Advertisements

«Οι αρκούδες δεν μας ανήκουν»

Αυτά τα ζώα καταδικάστηκαν να περάσουν τη ζωή τους στην αιχμαλωσία – μια έκταση 50 στρεμμάτων με εγγυημένη περίθαλψη και ιδανικές συνθήκες διαβίωσης.

Καλογεράκια, ελατοπαπαδίτσες, σπίνοι: οι μοναδικές φωνές που σπάνε την απόλυτη ησυχία στο δάσος του Αρκτούρου, στο Νυμφαίο. Τα φυλλώματα της οξιάς δακρύζουν ακόμη από τη χθεσινή νεροποντή ενώ η πρωινή ψύχρα μετατρέπει τη ζακέτα σε πολύτιμο σύμμαχο. Οι 12 αρκούδες που φιλοξενούνται στο καταφύγιο αναμένουν με λαχτάρα το γεύμα τους, που φτάνει οσονούπω. «Σε τρία σημεία ταΐζουμε τις αρκούδες. Η πλήρης σίτιση γίνεται μέσα σε ειδικές τροφοδόχους – σαν συρτάρια. Το σημερινό μενού; Μήλα, κεράσια, ροδάκινα, καρπούζια», αρχίζει να λέει ο 25χρονος Βασίλης Φουρκιώτης, ξεναγός – φροντιστής, με σπουδές Περιβαλλοντικής Κοινωνιολογίας και καταγωγή από κτηνοτροφική οικογένεια, ο οποίος μετράει ήδη τετραετή θητεία στον χώρο.

«Τα ζώα δεν μένουν όλα μαζί, είναι χωρισμένα κατόπιν σχετικής μελέτης συμπεριφοράς, έτσι ώστε να μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά καθώς από τη φύση τους είναι μοναχικά ζώα», διευκρινίζει ο ίδιος, προσθέτοντας: «Επιπλέον, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της “στερεοτυπίας”, μια μορφή αγχώδους διαταραχής αντίστοιχη με την “ιδρυματοποίηση” στους ανθρώπους, η οποία παρατηρείται σε ζώα έγκλειστα, εφαρμόζουμε απαρέγκλιτα το παγκόσμιο πρωτόκολλο διαχείρισης μεγάλων αρπακτικών, το οποίο επιβάλλει τον “συμπεριφορικό εμπλουτισμό”. Πιο απλά, αυτό που η αρκούδα θεωρεί λιχουδιά το διασπείρουμε στον χώρο της ώστε να μπουν τα ζώα σε μια μορφή κινητοποίησης – μη ξεχνάμε ότι στη φύση οι αρκούδες μπορεί να περπατήσουν 40 χλμ. αναζητώντας τροφή».

Ικανοποιημένος που εξασφάλισε το καρπούζι του ο -ηλικίας 15 ετών- Μανώλης σηκώνεται στα δύο πόδια και χαιρετά. Ο αδερφός του, Κυριάκος, λίγα μέτρα μακριά, συνεχίζει αδιάφορος το μασούλημα. Αδέρφια, που βρήκε κάποιος όταν ήταν ακόμη μωρά και τα κράτησε στο σπίτι του ως κατοικίδια. Φτάνοντας τα 250 κιλά και τα δύο μέτρα ύψος σε όρθια στάση, κατέστησαν μη διαχειρίσιμα. Απόλυτα εξοικειωμένα με τον άνθρωπο, ήταν αργά όταν κλήθηκε ο Αρκτούρος για βοήθεια. Η επανένταξη στο φυσικό τους περιβάλλον, αδύνατη. Καταδικάστηκαν να περάσουν όλη τους τη ζωή στην αιχμαλωσία – κι ας σημαίνει αυτό μια έκταση 50 στρεμμάτων με καθημερινά διαθέσιμη τροφή, εγγυημένη περίθαλψη και ιδανικές συνθήκες διαβίωσης. «Τα ζώα βρίσκονται εδώ για να ζήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα το υπόλοιπο της ζωής τους. Ωστόσο, μια αρκούδα, όπως και οποιοδήποτε άλλο άγριο ζώο, πρέπει να γεννιέται, να ζει και να πεθαίνει ελεύθερη στη φύση», θα πει ο Βαγγέλης Δεσποτάκης, συνάδελφος του Βασίλη. «Τρεις αρκούδες χορεύτριες, πέντε που κατασχέθηκαν από τον ζωολογικό κήπο του Σέιχ Σου, τρία ορφανά, ένα τυφλό – τα συγκεκριμένα ζώα θα ήταν αδύνατον να επιβιώσουν ελεύθερα στη φύση. Εμαθαν ότι άνθρωπος σημαίνει τροφή, γι’ αυτό και με την πρώτη ευκαιρία θα τον πλησίαζαν. Ολα στειρωμένα – δεν θέλουμε μικρά σε αιχμαλωσία. Η ελεύθερη αρκούδα εκπαιδεύει τα μικρά της για 2-3 χρόνια για το πώς θα επιβιώνουν· σε συνθήκες καταφυγίου, τα μαθήματα θα ήταν ακριβώς το αντίθετο».

Διαστρεβλωμένη συχνά η αντίληψη του κόσμου για τον ρόλο του Αρκτούρου, δεν είναι λίγες οι φορές που τα στελέχη της ΜΚΟ δέχονται τηλεφωνήματα όπως «είμαι κτηνοτρόφος, ελάτε να μαζέψετε τις αρκούδες από το βουνό». Οπως εξηγεί ο Βαγγέλης, «οι αρκούδες δεν μας ανήκουν. Υποστηρίζουμε αποκλειστικά εκείνες που αδυνατούν να επιβιώσουν στη φύση: ούτε συγκεντρώνουμε εκείνες που κυκλοφορούν ελεύθερες ούτε εκτρέφουμε αρκούδες για να τις απελευθερώσουμε αργότερα».

Η κατάσταση σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των ζώων από τους ανθρώπους έχει αναμφίβολα βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, ο Βασίλης ως ξεναγός θεωρεί ότι ο ρόλος του δεν εξαντλείται στο να ξεκλειδώσει ένα λουκέτο, να δείξει τα ζώα και να δώσει απλώς κάποιες πληροφορίες: «Θεωρώ πως βρίσκομαι εδώ για να υπηρετήσω έναν σκοπό – να εμφυσήσω στο κοινό μια διαφορετική φιλοσοφία για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουν τη φύση, τα ζώα. Να αποβάλουμε τη νοοτροπία του οίκτου απέναντι στα ζώα που υπέφεραν, με μας σε θέση ισχύος απέναντί τους. Η προστασία της άγριας ζωής –εκτός από το προφανές όφελος– αποτελεί ένα μέσον για να βελτιώσουμε την ανθρώπινη κατάσταση, επαναπροσδιορίζοντας τη σημασία του ζώου για τον ανθρώπινο πολιτισμό, ως γνώμονα ηθικής. Απομακρύνοντας την ωφελιμιστική προσέγγιση του τύπου “προσέχω το περιβάλλον γιατί μου δίνει ξύλα”, να συνειδητοποιήσουμε πως τα ζώα, το φυσικό περιβάλλον, έχουν εγγενή αξία».

Πρωτοποριακό σύστημα καταμέτρησης

Σε πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό Journal for Nature Conservation, καταγράφεται για πρώτη φορά συστηματικά ο πληθυσμός της αρκούδας στην Ελλάδα, ο οποίος έχει αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία 15 χρόνια.

Σύμφωνα με τον δρα Αλέξανδρο Καραμανλίδη, επιστημονικό συντονιστή του ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, «με περισσότερες από 450 αρκούδες, ο ελληνικός πληθυσμός αναδεικνύεται πλέον σε έναν από τους σημαντικότερους στα Βαλκάνια. Πρόκειται για έναν ενιαίο πληθυσμό, ο οποίος ξεκινάει από τις Αλπεις στην Αυστρία, κατεβαίνει στη Γιουγκοσλαβία και μπαίνει στην Ελλάδα από την Πίνδο. Τα στοιχεία αυτά, ανατρέπουν τα ώς τώρα δεδομένα του Κόκκινου Βιβλίου με τα απειλούμενα είδη, που μιλούσαν για 200 αρκούδες στη χώρα μας». Η καινοτόμος μέθοδος που εισήγαγε ο δρ Καραμανλίδης για την καταμέτρησή τους, είναι που καθιστά τον ΑΡΚΤΟΥΡΟ πρωτοπόρο. Σε τι συνίσταται; Οπως εξηγεί ο ίδιος «σε ολόκληρο τον κόσμο χρησιμοποιούνται οι τρίχες του ζώου ως γενετικό υλικό για την καταγραφή τους, οι οποίες συλλέγονται μέσω τριχοπαγίδων (συρματοπλέγματα που δεν ενοχλούν τα ζώα), τις οποίες στη συνέχεια συλλέγουν οι ερευνητές. Στο πλαίσιο του διδακτορικού μου, διαπίστωσα ότι στις αρκούδες στην Ελλάδα αρέσει να ξύνονται στους στύλους της ΔΕΗ – προφανώς έλκονται από το πίσσωμα, με το οποίο είναι καλυμμένοι. Αρχισα έτσι να στήνω τριχοπαγίδες επάνω στους στύλους. Οπότε, αντί να πηγαίνω εγώ στις αρκούδες, έρχονται οι αρκούδες σε μένα. Ως Αρκτούρος, γνωρίζουμε με ακρίβεια GPS τη θέση 4.500 στύλων της ΔΕΗ, τριχοπαγίδες όμως βάζουμε σε 300 επιλεγμένους. Η κάθε αρκούδα περνάει και αφήνει το «αποτύπωμά» της».

360 καταγεγραμμένα άτομα

«Ο ερευνητής συλλέγει την τρίχα, αυτή στέλνεται στο εξωτερικό για ανάλυση και μας επιστρέφουν μία “ταυτότητα”, με βάση την οποία καταχωρείται στο Εθνικό Μητρώο Αρκούδας. Αυτή τη στιγμή, είναι καταγεγραμμένα 360 άτομα». Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι «στο θέμα της μελέτης της καφέ αρκούδας είμαστε πολύ μπροστά σε σχέση με τις όμορες χώρες. Αντίστοιχη δουλειά γίνεται στη Σλοβενία και στην Κροατία. Συνεργαζόμαστε, έχουμε ένα κοινό μητρώο, όλα τα ζώα είναι καταχωρισμένα σε κοινή βάση δεδομένων. Μας δίνεται έτσι η δυνατότητα να συγκρίνουμε το γενετικό προφίλ της ελληνικής καφέ αρκούδας, π.χ. τη γενετική ποικιλότητα, η αυξημένη παρουσία της οποίας διευκολύνει έναν οργανισμό να αντιμετωπίσει περιβαλλοντικές ή ανθρώπινες αρνητικές επιδράσεις. Σύγκριση μπορεί να γίνει και στη γενετική ροή, τη μετακίνηση δηλαδή μεταξύ των χωρών διαφορετικών γενεών αρκούδων, γεγονός που αν γίνεται σε διεθνές επίπεδο, εξασφαλίζει την επιβίωση του είδους».

Την αντίληψη, ωστόσο, ότι, με βάση τα προηγούμενα ενθαρρυντικά στοιχεία, η αρκούδα έπαψε να κινδυνεύει με εξαφάνιση, σπεύδει να διασκεδάσει ο δρ Καραμανλίδης: «Η αρκούδα συνεχίζει να αποτελεί αυστηρά απειλούμενο είδος – όχι όμως τόσο, όσο ήταν παλιά. Η Ελλάδα, από τις λίγες χώρες όπου η αρκούδα έχει ανακάμψει, έχει κάνει μία τεράστια προσπάθεια. Θα ήταν κρίμα να δώσουμε τώρα το λάθος μήνυμα».

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΟΥ

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29/8/2015)

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΆγρια ζωή

Tags: ,

1 reply

  1. Τα στοιχεία λένε ότι έχουμε στη χώρα μας κάτι παραπάνω από 500 αρκούδες, αλλά ακόμα κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Με πόσες αρκούδες τελικά θα είμαστε ικανοποιημένοι; Με 2000, 5000, 10000 ή 50000; Μας ξεφεύγει όμως ένα σημαντικό στοιχείο: η αρκούδα δεν τρέφεται μόνο με καρπούς και ρίζες, αλλά και με κρέας και όπου το βρει δεν θα το αφήσει να πάει χαμένο…

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: