικόνιση πολυγώνου να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με τροπή της μη δασικής εκτάσεως σε δασική ή το αντίστροφο, δηλαδή με τροπή της δασικής εκτάσεως σε μη δασική.
Η τροπή αυτή έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: Ο δασικός χάρτης συμπληρώνεται και τροποποιείται, δημιουργούνται νέα πολύγωνα, τα οποία κωδικαριθμούνται, με ανάλογη τροποποίηση της βάσης δεδομένων.
Εάν θεωρηθεί ότι η απαγόρευση επανεκτιμήσεως είναι συνταγματική[19], τότε η προηγούμενη τροπή έχει στο πεδίο του Δασικού Δικαίου οριστικό χαρακτήρα.
3ε. το παράδειγμα του μεγάλης ηλικίας ελαιώνα και τα «παρεμπίπτοντα» στο Β3
Γ33 Στο παράδειγμα του ελαιώνα εντοπίζονται δύο σκέλη: το ένα αφορά αυτό καθεαυτό το λάθος στον ελαιώνα· το άλλο σκέλος περιέχει «διευκρίνηση», που συνοδεύεται από «απαγορεύσεις» – «κρυμμένες» – ειδικού περιεχομένου, οι οποίες εισάγονται «παρεμπιπτόντως» και οι οποίες δημιουργούν τουλάχιστον σημαντικά ερωτηματικά για την ύπαρξή τους σε συνδυασμό με το σκοπό τους.
Γ34 Ακολουθεί το παράδειγμα του ελαιώνα (του μεγάλης ηλικίας ελαιώνα, υπό Β3), που από λάθος κατά τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών – λάθος που οφείλεται στην έντονη κλίση του εδάφους – «εκλήφθη ως έχον τη μορφή δάσους και συμπεριελήφθη ως δασική έκταση». Η υ.α. εκκινεί με ένα «δεδομένο»: ο ελαιώνας – κάθε ελαιώνας (;) – δεν έχει τη «μορφή δάσους» και συνεπώς δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στις «δασικές εκτάσεις».
Γ35 Ερωτήματα που προκύπτουν σε σχέση με το επικαλούμενο παράδειγμα του ελαιώνα: Υπάρχουν δάση, δασικές εκτάσεις και «μορφές δάσους». Υπάρχουν, όμως, και ελαιώνες, ρητινόδενδρα, καστανόδενδρα, μαστιχόδενδρα και δασικές φυτείες. Σε όλα αυτά δεν υπάρχουν δένδρα; Δένδρα με κορμό, φύλλα και ρίζες; Καθένα από αυτά δεν συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που επιβάλλουν την ειδική συνταγματική προστασία των άρθρων 24 και 117, παρ. 3, Συντ.  Γιατί είναι λάθος να χαρακτηρίζονται ως μορφή δάσους οι ελαιώνες, τα ρητινόδενδρα, τα καστανόδενδρα, τα μαστιχόδενδρα και οι δασικές φυτείες; Το ότι οι ελαιώνες μας προσφέρουν ελιές και παραπέρα το πολύτιμο λάδι (ως πρόσθετα σημαντικότατα πλεονεκτήματα, για τα οποία απαιτείται ειδική πρόσθετη προστασία και όχι αφαίρεση από την υπάρχουσα), γιατί δε συνιστούν μορφή δάσους, βέβαια άξιου ειδικής προστασίας, πάντως μορφή δάσους; Και για ποιους λόγους ο χαρακτηρισμός ενός ελαιώνα ως μορφή δάσους να ανάγεται σε λάθος απεικονίσεως κατά τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη διάταξη που να αποκλείει τον ελαιώνα από «μορφή δάσους»[20];
Γ36 Ως προς το χαρακτηριστικό παράδειγμα διευκρινιστικού χαρακτήρα του ελαιώνα, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος», τέθηκε παραπάνω σειρά ολόκληρη ερωτημάτων, που συνιστούν το ένα σκέλος της συγκεκριμένης ρυθμίσεως.
Γ37 Το άλλο σκέλος, το σκέλος της διευκρινίσεως, έχει διπλό περιεχόμενο.
Το ένα μέρος της διευκρινίσεως έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: «τα ανωτέρω αφορούν θεραπεία προφανέστατων λαθών στη μορφή κάλυψης εκτάσεων». Υπάρχει, όμως, και η εκδοχή ότι δεν πρόκειται καν για λάθος, την οποία ακολουθούμε,  οπότε στο πλαίσιό της το ανύπαρκτο λάθος είναι «πρόδηλο μη λάθος».
Γ38 Εάν το πρώτο σκέλος της διευκρινίσεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο και αντίθετης προσεγγίσεως, το άλλο μέρος της διευκρινίσεως είναι απογοητευτικό!
Γ39 Κατά το κείμενο της υπουργικής αποφάσεως, «δεν επιτρέπεται φωτοερμηνευτική ή επίγεια επανεκτίμηση αυτών ακόμα και όταν βρίσκονται σε οριακή κατάσταση χαρακτηρισμού τους». Δηλαδή εισάγεται απαγόρευση επανεκτιμήσεως είτε φωτοερμηνευτική είτε επίγεια. Και μάλιστα η απαγόρευση ισχύει «και όταν βρίσκονται σε οριακή κατάσταση χαρακτηρισμού τους»[21]. Εδώ η εξεταζόμενη υ.α. έχει υπερβεί σε σημαντικότατο βαθμό τις διατάξεις που προέβλεψαν την έκδοσή της. Οι σχετικές απαγορεύσεις είναι προφανώς αντισυνταγματικές. Με την επιβαλλόμενη αυτοσυγκράτηση στο χαρακτηρισμό των απαράδεκτων αυτών θέσεων, όπως αρμόζει σε ένα νομικό κείμενο, προσφεύγουμε στην καθαρή περίπτωση αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων, συνοδευόμενη από το ρητό «ουκ έχω ειπείν» πέραν τούτου[22].
4. Τρόπος αντιμετωπίσεως του τρίτου πρόδηλου σφάλματος κατά την υπουργική απόφαση υπό Β3
Γ40 Εισάγεται μια ενιαία ρύθμιση για τον τρόπο αντιμετωπίσεως των «πρόδηλων σφαλμάτων» υπό Β1 έως Β8, υπό τον τίτλο «Η διαδικασία διόρθωσης των ανωτέρω υπό στοιχεία Β1 έως Β8»[23]. 
5. Συνταγματικότητα ρυθμίσεως τρίτου «πρόδηλου σφάλματος»
Γ41 Η κρίση για τη συνταγματικότητα ή μη της συγκεκριμένης τρίτης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος» είναι εξίσου απαραίτητη, όπως και για τις αντίστοιχες κρίσεις των δύο προηγούμενων περιπτώσεων. Επαναλαμβάνουμε και εδώ τις θέσεις που διατυπώσαμε για τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του πρώτου «πρόδηλου σφάλματος»:
Γ42 Η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως βρίσκεται, κατά την άποψή μας, σε άμεση συνάρτηση με τη γενικότερη θέση που ακολουθείται για τη συνταγματικότητα ολόκληρης της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως με αντικείμενο τα λεγόμενα «πρόδηλα σφάλματα».
Γ43 Όπως προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση των επί μέρους στοιχείων της τρίτης εξεταζόμενης περιπτώσεως πρόδηλου σφάλματος, υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, που, κατά την άποψή μας, εμπεριέχουν αντισυνταγματικότητα, δηλαδή αντιτίθενται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας.
Ειδικά αξίζει να σημειωθούν οι «υφέρπουσες απαγορεύσεις» -αντισυνταγματικές κατά την άποψή μας-, οι οποίες  επισημάνθηκαν ήδη παραπάνω (υπό περιθ. αρ. Γ36-Γ39). 
6. Χαρακτηρισμός ως «πρόδηλου» του τρίτου δασικού σφάλμα»
Γ44 Στην περίπτωση του τρίτου «πρόδηλου σφάλματος» εντάσσονται περισσότερες της μιας περιπτώσεις. Σε ορισμένες από αυτές δε συντρέχει λόγος χαρακτηρισμού τους ως «πρόδηλου σφάλματος», σε αντίθεση με τον εισαγόμενο χαρακτηρισμό. Ο τελευταίος δεν είναι σε κάθε περίπτωση ούτε ορθός ούτε επαρκής.  Σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για ένα τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Γ45 Όταν δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία αποκαταστάσεως του σφάλμα- τος, κατά τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί, αφού λείπουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Γ46  Άλλο ζήτημα είναι η αποκατάσταση των μη πρόδηλων σφαλμάτων· αυτή θα επιτευχθεί με βάση την ισχύουσα δασική νομοθεσία. Κατά την αποκατάσταση αυτή πρέπει να ληφθούν υπόψη παράλληλα και το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού κώδικα, το Εποικιστικό, το Περιβαλλοντικό, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Γ47 Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι (και) ο παραπάνω χαρακτηρισμός κινείται στο πεδίο της δασικής νομοθεσίας και διαφέρει από τις διαδικασίες αποκαταστάσεως πρόδηλων σφαλμάτων κατά το Κτηματολογικό Δίκαιο, οι οποίες μπορεί να συντρέχουν χωρίς να επηρεάζονται αναγκαστικά από τις ρυθμίσεις της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως για τα πρόδηλα σφάλματα. 
7. Σημασία για το Εμπράγματο Δίκαιο ΑΚ και για το Κτηματολογικό Δίκαιο του τρίτου πρόδηλου σφάλματος
Γ48 Ερευνητέο ζήτημα είναι η σημασία του τρίτου «πρόδηλου σφάλματος» για το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού Κώδικα και  για το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Γ49 Η εμφανώς λανθασμένη απεικόνιση αγροτικής εκτάσεως ως δασικής και το αντίστροφο βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τις έννοιες του ακινήτου, την ταυτότητα του ακινήτου, καθώς και τη νομική του κατάσταση. Η λανθασμένη απεικόνιση συνεπάγεται λανθασμένη αγροτική έκταση ή λανθασμένη δασική έκταση. Αυτές οι λανθασμένες εκτάσεις, καθώς και τα τυχόν υπάρχοντα σε αυτές κτίρια, κτίσματα ή κατασκευές, είναι αντικείμενο κυριότητας, νομής και κατοχής. Άλλο κυριότητα σε μια λανθασμένη αγροτική ή δασική έκταση και άλλο κυριότητα σε μη λανθασμένη. Εξάλλου, το σφάλμα, μετά την αποκατάστασή του, οδηγεί σε  μια νέα πραγματική κατάσταση. Σύμφωνα με αυτήν, υπάρχει μια νέα αγροτική έκταση ή μια νέα δασική έκταση. Έχουμε, μετά τη μεταβολή, νέο αντικείμενο κυριότητας, νομής ή κατοχής, ανάλογα με την περίπτωση. Παραπέρα, μετά τη μεταβολή, είτε προστίθενται κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές στην επίμαχη έκταση είτε αφαιρούνται[24]. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, αναδύεται η ανάγκη να αντιμετωπισθούν οι μεταβολές με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Γ50 Σημαντικοί προβληματισμοί ενυπάρχουν και στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου σε σχέση με το τρίτο πρόδηλο σφάλμα της υπουργικής αποφάσεως.
Γ51 Επαναλαμβάνουμε εδώ ότι  και στο πεδίο αυτό η κατάσταση πριν τη μεταβολή μπορεί να αφορά σε ακίνητο πριν την κτηματογράφηση, σε κτηματογραφούμενο ακίνητο (κατά τη διάρκεια της κτηματογραφήσεως) ή ακόμη σε κτηματογραφημένο ακίνητο (μετά την ολοκλήρωση της κτηματογραφήσεως). Εξάλλου, μετά την επελθούσα μεταβολή, η νέα κατάσταση πραγμάτων μπορεί να επήλθε σε οποιοδήποτε από τα προηγούμενα στάδια[25].
Γ52 Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι επιπτώσεις της μεταβολής λόγω διορθώσεως, που οφείλεται στην τρίτη περίπτωση διορθώσεως «πρόδηλου σφάλματος», είναι εξαιρετικά σημαντικές και εκτός του πεδίου των διατάξεων που διέπουν τους δασικούς χάρτες και της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως.
8. Παρεμπίπτον ζήτημα: μια πρώτη προσέγγιση στο νέο άρθρο 67 ν. 998/1979
Γ53 Η ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 67 ν. 998/1979 κρίνεται χρήσιμη για τις αναπτύξεις του τρίτου πρόδηλου σφάλματος της υπουργικής αποφάσεως.
Το νέο άρθρο 67 ν. 998/1979 εξακολουθεί να αναπτύσσεται σε τέσσερις παραγράφους, κατά τα πρότυπο της προηγούμενης εκδόσεώς του. Παράτιτλός του παραμένει ό ίδιος: «Αγροί που άλλαξαν μορφή». Όχι, όμως, και το περιεχόμενό του, το οποίο μεταλλάσσεται με ρυθμούς που ανταγωνίζονται τους ρυθμούς αλλαγής μορφών των αγρών.
α. Πρώτη παράγραφος άρθρου 67 ν. 998/1979
α1. Κείμενο της παραγράφου
Γ54 1. «α. Εκτάσεις που εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945, ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του 1960, με αγροτική μορφή που δασώθηκαν μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν αργότερα, επί των οποίων το Δημόσιο δεν θεμελιώνει δικαιώματα κυριότητας βάσει τίτλου, αναγνωρίζονται ως ιδιωτικές με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά από εισήγηση του αρμοδίου Δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό, εφόσον ο ιδιώτης προσκομίσει τίτλους ιδιοκτησίας, οι οποίοι ανάγονται πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και έχουν μεταγραφεί.
Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής που έχουν εκδοθεί για τις ανωτέρω εκτάσεις ανακαλούνται ακόμη και αν τελεσιδίκησαν δικαστικά.
β. Όσες από τις εκτάσεις της περίπτωσης α` έχουν σήμερα μορφή δασικής έκτασης και στερούνται  των παραπάνω τίτλων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αποκλειστικά και μόνο για γεωργική και δενδροκομική εκμετάλλευση κατόπιν αδείας του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά από εισήγηση του οικείου δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό, χορηγούμενης της άδειας επί τη βάσει αιτήσεως του προσώπου που προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί των εκτάσεων αυτών, δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας μεταγενεστέρου μεν της 23ης Φεβρουαρίου 1946, όχι όμως νεότερου των δέκα ετών μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του «ν. 4280/2014».
Στην περίπτωση που η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται.
Σε περίπτωση προσκόμισης από τρίτο των τίτλων της παραγράφου 1α´ ή τυχόν οριστικής επιλύσεως του ιδιοκτησιακού με αμετάκλητη δικαστική απόφαση επί της συγκεκριμένης εκτάσεως, ανακαλείται η σχετική άδεια του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (αζημίως) για το Δημόσιο».
α2. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις (άρθρο 67, παρ. 1, υπό α, εδ. α΄, ν. 998/1979, )
Γ55 Ο παράτιτλος του άρθρου 67 ν. 998/1979 παραμένει ό ίδιος: «Αγροί που άλλαξαν μορφή».
i. Νομοτυπική μορφή
Γ56 Αναζητούμε τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής (μέρους) της ακόλουθης διατάξεως του άρθρου 67, παρ, 1, υπό α, εδ. α΄: «Εκτάσεις που εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945, ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του 1960, με αγροτική μορφή που δασώθηκαν μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν αργότερα, επί των οποίων το Δημόσιο δεν θεμελιώνει δικαιώματα κυριότητας βάσει τίτλου…»[26].
Στη νομοτυπική μορφή αυτής της συγκεκριμένης διατάξεως υπάρχουν τα ακόλουθα στοιχεία: α. Εκτάσεις με παλαιά αγροτική μορφή («παλαιοαγροτικές εκτάσεις»). β. Μεταγενέστερη δάσωση. γ. Έλλειψη δικαιώματος κυριότητας Δημοσίου βάσει τίτλου.
iα. Αναγνώριση εκτάσεων με αγροτική μορφή ως ιδιωτικών
Γ57 Η διάταξη  αναφέρεται σε συγκεκριμένες εκτάσεις, χωρίς προγενέστερο προσδιορισμό τους (για το διάστημα πριν από το 1945), θέτοντας ως σημείο εκκινήσεως τo έτος 1945 ή, κατά περίπτωση, με κριτήριο την ευκρίνεια των στοιχείων, το έτος 1960, έτη κατά τα οποία πραγματοποιήθηκαν αεροφωτογραφίσεις. Οι εκτάσεις αυτές μπορεί πριν από το 1945 για συνεχές χρονικό διάστημα, ενδεχομένως δεκαετιών, να ήταν δάση ή δασικές εκτάσεις, ενδεχόμενο που κατά τη συγκεκριμένη ρύθμιση κρίνεται (σιωπηρά) αδιάφορο. Ωστόσο, σειρά ολόκληρη δικαστικών αποφάσεων ανατρέχει σε βιοτικές σχέσεις, που εξελίσσονται σε δάση και δασικές εκτάσεις ακόμη από την εποχή του 1836[27]. Αυτό σημαίνει ότι η έννομη τάξη και παλαιότερα και τώρα ενδιαφέρεται για την εξέλιξη του δασικού φαινομένου για τρεις ολόκληρους αιώνες, μάλιστα πολύ περισσότερο μετά τη θέση σε ισχύ των άρθρων 42, παρ. 1 και 117, παρ. 3, Συντ.
Εισάγεται ο όρος «εκτάσεις με αγροτική μορφή». Όπως ήδη σημειώσαμε, πρόκειται για ένα νέο τεχνικό νομικό όρο, που δε συμπίπτει με τους όρους «αγροί» ή «αγροτικές εκτάσεις» και κατά την άποψή μας είναι ελαστικότερος, άρα και πολύ ευρύτερος[28].
Ερευνητέο ζήτημα είναι κατά πόσο η συνεχής παραγωγή νέων νομικών τεχνικών όρων- με ταυτόχρονη αποφυγή χρήσης κλασικών όρων- σε συνδυασμό με μια εκρηκτική νομοθετική παραγωγή στο πεδίο του δασικού φαινομένου, συνάδει προς βασικές αρχές του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου[29], ιδίως ενόψει της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας του δικαίου σε συνδυασμό με την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών. Κατά την άποψή μας, εδώ υπεισέρχεται μια μορφή νομοθετικής καταστρατηγήσεως των άρθρων 24 και 117, παρ. 3, Συντ, μια καταστρατήγηση που αντίκειται προφανώς στο Περιβαλλοντικό Σύνταγμα.
Ο νέος αυτός όρος εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
iβ. Που δασώθηκαν μεταγενέστερα
Γ58 Ο νόμος θέτει ως όρο τη μεταγενέστερη δάσωση των εκτάσεων με «αγροτική μορφή». Μεταγενέστερη σε σχέση με τις  αεροφωτογραφίες του 1945, ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποδεικνύεται δάσωση μετά το 1945 ή μετά το 1960. Στη δάσωση μετά το 1960 προστρέχουμε όταν οι αεροφωτογραφίες του 1945 «δεν είναι ευκρινείς». Η ευκρίνεια των αεροφωτογραφιών ανάγεται σε κριτήριο, που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η ύπαρξη ή η απουσία ευκρίνειας μπορεί να είναι σημαντικό στοιχείο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η σχετική κρίση ανήκει στην οικεία δασική υπηρεσία. Βέβαια αποτελεί τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Γ59 Η μεταγενέστερη αυτή δάσωση αρκεί από μόνη της, δεδομένου όντος δεν απαιτείται η διάρκεια της δασικής βλαστήσεως, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του νόμου «ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν αργότερα».
Γ60 Σε σχέση με τη δάσωση ακολουθούμε την άποψη ότι αυτή μπορεί να είναι φυσική ή τεχνητή[30].
Γ61 Εφόσον στο νόμο γίνεται χρήση του όρου «δάσωση, δεν εμπίπτουν στο εννοιολογικό της πεδίο οι αναδασωτέες εκτάσεις. Αν συντρέχει περίπτωση αναδασώσεως, πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα εφαρμογής της παρούσας ρυθμίσεως[31].
iγ. Έλλειψη δικαιώματος κυριότητας Δημοσίου βάσει τίτλου. Το ζήτημα του τίτλου
Γ62 Επαναλαμβάνουμε και εδώ[32]: Στις «παλαιοαγροτικές» δασωμένες αυτές εκτάσεις το Δημόσιο πρέπει να μη θεμελιώνει δικαιώματα κυριότητας βάσει τίτλου.
Ζήτημα δημιουργείται τι εννοείται εδώ με τον όρο «τίτλος». Ο τίτλος αυτός μπορεί να προέρχεται από το νόμο, από δικαστική απόφαση ή από την ιδιωτική βούληση. Ζήτημα υπάρχει κατά πόσο πρέπει να αποκλεισθούν οι περιπτώσεις, όπου υπάρχει αμάχητο τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου, ή πρέπει να μην αποκλείονται. Κατά την άποψή μας, δεν πρέπει να αποκλείονται. Το ίδιο ισχύει, αν το τεκμήριο είναι μαχητό, εκτός αν αυτό (έχει) νομίμως ανατραπεί.
Η πρώτη κρίση για τον τίτλο απορρέει και πάλι από τον αρμόδιο δασάρχη ή το Διευθυντή Δασών, εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό. Πρόκειται σε κάθε περίπτωση για εξαιρετικά σημαντική κρίση – που βρίσκεται στην αφετηρία σειράς ολόκληρης διαδικασιών-, στη διαμόρφωση της οποίας κατά το νόμο δε συμμετέχει νομικός. Όταν για κάθε ακίνητο, όπως είναι η οικοδομή, νομοθετείται μια σειρά ελέγχων από ειδικούς επιστήμονες (λ.χ. ενδεικτικά πιστοποιητικό ταυτότητας ακινήτου ανά πενταετία), αντίθετα για άλλα ακίνητα, όπως είναι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, ο νόμος αποφεύγει την προσφυγή σε αρμοδίους (νομικούς επιθεωρητές)[33].
Η εξεταζόμενη κρίση της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας επιφέρει σημαντικές έννομες συνέπειες.
ii. Έννομη συνέπεια: Αναγνώριση εκτάσεων ως ιδιωτικών
Γ63 Κύρια έννομη συνέπεια είναι η υπό όρους αναγνώριση των εκτάσεων ως ιδιωτικών. Πρόκειται για την περισσότερο ευνοϊκή ρύθμιση για τους ιδιώτες (-αγρότες). Στους όρους αυτούς εντάσσονται κατά νόμο οι εξής: Αίτηση, εισήγηση, τίτλοι ιδιοκτησίας.
Στην ουσία η υ.α. επιδιώκει ως κύριο στόχο όχι την αναγνώριση των εκτάσεων αυτών ως ιδιωτικών, αλλά χρησιμοποιεί την αναγνώριση αυτή ως μέσο – υπό μορφή προσταδίου- για να επιτύχει τον κύριο στόχο, που φαίνεται να μην άλλος από τη γεωργική (δενδροκομική) εκμετάλλευση.
iiα. Υποβολή αιτήσεως ή αυτεπαγγέλτως
Γ64 Στο νόμο δε ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα, αν απαιτείται σχετικά υποβολή αιτήσεως ή μπορεί η σχετική διαδικασία να κινηθεί και αυτεπαγγέλτως. Κατά τη γνώμη  μας, δεν πρέπει να αποκλεισθεί καμία από τις περιπτώσεις, παρά το ότι δεν εισάγεται ειδική ρύθμιση, σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς.
Γ65 Εάν υποβληθεί αίτηση, ισχύουν τα ακόλουθα:
Αίτηση προς το Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοικήσεως (ήδη προς το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης). Η αίτηση υποβάλλεται από τον ιδιώτη φυσικό ή νομικό πρόσωπο και πρέπει αφενός να περιέχει αίτημα αναγνωρίσεως, αφετέρου να συνοδεύεται από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία συνάγεται η πλήρωση της νομοτυπικής μορφής του άρθρου.
iiβ. Προσκόμιση τίτλων ιδιοκτησίας
Γ66 Ο νόμος απαιτεί προσκόμιση τίτλων ιδιοκτησίας. Ο όρος αυτός ισχύει σε κάθε περίπτωση, δηλαδή είτε κινείται η διαδικασία κατόπιν αιτήσεως είτε αυτεπαγγέλτως.
Οι τίτλοι ιδιοκτησίας πρέπει να ανάγονται πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και να έχουν μεταγραφεί.
Οι τίτλοι ιδιοκτησίας πρέπει να ανάγονται σε νομικά καθεστώτα, που ίσχυαν πριν από τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) Η επιλογή της ημερομηνίας αυτής συνδέεται με ένα εξαιρετικά σημαντικό νομικό γεγονός, όπως είναι αυτό της απομακρύνσεως από το βυζαντιρωμαϊκό δίκαιο και της εισαγωγής ενός νέου νομικού καθεστώτος για τις ιδιωτικές ενγένει σχέσεις, σημαντικός καρπός μιας πολυετούς προσπάθειας.
Ωστόσο, η ίδια ημερομηνία δε φαίνεται να έχει άμεση ουσιαστική σχέση με την εξέλιξη του δασικού φαινομένου, επηρεάζει όμως χωρίς αμφιβολία τις εμπράγματες σχέσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις, κυρίως μέσω των εισαγόμενων ρυθμίσεων για την κυριότητα, τα περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα, τη νομή και την κατοχή.
Γ67 Επαναλαμβάνουμε[34] και εδώ τα ακόλουθα σε σχέση με τη μεταγραφή:
Στο νόμο δεν ορίζεται πότε έπρεπε να έχει γίνει η μεταγραφή. Με βάση τα ισχύοντα γενικά για τη μεταγραφή, το δίκαιο δεν ορίζει χρόνο μεταγραφής. Αυτή μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Προσκόμιση τίτλου που δεν έχει μεταγραφεί είναι άνευ αντικειμένου.
Γ68 Ωστόσο, σε σχέση με τις «παλαιοαγροτικές» αυτές δασικές εκτάσεις, είτε έχουν μεταγραφεί είτε όχι, ανακύπτει το ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν το Εθνικό Κτηματολόγιο. Ειδικότερα, για την υποβολή δηλώσεως στην κτηματογραφούσα αρχή πρέπει να προηγηθεί μεταγραφή και να ακολουθήσει η υποβολή δηλώσεως κατά το άρθρο 2, ν. 2308/1995. Στο στάδιο λειτουργίας του Κτηματολογίου η καταχώριση κατά το άρθρο 12 ν. 2664/1998, (πρέπει να γίνει δεκτό ότι) καλύπτει την απαίτηση του νόμου για την ύπαρξη μεταγραφής.
iiγ. Εισήγηση
Γ69 Απαιτείται εισήγηση του αρμόδιου δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών, εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό[35].
Ο νόμος δεν αναφέρει, αν η εισήγηση είναι αναγκαία ή όχι, ούτε αν είναι υποχρεωτική για την απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοικήσεως (ήδη του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης).
Γ70 Η πρόβλεψη για την ύπαρξη εισηγήσεως δεν μπορεί να είναι γράμμα κενό. Αυτό σημαίνει ότι ο Γενικός Γραμματέας (ήδη ο Συντονιστής) οφείλει να απευθυνθεί προς το Δασάρχη ή το Διευθυντή Δασών και να προωθήσει σε αυτόν το σχετικό φάκελο, τάσσοντας εύλογη προθεσμία για τη σύνταξη και υποβολή σε αυτόν της σχετικής εισηγήσεως.
Η εισήγηση μπορεί να είναι θετική ή αρνητική για τον αιτούντα ιδιώτη.
Γ71 Σε κάθε περίπτωση η εισήγηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η απουσία αιτιολογίας, καθώς και η ελλιπής ή εσφαλμένη αιτιολογία αποδυναμώνουν την εισήγηση και μεταθέτουν το κέντρο βάρους για την αποδοχή ή όχι του αιτήματος του ιδιώτη στο Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοικήσεως (ήδη στο Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης). Δεν πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα να ζητηθεί η προσθήκη αιτιολογίας, η συμπλήρωσή της, καθώς και η αποκατάσταση του εντοπισθέντος σφάλματος. Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται καταχρηστική άσκηση αυτής της δυνατότητας, λ.χ. η επαναπροώθηση του φακέλου για συμπλήρωση της εισηγήσεως για δεύτερη ή τρίτη φορά.
Γ72 Η εισήγηση είναι ενδιάμεση διοικητική πράξη βοηθητικού χαρακτήρα. Ο ιδιώτης λαμβάνει γνώση της εισηγήσεως, μόνο αν αυτή εμπεριέχεται στην απόφαση που εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας.
iiδ. Απόφαση
Γ73 Εφόσον συντρέχουν τα στοιχεία της παραπάνω νομοτυπικής μορφής ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοικήσεως, ήδη ο Συντονιστής, εκδίδει απόφαση.
Γ74 Επαναλαμβάνουμε και εδώ ότι, ο νόμος δεν ορίζει εάν η απόφαση του Γενικού Γραμματέα, ήδη του Συντονιστή, πρέπει να συμπίπτει με την εισήγηση. Μάλιστα, δεν είναι απαραίτητη για την έκδοση της αποφάσεως η σύμφωνη γνώμη της εισηγήσεως. Στο πλαίσιο αυτής της ερμηνευτικής κατευθύνσεως είναι δυνατό να προκύψει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
Θετική εισήγηση και θετική απόφαση. Θετική εισήγηση και αρνητική απόφαση. Αρνητική εισήγηση και αρνητική απόφαση. Αρνητική εισήγηση και θετική απόφαση.
Αυτονόητο είναι ότι η παραπάνω απόφαση του Συντονιστή πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Η αιτιολογία πρέπει να είναι πλήρης, ακριβής και σαφής. Πρόκειται για εκείνη την απόφαση που τις περισσότερες φορές θα είναι αντικείμενο ενασχόλησης από τα αρμόδια δικαστήρια.
Πράγματι, για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντός του ο αιτών μπορεί να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια, εάν η απόφαση του Γενικού Γραμματέα, ήδη του Συντονιστή, δεν τον ικανοποιεί.
α3. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις (άρθρο 67, παρ. 1, υπό α, εδ. β΄ ν. 998/1979)
Γ75 Στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζονται τα εξής:
«Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής που έχουν εκδοθεί για τις ανωτέρω εκτάσεις ανακαλούνται ακόμη και αν τελεσιδίκησαν δικαστικά».
Με την ανάρτηση των δασικών χαρτών η ειδική διαδικασία εκδόσεως πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ιδιώτη από δασική έκταση (άρθρο 61 ν.δ. 86/1969) ανακτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον[36].
Γ76 Κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής επιτρέπεται άσκηση ανακοπής, ενώ κατά της αποφάσεως του αρμόδιου δικαστηρίου επί της ανακοπής δεν επιτρέπεται άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου[37]. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική δικαστική απόφαση επέχει θέση αμετακλήτου. Αναδύεται το ακόλουθο σημαντικό ζήτημα: Όταν κατά της αποφάσεως του αρμόδιου δικαστηρίου απαγορεύεται η άσκηση ένδικου μέσου, πως ερμηνεύεται η διάταξη του άρθρου (άρθρο 67, παρ. 1, υπό α, εδ. β΄ ν. 998/1979), που επιτρέπει την ανάκληση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής ακόμη και αν αυτά τελεσιδίκησαν, και όχι κατέστησαν αμετάκλητα;
Γ77 Οι εκδοχές είναι δύο: Κατά την πρώτη το «τελεσιδίκησαν» σημαίνει στην ουσία κατέστησαν αμετάκλητα, διότι άλλο «επέχει θέση αμετακλήτου» και άλλο «κατέστησαν αμετάκλητα».
Κατά τη δεύτερη εκδοχή, εφόσον ο νόμος ορίζει την τελεσιδικία και όχι το αμετάκλητο, το όλο νομικό καθεστώς μεταβάλλεται. Το ότι συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση η θέση αμετακλήτου δεν επιτρέπει τη συγκεκριμένη ανάκληση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής.
Κατά τη γνώμη μας, η δεύτερη εκδοχή κρίνεται επικρατέστερη, πέραν των άλλων λόγων, και διότι βρίσκεται πλησιέστερα στο πνεύμα του άρθρου 24 του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας.
α4. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις (άρθρο 67, παρ. 1, υπό β, εδ. α΄, ν. 998/1979)
Γ78 Η διάταξη ρυθμίζει περιπτώσεις εκτάσεων που παλαιότερα είχαν αγροτική μορφή και στη συνέχεια δασώθηκαν, δεν υπάρχουν, όμως, τίτλοι από τη μεριά του ιδιώτη.
Γ79 Στη νομοτυπική μορφή αυτής της διατάξεως υπάρχουν τα ακόλουθα στοιχεία:
Εκτάσεις με παλαιά αγροτική μορφή (παλαιοαγροτικές εκτάσεις), για τις οποίες ισχύουν όσα αναφέραμε παραπάνω.
Οι εκτάσεις αυτές πρέπει να έχουν σήμερα «μορφή δασικής έκτασης» κατά το κείμενο του νόμου, όρος που είναι ελαστικότερος σε σχέση με τους όρους «δάσος» ή «δασώθηκαν».
Οι ιδιώτες δε διαθέτουν «τίτλους ιδιοκτησίας, οι οποίοι ανάγονται πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και έχουν μεταγραφεί», αλλά έχουν τίτλους ιδιοκτησίας μεταγενέστερους της 23ης Φεβρουαρίου 1946, όχι όμως νεότερους των δέκα ετών μέχρι την ημέρα δημοσιεύσεως του «ν. 4280/2014»[38].
α5. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις (άρθρο 67, παρ. 1, υπό β, εδ. β΄, ν. 998/1979, )
Γ80 Ορίζοντας ο νόμος ότι «Στην περίπτωση που η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται», εισάγει ρύθμιση που αντιτίθεται στο άρθρο 117, παρ. 3, Συντ (σε συνδυασμός με το άρθρο 24 Συντ).
α6. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις (άρθρο 67, παρ. 1, υπό β, εδ. γ΄ ν. 998/1979, )
Γ81 Κατά το κείμενο του νόμου «Σε περίπτωση προσκόμισης από τρίτο των τίτλων της παραγράφου 1α` ή τυχόν οριστικής επιλύσεως του ιδιοκτησιακού με αμετάκλητη δικαστική απόφαση επί της συγκεκριμένης εκτάσεως, ανακαλείται η σχετική άδεια του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (αζημίως) για το Δημόσιο».
Πρόκειται για μια ορθή διάταξη, κυρίως για την περίπτωση «οριστικής επιλύσεως του ιδιοκτησιακού με αμετάκλητη δικαστική απόφαση επί της συγκεκριμένης εκτάσεως». Συμπληρώνουμε ότι η πράξη της ανακλήσεως της άδειας είναι υποχρεωτική για το Γενικό Γραμματέα (ήδη για το Συντονιστή)[39].
α7. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις (άρθρο 67, παρ. 2, εδ. α΄ και β΄, ν. 998/1979)
1. Διατήρηση μορφών
Γ82 Σύμφωνα με το νόμο, «Εάν οι εκτάσεις της περιπτώσεως α` εντάσσονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου διατηρούν τη μορφή τους και η διαχείριση τους γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις  της δασικής νομοθεσίας».
«Εάν αντιθέτως αυτές εντάσσονται στην παράγραφο 2 τότε δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Γ83 Σε σχέση με την ερμηνεία των διατάξεων αυτών επαναλαμβάνουμε και εδώ τα ακόλουθα[40]:
«Εάν δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθεί μια από τις δύο προηγούμενες περιπτώσεις –δηλαδή εάν δεν είναι δυνατό να γίνει αναγνώριση των εκτάσεων ως ιδιωτικών ή εάν δεν είναι εφικτή η έκδοση άδειας για γεωργική και δενδροκομική εκμετάλλευση–, στο νόμο εισάγεται μία τρίτη περίπτωση, που περιέχει δύο ρυθμίσεις, ανάλογα με το αν πρόκειται για δάσος ή δασική έκταση.
α. Ρύθμιση πρώτη
Γ84 Κατά την πρώτη ρύθμιση, «2. Εάν οι εκτάσεις της περιπτώσεως α΄ εντάσσονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, διατηρούν τη μορφή τους και η διαχείρισή τους γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Δηλαδή, αν οι «παλαιοαγροτικές εκτάσεις» που έχουν δασωθεί μεταγενέστερα συνιστούν δάσος κατά την έννοια του άρθρου 3, παρ. 1, ν. 998/1979, τότε η μορφή τους (με άλλα λόγια ο δασικός τους χαρακτήρας) διατηρείται και η διαχείρισή τους γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Στην περίπτωση αυτή τίθεται μόνο ζήτημα διαχειρίσεως των συγκεκριμένων εκτάσεων, προφανώς με εφαρμογή, μεταξύ άλλων, των νέων άρθρων 45 επ. ν. 998/1979, υπό τον παράτιτλο «Επιτρεπτές επεμβάσεις σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις δημόσιες εκτάσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου».
β. Ρύθμιση δεύτερη
Γ85 Σύμφωνα με την ακολουθούσα δεύτερη ρύθμιση, «Εάν αντιθέτως αυτές εντάσσονται στην παράγραφο 2 τότε δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας». Προφανώς η διάταξη αναφέρεται στο άρθρο 3, παρ. 2, ν. 998/1979, σύμφωνα με την οποία «Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά». Αυτό σημαίνει ότι εάν οι επίμαχες εκτάσεις χαρακτηρισθούν ως «δασικές εκτάσεις», τότε δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Η ρύθμιση αυτή είναι «εκκωφαντική». Τόσο ευθεία αντίθεση στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, Συντ δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί.
Γ86 Υπενθυμίζουμε ότι αναφέρεται σε «α. Εκτάσεις που εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945, ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του 1960, με αγροτική μορφή που δασώθηκαν μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν αργότερα, επί των οποίων το Δημόσιο δεν θεμελιώνει δικαιώματα κυριότητας βάσει τίτλου, αναγνωρίζονται ως ιδιωτικές με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης… εφόσον ο ιδιώτης προσκομίσει τίτλους ιδιοκτησίας, οι οποίοι ανάγονται πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και έχουν μεταγραφεί».
Γ87 Δε διευκρινίζεται αν η μη υπαγωγή στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας θα ισχύει πριν την έκδοση της αποφάσεως του Συντονιστή (περί αυτού πρόκειται σήμερα) ή μετά από την απόφαση αυτή. Επίσης, δε διευκρινίζεται εάν η συγκεκριμένη ρύθμιση θα ισχύει σε περίπτωση προσβολής των σχετικών αποφάσεων του Συντονιστή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων.
Γ88 Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα -με ευρύτατες διαστάσεις- είναι πως μπορεί η συγκεκριμένη ρύθμιση να εναρμονισθεί με διατάξεις του Εμπράγματου Δικαίου του ΑΚ, του Περιβαλλοντικού Δικαίου, του Εποικιστικού Δικαίου, καθώς και του Κτηματολογικού Δικαίου, ενόψει της αντιθέσεώς της προς τα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, Συντ .
2. Διαχείριση κατά τη δασική νομοθεσία
Γ89 Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα, τι εννοείται με τη διατύπωση «η διαχείρισή τους γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
α. «Δασική νομοθεσία»
Ως δασική νομοθεσία νοείται το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το δασικό φαινόμενο, δηλαδή το δάσος και τις δασικές εκτάσεις. Εξεταστέο παραμένει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εάν η παραπομπή στη δασική νομοθεσία νοείται ως παραπομπή στο σύνολο της νομοθεσίας αυτής, σε συγκεκριμένο μέρος της ή ακόμη στο σύνθεμα των διατάξεών της που είναι πρόσφορο για εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, πρέπει να συνεκτιμάται ο παράγοντας του χρόνου (δηλαδή δασική νομοθεσία κατά το χρόνο δημιουργίας της συγκεκριμένης διαφοράς ή κατά το χρόνο δημιουργίας των επικαλούμενων δικαιωμάτων), καθώς και ο παράγοντας του τόπου (εάν δηλαδή πρόκειται για νομοθεσία ισχύουσα σε όλη την επικράτεια ή σε μέρος αυτής).
Γ90 Παράλληλο μπορεί να χαρακτηρισθεί το ζήτημα, κατά πόσο στον όρο «δασική νομοθεσία», πρέπει να ενταχθούν και οι διατάξεις του Εποικιστικού Δικαίου, του Περιβαλλοντικού Δικαίου καθώς και των διατάξεων που διέπουν το  Εθνικό Κτηματολόγιο. Κατά την άποψή μας, αρμόζει καταφατική απάντηση. Εξάλλου, και σε αντίθετη περίπτωση, οι νόμοι 2308/1995 και 2664/1998 (οι οποίοι συνθέτουν το Εθνικό Κτηματολόγιο) θα εφαρμοσθούν ούτως ή άλλως.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει στο πεδίο του Εποικιστικού Δικαίου η ΟλΣτΕ 521/2014, (υπό 9):
«…Προς εξυπηρέτηση, όμως, των ανωτέρω σκοπών, ο νομοθέτης επέλεξε την εκποίηση χωρίς δημοπρασία των δημοσίων εποικιστικών εκτάσεων σε πρόσωπα που κατέλαβαν τις εκτάσεις αυτές αυθαιρέτως, η ρύθμιση δε αυτή συνιστά απόκλιση από τις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου και δεν δικαιολογείται από λόγους λυσιτελούς εξυπηρετήσεως των επιδιωκομένων σκοπών….). Εν όψει των ανωτέρω, οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου 5 του ν. 3147/2003 είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου…»
β. «Διαχείριση» των εκτάσεων
Γ91 Το άλλο ζήτημα που προκύπτει είναι τι νοείται με τη διατύπωση «διαχείριση» των συγκεκριμένων εκτάσεων.
Η διατύπωση μιας γενικής κατευθυντήριας αρχής φαίνεται να είναι μάλλον απρόσφορη λόγω του αντικειμένου της. Πιο κατάλληλη είναι ίσως η περιπτωσιολογική προσέγγιση, δηλαδή κατά πόσο το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί ή όχι να υπαχθεί στη διαχείριση της συγκεκριμένης εκτάσεως.
Γ92 Ενδεικτικά αναφέρουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις:
Στη διαχείριση εντάσσεται, εφόσον πρόκειται για δάσος, η προσωρινή επίλυση αμφισβητήσεων (κατά το άρθρο 14 ν. 998/1979), η προστασία χλωρίδας και πανίδας (άρθρο 19 ν. 998/1979), η αντιμετώπιση πυρκαγιών (άρθρα 23 επ. ν. 998/1979), η κήρυξη αναδασωτέων εκτάσεων (άρθρο 41 ν. 998/1979), η διάνοιξη οδών (άρθρο 48 ν. 998/1979), τα έργα υποδομής (άρθρο 53, ν. 998/1979), καθώς και τα στρατιωτικά έργα (άρθρο 55 ν. 998/1979).
α8. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις (άρθρο 67, παρ. 3, ν. 998/1979)
Γ93 Η συγκεκριμένη παράγραφος αναπτύσσεται σε τέσσερα εδάφια (α΄ έως δ΄).
Πρώτο εδάφιο (άρθρο 67, παρ. 3, εδ. α΄): «3. Ο ειδικότερος χαρακτηρισμός της έκτασης ως δάσους ή δασικής, προκειμένης της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού, διενεργείται, εάν μεν υπάρχει αναρτημένος[41] δασικός χάρτης από την Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 3889/2010, άλλως με πράξη χαρακτηρισμού, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14, η οποία εκδίδεται ακόμη και αν η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα».
Γ94 Η ρύθμιση έχει ως αντικείμενο τον ειδικότερο χαρακτηρισμό της επίμαχης εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως. Ανακύπτει το ζήτημα, για ποιο λόγο απαιτείται «ειδικότερος χαρακτηρισμός» της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως. Εάν ο μέχρι το στάδιο αυτό χαρακτηρισμός είναι ακριβής, πλήρης και σαφής, τότε ο ειδικότερος χαρακτηρισμός είναι άνευ αντικειμένου. Εάν, όμως δε συμβαίνει αυτό, υπό τη διατύπωση «ειδικότερος χαρακτηρισμός» καλύπτεται ένας ελαττωματικός χαρακτηρισμός, που πάσχει επειδή πάσχει από ανακρίβεια, ασάφεια ή έλλειψη πληρότητας, ή ακόμη από συνδυασμούς αυτών των ατελειών. Αυτό σημαίνει ότι ο ειδικότερος χαρακτηρισμός καλείται να «επουλώσει» ή να «θεραπεύσει» το ελάττωμα του χαρακτηρισμού: με άλλα λόγια στην ουσία ανακαλείται η πράξη που προηγούμενου χαρακτηρισμού. Σε τελευταία ανάλυση στις περιπτώσεις αυτές ο λεγόμενος «ειδικότερος χαρακτηρισμός» έχει σαφή χαρακτήρα διορθώσεως του προηγούμενου χαρακτηρισμού.
Γ95 Ένα άλλο σημαντικό ειδικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης ρυθμίσεως είναι, αντί του «κυρωμένου» δασικού χάρτη, ο «αναρτημένος» δασικός χάρτης. Είναι φανερό ότι η εγκατάλειψη του «κυρωμένου» δασικού χάρτη, προς διευκόλυνση προφανώς των ενδιαφερομένων, παρέχει πολύ λιγότερες και ποιοτικά διάφορες εγγυήσεις ορθότητας του δασικού χάρτη. Από την άποψη αυτή η συγκεκριμένη διάταξη φαίνεται να μη συμπλέει προς το άρθρο 24 του περιβαλλοντικού μας Συντάγματος.
Γ96 Εάν υπάρχει αναρτημένος δασικός χάρτης, ο ειδικός αυτός χαρακτηρισμός διενεργείται από την Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας του άρθρου 26, παρ. 5, ν. 3889/2010.
Γ97 Εάν δεν υπάρχει αναρτημένος δασικός χάρτης, διενεργείται ο χαρακτηρισμός με πράξη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14, η οποία εκδίδεται ακόμη και στην περίπτωση που η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα ή έχει χαρακτηρισθεί μη τελεσίδικη κατά τη διαδικασία του άρθρου 14, ως δασικού χαρακτήρα.
Γ98 Κατά την άποψή μας, το ότι ο χαρακτηρισμός της πράξης  (εάν δεν υπάρχει αναρτημένος δασικός χάρτης) διενεργείται κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 ν. 998/1979 και σε αναδασωτέες εκτάσεις, συνιστά προφανή αντίθεση στο άρθρο 117, παρ. 3, Συντ.
Γ99 Σημειωτέο ότι στο άρθρο 14 ν. 998/1979 εισάγονται διατάξεις για την προσωρινή επίλυση αμφισβητήσεων[42], μια προσωρινή επίλυση που έχει εξελιχθεί προ πολλού σε μόνιμη.
Γ100 Δεύτερο εδάφιο (άρθρο 67, παρ. 3, εδ. β΄, ν. 998/1979): «Εκτάσεις για τις οποίες ισχύουν τελεσίδικες πράξεις χαρακτηρισμού του άρθρου 14 και πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας διάταξης μπορεί να υπαχθούν στην παράγραφο 1 εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ενδιαφερόμενο».
Εάν υπάρχουν τελεσίδικες πράξεις χαρακτηρισμού του άρθρου 14 και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της «παρούσας διάταξης» προβλέπεται η δυνατότητα να υπαχθούν στην παράγραφο 1, εφόσον υποβληθεί αίτημα από τον ενδιαφερόμενο. Σημειωτέο ότι οι λεγόμενες «τελεσίδικες» πράξεις χαρακτηρισμού του άρθρου 14 ν. 998/1979 είναι πράξεις μιας προσωρινής- που εξελίχθηκε αντισυνταγματικά σε οριστική- «επίλυσις αμφισβητήσεων» του κατά τόπο αρμόδιου δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών εάν στο νομό δεν υφίσταται Δασαρχείο.
Δυνατή υπαγωγή στην παράγραφο 1 του άρθρου 67 ν. 998/1979 (όπως ισχύει) σημαίνει δυνατότητα αναγνωρίσεως των εκτάσεων (δάσους ή δασικών εκτάσεων) ως ιδιωτικών.
Γ101 Τρίτο εδάφιο (άρθρο 67, παρ. 3, εδ. γ΄, ν. 998/1979): «Ο κατά τα ανωτέρω χαρακτηρισμός διενεργείται κατόπιν εξέτασης από τον Δασάρχη ή αν δεν υφίσταται δασαρχείο, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δασών του νομού, των τίτλων ιδιοκτησίας του ενδιαφερομένου και των συνυποβληθέντων από αυτόν σχετικών πιστοποιητικών μεταγραφής και τοπογραφικού διαγράμματος».
Το χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ο νόμος εμπιστεύεται να εξετάζει (όχι να αποφασίζει) ο Δασάρχης ή κατά περίπτωση ο Προϊστάμενος της Διευθύνσεως Δασών του νομού. Ωστόσο, παράλληλα, είναι ένας σημαντικότατος νομικός χαρακτηρισμός που κατά το νόμο γίνεται χωρίς καμία συμμετοχή νομικών[43]. Σε τελευταία ανάλυση, κάθε τέτοιος χαρακτηρισμός αποτελεί τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Γ102 Τέταρτο εδάφιο (άρθρο 67, παρ. 3, εδ. δ΄, ν. 998/1979): «Εάν η έκταση χαρακτηρισθεί ως μη υπαγόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 3, η σχετική πράξη αναδάσωσης ανακαλείται».
Η ανάκληση της σχετικής πράξης αναδασώσεως κρίνεται, κατά κανόνα, αντισυνταγματική, καθότι αντιτίθεται στο άρθρο 117, παρ. 3, Συντ (σε συνδυασμό με το άρθρο 24). Είναι επιτρεπτή κατ΄ εξαίρεση, μόνο αν συντρέχει πλάνη περί τα πράγματα σε σχέση με το δασικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης εκτάσεως.
Κατά την ΣτΕ 2861/2013, ΝΟΜΟΣ, υπό 8): ««…Συνεπώς, τυχόν αποφάσεις, με τις οποίες ορισμένες εκτάσεις κηρύσσονται αναδασωτέες, μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να ανακληθούν μόνο για πλάνη περί τα πράγματα ως προς τον δασικό χαρακτήρα, η οποία πρέπει να καλύπτει ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την κήρυξη της αναδασώσεως και εφ’ εξής, και να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα, ειδικά για κάθε ακίνητο, στοιχεία (ΣΕ 4086 – 95/2001, 235/2004). Παρέπεται λοιπόν ότι, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατ’ αρχήν υποχρέωση της Διοικήσεως να εξετάσει κατ’ ουσίαν σχετικό αίτημα και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει πράξη κήρυξης εκτάσεως ως αναδασωτέας, πρέπει να τεθούν υπ’ όψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, ανατρέπουν την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση αυτής, θεμελιώνοντας πλάνη περί τα πράγματα. Άλλως, η απόφαση περί αναδασώσεως είναι δυνατόν να αρθεί μόνον όταν έχει αυτή υλοποιηθεί και έχει ολοκληρωθεί η αναδημιουργία της καταστραφείσας δασικής βλαστήσεως (ΣΕ 1547/2009, 2227/2008, 3887/2007, 234-235/2004, 3696/1998)…».
Για λόγους πληρότητας παραθέτουμε στη συνέχεια το νέο κείμενο του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 67 ν, 998/1979, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 140, παρ. 3, ν. 4483/2017[44].
Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας
Γ103 Ποικίλοι όροι – δασικοί, τοπογραφικοί και νομικοί – εντοπίζονται στο πεδίο του τρίτου «πρόδηλου σφάλματος». Υπό το Α3 της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως ενδιαφέρουν οι όροι: «Αγροτική έκταση», «εμφανώς λανθασμένη απεικόνιση αγροτικής έκτασης», «λανθασμένη απεικόνιση ως δασικής» και «το αντίστροφο».
Λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 67 ν. 998/1979 κρίνεται απαραίτητο να συνεκτιμηθούν και τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του συγκεκριμένου άρθρου: α. Εκτάσεις με παλαιά αγροτική μορφή (παλαιοαγροτικές εκτάσεις). β. Μεταγενέστερη δάσωση. γ. Έλλειψη δικαιώματος κυριότητας Δημοσίου βάσει τίτλου.
Γ104 Οι προηγούμενοι όροι υπό το Α3  και υπό το άρθρο 67 ενυπάρχουν σε  νομικά κείμενα, όπως είναι  η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση 153394/919/12.04.2017. Ανεξάρτητα αν μερικοί από αυτούς είναι, κατά την αφετηρία τους δασικοί ή τοπογραφικοί, εντασσόμενοι σε ένα νομοθέτημα, όπως είναι η υπουργική απόφαση ή το άρθρο 67 ν. 998/1979, ανάγονται σε τεχνικούς νομικούς όρους. Για τον καθορισμό καθενός από αυτούς τους όρους απαιτούνται τόσο η προσφυγή στην αντίστοιχη ειδική επιστήμη (δασολογία, τοπογραφία), όσο και η αναγνώριση της τελικής αρμοδιότητας στη νομική επιστήμη μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Γ105 Σημαντική και αναπόφευκτη είναι η συνεκτίμηση των διατάξεων του Περιβαλλοντικού Δικαίου αλλά και η τήρηση των διατάξεων του Κτηματολογικού Δικαίου. Τα εμπλεκόμενα δασικά όργανα έχουν νομική υποχρέωση να τηρούν τις σύμφωνες με το Σύνταγμα διατάξεις όλων των νομοθετημάτων, συμπεριλαμβα- νομένων και των υπουργικών αποφάσεων, χωρίς να προσκολλώνται στην ερμηνευτική «δεινότητα» των ποικίλων εγκυκλίων άνευ ετέρου.
VΙΙ. Περίπτωση τέταρτη «πρόδηλου σφάλματος»
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως
Δ1 Όπως και στα προηγούμενα «πρόδηλα σφάλματα», έτσι και στον παρόν τέταρτο «πρόδηλο σφάλμα» η υπουργική απόφαση το εισάγει ρυθμίσεις αφενός υπό το Α4 και Β4 (παράτιτλο και κείμενο), αφετέρου στις κοινές ρυθμίσεις αποκαταστάσεως των σφαλμάτων υπό το κείμενο των Β1 έως Β8.
Δ2 Το τέταρτο «πρόδηλο σφάλμα» μπορεί να έχει ως τίτλο «Παράλειψη πολυγώνων στη βάση δεδομένων», με βάση το ακόλουθο κείμενο υπό Α4: «Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής…
– παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων του χάρτη στη βάση δεδομένων».
Α1. Κείμενο υπό Α4 της υπουργικής αποφάσεως
Δ3 Στην υπουργική απόφαση υπό Α4 υπάρχει η παρακάτω ρύθμιση:
  «- Παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων του χάρτη στη βάση δεδομένων».
Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β4 της υπουργικής αποφάσεως
Δ4 Σε σχέση με την τέταρτη αυτή περίπτωση «πρόδηλων σφαλμάτων» ορίζονται στην υπουργική απόφαση (υπό Β4) τα ακόλουθα:
«4. Σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη ή λάθος εγγραφών στοιχείων (αντιστοίχισης)
Διορθώνονται τα λάθη που έχουν παρεισφρήσει προφανώς εκ παραδρομής (π.χ. διαφορά στο εμβαδόν του πολυγώνου από το πραγματικό, λάθος ένδειξη landtype κ.λπ.) στη βάση δεδομένων και συμπληρώνονται οι εγγραφές που λείπουν (π.χ. καταχώρηση ένδειξης κατηγορίας κάλυψης πολυγώνου στη βάση δεδομένων)». 
Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας
Δ5 Το ψηφιακό αρχείο (shapefile) με τα γεωμετρικά και θεματικά χαρακτηριστικά του δασικού χάρτη περιέχει εσωτερικό πίνακα όπου βρίσκεται καταχωρημένο το σύνολο της περιγραφικής πληροφορίας του. Ο πίνακας αυτός  αποτελεί τη βάση δεδομένων του δασικού χάρτη. Για κάθε πολύγωνο του δασικού χάρτη αντιστοιχεί και μια εγγραφή (γραμμή) στον πίνακα της βάσης δεδομένων. Η κάθε στήλη του πίνακα αντιστοιχεί και σε ένα χαρακτηριστικό του πολυγώνου. Ο πίνακας αυτός μπορεί να περιέχει χιλιάδες εγγραφές και αρκετές στήλες. Με τη σχεδίαση κάθε πολυγώνου δημιουργείται αυτόματα μια νέα εγγραφή (γραμμή) όπου λαμβάνει τον αύξοντα μοναδικό αριθμό του πολυγώνου στο αντίστοιχο κελί της πρώτης στήλης. Τα στοιχεία  για τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά συμπληρώνονται στα αντίστοιχα κελιά. Η συμπλήρωση των στοιχείων (αριθμοί ή γράμματα) σε κάποια χαρακτηριστικά των πολυγώνων γίνεται αυτόματα ενώ σε άλλα από τον χειριστή του προγράμματος. Η παράλειψη συμπλήρωσης στοιχείων στη βάση δεδομένων ή η συμπλήρωση με λάθος στοιχεία μπορεί να επηρεάσει τόσο τις εμφανιζόμενες πληροφορίες των πολυγώνων όσο και την κατηγορία μορφής/κάλυψης (π.χ. δασική, αγροτική, κ.α.) που εντάσσεται και εμφανίζεται το πολύγωνο στον αναρτημένο δασικό χάρτη (όταν το λάθος αφορά τον κωδικό χαρακτηρισμού της έκτασης).
Τα σφάλματα που οφείλονται στη παράλειψη συμπλήρωσης στοιχείων των πολυγώνων του χάρτη στη βάση δεδομένων διαπιστώνονται και διορθώνονται σχετικά εύκολα ακόμα και πριν την υποβολή αντιρρήσεων ή αιτήσεων διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων. Από τα σφάλματα που οφείλονται στη συμπλήρωση με λάθος στοιχεία πολυγώνων, ορισμένα διαπιστώνονται σχετικά εύκολα ενώ ορισμένα άλλα διαπιστώνονται σχετικά δύσκολα εάν δεν έχουν υποβληθεί αντιρρήσεις ή αιτήσεις διόρθωσής τους. 
Γ. Νομικό πεδίο επεξεργασίας
1. Γενικά
Δ6 Η τέταρτη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος» ρυθμίζεται, όπως και οι προηγούμενες, σε δύο μέρη, υπό στοιχεία Α και Β.
Στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό Α4 ορίζονται τα ακόλουθα:
«Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής… – παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων του χάρτη στη βάση δεδομένων».
2. Οι κατ’ ιδίαν όροι
Δ7 Στη νομοτυπική μορφή του συγκεκριμένου τέταρτου «προφανούς σφάλματος» υπό Α4 εντάσσονται τα ακόλουθα στοιχεία:
α. «Στοιχεία πολυγώνων του χάρτη»
Δ8 Πολύγωνο είναι το γεωμετρικό σχήμα στο δασικό χάρτη που διαθέτει πολλές πλευρές (τουλάχιστον τρεις) και πολλές γωνίες (τουλάχιστον τρεις). Η ειδικότερη ονομασία τους βασίζεται στον αριθμό των πλευρών και στον αριθμό των γωνιών που διαθέτουν. Σπάνια στο δασικό χάρτη εντοπίζονται κανονικά πολύγωνα[45] (σε αντίθεση προς τα απλά), δηλαδή πολύγωνα με όλες τις πλευρές τους και όλες τις γωνίες του ίσες (λ.χ. ένα κανονικό εξάγωνο).
Δ9 Ως στοιχεία πολυγώνων του δασικού χάρτη, νοούνται, μεταξύ άλλων, το σχήμα (λ.χ. τρίγωνο, τετράγωνο, πεντάγωνο, εξάγωνο, επτάγωνο, οκτάγωνο), οι πλευρές που διαθέτει το καθένα (λ.χ. 3 έως 8), οι γωνίες (3 έως 8), οι  διαγώνιες (λ.χ. 0 – 5), τα σχηματιζόμενα τρίγωνα (λ.χ. 1 έως 6), καθώς και το άθροισμα των γωνιών (λ.χ.  1×180= 180 έως 6×180 = 1080). Για παράδειγμα ένα οκτάγωνο διαθέτει 8 πλευρές, 8 γωνίες, 5 διαγώνιες, 6 τρίγωνα και άθροισμα γωνιών (6×1800=10800).
β. προφανής παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων
Δ10 Η υπουργική απόφαση σε σχέση με την τέταρτη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος» καθορίζει την προφανή… – «…παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων του χάρτη στη βάση δεδομένων».
Δ11 Η παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων μπορεί να οφείλεται σε ποικίλους λόγους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η υπουργική απόφαση, ενώ αναφέρεται στο στοιχείο του «προφανούς», δεν εμπεριέχει το στοιχείο της παραδρομής, δηλαδή την εκ παραδρομής παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων. Σημειωτέο, ότι σε άλλη περίπτωση πρόδηλου σφάλματος το στοιχείο της παραδρομής κατέχει δεσπόζουσα θέση[46].
Δ12 Η παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων μπορεί να οφείλεται ή όχι σε παραδρομή.
Δ13 Εάν οφείλεται σε παραδρομή, ισχύουν όσα σημειώσαμε παραπάνω σε σχέση με το στοιχείο της παραδρομής[47].
Εάν, όμως, δεν οφείλεται σε παραδρομή, τότε, κατά τη γνώμη μας, δεν μπορεί να συντρέχει το στοιχείο του προφανούς, δηλαδή της προφανούς παραλείψεως εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων στη βάση δεδομένων. Διότι, κατ΄ ελάχιστον, όταν δεν υπάρχει παραδρομή, υπάρχει υπαιτιότητα, έστω και με τη μορφή της αμέλειας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν μπορεί να συντρέχει το υπό εξέταση στοιχείο της τέταρτης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος».
Δ14 Λαμβάνοντας υπόψη, ότι στο πεδίο του Αστικού Δικαίου η αμέλεια διακρίνεται, μεταξύ άλλων, σε ελαφρά αφηρημένη και σε ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια, η τελευταία φαίνεται να μπορεί κατ΄ αναλογία να είναι χρήσιμη και στην περίπτωση του παρόντος τέταρτου σφάλματος, της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως.
Δ15 Ειδικότερα, στην περίπτωση της ελαφράς συγκεκριμένης αμέλειας μέτρο για διαμόρφωση της σχετικής κρίσης είναι η λεγόμενη «εν τοις ιδίοις επιμέλεια». Δηλαδή η ατομική επιμελής συμπεριφορά του προσώπου στις δικές του υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της συμπεριφοράς του στην άσκηση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων. Φαίνεται, λοιπόν, ότι εδώ τα υποκειμενικά κριτήρια υπερισχύουν. Το ζήτημα που μπορεί να προκύψει είναι αν στα υποκειμενικά κριτήρια (λ.χ. νοημοσύνη, μόρφωση, δυνατότητα συγκεντρώσεως, ικανότητα και δυνατότητα προβλέψεως[48]) πρέπει να συνεκτιμηθούν και ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την εκπλήρωση των επαγγελματικών υποχρεώσεων του συγκεκριμένου προσώπου, όπως είναι λ.χ. η υπάρχουσα υλικοτεχνική υποδομή, η ασάφεια των διατάξεων που πρέπει να εφαρμοσθούν[49], η δυνατότητα επιμορφώσεως, το στελεχικό δυναμικό της συγκεκριμένης υπηρεσίας σε συνδυασμό με την υποστελέχωσή της με αποτέλεσμα ένα και μόνο πρόσωπο να φέρει το βάρος πολλών επαγγελματικών υποχρεώσεων. Κατά τη γνώμη μας, τέτοιες ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως δεν πρέπει να αγνοούνται. Από την άλλη μεριά, είναι φανερό ότι απαιτούνται ειδικές νομικές γνώσεις για την κατανόηση, ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών ρυθμίσεων.
γ. «βάση δεδομένων»
Δ16 Κάθε βάση δεδομένων περιγράφει λεπτομερώς όλα τα δεδομένα που έχουν εξαχθεί από την οριοθέτηση των εκτάσεων συγκεκριμένου ορθοφωτοχάρτη.
Υπάρχουν βάσεις δεδομένων του ορθοφωτοχάρτη 1945 (1960)[50], του πρόσφατου ορθοφωτοχάρτη, καθώς και του δασικού χάρτη. 
δ. «παράλειψη εγγραφών»
Δ17 Το στοιχείο της «παραλείψεως» υπάρχει και στην περίπτωση του δεύτερου «πρόδηλου σφάλματος» υπό Α2. Εκεί υπάρχει η παράλειψη αποτυπώσεως εκτάσεως στο δασικό χάρτη και μάλιστα εκ παραδρομής· εδώ πρόκειται για παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων, χωρίς το στοιχείο της παραδρομής (στον παράτιτλο του Β4). Παρατηρούμε, όμως, ότι το στοιχείο της παραδρομής εμφανίζεται στο κείμενο του Β4, – «προφανώς εκ παραδρομής», με αποτέλεσμα να γίνει δεκτό ότι υπάρχει στο πλαίσιο του εξεταζόμενου τέταρτου «πρόδηλου σφάλματος».
Δ18 Πάντως από νομοτεχνική άποψη, όταν το ίδιο στοιχείο άλλοτε υπάρχει και άλλοτε απουσιάζει, άλλες φορές εντάσσεται υπό το στοιχείο Α και άλλες υπό το στοιχείο Β, όλη αυτή η κατάσταση πραγμάτων πρέπει να αποφεύγεται, όταν μάλιστα μπορεί να έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στο πεδίο των δασικών χαρτών. Παρατηρούμε ότι ατέλειες δεν υπάρχουν μόνο στους δασικούς χάρτες αλλά, δυστυχώς, και στις υπουργικές αποφάσεις, όταν νομοθετούν σε τόσο σημαντικά πεδία.
Δ19 Επανερχόμενοι στα στοιχεία του πολυγώνου τονίζουμε ότι αυτά συνέχονται άμεσα με εκτάσεις στο δασικό χάρτη και, χωρίς άλλο, εντάσσονται σε αυτόν ως πολύ σημαντικό τμήμα του. Δηλώνουν, όμως, κάτι τι ειδικότερο. Το ότι απουσιάζει το στοιχείο της παραδρομής από τον παράτιτλο του Β4, πέρα από την απορία που προξενεί, δε δηλώνει μια διαφορετική αντιμετώπιση στο πεδίο της ρυθμίσεως του τέταρτου «πρόδηλου σφάλματος».
 ε. Λάθος εγγραφών υπό το Β4
Δ20 Στη ρύθμιση του τέταρτου «πρόδηλου σφάλματος» υπό Β4 πέρα από την παράλειψη εντάσσεται και το λάθος εγγραφών στοιχείων, τόσο στον παράτιτλο όσο και στο κείμενο του Β4.
Στον παράτιτλο το σχετικό ζήτημα περιγράφεται ως εξής: «Σφάλματα που οφείλονται σε … λάθος εγγραφών στοιχείων (αντιστοίχισης)».
Δ21 Στο κείμενο υπό Β4 εισάγονται ρυθμίσεις για δύο αντικείμενα:
Πρώτο αντικείμενο ρυθμίσεως: Διόρθωση
«Διορθώνονται τα λάθη που έχουν παρεισφρήσει προφανώς εκ παραδρομής (π.χ. διαφορά στο εμβαδόν του πολυγώνου από το πραγματικό, λάθος ένδειξη landtype κ.λπ.) στη βάση δεδομένων…».
Δεύτερο αντικείμενο ρυθμίσεως: συμπλήρωση
«…και συμπληρώνονται οι εγγραφές που λείπουν (π.χ. καταχώρηση ένδειξης κατηγορίας κάλυψης πολυγώνου στη βάση δεδομένων»
Δ22 Σε σχέση με τη διόρθωση λαθών
Η διαφορά στο εμβαδόν του πολυγώνου σε σχέση με το πραγματικό εμβαδόν μπορεί να προσφέρεται σε εύκολη διόρθωση στη βάση δεδομένων [π.χ. αριθμητικό λάθος στον υπολογισμό (6 x 7 = 32, αντί 42)· ή σε αναγραμματισμό (6 x 7 = 24, αντί 42]. Δεν αποκλείεται, όμως τα πράγματα να είναι περισσότερο πολύπλοκα· για παράδειγμα, όταν η διαφορά στο εμβαδόν του πολυγώνου οφείλεται σε αμφισβήτηση των ορίων του πολυγώνου. Στην τελευταία περίπτωση η διόρθωση στη βάση δεδομένων για το εμβαδόν του πολυγώνου μπορεί να μην επιτρέπει την ένταξη της συγκεκριμένης περιπτώσεως στο εξεταζόμενο τέταρτο πρόδηλο σφάλμα.
Δ23 Σε σχέση με τη συμπλήρωση εγγραφών που λείπουν
Η συμπλήρωση εγγραφών προϋποθέτει έλλειψη εγγραφών. Το όλο ζήτημα εξαρτάται από τη συγκεκριμένη απουσία εγγραφής σε συνδυασμό με την πρόσφορη διαδικασία συμπληρώσεως. Αν λείπει ένδειξη κατηγορίας καλύψεως πολυγώνου στη βάση δεδομένων, η συμπλήρωση φαίνεται να είναι απλή. Αν όμως λείπει ο προσδιορισμός της περιοχής ενός πολυγώνου εντός ευρύτερης περιοχής, όπου μάλιστα αμφισβητείται ο χαρακτήρας της τελευταίας ως δασικής ή αγροτικής, η πλήρωση το κενού δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Στην τελευταία περίπτωση ένα από τα εξεταστέα ζητήματα είναι κατά πόσο συντρέχει το στοιχείο λάθους, που έχει παρεισφρήσει «προφανώς εκ παραδρομής».
3. Τρόπος αντιμετωπίσεως του πρόδηλου σφάλματος κατά την απόφαση υπό Β4
α. Η εισαγόμενη ρύθμιση
Δ24 Στην υπουργική απόφαση σε σχέση με το τέταρτο «πρόδηλο σφάλμα» ορίζονται τα ακόλουθα για τον τρόπο αντιμετωπίσεώς του σφάλματος.
«Διορθώνονται τα λάθη που έχουν παρεισφρήσει προφανώς εκ παραδρομής (π.χ. διαφορά στο εμβαδόν του πολυγώνου από το πραγματικό, λάθος ένδειξη landtype κ.λπ.) στη βάση δεδομένων και συμπληρώνονται οι εγγραφές που λείπουν (π.χ. καταχώρηση ένδειξης κατηγορίας κάλυψης πολυγώνου στη βάση δεδομένων)».
β. Παρατηρήσεις στον εισαγόμενο τρόπο αντιμετωπίσεως
Δ25 Τα ενυπάρχοντα στοιχεία υπό Β4 μπορεί να συνοδευθούν από τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Δεν υπάρχει ταύτιση ή κατ΄ άλλη εκδοχή δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ των κειμένων της υπουργικής αποφάσεως υπό Α4 και υπό Β4. Ειδικότερα:
i. «Διόρθωση λαθών εκ παραδρομής» στη βάση δεδομένων
Δ26 Η βάση δεδομένων πρέπει να προσδιορισθεί. Προφανώς η υπουργική απόφαση εννοεί τη βάση δεδομένων που βρίσκεται σε ισχύ ενόψει του συγκεκριμένου δασικού χάρτη[51]. Αυτή η βάση δεδομένων μπορεί να περιέχει στοιχεία από τη βάση δεδομένων ορθοφωτοχάρτη έτους 1945 ή 1960 ή του πρόσφατου ορθοφωτο- χάρτη. Πηγή των εκ παραδρομής λαθών μπορεί να βρίσκεται σε αυτούς τους ιστορικούς ορθοφωτοχάρτες.
Δ27 Στο συγκεκριμένο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως (υπό Β4) χρησιμοποιούνται όροι που πρέπει να προσδιορισθούν: «διόρθωση», «λάθη», «εκ παραδρομής». Πρώτα απ΄ όλα πρέπει να σημειωθεί μια σημαντική αναντιστοιχία: Στο Α4 της υπουργικής αποφάσεως το συγκεκριμένο «πρόδηλο σφάλμα» δηλώνεται ως εξής: «παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων του χάρτη στη βάση δεδομένων». Επιλέγεται η διατύπωση «εγγραφές στοιχείων των πολυγώνων». Η κατά το Β4 διόρθωση λαθών εκ παραδρομής είναι διατύπωση κατά πολύ ευρύτερη σε σχέση με τα στοιχεία του πολυγώνου που λείπουν. Το ζήτημα που αναδύεται είναι ποιο από τα δύο κείμενα υπερισχύει. Κατά τη γνώμη μας, στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να υπερισχύει το κείμενο του Α4.
ii. Τα παραδείγματα:
• «Διαφορά στο εμβαδόν του πολυγώνου από το πραγματικό»[52].
• «Λάθος ένδειξη landtype κ.λπ.».
iii. «συμπλήρωση εγγραφών που λείπουν»
Δ28 Η υπουργική απόφαση χρησιμοποιεί τον όρο «συμπλήρωση». Πρόκειται για έναν ουδέτερο όρο, η επιλογή του οποίου δεν επιτρέπει την κατανόηση ότι πρόκειται περί λάθους που πρέπει να διορθωθεί. Όμως, κάθε «συμπλήρωση» είναι συγχρόνως και διόρθωση λάθους.
Δ29 Οι εγγραφές που λείπουν μπορεί να είναι ποικίλες, οπότε, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να γίνει και η συμπλήρωση. Το παρακάτω παράδειγμα (υπό iv) της υπουργικής αποφάσεως είναι «απλό». Αν, όμως, λείπει εγγραφή με αντικείμενο την περίμετρο της επίμαχης εκτάσεως, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Η απουσία περιμέτρου, καθιστά αδύνατο τον υπολογισμό του εμβαδού της συγκεκριμένης εκτάσεως. Αντίστοιχος προβληματισμός υπάρχει και όταν η περίμετρος είναι εσφαλμένη. Στις περιπτώσεις αυτές, η συμπλήρωση της συγκεκριμένης εγγραφής, ακόμη και όταν ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση, έχει σημαντικές συνέπειες τόσο στο πεδίο του Εμπράγματου Δικαίου του Αστικού Κώδικα (λ.χ. μεταβολή ταυτότητας ακινήτου) όσο και στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου (λ.χ. υποβολή δηλώσεως κατά την κτηματογράφηση ή καταχώριση κατά τη λειτουργία του κτηματολογίου με βάση τη συμπλήρωση).
iv. Το παράδειγμα:
«Καταχώρηση ένδειξης κατηγορίας κάλυψης πολυγώνου στη βάση δεδομένων».
4. Συνταγματικότητα της ρυθμίσεως τέταρτου «πρόδηλου σφάλματος»
Δ30 Η κρίση για τη συνταγματικότητα ή μη της συγκεκριμένης τέταρτης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος» είναι εξίσου απαραίτητη, όπως και για τις αντίστοιχες κρίσεις των τριών προηγούμενων περιπτώσεων. Επαναλαμβάνουμε και εδώ τις θέσεις που διατυπώσαμε για τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του τρίτου «πρόδηλου σφάλματος»:
Δ31 Η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως βρίσκεται, κατά την άποψή μας, σε άμεση συνάρτηση με τη γενικότερη θέση που ακολουθείται για τη συνταγματικότητα ολόκληρης της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως με αντικείμενο τα λεγόμενα «πρόδηλα σφάλματα».
Δ32 Όπως προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση των επί μέρους στοιχείων της τέταρτης εξεταζόμενης περιπτώσεως «πρόδηλου σφάλματος», υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, που, κατά την άποψή μας, εμπεριέχουν αντισυνταγματικότητα, δηλαδή αντιτίθενται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας.
5. Χαρακτηρισμός ως πρόδηλου δασικού σφάλματος
Δ33 Το τέταρτο «πρόδηλο σφάλμα» περιέχει περισσότερες περιπτώσεις, χαρακτηριζόμενες ως «πρόδηλο σφάλμα». Συγκεκριμένες από αυτές αναπτύσσονται παραπέρα σε δύο σκέλη. Σημειώθηκε, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο χαρακτηρισμός τους ως «πρόδηλου σφάλματος» είναι ανεπιτυχής ή ασαφής, διότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, παρά το σχετικό χαρακτηρισμό.
Δ34 Ο χαρακτηρισμός των στοιχείων που περιέχονται στο τέταρτο «πρόδηλο σφάλμα» συνιστά τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Δ35 Όταν παρά το χαρακτηρισμό τους δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προδήλου, τότε δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθεί η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία αποκαταστάσεως του σφάλματος. Η αποκατάσταση των μη πρόδηλων αυτών σφαλμάτων επιτυγχάνεται, στις περιπτώσεις αυτές, με βάση την ισχύουσα δασική νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, παράλληλα και το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού Κώδικα, το Εποικιστικό, το Περιβαλλοντικό, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Δ36 Για παράδειγμα, απουσία περιμέτρου ενός πολυγώνου, καθιστά αδύνατο τον υπολογισμό του εμβαδού της συγκεκριμένης εκτάσεως. Αντίστοιχος προβληματισμός υπάρχει και όταν η περίμετρος είναι εσφαλμένη. Όπως ήδη σημειώθηκε, στις περιπτώσεις αυτές, η συμπλήρωση της συγκεκριμένης εγγραφής, ακόμη και όταν ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση, έχει σημαντικές συνέπειες τόσο στο πεδίο του Εμπράγματου Δικαίου του Αστικού Κώδικα (νέο αντικείμενο εμπράγματων σχέσεων) όσο και στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου (δημοσιότητα του νέου αυτού αντικειμένου).
Δ37 Όπως και αλλού επισημάναμε, ο παραπάνω χαρακτηρισμός κινείται στο πεδίο της δασικής νομοθεσίας και διαφέρει από τα πρόδηλα σφάλματα του Κτηματολογικού Δικαίου. 
6. Σημασία για Εμπράγματο Δίκαιο ΑΚ και για το Κτηματολογικό Δίκαιο
Δ38 Η μεταβολή της επίμαχης εκτάσεως κατά τα οριζόμενα στο τέταρτο «πρόδηλο σφάλμα» (υπό Α4 και Β4) έχει επιπτώσεις τόσο στο πεδίο του Εμπράγματου Δικαίου του ΑΚ (λ.χ. μεταβολή ταυτότητας ακινήτου) όσο και στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου, (λ.χ. υποβολή δηλώσεως κατά την κτηματογράφηση ή καταχώριση κατά τη λειτουργία του κτηματολογίου με βάση τη συμπλήρωση) [53].
Δ39 Το όλο ζήτημα προκαλείται από την όποια διορθωτική επέμβαση επέρχεται. Αυτή η επέμβαση συνεπάγεται μεταβολή του ακινήτου. Η ταυτότητά του καθώς και η νομική του κατάσταση πριν  και μετά τη μεταβολή της επίμαχης εκτάσεως δεν ταυτίζονται. Η μεταβολή δεν περιορίζεται μόνο στην εδαφική έκταση (γεωτεμάχιο κατά το Κτηματολογικό Δίκαιο). Αν υπάρχουν κτίρια, κτίσματα ή κατασκευές, που είναι ο κανόνας στις οικιστικές πυκνώσεις, τότε υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο, ανάλογα με την περίπτωση, είτε να προστίθενται είτε να αφαιρούνται από την επίμαχη έκταση. Λόγω των συνοδών αυτών μεταβολών υπάρχει νέα κατάσταση πραγμάτων, για την αντιμετώπιση της οποίας επιβάλλεται να προσφύγουμε στις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Δ40 Ειδικότερα, η μεταβολή ταυτότητας του ακινήτου[54] μπορεί να επηρεάζει άμεσα αφενός την κυριότητα σε αυτό, τη νομή και την κατοχή, αφετέρου τις δουλείες[55], (λ.χ. επικαρπία σε ακίνητο ή πραγματική δουλεία) και την υποθήκη.
Δ41 Διαφορετικά περίπλοκη μπορεί να είναι η κατάσταση στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου, βάσει των νόμων 2308/1995 (για το στάδιο της κτηματογραφήσεως) και 2664/1998 (για το στάδιο λειτουργίας του Κτηματολογίου)[56].
Δ. Πεδίο συνδυαστικής ερμηνείας
Δ42 Στο τέταρτο «πρόδηλο σφάλμα» – όπως και στα προηγούμενα – υπάρχουν ποικίλοι όροι, δασικοί, τοπογραφικοί και νομικοί. Υπό το Α4 της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως εντοπίζουμε τους όρους «στοιχεία πολυγώνων του χάρτη», «προφανής παράλειψη εγγραφών στοιχείων των πολυγώνων», «βάση δεδομένων», καθώς και «παράλειψη εγγραφών».
Δ43 Η παραπάνω υπουργική απόφαση συνιστά νομικό κείμενο. Οι όροι που εμπεριέχονται σε αυτήν είναι τεχνικοί νομικοί όροι, ανεξάρτητα από την αφετηρία τους. Για τον καθορισμό τους αφενός είναι απαραίτητη η προσφυγή στις ειδικές επιστήμες (δασολογία, τοπογραφία), αφετέρου κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι την τελική αρμοδιότητα απονέμει η έννομη τάξη στη νομική επιστήμη, κυρίως μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Δ44 Σε όλα τα προηγούμενα πρέπει να προστεθεί ότι – κατά τη συνταγματική θεώρηση της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως – επιβάλλεται τόσο η συνεκτίμηση των ρυθμίσεων του Περιβαλλοντικού Δικαίου όσο και η συνεφαρμογή των διατάξεων του Κτηματολογικού Δικαίου (ν. 2308/1995 και 2664/1998, όπως ισχύουν).
← Μέρος 1ο από τα 4α ←
→ Μέρος 3ο από τα 4α →
*Η ανάπτυξη των θεμάτων της υ.α. για τα πρόδηλα σφάλματα θα πραγματοποιηθεί σε τέσσερα διαδοχικά μέρη.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Οι αντιρρήσεις σε σχέση με το δασικό χάρτη εντάσσονται στο ακόλουθο σχήμα: Κατάρτιση ↔ θεώρηση ↔ ανάρτηση ↔ αντιρρήσεις ↔ κύρωση ↔ δημοσίευση ↔ οριστικοποίηση ↔ αναμόρφωση ↔ εκ νέου κύρωση ↔ εκ νέου δημοσίευση ↔ κατάρτιση δασολογίου [Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 230∙ επίσης, § 8, αρ. 230 (και υποσημ. 255).

[2] Για τις διαδικασίες αποκαταστάσεως του τρίτου «πρόδηλου σφάλματος» βλ. παρακάτω περιθ. αριθ. Γ40.

[3] Απ. Γεωργιάδης, ΕμπρΔ(2), § 43, αρ. 51-54.

[4] Ο όρος «αγροτικό κτήμα» εντάσσεται στον ευρύτερο όρο «προσοδοφόρο αντικείμενο». Βλ. ενδεικτικά: Λασκαρίδη, σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, 619, αρ. 3.

[5] Πρόκειται για ένα συνηθέστατο όρο, που συναντάται τόσο στη νομολογία (ενδεικτικά: ΑΠ 899/2013, SoL∙ ΑΠ 1300/2015, SoL). Όσο και στη θεωρία (: Απ. Γεωργιάδης, ΕμπρΔ(2) § 93. Αρ. 20. Παπαστερίου, ΚτημΔ, Α § 8, αρ. 42).
Τα αγροτεμάχια είναι γεωτεμάχια κατά το Κτηματολογικό Δίκαιο και υπόκεινται τόσο στην υποβολή δηλώσεως (άρθρο 2 ν. 2308/19950, όσο και σε καταχώριση (κατά το άρθρο 12 ν. 2664/1998).

[6] Βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 12-18. Τον ίδιο, ΚτημΔ, Α § 8, αρ. 2· Α § 9, αρ. 159· Β § 2, αρ. 155-156.

[7] ΑΠ 879/2004, ΕλλΔνη 2006 1371. Αγροτικά ακίνητα είναι αυτά που κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών προορίζονται ή χρησιμοποιούνται για καλλιέργεια και συλλογή καρπών. Στο πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου εντοπίζεται ρητή αναφορά του χαρακτήρα του ακινήτου σε δασικού, αγροτικού ή αστικού: Παπαστερίου, ΚτημΔ, Α § 9, αρ. 78.

[8] Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔ, Α § 8, αρ. 3. Τον ίδιο, ΕποικΔ, § 4, αρ. 51 επ.

[9] ΑΠ 488/2012, ΝΟΜΟΣ (Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 5, αρ. 4, υποσημ. 9).

[10] Για τους αγρούς που άλλαξα μορφή βλ. σχετικά το άρθρο 67 ν. 998/1979, όπως ισχύει (παρακάτω υπό περιθ. αριθ. Γ53 επ.).

[11] Βλ. σχετικά Ι. Μακρή, Αγροτική νομοθεσία, 2001. Τον ίδιο, Αγροτική νομοθεσία- Συμπλήρωμα, 2005. Επίσης: Καρύμπαλη-Τσίπτσιου/ Διαμαντόπουλος, Επικύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας και κτηματολογικές εγγραφές, ΠειρΝομ 2012 102.

[12] Βλ. ν. 4384/2016 (ΦΕΚ Α´ 78/26.4.2016).

[13] Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 3.

[14] Βλ. σχετικά παραπάνω υπό περιθ. αριθ. Γ9 επ.

[15] Πράγματι, ο όρος «προφανής», που ενυπάρχει υπό το Α3, παραχωρεί τη θέση του υπό το Β3 στο επίρρημα ή κατά περίπτωση επίθετο, που δηλώνεται σε υπερθετικό βαθμό (:«προφανέστατα», «προφανέστατη», «προφανέστατων»).

[16] Βλ. σχετικά παραπάνω τους περιθ. αριθ. Γ9 επ.

[17] Βλ. σχετικά παρακάτω υπό Γ48 επ.

[18] ΣτΕ 1915/1995, ΔιοικΔικ 1995 847.  ΣτΕ 2233/2008, SoL. Τάχος, ΔιοικΔ(8), § 119, σ. 658. Νικολόπουλος, ΔικΑποδ(2), σ. 218 επ. Μωυσίδης, Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας(6), άρθρα 156-158, σ. 915 επ. Επίσης, βλ. Σοϊλεντάκη, Αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη στη Διοικητική Δικονομία, ΔιοικΔικ, 207 – 273.  Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 11 (Β), αρ. 44.

[19] Βλ. σχετικά αμέσως παρακάτω.

[20] Κλασσική περίπτωση είναι οι ελαιώνες που βρίσκονται εντός δασικών οικοσυστημάτων και προφανώς όχι αυτοί που βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές ή/και τελούν υπό συστηματική καλλιέργεια.

[21] Η οριακή κατάσταση χαρακτηρισμού καταλαμβάνει περιπτώσεις, των οποίων ο χαρακτήρας επιδέχεται περισσότερες της μιας προσεγγίσεις. Χρήσιμο είναι να επισημανθεί ότι η υπουργική απόφαση αναγνωρίζει την ύπαρξη τέτοιων καταστάσεων. Το ότι, όμως, απαγορεύεται σε αυτές τις περιπτώσεις οποιαδήποτε επανεκτίμηση είναι μια έννομη συνέπεια αντίθετη προς βασικές αρχές του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, όπως είναι οι αρχές της νομιμότητας, της δημοσιότητας, της ειδικότητας καθώς και του ανοικτού Κτηματολογίου.

[22] Αναμένοντας, δοθείσης ευκαιρίας, τη θέση των αρμόδιων δικαστηρίων επί του προκειμένου.

[23] Βλ. σχετικά παρακάτω υπό τους περιθωριακούς αριθμούς Κ1 επ. (υπό XII).

[24]  Σε λίγες μόνο περιπτώσεις δεν παρατηρείται μεταβολή σε κτίρια, κτίσματα ή κατασκευές. Αλλά και σε αυτές πρέπει να εξετασθεί, εάν υπάρχει (ή αν ακολούθησε) οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, οπότε μπορεί να μεταβάλλεται το έδαφος, στο οποίο καθορίζεται το ποσοστό συγκυριότητας.
ΑΠ 1160/2010, ΧρΙΔ 2011 426.
Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΟριζΚΙδ, § 3, αρ. 116∙ § 5, αρ. 58∙ § 11, αρ. 2∙ § 12, αρ. 3. Τον ίδιο, ΚτημΔ, Γ § 13, αρ. 20-21.

[25] Βλ. σχετικές αναπτύξεις παραπάνω υπό περιθ. αριθ. A61 και Α62 (1ο μέρος).

[26] Βλ. σχετικά (υπό προηγούμενο νομικό καθεστώς) ΑΠ 1417/2011, ΑΠ 1204/2014, ΑΠ 781/2016, όλες σε SoL.

[27] Για μια συνοπτική ιστορική διαδρομή με ενδιαφέρουσες αποφάσεις δικαστηρίων σε Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ. § 2, αρ. 1 επ.  (ενδεικτικά: ΑΠ 1507/2013∙ ΑΠ 52/2014).

[28] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 7.

[29] Βλ. ενδεικτικά τις πρόσφατες επεμβάσεις στο ισχύον νομικό καθεστώς, οι οποίες εισάγονται με τα άρθρα 140- 145 και 162, παρ. 2, ν. 4483/2017 σε διατάξεις των ν. 998/1979, 3203/2003, 3889/2010, 4280/2014, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 162, υπό το τον οικείο παράτιτλο «Ρυθµίσεις για την επιτάχυνση της κτηµατογράφησης».  Αξίζει να σημειωθεί ότι είκοσι δύο χρόνια μετά το ν. 2308/1995 η πολιτεία εξακολουθεί να ρυθμίζει την επιτάχυνση της κτηματογραφήσεως.

[30]  Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 7.

[31] Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.

[32] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 9.

[33] Κατά την άποψή μας, η σκέψη ότι δεν χρειάζεται (και) νομικοί επιθεωρητές να προστεθούν στον κατάλογο των ελέγχων, δεν μπορεί να είναι πειστική. Είναι οι μόνοι, λόγω των επιστημονικών τους γνώσεων, αρμόδιοι. Εκτός αν επιβληθεί στο προσωπικό της δασικής υπηρεσίας να αποκτήσουν νομικές γνώσεις, βέβαια όχι μέσω του δικαίου των εγκυκλίων. Μέχρι τότε, όμως; Για παράδειγμα, γιατί απαιτούμε από το προσωπικό της δασικής υπηρεσίας να γνωρίζει (ενδεικτικά) τι είναι τίτλος, τι είναι νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος, τι είναι τακτική χρησικτησία, τι είναι οιονεί νομέας ή τι είναι προστασία κατόχου;

[34] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 13-14.

[35] Έτσι και υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς: Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 15-16.

[36]. Βλ, σχετικά ΣτΕ 1152/2015, ΔιΔιοικ 2015 365 (με παρατηρήσεις Πρεβεδούρου).  Κ. Πλιάτσικα, Το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δάσος ή δασική έκταση και η κατ΄ αυτού άμυνα υπό το πρίσμα του Κτηματολογικού δικαίου, σε ΕΝΟΒΕ 73 (Η προστασία των δασών υπό το πρίσμα του Κτηματολογικού Δικαίου), 2017, σ. 137 επ.

[37] Πλιάτσικας, ό. π., σ. 146.

[38] Η φράση «ν. 4280/2014» αντικατέστησε τη λέξη «παρόντος» της προηγούμενης ρυθμίσεως, σύμφωνα με την παρ. 9  άρθρου 12 ν. 4315/2014, ΦΕΚ Α΄ 269/24.12.2014.

[39] Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 24.

[40] Βλ. το ίδιο κείμενο σε Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 27, αρ. 25 έως 30.

[41] Υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς «κυρωμένος» δασικός χάρτης.

[42] Βλ. σχετικά ΣτΕ 2832/2013, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 87/2015, (υπό 6), Ενδεικτικά: Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 380 και 385· § 11(Β), αρ. 5 επ.

[43] Το ίδιο ισχύει και για την  Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας, στη σύνθεση που ορίζεται στο άρθρο 26, παρ. 5, εδ. β΄, ν. 3889/2010.

[44] «Στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 υπάγονται και εκτάσεις που εµφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945 ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, µε αγροτική µορφή που δασώθηκαν µεταγενέστερα, ανεξάρτητα από τη µορφή που απέκτησαν αργότερα και των οποίων το ιδιοκτησιακό καθεστώς είναι λυµένο έναντι του Δηµοσίου µε βάση το άρθρο 10 του ν. 3208/2003».

[45] Τα κανονικά πολύγωνα -σε αντίθεση με τα απλά- έχουν  όλες τις πλευρές τους ίσες και όλες τις γωνίες τους ίσες.

[46] Βλ. παραπάνω υπό το δεύτερο «πρόδηλο σφάλμα».

[47] Βλ. περιθ. αριθ. Β9 (1ο μέρος).

[48] Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 6, αρ. 92. Απ. Γεωργιάδης, ΓενΕνοχΔ (1999), § 23, αρ. 26-28.

[49] Βλ. σχετικά Σπηλιωτόπουλο, ΕγχΔιοικΔ, 1(14), αρ. 247.

[50] Για παράδειγμα, το περιεχόμενο της εκτύπωσης της Βάσης Δεδομένων Ορθοφωτοχάρτη έτους 1945/1960 διαρθρώνεται, όπως στη συνέχεια ορίζεται,  και περιλαμβάνει:
«• Τον αύξοντα μοναδικό αριθμό του πολυγώνου κάλυψης.
• Την έκταση του πολυγώνου κάλυψης σε τετραγωνικά μέτρα.
• Την περίμετρο του πολυγώνου κάλυψης σε μέτρα.
• Τον κωδικό (ΚΑ_OLD) του πολυγώνου κάλυψης του Ορθοφωτοχάρτη έτους 1945/1960.
• Τον κωδικό του Νομού στον οποίο αναφέρεται το πολύγωνο κάλυψης. Ο κωδικός του Νομού είναι σύμφωνα με την κωδικοποίηση που δημοσιεύτηκε από την ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε. στα πλαίσια της σύνταξης του Ελληνικού Κτηματολογίου.
• Τον κωδικό του Ο.Τ.Α. στον οποίο αναφέρεται το πολύγωνο κάλυψης. Ο κωδικός του Ο.Τ.Α. είναι σύμφωνα με την κωδικοποίηση που δημοσιεύτηκε από την ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε. στα πλαίσια της σύνταξης του Ελληνικού Κτηματολογίου…»: Βλ. σχετικά Τεχνικές προδιαγραφές 2007, υπό 1.4.1 . Βλ. αντίστοιχα γενικά για τη βάση δεδομένων Τεχνικές προδιαγραφές 2007, υπό 4.2.1.

[51] Στη βάση δεδομένων του συγκεκριμένου δασικού χάρτη περιέχονται «λεπτομερώς και αναλυτικά όλα τα δεδομένα που εξήχθησαν από την οριοθέτηση των εκτάσεων του Δασικού Χάρτη»: Τεχνικές προδιαγραφές 2007, υπό 3.4 .

[52] Η διαφορά του εμβαδού στο εμβαδόν του πολυγώνου έχει σημαντικότατες έννομες συνέπειες στο Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού Κώδικα, καθώς και στο Κτηματολογικό Δίκαιο.

[53] Βλ. ενδεικτικά, Απ. Γεωργιάδη, ΕμπρΔ2, § 90, αρ. 10, 11.

[54]  Βλ  παρεμφερές ζήτημα στην ΟλΑΠ 8/2016, ΝΟΜΟΣ. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΕμπρΔ, § 2, αρ. 19 (με αναφορά στην αρχή της ειδικότητας)· § 10, αρ. 23 (κατά το άρθρο 11, παρ.4, υπό α, εδ. β΄, ν. 2664/1998)· § 11, αρ. 5 και 6· § 3, αρ. 23· § 12, αρ. 7 (συστατικό ακινήτου).

[55] Η δουλεία συνιστάται μόνο σε ακίνητο, που πρέπει όμως να είναι ατομικά ορισμένο.

[56] Βλ. σχετικές αναπτύξεις παραπάνω υπό Γ48 επ.

——–  ——–

.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 08.08.2017

.