Advertisements

Περιφερειακό Πάρκο Κόλπου Κυπαρισσίας – ΣτΕ ΠΕ 32/2015 (Τμ. Ε΄)

kyparissiakos


 

Δημοσιεύθηκε το Πρακτικό Επεξεργασίας υπ΄ αριθ. 32/2015* του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορά επεξεργασία του σχεδίου προεδρικού διατάγματος: «Χαρακτηρισμός των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών των «GR2330005: Θίνες και παραλιακό Δάσος Ζαχάρως, Λίμνη Καϊάφα, Στροφυλιά, Κακόβατος», «GR2330008: Θαλάσσια περιοχή Κόλπου Κυπαρισσίας: Ακρ. Κατάκολο – Κυπαρισσία» και «GR2550005: Θίνες Κυπαρισσίας (Νεοχώρι – Κυπαρισσία)» ως «Περιφερειακό Πάρκο Κόλπου Κυπαρισσίας», καθορισμός ζωνών προστασίας, καθορισμός χρήσεων, όρων και περιορισμών δόμησης». Με το εν λόγω Πρακτικό το Δικαστήριο απορρίπτει την υποβληθείσα ως άνω πρόταση σχεδίου προεδρικού διατάγματος και επιβάλλει υποβολή νέου σχεδίου δ/τος σχετικά με τα θέματα που αφορά. 

Συγκεκριμένα με το Πρακτικό επεξεργασίας 32/2015 έγινε δεκτό ότι τα εκτός οικιστικών περιοχών ακίνητα, εφ΄ όσον δεν υπάγονται σε ειδικό καθεστώς, όπως οι αρχαιολογικοί χώροι, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, ο αιγιαλός και τα ρέματα, οι προστατευόμενοι οικότοποι, τα προστατευόμενα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, προορίζονται κατ΄ αρχήν για γεωργική ή άλλη σχετική εκμετάλλευση, είναι δε δυνατόν να δομηθούν μόνο κατ΄ εξαίρεση, εφ΄ όσον τούτο επιτρέπεται από τον νόμο και τις κατ΄ εξουσιοδότησή του κανονιστικές πράξεις, υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με τις προϋποθέσεις δομήσεως εντός οικιστικών περιοχών, κατά τρόπο προσιδιάζοντα στην ιδιομορφία κάθε περιοχής, έτσι ώστε το φυσικό περιβάλλον να θίγεται στο ελάχιστο δυνατόν. 

Επιπλέον εκρίθη ότι κατά τον καθορισμό χρήσεων και όρων και περιορισμών δομήσεως σε περιοχές εκτός ορίων εγκεκριμένου σχεδίου ή οικισμού, πρέπει να λαμβάνεται υπ΄ όψη ότι αυτές δεν προορίζονται κατ΄ αρχήν για οικιστική ανάπτυξη. Ο θεμελιώδης αυτός κανόνας ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, όπως οι περιοχές του δικτύου Natura 2000, των οποίων η ανάπτυξη, οικιστική, τουριστική και γενικώς οικονομική, πρέπει να συνδέεται με τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και τοπίου και να μην παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητά τους. Η ικανοποίηση οικιστικών αναγκών πρέπει να προγραμματίζεται εντός των υφισταμένων πόλεων και οικισμών και να εξετάζεται πρωτίστως, εάν οι πόλεις και οι οικισμοί αυτοί είναι ικανοί να απορροφήσουν τη ζήτηση ως έχουν ή με λελογισμένη επέκτασή τους, εντός βεβαίως των ορίων της φέρουσας ικανότητας της ευρύτερης περιοχής. Το ζήτημα της αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών, το οποίο δύναται να γεννηθεί, όταν υπάρχει ουσιώδης στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας σε σχέση με τον προορισμό της είναι αυτοτελές, κρινόμενο από τον δικαστή της αποζημιώσεως. Τυχόν απουσία σχετικής ρήτρας στην οικεία κανονιστική πράξη δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα του χαρακτηρισμού ορισμένης εκτάσεως ως περιοχής προστασίας και της συνεπεία αυτού επιβολής περιοριστικών μέτρων. 

Η κατ΄ άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου στον προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει σύμφωνα με το Πρακτικό, ότι προ της εγκρίσεως του σχεδίου ή του έργου, προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπ΄ όψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, είτε η κάθε μία από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατηρήσεως του τόπου αυτού. Η αρμόδια αρχή επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας στον οικείο τόπο μόνον εφ΄ όσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του. Κατ΄ αντίθεση, δηλαδή, με την εκτίμηση των επιπτώσεων που γίνεται δυνάμει της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, η εκτίμηση με βάση το άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ δεσμεύει ως προς την απόφαση, κατά τρόπον ώστε εάν παραμένουν αμφιβολίες ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών του συγκεκριμένου σχεδίου για την ακεραιότητα του τόπου, η αρμόδια αρχή οφείλει να μην το εγκρίνει. Η εν λόγω δέουσα εκτίμηση, για τη διεξαγωγή της οποίας δεν καθορίζεται στην Οδηγία ειδική μεθοδολογία, πρέπει να προηγείται της εγκρίσεως του σχεδίου. 

Περαιτέρω το Ε΄ Τμήμα ΣτΕ εδέχθη ότι ανεξαρτήτως του ότι με το υποβληθέν σχέδιο πδ/τος δεν προτείνονται νομίμως «περιοχές οικοανάπτυξης» (ΠΟΙΚ) εντός φυσικού πάρκου που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως «περιφερειακό», ουδόλως δικαιολογείται εν προκειμένω ο χαρακτηρισμός ΠΟΙΚ που προκρίνεται από τη ΕΠΜ και το σχέδιο διατάγματος για τις πέντε περιοχές, οι οποίες καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των δύο χερσαίων εκτάσεων του δικτύου Natura 2000, ήτοι των περιοχών «Θίνες και παραλιακό δάσος Ζαχάρως, Λίμνη Καϊάφα, Στροφυλιά, Κακόβατος» [GR233005] και «Θίνες Κυπαρισσίας [Νεοχώρι – Κυπαρισσία]» [GR2550005]. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως δηλαδή του ότι στα εθνικά πάρκα δεν προβλέπονται «περιοχές οικοανάπτυξης», η επιλογή της ΕΠΜ και της Διοικήσεως να χαρακτηρισθούν ως περιοχές οικιστικής ανάπτυξης: οι αυθαίρετοι παραλιακοί οικισμοί Επιταλίου και Αγίου Νικολάου, το νησί της Αγ. Αικατερίνης και η λίμνη Καϊάφα, οι αδόμητες μακρόστενες εκτάσεις μεταξύ Περιοχών Προστασίας της Φύσης στο τμήμα από την Ελαία μέχρι το Καλό Νερό, οι εκτεταμένοι ελαιώνες της περιοχής καθώς και εν γένει οι αδόμητες αγροτικού χαρακτήρα ή χέρσες εκτάσεις, που παρεμβάλλονται μεταξύ των αυστηρώς προστατευομένων περιοχών και των εκτός δικτύου Natura 2000 περιοχών, ορισμένες εκ των οποίων προέρχονται από αποξήρανση υγροτόπων ή προέκυψαν από την επέκταση καλλιεργειών στο αμμώδες υπόστρωμα, δεν συνάδει με τον σκοπό του χαρακτηρισμού. Η «αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης», την οποία επικαλείται η Διοίκηση για να δικαιολογήσει την ανωτέρω επιλογή, δεν είναι μονοσήμαντη ούτε ταυτίζεται με την οικοδομική εκμετάλλευση των εκτός σχεδίου και εκτός οικισμών ακινήτων, ιδίως όταν περιλαμβάνονται σε περιοχές του δικτύου Natura. Από την ΕΠΜ δεν εξετάσθηκε άλλωστε αν η οικοδομική δραστηριότητα στις ως άνω περιοχές, που προτείνεται να χαρακτηρισθούν ως ΠΟΙΚ, συνάδει με τον σκοπό προστασίας και αποκαταστάσεως των ευαίσθητων οικοσυστημάτων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της μελέτης αυτής. Οι ελάχιστοι δε οικισμοί, που εμπίπτουν στις επίμαχες περιοχές Natura, θα πρέπει να οριοθετηθούν προσηκόντως με διάταγμα. Για εγκαταστάσεις και έργα εκτός οικισμών, εφ΄ όσον είναι νομίμως αδειοδοτημένα και κρίνεται αιτιολογημένα ότι συνάδουν με τους στόχους προστασίας, θα μπορούσε να ορισθεί στο διάταγμα ότι επιτρέπεται η διατήρηση, η συντήρηση και ο ήπιος εκσυγχρονισμός τους. Ο κανονιστικός νομοθέτης, όταν προβαίνει σε χαρακτηρισμό ΕΖΔ κατ΄ άρθρο 19 και 21 του ν. 1650/1986 και θεσπίζει το καθεστώς προστασίας της εν όψει του χαρακτηρισμού αυτού, δεν υποχρεούται να επαναλάβει τα όρια κατατμήσεως και αρτιότητας του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3937/2011 [10 στρ. κατά τον κανόνα και 4 στρ. κατά παρέκκλιση]. Τα όρια αυτά προβλέπονται προσωρινά και για το μεταβατικό χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση των πδ/των του άρθρου 21 του ν. 1650/1986, δεν δεσμεύουν όμως τον κανονιστικό νομοθέτη, ο οποίος μπορεί είτε να απαγορεύσει εντελώς την κατάτμηση και τη δόμηση είτε να επιβάλλει αυστηρότερα όρια είτε να υιοθετήσει τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3937/2011, λαμβάνοντας πάντοτε προεχόντως υπ΄ όψη την ανάγκη προστασίας, διατηρήσεως και αποκαταστάσεως της περιοχής. Επομένως, η παρ. 1 του άρθρου 3 του σχεδίου εκρίθη ότι δεν προτείνεται νομίμως. 

Έγινε επίσης δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 περ. γ΄ ν. 1650/1986, όπως ισχύει δεν έχει την έννοια ότι διατάγματα καθορισμού ΖΟΕ, τα οποία εκδόθηκαν για περιοχή περιλαμβανομένη στο δίκτυο Natura 2000, δεσμεύουν υποχρεωτικά τον κανονιστικό νομοθέτη κατά την έκδοση πδ/τος χαρακτηρισμού της περιοχής σύμφωνα με τα άρθρα 19 και 21 του ν. 1650 και καθορισμού του καθεστώτος προστασίας της εν όψει του χαρακτηρισμού αυτού. Συνεπώς, η ειδική περιβαλλοντική μελέτη, η οποία προτείνει κατά τρόπο τεκμηριωμένο το ενδεδειγμένο καθεστώς προστασίας της περιοχής και το εκδιδόμενο δυνάμει αυτής διάταγμα, λαμβάνουν μεν υπ΄ όψη ρυθμίσεις τυχόν προϋφισταμένης για την περιοχή αυτή εγκεκριμένης ΖΟΕ, ιδίως όταν είχε στηριχθεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, αλλά δεν δεσμεύονται από τις ρυθμίσεις αυτές και μπορούν να προτείνουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας, όπως π.χ. πλήρη απαγόρευση δομήσεως και χρήσεως, εφ΄ όσον τούτο κρίνεται αναγκαίο. Εν όψει των ανωτέρω, και η παρ. 2 του άρθρου 3 του σχεδίου εκρίθη ότι δεν προτείνεται νομίμως. 

Επισημαίνεται ακόμη ότι το πδ της 3-20.9.1993 (Δ΄ 1161) περί καθορισμού Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου σε εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών παραλιακή περιοχή δήμων και κοινοτήτων του νομού Ηλείας, δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ χωρίς να συνοδεύεται από τα διαγράμματα, στα οποία παραπέμπει και πρέπει συνεπώς η Διοίκηση να φροντίσει αμέσως για την προσήκουσα αναδημοσίευσή του. 

Έγινε περαιτέρω δεκτό ότι: α) Δραστηριότητες όπως η ιππασία, που θέτουν σε κίνδυνο τα αμμοθινικά συστήματα και τις φωλιές της θαλάσσιας χελώνας caretta caretta, δεν προτείνονται νομίμως για τις υπό κρίση περιοχές, β) δεν τεκμηριώνεται η ανάγκη να αναπτύσσονται σε όλη τη ζώνη του αιγιαλού δραστηριότητες για τους λουομένους και «την αναψυχή του κοινού», ο τελευταίος μάλιστα όρος είναι εξαιρετικά ευρύς, γ) δεν παρέχεται νομίμως δυνατότητα κινήσεως τροχοφόρων σε όλους τους υφισταμένους δρόμους, διότι η ρύθμιση φαίνεται να προκρίνει τη διατήρηση και μη νομίμως διανοιγέντων δρόμων και δεν λαμβάνει υπ΄ όψη την ανάγκη αποκαταστάσεως θιγέντων οικοσυστημάτων, που ενδεχομένως επιβάλλει και την κατάργηση νομίμως υφισταμένων δρόμων ή μετατόπισή τους και δ) οι όροι «ανάγκες δημοσίου συμφέροντος ή αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών» είναι εξαιρετικά ασαφείς, δοθέντος ότι η αμμοληψία και χαλικοληψία αποτελούν δραστηριότητες που προκαλούν έντονη υποβάθμιση στο προστατευτέο οικοσύστημα. 

Εν κατακλείδι το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου επισημαίνει ότι η συνταγματική επιταγή για προστασία του περιβάλλοντος καθώς και οι διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της χώρας, επιβάλλουν την τάχιστη υποβολή προς επεξεργασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας νέου σχεδίου διατάγματος για τον καθορισμό του καθεστώτος προστασίας των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών των Νομών Ηλείας και Μεσσηνίας, που έχουν ενταχθεί στο κοινοτικό δίκτυο Natura 2000 («Θίνες και παραλιακό δάσος Ζαχάρως, Λίμνη Καϊάφα, Στροφυλιά, Κακόβατος» [GR233005], «Θαλάσσια περιοχή Κόλπου Κυπαρισσίας, Ακρ. Κατάκολο Κυπαρισσία» [GR233008] και «Θίνες Κυπαρισσίας [Νεοχώρι – Κυπαρισσία]» [GR2550005]) και των γειτονικών εκτάσεων που χρήζουν επίσης προστασίας, αφού ληφθούν υπ΄ όψη και οι διατυπούμενες στο ως άνω πρακτικό παρατηρήσεις. Το ζήτημα δε, καταλήγει το Δικαστήριο, είναι ιδιαιτέρως επείγον εν όψει και του χρόνου ισχύος της 55913/2014 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕΚΑ (ΑΑΠ 396). 

Σοφία Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος
sofiap@nb.org

______________________________ 

* Ολόκληρο το επίσημο κείμενο του σχεδίου επεξεργασίας πδ/τος υπ΄ αριθ. ΣτΕ ΠΕ 32/2015 (Τμ. Ε΄) δημοσιεύεται στο υπό έκδοση τ. 3/2015 του περιοδικού «Περιβάλλον & Δίκαιο», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015.

dasarxeio.com

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΝομοθεσία, Περιβάλλον

Tags: , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: