Advertisements

Μη νόμιμη η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στις Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων

logo_dokimastiko

Δημοσιεύθηκαν πρόσφατα οι ιδιαίτερα σημαντικές υπ΄ αριθ. 3037/2015 και 3036/2015[1] αποφάσεις του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν εκδικάσεως των οικείων υποθέσεων από τη μείζονα, επταμελή σύνθεση του Τμήματος κατά παραπομπή λόγω σπουδαιότητος από το πενταμελές Τμήμα.

Το σκεπτικό και των δύο αποφάσεων είναι κοινό, το δε Δικαστήριο έκανε δεκτό δυνάμει αυτών ότι από 1ης Ιανουαρίου 2002, οπότε ετέθησαν σε ισχύ οι αναθεωρημένες διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος[2], ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τη γενική αυτή απαγόρευση, η οποία όμως είναι για τον λόγο αυτό στενά ερμηνευτέα, προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 89 του Συντάγματος, προκειμένου για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε συμβούλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα.

Σύμφωνα ωστόσο με τις εξεταζόμενες αποφάσεις, οι Επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979 δεν συνιστούν συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η αρμοδιότητά τους, όπως ορίζεται στη διάταξη αυτή του ν. 998/1979 και στο άρθρο 14 του ιδίου νόμου, δεν έχει ως αντικείμενο την άσκηση οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου ούτε συνάπτεται με θέματα οικονομικού ή δημοσιονομικού χαρακτήρα. Οι Επιτροπές αυτές δεν έχουν ούτε δικαιοδοτικό χαρακτήρα, διότι αποφαίνονται επί ενδικοφανών προσφυγών κατά διοικητικών πράξεων με βάση τη διαγραφομένη στον νόμο διοικητική διαδικασία, η οποία δεν διαθέτει τα αναγκαία εκείνα στοιχεία, τα οποία προσιδιάζουν σε εκτέλεση δικαιοδοτικού έργου και σε άσκηση αρμοδιότητας δικαιοδοτικού οργάνου, όπως η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και η υποχρέωση εξασφάλισης της κατ΄ αντιμωλία συζητήσεως. Επομένως, έκρινε το Δικαστήριο και στις δύο ως άνω αποφάσεις, ότι η συγκρότηση των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη, ως αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος.

Άλλωστε, όπως περαιτέρω σημειώνεται, συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν προβλέπεται ούτε στις Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων του άρθρου 18 του ν. 3889/2010, στις οποίες έχει ανατεθεί η εξέταση των αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου δασικού χάρτη που αναρτήθηκε. Κατά δε το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, δεν συντρέχει ανάγκη περαιτέρω παραπομπής στην Ολομέλεια του κριθέντος ζητήματος σχετικά με την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 998/1979 που αφορούν τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού ως προέδρου στις Επιτροπές Επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων. Και τούτο επειδή το ζήτημα αυτό θεωρείται ήδη επιλυθέν, ως όμοιο του νομικού ζητήματος που κρίθηκε με την απόφαση 3503/2009 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περί της συμμετοχής δικαστικού λειτουργού ως προέδρου στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.

Σε συμφωνία με το διατακτικό των εν λόγω αποφάσεων και προς εκπλήρωση της συνταγματικής επιταγής περί της υποχρεώσεως συμμορφώσεως της Διοικήσεως προς τις αποφάσεις των δικαστηρίων[3], εξεδόθη ήδη η υπ΄ αριθ. πρωτ. οικ. 130150/5234/1.10.2015[4] Εγκύκλιος της Διοικήσεως, με θέμα: “Ενέργειες επί δικαστικών αποφάσεων που αναφέρονται στη μη νόμιμη σύνθεση της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, λόγω της συμμετοχής δικαστικού σε αυτές”, δυνάμει της οποίας αποδίδεται και αναλύεται το σκεπτικό των εξεταζομένων δύο αποφάσεων, οι δε αρμόδιες διοικητικές αρχές εντέλλονται, μεταξύ άλλων, να ανακαλέσουν τη συγκρότηση υφισταμένων Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, όπου σε αυτές συμμετείχε δικαστικός λειτουργός ως πρόεδρος και να επανασυγκροτήσουν νέες με συμμετοχή, αντί δικαστικού λειτουργού, προσώπου εκ των οριζομένων κατ΄ άρθρο 10 παρ. 3 ν. 998/1979. Η έκδοση δε της ως άνω Εγκυκλίου καθιστά ανενεργό στο εξής την προγενέστερη υπ΄ αριθ. πρωτ. 130229/5005/24.9.2015 σχετική Εγκύκλιο[5], η οποία είχε εκδοθεί εξ αφορμής της δημοσιεύσεως της παραπεμπτικής αποφάσεως του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση επί της υποθέσεως που εκρίθη με την ΣτΕ 3036/2015.

Στο πλαίσιο των δύο αυτών δικών και εξ αφορμής της εξέτασης του βασικού ως άνω θέματος περί της συμμετοχής δικαστικού λειτουργού στις Επιτροπές επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι οι αποφάσεις των ΕΕΔΑ δημοσιεύονται, όπως και η πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεων κατ΄ άρθρο 14 του ν. 998/1979, η δε δίμηνη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ κατ΄ αποφάσεως της πρωτοβάθμιας αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 του ν. 998/1979. Περαιτέρω έγινε δεκτό ότι η πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως ως δάσους ή δασικής, η οποία υπόκειται στην ενδικοφανή διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979 και η απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία απορρίπτει αντιρρήσεις κατά της πράξεως χαρακτηρισμού και υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ, ενσωματώνονται στην εκδοθείσα επί της προσφυγής απόφαση της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ, η οποία είναι και η μόνη παραδεκτώς προσβαλλομένη πράξη στο πλαίσιο της υφισταμένης εν προκειμένω σύνθετης διοικητικής ενέργειας.

Σοφία Παυλάκη, Δικηγόρος
sofiap@nb.org

_____________________________________

[1] Τα πλήρη κείμενα των αποφάσεων ΣτΕ 3037/2015 και ΣτΕ 3036/2015 (Τμ. Ε΄) δημοσιεύονται στο υπό έκδοση τεύχος 3/2015 του περιοδικού «Περιβάλλον και Δίκαιο», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015. Συγκεκριμένα, η ΣτΕ 3037/2015 εξεδόθη κατόπιν της παραπεμπτικής αποφάσεως ΣτΕ 99/2015 (Τμ. Ε΄ 5μ.), στο πλαίσιο υποθέσεως, κατά την οποία με πράξη του Δασάρχη Πειραιά, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις κατά τις παρ. 2 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 δύο τμήματα, εμβαδού 1.650 τ.μ. και 1.050 τ.μ., αντιστοίχως, σε θέση του Δήμου Βάρης. Κατά της πράξεως εκείνης ο αιτών, ως ιδιοκτήτης εταιρείας, η οποία φέρεται ως κυρία των εκτάσεων, άσκησε αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά. Η Επιτροπή με απόφασή της έτους 2002 απέρριψε τις αντιρρήσεις με το σκεπτικό ότι οι επίδικες εκτάσεις είχαν κηρυχθεί αναδασωτέες με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και του Νομάρχη Πειραιά ετών 1934 και 1979, αντίστοιχα και επομένως δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 ν. 998/1979. Με την προσβαλλομένη από 2004 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά έγινε τυπικά δεκτή η προσφυγή του αιτούντος και εξαφανίστηκε η από 2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο εκρίθη ότι δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός των επιδίκων εκτάσεων κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με την ίδια απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής απερρίφθη κατά τα λοιπά η προσφυγή του αιτούντος και οι ως άνω δύο εκτάσεις εμβαδού 1.650 τ.μ. και 1.050 τ.μ., οι οποίες είναι κηρυγμένες και αναδασωτέες, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979. Με την ήδη κρινομένη αίτηση, η οποία εισήχθη, ως ελέχθη, ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως μετά την 99/2015 απόφαση του Τμήματος με πενταμελή σύνθεση, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος που αφορά τη συγκρότηση των επιτροπών του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, ζητήθηκε η ακύρωση της από 2004 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά καθώς και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως. Περαιτέρω, η ΣτΕ 3036/2015 (Τμ. Ε΄) εξεδόθη κατόπιν της παραπεμπτικής αποφάσεως ΣτΕ 137/2015 (Τμ. Ε΄ 5μ.), προς εκδίκαση διαφοράς, η οποία προέκυψε από την άσκηση αιτήσεως προς τον Διευθυντή Δασών Χανίων, τριών αιτούντων – φυσικών προσώπων, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι ήταν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου εκτάσεως 273.712,26 τ.μ. σε θέση της περιφέρειας Δήμου Πελεκάνου Ν. Χανίων, ζήτησαν δε από αυτόν να προβεί στην έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού της εν λόγω εκτάσεως βάσει του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 998/1979. Στην αίτηση αυτή ανέφεραν τα στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε κατ΄ αυτούς η κυριότητά τους επί της εκτάσεως, τα οποία και προσκόμισαν. Με την από 6.5.1998 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Χανίων τμήμα της ως άνω εκτάσεως, εμβαδού 13.828 τ.μ., χαρακτηρίστηκε ως γεωργική έκταση της παρ. 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979, έτερο τμήμα 27.406 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως δάσος της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 και τμήμα 232.478,26 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως δασική έκταση της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Κατά της πράξεως χαρακτηρισμού οι ανωτέρω άσκησαν αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Χανίων ζητώντας την ακύρωσή της και τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως των 232.478,26 τ.μ. ως γεωργικής. Αντιρρήσεις κατά της ίδιας πράξεως χαρακτηρισμού άσκησε και έτερος δικαιούχος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος της συνολικής ανωτέρω εκτάσεως σε ποσοστό 2/7 και συνεπώς οι τρεις ως άνω αρχικοί αιτούντες δεν είχαν έννομο συμφέρον να επιδιώξουν τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως, η δε από έτους 1998 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Χανίων εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα ως προς το ζήτημα της ιδιοκτησίας αυτών επί της εκτάσεως. Με την από 1999 απόφασή της η Πρωτοβάθμια Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Χανίων απέρριψε τις προσφυγές που άσκησαν κατά της παραπάνω πράξεως χαρακτηρισμού και οι τέσσερις ως άνω προσφεύγοντες κρίνοντας, σε σχέση με την προσφυγή του τετάρτου, ότι οι ανωτέρω είχαν έννομο συμφέρον να υποβάλουν αίτηση χαρακτηρισμού της εκτάσεως. Με απόφαση έτους 2006 της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Κρήτης αφ΄ ενός μεν έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία της η προσφυγή που άσκησαν οι τρεις ως άνω αρχικοί αιτούντες κατά της από 1999 αποφάσεως της πρωτοβάθμιας Επιτροπής, αφ΄ ετέρου δε έγινε τυπικά δεκτή η προσφυγή του τετάρτου προσφεύγοντος και απερρίφθη σιγή ο προβληθείς και με τις αντιρρήσεις του ενώπιον της πρωτοβάθμιας Επιτροπής ισχυρισμός του περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των εν λόγω προσώπων να επιδιώξουν τον χαρακτηρισμό της ανωτέρω εκτάσεως κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με την ήδη κρινομένη αίτηση, η οποία εισήχθη ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως μετά την 137/2015 απόφαση του Τμήματος με πενταμελή σύνθεση, λόγω σπουδαιότητος του ζητήματος, που αφορά τη συγκρότηση των Επιτροπών του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, ζητήθηκε η ακύρωση: α) της από 2006 αποφάσεως της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Κρήτης, β) της από 1999 αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Χανίων και γ) της από 6.5.1998 πράξεως χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Χανίων. Βλ. ΣτΕ 137/2015 (Τμ. Ε΄) και ΣτΕ 99/2015 (Τμ. Ε΄) σε «Περιβάλλον και Δίκαιο», ό.π., τεύχος 1/2015, σ. 50 και 51, αντίστοιχα, συνοδευόμενα από κοινό επιστημονικό σχόλιο του κ. Παναγιώτη Σ. Καποτά, Δικηγόρου Πατρών, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, Δασολογίας ΑΠΘ και Φιλοσοφίας Παν/μίου Πατρών.

[2] Οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος (όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του 2001 – Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001), ορίζουν τα εξής: «2. Κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφ΄ όσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από τον νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου. 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος: «Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1.1.2002».

[3] Κατ΄ άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος (όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001): “Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης”.

[4] Βλ. ΑΔΑ: 6ΙΞΓ465ΦΘΗ-ΩΗ2.

[5] Βλ. ΑΔΑ: ΩΩ44465ΦΘΗ-Ψ1Ω.

dasarxeio.com

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Υπηρεσία, Νομοθεσία

Tags: , , , ,

1 reply

  1. ΑΝ Η ΕΝ ΛΌΓΟ ΑΠΌΦΑΣΗ ΣΤΕ 3036/2015 ΑΚΗΡΟΝΗ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΌ ΤΟΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΙΣ ΜΑΣ ΩΣ ΔΗΜΌΣΙΟ.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: