Advertisements

Το ξύλο κυπαρισσιού ως δομικό προϊόν

Cupressus1

Εισαγωγή – ποικιλίες – γεωγραφική εξάπλωση

Το κυπαρίσσι (Cupressus sempervirens) είναι δασικό είδος της Ελλάδας και της μεσογειακής λεκάνης γενικότερα και φθάνει εύκολα σε ύψος πάνω από 25 μέτρα.   Έχει χαρακτηριστική λιγερόκορμη μορφή και παράγει ξύλο πολύ ανθεκτικό και άριστης ποιότητας . Είναι εντυπωσιακή η προσαρμογή του στο μεσογειακό κλίμα και σε όλα τα περιβάλλοντα, από τα υπο – αλπικά οικοσυστήματα μέχρι μέσα σε κοίτες χειμάρρων. Αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε έδαφος και είναι ανθεκτικό τόσο στον παγετό, όσο και στην ξηρασία, αλλά και στη φωτιά.

Στην Ελλάδα αναπτύσσονται δύο ποικιλίες κυπαρισσιού. Η πρώτη ποικιλία είναι το πυραμιδοειδές – πλαγιόκλαδο κυπαρίσσι, το οποίο έχει κλαδιά σχεδόν κατακόρυφα (Cupressus sempervirens var. pyramidalis) και η δεύτερη ποικιλία είναι το οριζοντιόκλαδο, το οποίο έχει τα κλαδιά σχεδόν οριζόντια (Cupressus sempervirens var. horizontalis). Και τα δύο είδη παρέχουν σκληρή και ανθεκτική ξυλεία μέτριου βάρους.

Το αειθαλές οριζοντιόκλαδο κυπαρίσσι σχηματίζει μαζί με την πεύκη μικτές συστάδες. Πρόκειται για φυσικά (αυτοφυή) δάση πολύ καλής ποιότητας, τα οποία αναγεννώνται με φυσική αναγέννηση, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την αειφορία. Τα φυσικά δάση κυπαρισσιού είναι μοναδικά και ως εκ τούτου διατηρητέα και χρήζοντα ιδιαίτερης προστασίας. Το οριζοντιόκλαδο κυπαρίσσι εξαπλώνεται στις παραμεσόγειες χώρες: Ελλάδα, Τουρκία, Συρία, Λίβανο, Ιορδανία, Περσία, Τύνιδα, Μαρόκο. Σε άλλες χώρες, όπως στο Ισραήλ, Ιταλία, Γαλλία καλλιεργείται ευρύτατα. Στην Ελλάδα ως αυτοφυές απαντάται σε Ρόδο, Κώ, Κάρπαθο, Σάμο, Μήλο, Κρήτη, Πελοπόννησο. Στην Ελλάδα καλλιεργούταν από τους αρχαίους χρόνους (Παρασκευοπούλου 1987).

Cupressus

Κατά τον Οβίδιο (μεταφράσεις 10,121), ονομάσθηκε κυπαρίσσι από τον Κυπάρισσο τον Κώο, τον οποίο ο Απόλλων μεταμόρφωσε με την παράκλησή του σε δένδρο, για να διατηρήσει αθάνατη τη θλίψη του για τον χαμό του αγαπημένου του ελαφιού. Έτσι εξηγείται γιατί φυτεύεται στα νεκροταφεία και γιατί η λαϊκή αντίληψη θεωρεί το κυπαρίσσι σαν σύμβολο πένθους. Τα φυσικά αποθέματα ξύλου κυπαρισσιού σε σχέση με τα άλλα κωνοφόρα είναι λίγα, γιατί στο παρελθόν έγινε έντονη εκμετάλλευση της ξυλείας χωρίς παράλληλη προσπάθεια αναδάσωσης περιοχών που απογυμνώθηκαν (Πανέτσος 1967).

Στην Ελλάδα το κυπαρίσσι καταλάμβανε το 1964 μόνο 60.110 στρ. ή το 0,20% του συνόλου των δασών (Υπουργείο Γεωργίας 1964). Στοιχεία για καλλιεργούμενα κυπαρίσσια δεν υπάρχουν. Ωστόσο η ανάπτυξη των φυτειών κυπαρισσιού γίνονταν συστηματικά στην Πελοπόννησο. Τον 19ο αιώνα έγινε η μεγαλύτερη εξάπλωση της κυπαρισσοφυτείας στην Ελλάδα, όταν επεκτάθηκε η σταφιδοκαλλιέργεια στην Πελοπόννησο και δημιουργήθηκε η ανάγκη κατασκευής ξύλινων υπόστεγων για την ξήρανση της σταφίδας (Γραικιώτης 1954).

Παρουσιάζεται πολύ περιορισμένη καλλιέργεια στα όρια των αγρών, σε επικλινείς λοφώδεις περιοχές, σε λεκάνες χειμμάρων, σαν ανεμοφράκτης δενδροκομικών καλλιεργειών, εξασφαλίζοντας στους αγρότες ξυλεία (Παρασκευοπούλου 1987). Είναι επίσης κατάλληλο για φυτείες στα κράσπεδα δρόμων και σε αντιπυρικές λωρίδες γιατί είναι δύσφλεκτο είδος. Για αντιπυρική προστασία χρησιμοποιείται με επιτυχία και στην Τουρκία ((Ξανθόπουλος Γ. Ντούλης Α. 2013).

Cupressus sempervirens

Το κυπαρίσσι είναι θερμόβιο, παραμεσογειακό είδος, το οποίο αναπτύσσεται σε κλίμα με ήπιο χειμώνα (όχι κάτω από 18ο C), αδιάφορο στη σύσταση του εδάφους και στην οξύτητα. Είναι ανθεκτικό σε ξηρά εδάφη και κορμοβλαστάνει. Ο χρόνος υλοτομίας του είναι 40 έως 70 χρόνια, αλλά μπορεί να κατέβει στα 15 έως 20 χρόνια σε καλά εδάφη. Πρόκειται για μακρόβιο είδος (sempervirens σημαίνει αειθαλές). Ζει 400 με 500 χρόνια. Ο Τσιτσάς (1978) αναφέρει ότι στο Άγιο Όρος (Μονή Μεγίστης Λαύρας) και στη Θέρμη Μυτιλήνης υπάρχουν αιωνόβια και ιστορικά κυπαρίσσια με περίμετρο βάσης 10m.

Τα τελευταία χρόνια το κυπαρίσσι απειλείται από την ασθένεια έλκους του κυπαρισσιού (Τσόπελας Π. και Ξενόπουλος Σωτ. 2002), που προκαλείται από τον μύκητα Seiridium (coryneum) cordinale, που έχει προκαλέσει σοβαρότατες ζημιές στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, σε βαθμό που η καλλιέργεια του να θεωρείται προβληματική. Ωστόσο οι αυτοφυείς συστάδες του κυπαρισσιού των νήσων Κρήτης, Σάμου και Ρόδου δεν έχουν προσβληθεί προς το παρόν από την ασθένεια.

Εκτεταμένη ερευνητική εργασία στην Ελλάδα και σε άλλες μεσογειακές χώρες αναδεικνύουν την τεράστια σημασία του κυπαρισσιού για την Ελλάδα, τόσο ως είδος για αναδασώσεις, για αντιπυρική προστασία, όσο και για τις εφαρμογές του ξύλου. Οι σημαντικές αυτές έρευνες και διαπιστώσεις δεν βρίσκουν αποδοχή από την εκάστοτε ηγεσία και δεν αποτελούν δεδομένα για να αλλάξει η δασική πολιτική και σταδιακά να εφαρμοσθούν στην πράξη.

Ιδιότητες ξύλου κυπαρισσιού για δομικές εφαρμογές

Το ξύλο του κυπαρισσιού είναι ομοιογενές, λεπτόπορο, σκληρό, με άρωμα και με πολύ μεγάλη φυσική διάρκεια, λόγω της ελαιορητίνης που περιέχει (δεν προσβάλλεται από μύκητες και έντομα). Οι ιδιότητες αυτές παρέχουν στο ξύλο του κυπαρισσιού ασύγκριτα πλεονεκτήματα για εφαρμογές. Οι σπουδαιότερες φυσικές ιδιότητες του ξύλου του αυτοφυούς και του καλλιεργούμενου κυπαρισσιού σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας παρουσιάζονται στον Πίν. 1 (Παπαμιχαήλ και Παρασκευοπούλου (1982, 1983).

Πίνακας 1. Φυσικές ιδιότητες ξύλου κυπαρισσιού

Φυσικές ιδιότητες      Αυτοφυές                                                     Καλλιεργούμενο
Πλαγ/δο Κρήτης Πλαγ/δο Ρόδου Πλαγ/δο Σάμου Πλαγ/δο Πελ/σου Ορθ/δο Πελ/σου
Βασική πυκνότητα (g/cm³) 0.447 0.509 0.510 0.474 0.457
Πλάτος ετης. Δακτ. (mm) 3.289 2.074 1.737 3.466 3.618
Εφαπτομενική ρίκνωση 6.67% 5.81% 5.83% 6.15% 6.15%
Συντ/στής εφαπτ. ρίκνωσης 0.18% 0.15% 0.17% 0.14% 0.15%
Ακτινική ρίκνωση 4.71% 4.59% 4.62% 4.09% 4.12%
Συντ/στής ακτιν. ρίκνωσης 0.13% 0.13% 0.13% 0.10% 0.10%

Εφαρμογές ξύλου κυπαρισσιού στην αρχαιότητα

Οι φυσικές και χημικές ιδιότητες του κυπαρισσιού, το καθιστούν από τις σημαντικότερες πρώτες ύλες για δομικές κατασκευές, όπως στέγες, πατώματα, κουφώματα για κατασκευές εξωτερικού χώρου και για κατασκευές στην ξυλοναυπηγική. Ας μη ξεχνάμε ότι οι στέγες του Παρθενώνα και των άλλων αρχαίων ναών, ήταν κατασκευασμένες από ξύλο κυπαρισσιού και κέδρου.

Από τα ίδια αυτά είδη ξύλου κατασκευάζονταν και ο φέρον σκελετός όλων των κτιρίων της Μινωικής εποχής, όπως τα ανάκτορα της Κνωσού. Οι στόλοι της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και των φοινίκων είχαν ναυπηγηθεί από ξυλεία Κρητικού κυπαρισσιού. Η κιβωτός του Νώε, όπως αναφέρεται στη Βίβλο, ήταν κατασκευασμένη από κυπαρίσσι του όρους Σιών.

Ο φέρον σκελετός όλων των κτιρίων των ανακτόρων του Μίνωα (δοκοί, κολόνες, πεσσοί) ήταν από κυπαρίσσ και κέδρο.

Και τα δύο είδη κυπαρισσιού εύρισκαν εκτεταμένη εφαρμογή στην ξυλοναυπηγική. Από το πλαγιόκλαδο κυπαρίσσι στη ναυπηγική τέχνη χρησιμοποιείτο και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μόνο ο κορμός για κατασκευή καταρτιών και πριστής ξυλείας για πέτσωμα και το κατάστρωμα. Από το οριζοντιόκλαδο κυπαρίσσι εκτός από τον κορμό χρησιμοποιούνταν και τα καμπύλα κλαδιά για τα καμπύλα στοιχεία του σκελετού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το σφακιανό κυπαρίσσι της Κρήτης με οριζόντια κλαδιά, αυτοφυές δένδρο, στο οποίο ο κορμός και τα οριζόντια κλαδιά είναι πολύ πλούσια σε εγκάρδιο ξύλο με πολλούς ρητινοφόρους αγωγούς και ρετσίνι, δομικά στοιχεία που του προσδίνουν μεγάλη ανθεκτικότητα.

Από το οριζοντιόκλαδο κυπαρίσσι των Σφακίων το οποίο πρεμνοβλαστάνει, ανάλογα με το χρόνο υλοτομίας παράγονταν:ένας ιστός για καϊκι ή στύλος για οικοδομική χρήση, δύο νέοι στύλοι ή σκάλα, στύλος σε μήκος 4 μέτρα (δοκός οικοδομής-τράβα) και δύο καμπύλα πλευρά σκελετού καϊκιού (νομείς).

Εδώ το κυπαρίσσι σε ηλικία 18-20 χρόνων υλοτομούταν σε ύψος 1 με 2 m από το έδαφος και έδινε ένα ιστό για βάρκα ή ένα στύλο μήκους 3,5-4 m για οικοδομική χρήση. Ο κυπαρισσένιος στύλος των Σφακιών είναι μια πρωτόγονη μορφή του Mινωϊκού κίονα. Μετά την πρώτη κοπή στην ηλικία των 18-20 χρόνων, τα κλωνάρια που βρίσκονται κάτω από την τομή θα έχουν κατακόρυφη ανάπτυξη και ύστερα από 5 με 10 χρόνια υλοτομούνταν τα δύο κλωνάρια που κυριάρχησαν και προέκυπταν δύο νέοι στύλοι και σπάνια μια διχάλα σε σχήμα σκάλας.

Αν η πρώτη υλοτομία γίνει όχι σε ηλικία 20 ετών αλλά στα 30 και 40 χρόνια τότε αντί για στύλο θα προκύψει τεμάχιο ξύλου μήκους 4m (γνωστό στην οικοδομική μετά από πελέκημα ως τράβα, κατάλληλο για στέγες) με διάμετρο 8 έως 10 cm στο λεπτό άκρο και διατομή 14x8cm στο χονδρό άκρο . Τα πλάγια κλωνάρια θα πάρουν στη συνέχεια κατακόρυφη θέση και μετά από κάποια χρόνια θα έχουν διαστάσεις κατάλληλες για να προκύψει από το καθένα στη δεύτερη υλοτομική επέμβαση ένας σκαρμός (νομέας ή πλευρό του σκελετού του σκάφους) ύψους 1,70 έως 2.00 m.

Εφαρμογές στο πρόσφατο παρελθόν και σήμερα

Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα στην ελληνική κοινωνία (στα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα στη χώρα μας) στα χρόνια της μεταπολίτευσης ήταν τεράστιες. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι ενδεικτικό των αλλαγών αυτών. Μέχρι και την δεκαετία του 1970 η ελληνική οικογένεια σε μεγάλο ποσοστό, ήταν αυτάρκης εκτός από γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα (γάλα, τραχανά, χυλοπίτες, τυροκομικά προϊόντα, ζαρζαβατικά, κρασί) και σε τεχνική δομική ξυλεία και καυσόξυλα που παράγονταν σε όλα σχεδόν τα ορεινά και ημιορεινά μέρη της Ελλάδας. Έτσι παράγονταν από τα ελληνικά δάση, πελεκητή ξυλεία έλατου, πεύκου, κυπαρισσιού, καστανιάς. Παράγονταν επίσης ξυλεία θρυμματισμού και σχίζα οξιάς από την οποία προέκυπτε ξυλεία επιπλοποιίας.

Τα προϊόντα αυτά παράγονταν στα δημόσια δάση από τους δασεργάτες που οργανωμένοι σε δασικούς συνεταιρισμούς ζούσαν στην ορεινή και ημιορεινή Ελλάδα. Υπήρχε το έθιμο, με το που γεννιόταν ένα παιδί, οι γονείς του να φυτεύουν ένα αγρό με κυπαρίσσια, έτσι ώστε όταν το παιδί μεγάλωνε στα 20 και 25 χρόνια του, να έχει την πλέον χρήσιμη και κατάλληλη ξυλεία για να κατασκευάσει το σπίτι του. Πράγματι στα 20 με 25 χρόνια το κυπαρίσσι αποκτά ανάλογα με την ποιότητα του εδάφους, διάμετρο 25 με 28 εκ. ύψος πάνω από 13 μ. Με την πρώτη μηχανική κατεργασία του ευθυτενούς κορμού προκύπτουν βασικά προϊόντα για δομικές, γεωργικές και κτηνοτροφικές εφαρμογές, όπως στύλοι, πελεκητή ξυλεία, πριστή ξυλεία σε μορφή δοκών, κολόνων, καδρονιών, σανιδιών, ξυλεία περιφράξεων, υποστυλώματα αμπελώνων και οπωρώνων, αλλά και ξυλεία ξυλοναυπηγικής (κατάρτια, ξυλεία σκελετού και πετσώματος καϊκιών) (Εικ.4).

Τα καμπύλα στοιχεία του σκελετού καϊκιών προέρχονταν από καμπύλους κορμούς πεύκου και κατάλληλα καμπύλα κλαδιά οριζοντιόκλαδου κυπαρισσιού.

Τα προϊόντα αυτά του κυπαρισσιού τα παρήγαγαν μόνοι τους με κατάλληλα πριόνια, τσεκούρια, σκεπάρνια και απλές πριονοκορδέλλες και με τον τρόπο αυτό είχαν την καταλληλότερη πρώτη ύλη για όλες τις ξύλινες κατασκευές τους: στέγες, σκελετό και ανωδομή πατωμάτων, ταβάνια, κουφώματα, σκάλες, μπαλκόνια, ντουλάπια, ξυλοδεσιές για την τοιχοποιϊα του σπιτιού, κρεβατωσιές για αναρριχώμενα και κληματαριές, κιόσκια, υπόστεγα, αυλόπορτες, ξύλινες αποθήκες, περιφράξεις, ορνιθώνες, ταΐστρες, γεωργικά εργαλεία (σβάρνες, στυλιάρια)

Το ξύλο κυπαρισσιού, πεύκου, καστανιάς και δρυός είναι τα καταλληλότερα για εξωτερικές ξύλινες κατασκευές

Στις δεκαετίες της εικονικής πραγματικότητας που ακολούθησαν, με την πολιτική που ασκήθηκε και τα μέτρα που πάρθηκαν (διάλυση δασικής υπηρεσίας, διάλυση των δασικών συνεταιρισμών), όλες αυτές οι πολύτιμες δραστηριότητες, τα ήθη και έθιμα σιγά –σιγά εξαφανίσθηκαν, η ύπαιθρος και ειδικά τα ορεινά και ημιορεινά χωριά ερήμωσαν, πολλά παραδοσιακά επαγγέλματα εξαφανίσθηκαν ή συρρικνώθηκαν, όπως του δασεργάτη, του υλοτόμου, του μαραγκού, του σαγματοποιού, του βαρελά κ.α. Οι άνθρωποι εθίστηκαν στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων που αντικατέστησαν τα εγχώρια. Ειδικά στον τομέα των προϊόντων ξύλου, η αγορά γέμισε με εισαγόμενη ευρωπαϊκή και τροπική ξυλεία (έλατο, πεύκο, δρύς, ιρόκο, μαονοειδή, Oregon pine, μοριοσανίδες, MDF κ.α.).

Η ελληνικής προέλευσης ξυλεία δυσφημίσθηκε για λόγους κερδοσκοπικούς, και ειδικά το κυπαρίσσι εγκαταλείφθηκε από κάθε εφαρμογή, εκτός από καύσιμο σε τζάκια. Παράλληλα σταμάτησε η όποια προσπάθεια αναδάσωσης με το πολύτιμο αυτό είδος, καταργήθηκαν όλα τα φυτώρια που λειτουργούσαν στα Δασαρχεία και κάλυπταν τις ανάγκες σε αναδασώσεις αλλά και τις ανάγκες των πολιτών για φυτείες σε αγροκτήματα. Σήμερα δυστυχώς τα κυπαρίσσια φυτεύονται μόνο σε κοιμητήρια και εξωκλήσια, η δε προσπάθεια της πολιτείας για αναδασώσεις με κυπαρίσσι είναι ανύπαρκτη, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι για τις ανάγκες των φυτεύσεων στα ολυμπιακά έργα κατασπαταλήθηκαν τεράστια ποσά για εισαγωγή μεγάλων κυπαρισσιών από Ιταλία.

Εισάγονται επίσης τεράστιες ποσότητες εμποτισμένων με βορικά άλατα ξυλείας κυπαρισσιού και πεύκου και εξωτερικές κατασκευές (κιόσκια, καθιστικά, περιφράξεις, πέργκολες κ.α.). Σήμερα με φωτεινές εξαιρέσεις, κανείς από τους μελετητές, τους μηχανικούς, εργολάβους και τεχνίτες δεν αναζητεί κυπαρίσσι για δομικές κατασκευές. Τραγικά λάθη και απαράδεκτη πολιτική με αρνητικές συνέπειες.

Σύγχρονη εντυπωσιακή κατασκευή εμφανούς στέγης από ελληνικό κυπαρίσσι. Από τις ελάχιστες εξαιρέσεις εφαρμογής που είναι παράδειγμα προς μίμηση.

Προτεινόμενες εφαρμογές και αλλαγή πολιτικής

Η ιδιαίτερη αξία του κυπαρισσιού και των προϊόντων που παράγονται από αυτό καθιστούν αναγκαία την εφαρμογή μιας πολιτικής από την πλευρά της πολιτείας, τόσο στον δασικό τομέα, όσο και στην αγορά, η οποία θα ενισχύσει την σταδιακή αύξηση των δασών κυπαρισσιού και θα κατευθύνει την αγορά και τους εμπλεκόμενους στην εμπορία και χρήση της ξυλείας κυπαρισσιού σε δομικές κατασκευές και άλλες εφαρμογές. Μια συνοπτική προσέγγιση της πολιτικής αυτής θα μπορούσε να υιοθετεί τις ακόλουθες ενέργειες:

  • Σχεδιασμός και εφαρμογή μακροχρόνιου προγράμματος αναδασώσεων με κυπαρίσσι σε πανελλήνια κλίμακα και οργάνωση φυτωρίων από τα Δασαρχεία με ελεγχόμενη επιλογή ανθεκτικών κλώνων στο έλκος του φλοιού του κυπαρισσιού. Ας μη ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα υπήρχαν άφθονα φυσικά δάση κυπαρισσιού, τα οποία συρρικνώθηκαν με την υπερβολική υλοτομία στις διάφορες περιόδους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
  • Πολιτική ενίσχυσης των αναδασώσεων σε ιδιωτικές και λοιπές μη δημόσιες εκτάσεις (κοινοτικές, μοναστηριακές, ιδιωτικές δασικές εκτάσεις) με δωρεάν διάθεση δενδρυλλίων πιστοποιημένων ανθεκτικών κλώνων κυπαρισσιού.
  • Ευρεία ενημέρωση των μηχανικών, εργολάβων, εκπροσώπων τοπικής αυτοδιοίκησης, ιδιοκτητών μονάδων κατασκευών και μονάδων Πριονιστηρίων ξυλείας για τα παραγόμενα προϊόντα δομικής ξυλείας κυπαρισσιού και τις εφαρμογές τους. Ειδικότερα επισημαίνεται η τεράστια αξία εφαρμογών του ξύλου κυπαρισσιού σε στέγες, εξωτερικές κατασκευές σε όλα τα περιβάλλοντα και ειδικά σε υγρά, παραθαλάσσια και με ακραίες καιρικές συνθήκες, σε γεωργικές και κτηνοτροφικές εφαρμογές και την ξυλοναυπηγική.

Του Ιωάννη Κακαρά

Δασολόγου Τεχνολόγου ξύλου και ξύλινων κατασκευών

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Γρίσπος Π.1968. Το Σφακιανό κυπαρισσοδάσος. Δασικά Χρονικά 111-112. 1968.
  • Κακαράς Ι. 2013. Τεχνολογία ξύλινων δομικών κατασκευών. Εκδόσεις ΙΩΝ. 2013.
  • Παρασκευοπούλου Αικ. 1987. Διακύμανση των δομικών χαρακτήρων του ξύλου του κυπαρισσιού στην Ελλάδα. Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών 1987.
  • Ξανθόπουλος Γ.,Ντούλης Α. 2002. Το κυπαρίσσι και οι δασικές πυρκαγιές: γνώσεις, υποθέσεις και νέες ερευνητικές προσεγγίσεις. ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ Τεύχος 2. 2013.
  • Τσόπελας Π., Ξενόπουλος Σωτ. 2002. Το έλκος του φλοιού του κυπαρισσιού. Περιοδικό Γεωργία – κτηνοτροφία 2002.

Πηγή: kakarasioannis.blogspot.gr

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά προϊόντα, Επιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , ,

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: