Advertisements

«Τα δάση της περιοχής Σκουριών Χαλκιδικής» του Δημήτρη Αλιφραγκή

1.05.2013

του Δημήτρη Αλιφραγκή
Καθηγητή ΑΠΘ
dalifrag@for.auth.gr

skouriesΤο τελευταίο διάστημα γίνεται μεγάλη συζήτηση για την κατάσταση των δασών της ΒΔ Χαλκιδικής και ιδιαίτερα για το δάσος Σκουριών σε ένα μέρος του οποίου πρόκειται να αναπτυχθεί η μεταλλευτική δραστηριότητα.

Από πολλούς ειδικούς και μη χαρακτηρίζεται ως αρχέγονο, ως δάσος που στήριζε και στηρίζει ή είναι σε θέση να στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα της περιοχής, ως δάσος μνημείο της φύσης ή ως πρωτόγονο δάσος ή ως παρθένο δάσος και τώρα τελευταία  ως δάσος που ομοιάζει με τα αρχέγονα και πολλά άλλα παρόμοια. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα;

Για να αποσαφηνισθεί η πραγματική του κατάσταση θα πρέπει να ανατρέξει κανείς σε μελέτες που έχουν γίνει κατά το παρελθόν από ειδικούς της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, στις εγκεκριμένες από το Υπουργείο Γεωργίας Διαχειριστικές Μελέτες, σε αεροφωτογραφίες της ΓΥΣ των ετών 1945 και 1960, στα στοιχεία της απογραφής δασών του Υπουργείου Γεωργίας, στα  αποτελέσματα της Ταξινόμησης των εδαφών και της Γαιοϊκανότητας που έγινε κατά το παρελθόν από το Υπουργείο Γεωργίας Επίσης πρέπει να χρησιμοποιούνται στοιχεία που προκύπτουν από σειρά επίσημων μελετών της Δασικής Υπηρεσίας της περιοχής και κυρίως της εγκεκριμένης Δασικής Διαχειριστικής Μελέτης της περιοχής, τους σχετικούς Νόμους και τις αποφάσεις της πολιτείας που σχετίζονται με τη διαχείριση της περιοχής καθώς και σε στοιχεία που μπορούν να ληφθούν ανά πάσα στιγμή και με τα οποία μπορεί να εκτιμηθεί με μεγάλη ακρίβεια η παραγωγικότητα των δασών αυτών.

Σε πρώτη όμως φάση και πριν αναφερθούμε στην κατάσταση των δασών της περιοχής θα πρέπει να ξεκαθαριστούν βασικές έννοιες προς όφελος της αλήθειας αλλά και της σχετικής επιστήμης που ασχολείται με τα θέματα αυτά, γιατί η χρησιμοποίηση όρων και εννοιών, πρέπει να βασίζεται στα διεθνώς καθιερωμένα, γιατί όπως έγραψε και ο Κοραής το αδιόριστον των λέξεων γεννά το ακατάστατον των ιδεών και τούτο πάλιν το ακατάστατον των πράξεων.

Ας δούμε λοιπόν τι είναι οι έννοιες που αναφέρθηκαν προηγουμένως αρχίζοντας από τους ορισμούς που χαρακτηρίζουν τα δάση ή τα οικοσυστήματα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αρχέγονα δάση ή παλαιά δάση (old-growth forest), ή πρωτογενή δάση (primary forest), ή παρθένα δάση (virgin forest) ή πρωτόγονα δάση (primaeval forest) ή αρχαία δάση (ancient woodland) ηαπομεινάρια δασών (antique forest) είναι δάση μεγάλης ηλικίας, που έχουν αναπτυχθεί χωρίς την επέμβαση ή την επίδραση του ανθρώπου, και ως εκ τούτου παρουσιάζουν μοναδικές συνθήκες ανάπτυξης, μοναδικά οικολογικά χαρακτηριστικά και μοναδική δομή. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις χαρακτηρίζονται ως σταθερές φυτοκοινότητες σε κατάσταση Climax .

Σε αυτές τις κατηγορίες περιλαμβάνονται δάση με μεγάλη ποικιλία δομής, με πολυεπίπεδη διαμόρφωση της κομοστέγης, με μεγάλη διακύμανση στο ύψος και στη διάμετρο των δέντρων, με μεγάλο αριθμό νεκρών δένδρων, τόσο ιστάμενων όσο και κατακείμενων στην επιφάνεια του εδάφους με διάφορο βαθμό αποσύνθεσης, με την παρουσία μεγάλου πάχους κάλυψης του εδάφους από τα νεκρά φυτικά υπολείμματα που βρίσκονται σε δυναμική ισορροπία και τα οποία προστατεύουν το έδαφος από τη διάβρωση και την υποβάθμιση ενώ παράλληλα τα υλικά αυτά συμμετέχουν στις διαδικασίες παραγωγής των οικοσυστημάτων αυτών.

Αρχέγονο δάσος είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις εναλλακτικά με τον όρο παλαιό δάσος. Η σύνθεσή η δομή αλλά και όλα τα άλλα οικολογικά χαρακτηριστικά των αρχέγονων δασών, όπως έχουν καθοριστεί από τους ειδικούς διεθνώς, είναι αποτέλεσμα φυσικών διαδικασιών και διεργασιών που συμβαίνουν ταυτόχρονα, μακριά από κάθε επίδραση του ανθρώπου. Ακόμη και στην περίπτωση αυτή υπάρχει, για τους ειδικούς, μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο αυτών εννοιών δηλαδή του αρχέγονου δάσους και του παλαιού δάσους.

Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ένα “παλαιό δάσος” μπορεί να αναπτυχθεί μετά από παρέλευση αρκετών αιώνων από τη διατάραξή του από τον άνθρωπο και μάλιστα μετά από την άρση των αποτελεσμάτων της επίδρασής του, δηλαδή μετά από την πλήρη και μακροχρόνια (για πολλούς αιώνες) προστασία του.

Αντίθετα ο όρος “αρχέγονο δάσος” αναφέρεται για τα δάση στα οποία η ανθρώπινη επιρροή δεν έχει γίνει ποτέ αισθητή κατά το παρελθόν. Με τον όρο λοιπόν των αρχέγονων δασών οι ειδικοί χαρακτηρίζουν κάποια δάση ή οικοσυστήματα που βρίσκονται σε ορισμένες περιοχές της γης όπως στις βόρειες ζώνες του Καναδά και της Ρωσίας (δάση κωνοφόρων) και κάποιες απομακρυσμένες περιοχές των τροπικών δασών στη Βραζιλία (δάση πλατυφύλλων).

Πολλοί ειδικοί επιστήμονες ισχυρίζονται ότι στη Δυτική Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχουν ανάλογες περιοχές, λόγω της γεωργικής καλλιέργειας, των πυρκαγιών αλλά και των υλοτομιών πολύ δε περισσότερο αυτό ισχύει για τις Μεσογειακές χώρες στις οποίες λόγω της μακρόχρονης ιστορίας τους η επίδραση του ανθρώπου στο περιβάλλον ακόμη και από την προϊστορική περίοδο ήταν σημαντική.

Τελευταία αμερικανικοί ειδικοί Δασολόγοι, έχουν υιοθετήσει την άποψη ότι πιθανόν ορισμένες απομακρυσμένες στέπες μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αρχέγονες φυτοκοινότητες αλλά όχι αρχέγονα δάση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι ακόμη και τα γνωστά αμερικανικά δάση με το είδος Sequoia gigantea της Καλιφόρνιας, χαρακτηρίζονται από τους Αμερικανούς ειδικούς επιστήμονες ως παλαιά δάση και όχι ως αρχέγονα.

Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και ορισμένα παρόχθια δάση στη Βόρεια Καρολίνα των ΗΠΑ, καθώς και ένα μικρό τμήμα δάσους ερυθρελάτης στην Κοιλάδα του ποταμού Hudson των ΗΠΑ.

Στην Ευρώπη στην κατηγορία των παλαιών δασών ανήκει (με επιφυλάξεις από πολλούς ειδικούς) τοπροστατευόμενο παρθένο δάσος Bielowieza που βρίσκεται ανάμεσα στην Πολωνία και τη Λευκορωσία και το οποίο παραμένει σχεδόν άθικτο από το τέλος της εποχής των παγετώνων (εδώ και 12.000 χρόνια), και το οποίο εντάχθηκε από την UNESCO στη λίστα με τις τοποθεσίες Παγκόσμιας Κληρονομιάς το έτος 1979

Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και κάποια οικοσυστήματα της  υποτροπική περιοχής της Κίνας ή της χερσονήσου της Ινδοκίνας, μεγάλης ηλικίας, που προστατεύονται με διάφορα προγράμματα,  όπως για παράδειγμα είναι τα Dinghushan Biosphere Reserve και and Menglun Nature Reserve.

Ως πρωτογενή δάση (primary forest) χαρακτηρίζονται σύνθετα οικοσυστήματα, με πολυεπίπεδη δομή και πολύ υψηλή βιοποικιλότητα.

Μετά από τις παραπάνω αναφερόμενες διευκρινήσεις ας δούμε τη συμβαίνει με την κατάσταση των δασών στη περιοχή Σκουριών

Με βάση τα παραπάνω θα πρέπει να τονισθεί ότι το γενικότερο δασικό σύμπλεγμα στο οποίο υπάγεται και το δάσος της περιοχής των Σκουριών, ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και περιήλθε σε αυτό ως “δικαίωμα πολέμου” από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κατάσταση αυτή συνεχίσθηκε και μετά από την απελευθέρωση της περιοχής μέχρι και το 1923. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου όλα τα δάση του Νομού Χαλκιδικής διαχειρίζονταν εμπειρικά και μάλιστα πολλά από αυτά εξυπηρετούσαν τη μεταλλευτική δραστηριότητα της ευρύτερης περιοχής.

Θα πρέπει να τονισθεί ότι κατά την περίοδο αυτή λειτουργούσαν 300 καμίνια που χρησιμοποιούσαν το ξύλο των δασών της περιοχής. Από το έτος 1923 άρχισε μια συστηματική προσπάθεια εκμετάλλευσης των δασών της περιοχής από την Δασική Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας. Για το λόγο αυτό έχουν συνταχθεί διάφορες μελέτες στις οποίες περιγράφεται με άριστο τρόπο η κατάσταση των δασών της περιοχής κατά τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια και περιγράφονται με άριστο τρόπο οι συνθήκες ανάπτυξης των δασών.

Στη Διαχειριστική Μελέτη που αφορά τη διαχείριση των δασών όλου του δασικού συμπλέγματος της Αρναίας στο οποίο περιλαμβάνονται και τα δάση της περιοχής των Σκουριών. αναφέρεται ότι «παλαιότερα τα δάση του συμπλέγματος υπέστησαν σοβαρή υποβάθμιση η οποία σύμφωνα με στοιχεία της Δασικής Υπηρεσίας προερχόταν από:
1.την υπερβόσκηση (κυρίως)
2.την κλαδονομή
3.τις λαθροϋλοτομίες
4.τις εκχερσώσεις

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι στη Δασική Διαχειριστική Μελέτη δεν αναφέρεται πουθενά ότι τα δάση της περιοχής είναι αρχέγονα, ή παλαιά δάση ή πρωτογενή δάση ή παρθένα δάση ή πρωτόγονα δάση ή αρχαία δάση (ancient woodland) η απομεινάρια δασών, γιατί αυτό δεν συμβαίνει αλλά χαρακτηρίζονται ότι είναι διαχειριζόμενα πρεμνοφυή δάση με παρακρατήματα.

Μάλιστα κατά τη πρώτη περίοδο διαχείρισής τους καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια υλοτόμησης και απομάκρυνσης των παλαιοτέρων σάπιων δένδρων. Η ενέργεια αυτή δηλαδή της απομάκρυνσης των μεγάλης ηλικίας σάπιων δένδρων, διαδικασία  που εφαρμόσθηκε σε όλα σχεδόν τα διαχειριζόμενα δάση της Ελλάδος, αποσκοπούσε κυρίως στη βελτίωση των παραγόμενων δασικών προϊόντων (κυρίως ξύλου), τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά.

Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται ακόμη και με την ύπαρξη μέσα στα δάση παλαιότερων πρέμνων μεγάλης σχετικά διαμέτρου. Επίσης η παρουσία πρέμνων ηλικίας 10-20 και σε ορισμένες περιπτώσεις τριάντα ετών σημαίνει ότι τα δάση διαχειρίζονταν εδώ και πολλά χρόνια ως πρεμνοφυή με παρακρατήματα . Το βασικό λοιπόν συμπέρασμα που βγαίνει από τις διάφορες διαχειριστικές μελέτες αλλά και από την παρουσία των πρέμνων είναι ότι καμιά από τις αναφερόμενες προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό των δασών είτε ως αρχέγονων είτε ως ομοιάζοντα με τα αρχέγονα, είτε ως παλαιά είτε ως πρωτογενή είτε ως παρθένα δεν συντρέχει.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των δασών που αναφέρονται παραπάνω είναι η χαρακτηριστική κατανομή των ηλικιών των δένδρων (περιλαμβάνονται όλες οι ηλικίες των δένδρων σε μικρή έκταση) αλλά και ή κατανομή των αυξητικών στοιχείων των δένδρων όπως του ύψους και της διαμέτρου. Στη περίπτωση των δασών που αναφέρθηκαν προηγουμένως δηλαδή των αρχέγονων, των παλαιών κά, παρατηρείται στον ίδιο χώρο μια μεγάλη διασπορά στις τιμές της διαμέτρου, της ηλικίας και του ύψους σε μικρή σχετικά επιφάνεια.

Αντίθετα στο δάσος της περιοχής Σκουριών λόγω της μορφής διαχείρισης (πρεμνοφυής διαχείριση με παρακρατήματα) η διασπορά είναι μικρή (χαρακτηριστικές είναι οι καμπύλες κατανομής ύψους και διαμέτρου από δειγματοληπτικές επιφάνειες στη περιοχή των Σκουριών. Παράλληλα η διαφοροποίηση της ηλικίας των παρακρατημάτων, που έχουν πάντοτε διπλάσια ή τριπλάσια ηλικία των υπολοίπων δένδρων τεκμηριώνει τη μορφή διαχείρισης των δασών της περιοχής. Αποψιλωτική διαχείριση με παρακρατήματα.

Συμπέρασμα: η προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό των δασών είτε ως αρχέγονων είτε ως ομοιάζοντα με τα αρχέγονα, είτε ως παλαιά είτε ως πρωτογενή είτε ως παρθένα δεν συντρέχει.

Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό που βοηθά στην κατάταξη των δασών σε διάφορες κατηγορίες είναι η κατακόρυφη δομή τους. Όπως περιγράφεται στη Διαχειριστική μελέτη αλλά και από μετρήσεις που έχουν γίνει από πολλούς η δομή των δασών   είναι μονόροφος.

Συμπέρασμα: η παραπάνω αναφερόμενη προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό των αρχέγονων ή των παλαιών ή οποιασδήποτε άλλης κατηγορίας δασών, δηλαδή της πολυεπίπεδης δομής τους δεν συντρέχει, απλώς είναι αποψιλωτικώς  διαχειριζόμενα πρεμνοφυή δάση.

Σε όλο το δασικό σύμπλεγμα της Αρναίας δεν παρατηρούνται ιστάμενα ή κατακείμενα νεκρά πρέμνα, όπως απαιτείται για να χαρακτηρισθεί ένα δάσος με μια από τις παραπάνω αναφερόμενες κατηγορίες.

Συμπέρασμα: η παραπάνω αναφερόμενη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό των αρχέγονων δασών δηλαδή της ύπαρξης ιστάμενων και κατακείμενων νεκρών δένδρων δεν συντρέχει.

Τα δάση της περιοχής, όπως εξάγεται από μία σειρά μελετών διαφόρων Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας αναφέρονται ότι είναι υποβαθμισμένα. Λόγω δε της υποβάθμισης των δασών της περιοχής, η Δασική Υπηρεσία έχει προβεί σε ένα ευρύ πρόγραμμα ενρητίνωσης  των δασών κατά την περίοδο 1968-1975, με τη χρησιμοποίηση κυρίως ξενικών ειδών όπως: θαλασσία πεύκη (Pinus maritime), κυπαρίσσι της αριζόνας (Cupressus arizonica), κέδρο ( Cedrus atlantica και Cedrus libani), ή ειδών από άλλες περιοχές της Ελλάδος που δεν εμφανίζονται με φυσικό τρόπο στην περιοχή, όπως είναι η μαύρη πεύκη (Pinus nigra)  (Στοιχεία από το αρχείο της Δασικής Υπηρεσίας).

Συμπέρασμα: η παραπάνω αναφερόμενη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό των αρχέγονων δασών, δηλαδή της μη ανθρώπινης επιρροής στα οικοσυστήματα κατά το παρελθόν δεν συντρέχει, πολύ δε περισσότερο όταν έχει χρησιμοποιηθεί από τη Δασική Υπηρεσία ως μέθοδος αναδάσωσης η κατασκευή βαθμίδων που προκαλεί μια πολύ σημαντική υποβάθμιση του προϋπάρχοντος οικοσυστήματος και του εδάφους.

Στην εγκεκριμένη από το ΥΠΑΑΤ Δασική Διαχειριστική Μελέτη αναφέρεται ότι τα δάση της περιοχής του συμπλέγματος είναι γενικώς υποβαθμισμένα (σελ. 85 της Διαχειριστικής Μελέτης). Ο χαρακτηρισμός αυτός βασίζεται στην αξιολόγηση της ποιότητας των δασών της περιοχής. Παράλληλα πολλοί ειδικοί ισχυρίζονται ότι η ανόρθωση των οικοσυστημάτων αυτών προχωρά βαθμιαία και σε αριθμό και έκταση ανάλογα με τη δυνατότητα άρσης των αιτιών που έχουν προκαλέσει την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων αυτών.

Συμπέρασμα: η παραπάνω αναφερόμενη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό των αρχέγονων δασών, δηλαδή η βλάστηση να είναι τελική (Climax) δεν συντρέχει, πολύ δε περισσότερο γιατί η βλάστηση βρίσκεται σε εξέλιξη.

Στην Δασική Διαχειριστική Μελέτη αναφέρεται ότι με την πάροδο του χρόνου και καθώς εφαρμόζονται τα διάφορα διαχειριστικά μέτρα διαπιστώνονται ενδείξεις διαδοχής της βλάστησης που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι προοδευτική, αν και αναφέρεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι οπισθοδρομική. Προοδευτική διαδοχή παρατηρείται στις περιπτώσεις εκείνες που γίνεται άρση του παράγοντα που υποβάθμιζε παλαιότερα τα οικοσυστήματα (άρση βοσκής).

Αντίθετα οπισθοδρομική διαδοχή παρατηρείται στις περιοχές στις οποίες η ζωτικότητα του δάσους  μειώνεται ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται και καταστροφή του υπορόφου λόγω της επανειλημμένης βόσκησης, όπως συμβαίνει σε περιοχές της Βαρβάρας και του Στανού, με αποτέλεσμα η δρυς να εμφανίζεται με θαμνώδη μορφή. Από τη στιγμή που αναφέρονται ενδείξεις διαδοχής της βλάστησης, τα δασικά οικοσυστήματα δεν βρίσκονται σε κατάσταση ισορροπίας, η οποία και χαρακτηρίζει τα σταθερά οικοσυστήματα όπως είναι και αυτά που αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία με διάφορες ονομασίες όπως αρχέγονα, παρθένα, παλαιά κά.

Συμπέρασμα: η παραπάνω αναφερόμενη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό των αρχέγονων δασών, δηλαδή η βλάστηση να είναι Climax δεν συντρέχει, πολύ δε περισσότερο γιατί αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη.

Σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη του Ομότιμου Καθηγητή της Δασοκομίας της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος Ντάφη (Ντάφης, 1966) τα δάση της ευρύτερης περιοχής υπέστησαν κακοποίηση κατά τη διάρκεια της κατοχής και αμέσως μετά από αυτή, γιατί αποτέλεσαν την μοναδική πηγή θερμικής ενέργειας (καυσόξυλα-κάρβουνα) με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε αρκετές περιπτώσεις σε πρινώνες . Μάλιστα ο ίδιος Καθηγητής στην ίδια μελέτη, προτείνει την ενρητίνωση για τα δάση της περιοχής εκεί όπου τα έσοδα από τη διαχείρισή τους είναι περιορισμένα, δηλαδή στις περιοχές στις οποίες τα δάση είναι IV και V ποιότητας.

Συμπέρασμα: η παραπάνω αναφερόμενη προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό των αρχέγονων δασών, δηλαδή της μη ανθρώπινης επιρροής στα οικοσυστήματα κατά το παρελθόν δεν συντρέχει.

Προφανώς δεν μπορεί τόσο στην εγκεκριμένη Διαχειριστική μελέτη της Δασικής Υπηρεσίας, όσο και σε διάφορες μελέτες, που έχουν συνταχθεί για τα δάση της περιοχής, να υποστηρίζεται ότι αυτά διαχειρίζονται με αποψιλωτικές υλοτομίες με παρακρατήματα κυρίως για παραγωγή καυσόξυλων και ταυτόχρονα να θεωρούνται από ειδικούς και μη ως αρχέγονα.

Συμπέρασμα: η παραπάνω αναφερόμενη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό των αρχέγονων δασών, δηλαδή της μη ανθρώπινης επιρροής στα οικοσυστήματα κατά το παρελθόν δεν συντρέχει.

Επιπλέον στη Διαχειριστική Μελέτη της Δασικής Υπηρεσίας για τα δάση της περιοχής αναγνωρίζεται η σημαντική υποβάθμιση από την συνεχή βόσκηση και πουθενά δεν αναφέρεται σε αυτή και ορθώς σε αρχέγονα δάση που προφανώς αν υπήρχαν θα έπρεπε να είχαν πλήρως  προστατευθεί,  γιατί  η εμφάνισή τους προϋποθέτει την απουσία οποιασδήποτε ανθρώπινης δραστηριότητας.

Στην ίδια Διαχειριστική Μελέτη αναφέρεται ότι η άσκηση της κτηνοτροφίας στα δάση της περιοχής χαρακτηρίζεται ως αλόγιστη και πολλές φορές καταστροφική για τη βλάστηση και το έδαφος, οι δεκτηνοτρόφοι της περιοχής αρνούνται την προοπτική της κατά χώρο και χρόνο διευθέτησης της βοσκής . Η κτηνοτροφία στην περιοχή ασκείται με τον παραδοσιακό τρόπο. Η άσκηση αυτής της δραστηριότητας θεωρείται ασυμβίβαστη με την ύπαρξη ενός αρχέγονου δάσους και έχει συντελέσει στη σημαντική υποβάθμιση των εδαφικών πόρων της περιοχής.

Θα πρέπει να τονισθεί ότι στα οικοσυστήματα που χαρακτηρίζονται ως αρχέγονα, παλαιά, παρθένα κά υπάρχει μια δυναμική ισορροπία μεταξύ της βλάστησης και των εδαφικών συνθηκών η οποία διαμορφώνεται από τη συνεχή και μακροχρόνια αλληλεπίδραση μεταξύ της βλάστησης και του δασικού εδάφους. Αυτή η αλληλεπίδραση εκφράζεται με τη διαδοχική εξέλιξη των εδαφών.

Όταν το έδαφος βρίσκεται κάτω από την επίδραση της δασικής βλάστησης για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς την επέμβαση του ανθρώπου, εξελίσσεται προς μια κατάσταση ωριμότητας που εκφράζεται με τη δημιουργία καλά διαμορφωμένων εδαφικών οριζόντων, μεγάλου πάχους με ισχυρή δομή. Στην περίπτωση αυτή ο υποεπιφανειακός Β ορίζοντας αποκτά περισσότερο ερυθρό χρώμα, ενώ οι επιφάνειες των μονάδων δομής του εδάφους καλύπτονται από επιστρώσεις αργίλου.

Αντίθετα ο επιφανειακός Α ορίζοντας είναι μεγάλου πάχους, πολύ πλούσιος σε οργανική ουσία. Λαμβάνοντας αυτά υπόψη θα πρέπει να τονισθεί ότι στην διαχειριστική μελέτη αναφέρεται ότι τα εδάφη της περιοχής είναι συνήθως πολύ μικρού βάθους και υποβαθμισμένα που σημαίνει ότι το έδαφος δεν καλύπτονταν πλήρως από τη δασική βλάστηση για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα αυτό να έχει διαβρωθεί.

Η παραγωγικότητα των εδαφών της περιοχής, σε ένα εθνικό σύστημα κατάταξης της παραγωγικότητας, ανήκουν στην τρίτη και τέταρτη ποιότητα, ενώ ένα ποσοστό που συνήθως απαντάται στις κυρτές θέσεις και στα αντερείσματα ανήκουν στην πέμπτη  ποιότητα, με μέση ετήσια αύξηση μικρότερη από 0,3 κυβικά μέτρα στο στρέμμα που ισοδυναμεί με βάρος μικρότερο από 180 κιλά στο στρέμμα και εμπορικής αξίας στην καλύτερη περίπτωση 200 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα έξοδα διαχείρισης, προστασίας, υλοτομίας, μεταφοράς του ξύλου κά. Αυτό σημαίνει ότι η μέση ετήσια πρόσοδος που αντιστοιχεί σε 1000 στρέμματα να είναι πολύ μικρότερη από 200.000 ευρώ.

Η σύγχρονη μορφή διαχείρισης των δασών είναι η δασοπονία πολλαπλών σκοπών που συνδέεται με τις έμμεσες ωφέλειες των δασών όπως είναι η αναψυχή, η παραγωγή αναψυχής, νερού κά. Στην συγκεκριμένη όμως περίπτωση ο μεταλλευτικός κώδικας ορίζει ότι σε μεταλλευτικές περιοχές η μεταλλευτική δραστηριότητα προηγείται όλων των άλλων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Διαχειριστικής Μελέτης της Δασικής Υπηρεσίας φαίνεται ότι από το σύνολο του Δασικού Συμπλέγματος της Αρναίας στο οποίο υπάγεται και το δάσος στις Σκουριές, υλοτομούνται ετησίως 55.000κ.μ. ξυλώδους όγκου δρυός, οξιάς κά. Από την ποσότητα αυτή ποσοστό 20% είναι ξυλεία κατασκευαστική, ενώ το υπόλοιπο είναι καυσόξυλα.

Η ετησία παραγωγή σε καυσόξυλα κατά μέσο όρο από το σύμπλεγμα ανέρχεται σε 48.000 χωρικά μέτρα,  ενώ οι ετήσιες ανάγκες των κατοίκων (6.520 οικογένειες) ανέρχονται σε 51.246 χωρικά, σύμφωνα με στοιχεία της Δασικής Υπηρεσία, δηλαδή από τη δασική παραγωγή δεν καλύπτονται ούτε καν οι ατομικές ανάγκες των κατοίκων.

Η διαφορά μεταξύ του παραγόμενου καυσόξυλου και αυτών των ατομικών αναγκών συμπληρώνεται από το σύμπλεγμα των δασών του Χολομώντα με εισαγωγή.

Τα παραπάνω στοιχεία φανερώνουν ότι τα δάση της περιοχής διαχειρίζονταν και διαχειρίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα για να καλύπτουν μέρος των ατομικών αναγκών των κατοίκων και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα της περιοχής.

Όπως δε έχει ήδη αναφερθεί ένα μεγάλο μέρος των δασών της περιοχής κάλυπταν τις ανάγκες της μεταλλευτικής δραστηριότητας της περιοχής κατά το παρελθόν, ακόμη και από την περίοδο της Οθωμανικής περιόδου κά.

Πηγή: www.unitedreporters.gr

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα

Tags: , ,

1 reply

Trackbacks

  1. Ψήφισμα της Ελληνικής Δασολογικής Εταιρείας σχετικά με τα μεταλλεία χρυσού στη Β. Ελλάδα | Δασαρχείο

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: