Χαρακτηρισμός επιγενομένως δασικής εκτάσεως

dasos_ParnassosΤμήμα του Εθνικού Δρυμού Παρνασσού στο βόρειο κομμάτι του βουνού
[φωτογραφία: Γιάννης Κωστελίδης, πηγή: onparnassos.gr]

.

Σόφη Παυλάκη, Δικηγόρος

.

Μετά την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας, που απαιτεί ο νόμος, η πράξη χαρακτηρισμού ορισμένης εκτάσεως ως δασικής ή μη δύναται να χρησιμοποιηθεί ενώπιον άλλης δημόσιας αρχής, στην οποία ανακύπτει ως προκριματικό το ζήτημα του δασικού ή μη χαρακτήρα της εκτάσεως, μόνον αν είναι πρόσφατη, διότι διαφορετικά, αν δηλαδή έχει παρέλθει μακρό χρονικό διάστημα από την έκδοσή της, το περιεχόμενό της ενδέχεται να μην αντιστοιχεί στην πραγματική κατάσταση, η οποία υφίσταται κατά την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, δεδομένου ότι στο διάστημα αυτό η πραγματική κατάσταση δεν αποκλείεται να έχει μεταβληθεί με την αύξηση του ποσοστού δασοκάλυψης ορισμένης εκτάσεως ή με την ανάπτυξη δασικής βλάστησης σε έκταση, η οποία είχε στο παρελθόν μη δασικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου η έκταση να έχει αποκτήσει δασική μορφή επιγενομένως, μετά δηλαδή από την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού της ως μη δασικής.

Επομένως, αν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της πράξεως, με την οποία ορισμένη έκταση χαρακτηρίσθηκε ως μη δασική, δεν είναι πλέον επιτρεπτή η ολοκλήρωση της διαδικασίας χαρακτηρισμού με την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας και η τυχόν τήρηση των διατυπώσεων αυτών μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου δεν έχει ως αποτέλεσμα να επέρχονται οι έννομες συνέπειες της πράξεως έναντι άλλων αρχών ή τρίτων, ο δε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει την έκδοση νέας πράξεως χαρακτηρισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Η επάνοδος του δασάρχη στην περίπτωση αυτή, με την έκδοση νέας πράξεως, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη ανάκληση ή τροποποίηση της προγενέστερης πράξεώς του, εφ΄ όσον η διαπίστωση για τον δασικό ή μη χαρακτήρα της εκτάσεως δεν γίνεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα του χρόνου έκδοσης της προγενέστερης πράξεως χαρακτηρισμού, αλλά με βάση την υφισταμένη κατά τον χρόνο υποβολής του νέου αιτήματος πραγματική κατάσταση.

Αν η αρμόδια δασική αρχή, με αφορμή την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας σε χρόνο που απέχει κατά πολύ από την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού, επιληφθεί προκειμένου να διαπιστώσει τον χαρακτήρα της εκτάσεως και τη φυομένη στην έκταση δασική βλάστηση, ιδίως με τη διενέργεια αυτοψίας ή τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών ή με άλλο πρόσφορο τρόπο, η ενδικοφανής διαδικασία νομίμως συνεχίζεται ενώπιον των οικείων Επιτροπών, διότι στηρίζεται πλέον και στις διαπιστώσεις του αρμοδίου οργάνου (δασάρχη) περί της υφισταμένης πραγματικής καταστάσεως ορισμένης εκτάσεως κατά τον χρόνο που οι Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων ασκούν την αρμοδιότητά τους. Άλλωστε, εν όψει και του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού της ταχείας επιλύσεως των σχετικών αμφισβητήσεων, αφ΄ ενός για την εκπλήρωση της συνταγματικής επιταγής περί προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων και αφ΄ ετέρου σε περίπτωση ιδιωτικών εκτάσεων για την αποσαφήνιση των ορίων της εξουσίας του ιδιοκτήτη, η τυπική επανάληψη της σχετικής διαδικασίας στην περίπτωση αυτή ουδέν θα προσέθετε στην ουσία της υποθέσεως, αλλά θα οδηγούσε σε πρόσθετη καθυστέρηση ολοκλήρωσης της σχετικής διαδικασίας.

Αν από την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού έως την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, το αρμόδιο διοικητικό όργανο, προκειμένου να κρίνει αν πρέπει ν΄ ασκήσει αντιρρήσεις, με τις οποίες η υπόθεση άγεται ενώπιον της οικείας Επιτροπής, προς νέα κατ΄ ουσίαν κρίση, δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στα έγγραφα του φακέλου που συνετάγησαν κατά το απώτερο παρελθόν, αλλ΄ οφείλει να στηριχθεί στις διαπιστώσεις των δασικών οργάνων ως προς τη μορφή και τον χαρακτήρα της εκτάσεως κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης των διατυπώσεων δημοσιότητας, κατόπιν ιδίως αυτοψίας ή φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών.

Επομένως, αν η δημοσιοποίηση της πράξεως χαρακτηρισμού απέχει πολύ από τον χρόνο έκδοσής της, η ολοκλήρωση από τον ενδιαφερόμενο των διατυπώσεων που προβλέπονται στον νόμο για τη δημοσιότητα της πράξεως χαρακτηρισμού δεν κινεί την προθεσμία των δύο (2) μηνών που προβλέπεται από τις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις, ως ίσχυαν, για την άσκηση αντιρρήσεων κατά της πράξεως χαρακτηρισμού, καθώς απαιτείται, λόγω του διαδραμόντος χρόνου, η διαπίστωση από τον αρμόδιο δασάρχη της μορφής και του χαρακτήρα της εκτάσεως κατά τον χρόνο τήρησης των διατυπώσεων δημοσιότητας, ως εκ τούτου δε οι αντιρρήσεις ασκούνται παραδεκτώς από άποψη προθεσμίας εντός ευλόγου χρόνου από τη γνωστοποίηση της ολοκλήρωσης των εν λόγω διατυπώσεων.

Το σημαντικό ζήτημα του χαρακτηρισμού εκτάσεων που αποκτούν δασική μορφή επιγενομένως, μετά δηλαδή την έκδοση της αρχικής πράξεως χαρακτηρισμού τους και πριν την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διατυπώσεων δημοσιότητας της πράξεως χαρακτηρισμού, δυνάμει των οποίων επέρχονται ως προς όλους οι έννομες συνέπειές της, αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, το βασικό αντικείμενο της δικαστικής διαφοράς που κρίθηκε με την εξεταζόμενη υπ΄ αριθ. 87/2015[1] απόφαση της μείζονος (επταμελούς) Συνθέσεως του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Με την κρινομένη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση αποφάσεως έτους 2006 της δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων (ΕΕΔΑ) του Εφετείου Λαμίας, με την οποία κατ΄ αποδοχή σχετικής προσφυγής του Διευθυντή Δασών Ν. Φωκίδας, είχε ακυρωθεί προηγούμενη απόφαση έτους 2003 της πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ Ν. Φωκίδας και χαρακτηρίσθηκε ως έκταση δασικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 998/1979 (όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3208/2003)[2], έκταση εμβαδού 1.214,00 τ.μ. κειμένη σε θέση της περιφέρειας Δημοτικού Διαμερίσματος (ΔΔ) Επταλόφου Δήμου Παρνασσού. Με την απόφαση της πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ είχαν απορριφθεί ως εκπρόθεσμες αντιρρήσεις του Διευθυντή Δασών Φωκίδας κατά της από 23.4.1981 σχετικής πράξεως χαρακτηρισμού του Δασάρχη Άμφισσας. Η κρινόμενη αίτηση παραπέμφθηκε λόγω σπουδαιότητας στη μείζονα (επταμελή) σύνθεση του Ε΄ Τμήματος του Δικαστηρίου δυνάμει της υπ΄ αριθ. 4088/2014[3] προγενέστερης αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο άρθρο 14 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονταν τα εξής:

«1. Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τας εν άρθρω 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ΄ αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου.
2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις, ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη, δι΄ αναφοράς εις την μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή καταστροφάς ως και εις παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της εκτάσεως. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα, μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύεται εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης.
3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή εφ΄ όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή, ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ΄ όψιν τον σχετικόν φάκελλον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4 … 5. …».

Επτάλοφος (Αγόριανη) νομού Φωκίδας
[πηγή: ellinika-xwria.blogspot.gr ]

.

Όπως έχει κριθεί σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου[4], οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 θεσπίζουν προσωρινά, μέχρι την έγκριση του δασικού χάρτη, ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη Διοίκηση όσο και για τους ενδιαφερομένους ιδιώτες. Η απόφαση του δασάρχη και των οικείων Επιτροπών σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης εκτάσεως ως δασικής ή μη, συνίσταται στη διαπίστωση υφισταμένης πραγματικής (φυσικής) καταστάσεως και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της[5].

Δεδομένου δε ότι η διαδικασία χαρακτηρισμού, σε περίπτωση άσκησης των προβλεπόμενων από τον νόμο ενδικοφανών προσφυγών, ολοκληρώνεται με την απόφαση της αρμόδιας δευτεροβάθμιας Επιτροπής, ως υφισταμένη πραγματική κατάσταση για τον χαρακτηρισμό ορισμένης εκτάσεως ως δασικής ή μη νοείται εκείνη, στην οποία βρίσκεται η έκταση αυτή κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ[6]. Εν όψει όμως της συνταγματικής προστασίας των δασών, η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση[7]. Οι κρίσεις των προβλεπομένων στις ανωτέρω διατάξεις οργάνων, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πρέπει εν όψει των συνεπειών του χαρακτηρισμού να είναι προσηκόντως αιτιολογημένες κυρίως όσον αφορά τη μορφολογία του εδάφους, το είδος, τη σύνθεση, την πυκνότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της βλάστησης, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου.

Από τις ως άνω κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας δασών και δασικών εκτάσεων[8], συνάγεται περαιτέρω κατά το Δικαστήριο ότι η διαδικασία χαρακτηρισμού κινείται είτε αυτεπαγγέλτως από τον αρμόδιο δασάρχη είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου ιδιώτη είτε ύστερα από παραπομπή του ζητήματος από δημόσια αρχή. Σε κάθε περίπτωση ο δασάρχης υποχρεούται ν΄ ακολουθήσει τη διαδικασία του νόμου και δεν έχει την ευχέρεια να διατυπώσει απλώς προσωπική αντίληψη πληροφοριακού χαρακτήρα. Οφείλει δηλαδή ο δασάρχης να εκδώσει προσηκόντως αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με τα κριτήρια του νόμου, περαιτέρω δε υποχρεούται να κοινοποιήσει την απόφασή του αυτή στον ιδιώτη ή στη δημόσια αρχή που υπέβαλε τη σχετική αίτηση και να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται στον νόμο.

Η απόφαση αυτή του δασάρχη είναι δεσμευτική ήδη από την έκδοσή της και την αποστολή της στον ενδιαφερόμενο ιδιώτη ή στον οικείο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ο δε δασάρχης δεν δικαιούται πλέον να επανέλθει στην υπόθεση και ν΄ ανακαλέσει ή να τροποποιήσει, ακόμη και για τυπικούς λόγους, την απόφασή του, η οποία στο εξής υπόκειται σε ακύρωση ή μεταρρύθμιση μόνο από τις αρμόδιες Επιτροπές κατά τη θεσπιζόμενη από τον νόμο ενδικοφανή διαδικασία. Οι έννομες όμως συνέπειες της ανωτέρω αποφάσεως ως προς τους τρίτους αναπτύσσονται, σε σχέση με τον χαρακτηρισμό ορισμένης εκτάσεως ως δασικής ή μη, μόνον εφ΄ όσον και αφ΄ ότου τηρηθούν όλες οι διατυπώσεις δημοσιότητας, οπότε γίνεται ευρύτερα γνωστή η απόφαση του δασάρχη και καθίσταται δυνατή η αμφισβήτησή της ενώπιον των αρμοδίων Επιτροπών[9]. Η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας που προβλέπονται στο νόμο και σύμφωνα με τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια να επέρχονται οι έννομες συνέπειες της απόφασης έναντι των τρίτων, πρέπει να λαμβάνει χώρα επικαίρως, δηλαδή εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση της πράξεως, με την οποία το αρμόδιο όργανο, ήτοι ο δασάρχης και οι οικείες Επιτροπές διαπιστώνουν αν μια έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα, κατά τον χρόνο άσκησης της αρμοδιότητάς τους.

3_dasos_parnassos_Τμήμα του δυτικού Παρνασσού πάνω από την Αγόριανη
[φωτογραφία: Γιάννης Κωστελίδης, πηγή: onparnassos.gr]

.

Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει επομένως ότι μετά την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας που απαιτεί ο νόμος, η πράξη χαρακτηρισμού ορισμένης εκτάσεως ως δασικής ή μη δύναται να χρησιμοποιηθεί ενώπιον άλλης δημόσιας αρχής, στην οποία ανακύπτει ως προκριματικό το ζήτημα του δασικού ή μη χαρακτήρα της εκτάσεως[10], μόνον αν είναι πρόσφατη, διότι διαφορετικά, αν δηλαδή έχει παρέλθει μακρό χρονικό διάστημα από την έκδοση της πράξης, το περιεχόμενό της ενδέχεται να μην αντιστοιχεί προς την πραγματική κατάσταση που υφίσταται κατά την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, με τις οποίες επέρχονται πλήρως οι έννομες συνέπειες της πράξης, δεδομένου ότι στο διάστημα αυτό η πραγματική κατάσταση δεν αποκλείεται να έχει μεταβληθεί με την αύξηση του ποσοστού δασοκάλυψης ορισμένης εκτάσεως ή με την ανάπτυξη δασικής βλάστησης σε έκταση, η οποία είχε στο παρελθόν μη δασικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου η έκταση να έχει αποκτήσει δασική μορφή επιγενομένως, μετά δηλαδή από την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού της ως μη δασικής. Επομένως, αν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της πράξεως, με την οποία ορισμένη έκταση χαρακτηρίσθηκε ως μη δασική, δεν είναι πλέον επιτρεπτή η ολοκλήρωση της διαδικασίας χαρακτηρισμού με την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας και η τυχόν τήρηση των διατυπώσεων αυτών μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου δεν έχει ως αποτέλεσμα να επέρχονται οι έννομες συνέπειες της πράξεως έναντι άλλων αρχών ή τρίτων, ο δε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει την έκδοση νέας πράξεως χαρακτηρισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Η επάνοδος του δασάρχη στην περίπτωση αυτή, με την έκδοση νέας πράξης, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη ανάκληση ή τροποποίηση της προγενέστερης πράξεώς του, εφ΄ όσον η διαπίστωση για τον δασικό ή μη χαρακτήρα της εκτάσεως δεν γίνεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα του χρόνου έκδοσης της προγενέστερης πράξεως χαρακτηρισμού, αλλά με βάση την υφισταμένη κατά τον χρόνο υποβολής του νέου αιτήματος πραγματική κατάσταση[11].

Αν ωστόσο η αρμόδια δασική αρχή, με αφορμή την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας σε χρόνο που απέχει κατά πολύ από την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού, επιληφθεί προκειμένου να διαπιστώσει τον χαρακτήρα της εκτάσεως και τη φυομένη στην έκταση δασική βλάστηση, ιδίως με τη διενέργεια αυτοψίας ή τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών ή με άλλο πρόσφορο τρόπο, η ενδικοφανής διαδικασία νομίμως συνεχίζεται ενώπιον των οικείων Επιτροπών, διότι στηρίζεται πλέον και στις διαπιστώσεις του αρμοδίου οργάνου (δασάρχη) περί της υφισταμένης πραγματικής καταστάσεως ορισμένης εκτάσεως κατά τον χρόνο που οι Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων ασκούν την αρμοδιότητά τους. Άλλωστε, εν όψει και του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού της ταχείας επιλύσεως των σχετικών αμφισβητήσεων, αφ΄ ενός για την εκπλήρωση της συνταγματικής επιταγής περί προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων και αφ΄ ετέρου σε περίπτωση ιδιωτικών εκτάσεων για την αποσαφήνιση των ορίων της εξουσίας του ιδιοκτήτη, η τυπική επανάληψη της σχετικής διαδικασίας στην περίπτωση αυτή ουδέν θα προσέθετε στην ουσία της υποθέσεως, θα οδηγούσε δε σε πρόσθετη καθυστέρηση ολοκλήρωσης της σχετικής διαδικασίας.

Συναφώς και οι προβλεπόμενες στο άρθρο 14 του ν. 998/1979, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προθεσμίες άσκησης ενδικοφανών προσφυγών (αντιρρήσεων κατά της πράξεως χαρακτηρισμού και προσφυγής κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ), συνδέονται κατά τον νόμο με την τήρηση εντός ευλόγου χρόνου των διατυπώσεων δημοσιότητας της πράξεως χαρακτηρισμού ή της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ, αντίστοιχα, αφού όπως εκτέθηκε, η κρίση των οικείων Επιτροπών συνίσταται στη διαπίστωση υφισταμένης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα στοιχεία του φακέλου, με βάση τα οποία εκδόθηκε η πράξη χαρακτηρισμού (εισήγηση, έκθεση αυτοψίας, έκθεση φωτοερμηνείας, δασικοί χάρτες κ.ά.). Κατά συνέπεια, αν από την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού έως την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, το αρμόδιο διοικητικό όργανο, προκειμένου να κρίνει αν πρέπει ν΄ ασκήσει αντιρρήσεις, με τις οποίες η υπόθεση άγεται ενώπιον της οικείας Επιτροπής, προς νέα κατ΄ ουσίαν κρίση, δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στα έγγραφα του φακέλου που συνετάγησαν κατά το απώτερο παρελθόν, αλλ΄ οφείλει, σύμφωνα και με τα όσα προεκτέθηκαν, να στηριχθεί στις διαπιστώσεις των δασικών οργάνων ως προς τη μορφή και τον χαρακτήρα της εκτάσεως κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης των διατυπώσεων δημοσιότητας, κατόπιν ιδίως αυτοψίας ή φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών. Επομένως, εφ΄ όσον η δημοσιοποίηση της πράξεως χαρακτηρισμού αφίσταται κατά πολύ του χρόνου έκδοσής της, η ολοκλήρωση από τον ενδιαφερόμενο των διατυπώσεων που προβλέπονται στον νόμο για τη δημοσιότητα της πράξεως χαρακτηρισμού[12] δεν κινεί την προθεσμία των δύο (2) μηνών που προβλέπεται από τις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις, ως ίσχυαν, για την άσκηση αντιρρήσεων κατά της πράξεως χαρακτηρισμού, καθώς απαιτείται, λόγω του διαδραμόντος χρόνου, η διαπίστωση από τον αρμόδιο δασάρχη της μορφής και του χαρακτήρα της εκτάσεως κατά τον χρόνο τήρησης των διατυπώσεων δημοσιότητας, ως εκ τούτου δε οι αντιρρήσεις ασκούνται παραδεκτώς από άποψη προθεσμίας, εντός εύλογου χρόνου από τη γνωστοποίηση της ολοκλήρωσης των εν λόγω διατυπώσεων.

Καταρράκτης Επταλόφου
[πηγές: www.fokida.gr ellinika-xwria.blogspot.gr ]

.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του ενδιαφερομένου για τον χαρακτηρισμό εκτάσεως 2.338 τ.μ., κειμένης σε θέση της περιφέρειας της Κοινότητας Επταλόφου Ν. Φωκίδας, πραγματοποιήθηκε αυτοψία από τον Προϊστάμενο του Περιφερειακού Δασικού Γραφείου Γραβιάς, οι διαπιστώσεις της οποίας περιελήφθησαν σε σχετικό από 17.4.1981 έγγραφό του προς το Δασαρχείο Άμφισσας, στο οποίο αναφέρεται:

«… ύστερα από αυτοψία που διενεργήσαμε στη θέση … περιφερείας Επταλόφου επί εκτάσεως που αναφέρεται στην από 20.3.1981 αίτηση του ενδιαφερομένου … κατοίκου Επταλόφου, αναφέρουμε τα κατωτέρω: α. Η έκταση της αιτήσεως και όπως αυτή απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του … με τα σημεία … είναι γυμνή βλαστήσεως, εκτός του τμήματος που σημειώνουμε στο τοπογραφικό διάγραμμα σε απόσταση 10 μ. από το σημείο … προς το … και με διαστάσεις 37,00 μ., 19,00 μ. και 43,00 μ., το οποίο καλύπτεται από 13 άτομα ελάτης μεγάλης ηλικίας και αποτελεί δασική έκταση μηδέποτε καλλιεργηθείσα. β. Υπάρχουν παλαιά πεζούλια καλλιέργειας. γ. Η έκταση εφάπτεται της Επαρχιακής οδού Επταλόφου – Αραχόβης. δ. Πρόκειται περί εκτάσεως με πολλά ίχνη παλαιάς καλλιεργείας. Υποβάλλουμε όλη την αλληλογραφία μαζί με δύο μαρτυρικές καταθέσεις κατοίκων Επταλόφου και προτείνουμε τη χορήγηση βεβαιώσεως της εκτάσεως εκτός του τριγώνου που σημειώνουμε στο διάγραμμα που είναι δασική έκταση καλυπτομένη από ελάτη …». Με βάση το έγγραφο αυτό εκδόθηκε σχετική από 23.4.1981 βεβαίωση του Δασάρχη Άμφισσας, σύμφωνα με την οποία η προαναφερθείσα έκταση, όπως αποτυπώνεται στο ένδικο διορθωμένο τοπογραφικό διάγραμμα Μαρτίου 1981: «… δεν είναι δασική, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979 … και δεν διαχειρίζεται σήμερα από την υπηρεσία μας. Ειδικότερα χαρακτηρίζεται ως χέρσος αγρός …».

Σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πράξη αυτή η επίμαχη έκταση αποτυπώνεται με σχήμα πολυγώνου με έξι πλευρές, η μεγαλύτερη των οποίων αποτελεί πρανές και συνορεύει με την επαρχιακή οδό Επταλόφου – Αραχόβης, οι δε υπόλοιπες συνορεύουν με δασικές εκτάσεις. Η εξαιρούμενη δασική έκταση ελάτης εμφαίνεται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα με σχήμα ορθογωνίου περίπου τριγώνου εμβαδού 344 τ.μ. στο μέσον της συνολικής εκτάσεως και επί πλευράς αυτής. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει, αν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 14 του ν. 998/1979 διατυπώσεις δημοσιότητας για την ανωτέρω «βεβαίωση» του Δασάρχη Άμφισσας κατά το διάστημα 1981 έως 1999. Στο από 27.6.2001 έγγραφο του Δασάρχη Άμφισσας προς τη Διεύθυνση Δασών Ν. Φωκίδας αναφέρεται ότι με αίτηση, που υπεβλήθη την 30.4.2001, δηλαδή μετά την πάροδο 20 περίπου ετών από την έκδοση της βεβαίωσης έτους 1981 του Δασάρχη Άμφισσας, οι αιτούντες ενημέρωσαν το Δασαρχείο Άμφισσας για την τήρηση και ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας της παραπάνω πράξεως χαρακτηρισμού σε δύο τοπικές εφημερίδες (1.12.2000) και στον Δήμο Παρνασσού (22.2.2001) καθώς και ότι μετά την κατά τα ανωτέρω γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε αυτοψία στην έκταση, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι τμήμα της εμβαδού 1.124 τ.μ. έχει τη μορφή χέρσου αγρού με ήπια κλίση, έδαφος γαιώδες, επιδεκτικό καλλιέργειας, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 1.214 τ.μ. καλύπτεται από δασική βλάστηση ελάτης και κέδρου ή από βραχώδεις εξάρσεις, έχει ισχυρή κλίση, είναι ανεπίδεκτο οιασδήποτε μορφής καλλιέργειας κατά το παρελθόν και αποτελεί συνέχεια του παρακειμένου ελατοδάσους, χαρακτηριζόμενο από τον Δασάρχη ως δάσος. Στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το ανωτέρω έγγραφο του Δασάρχη Άμφισσας, η έκταση που αποτελεί χέρσο αγρό γειτνιάζει με την οδό και αποτυπώνεται προς ορισμένη πλευρά της, ενώ η δασική έκταση αποτυπώνεται περιμετρικά του αγρού και ως συνέχεια των έναντι αυτού δασικών εκτάσεων, αλλά και της δασικής έκτασης 344 τ.μ. τριγωνικού σχήματος που αναφέρεται στο από 17.4.1981 έγγραφο.

Κατόπιν τούτου, με το ίδιο ως άνω έγγραφο της 27.6.2001 ο Δασάρχης Άμφισσας εισηγήθηκε την άσκηση αντιρρήσεων κατά της από έτους 1981 πράξεως χαρακτηρισμού ως προς το τμήμα εμβαδού 1.214 τ.μ., οι οποίες ασκήθηκαν στη συνέχεια με σχετικό από 29.6.2001 έγγραφο του Διευθυντή Δασών Ν. Φωκίδας, που υπογράφει με εντολή Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος. Οι αντιρρήσεις πρωτοκολλήθηκαν στο βιβλίο της πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ στις 17 Ιουλίου 2001[13]. Επακολούθησε η έκδοση της ένδικης 2003 απόφασης της πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ έτους 2003, με την οποία απερρίφθησαν οι αντιρρήσεις του Διευθυντή Δασών Ν. Φωκίδας με την αιτιολογία ότι είχαν ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά της απόφασης δε αυτής ο εν λόγω Διευθυντής Δασών άσκησε προσφυγή ενώπιον της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη εν προκειμένω απόφαση της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ έτους 2006, δυνάμει της οποίας εκρίθη κατά πλειοψηφία, ότι οι αντιρρήσεις του Διευθυντή Δασών Φωκίδας είχαν ασκηθεί εμπρόθεσμα, ακυρώθηκε μετά ταύτα η απόφαση έτους 2003 της πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ, η δε έκταση εμβαδού 1.214 τ.μ. στην επίμαχη θέση με τα αναφερόμενα στον φάκελο στοιχεία χαρακτηρίσθηκε ομόφωνα ως δάσος της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, με την αιτιολογία ότι:

«… η εν λόγω έκταση, τόσο από την εξέταση των Α/Φ ετών λήψης 1945 και 1970, όσο και σήμερα είναι συνέχεια του ελατοδάσους της ευρύτερης περιοχής, ευρίσκεται σε αλληλεξάρτηση με αυτό και αποτελούν μια οργανική ενότητα, έχει ισχυρή κλίση 40-50%, καλύπτεται από βλάστηση κέδρων θαμνώδους μορφής και μεμονωμένων ατόμων ελάτης με ποσοστό κάλυψης κατά μέσον όρο μεγαλύτερο του 30% και δεν φέρει κανένα τεκμήριο καλλιέργειας». Ως προς το εμπρόθεσμο ή μη των αντιρρήσεων του Διευθυντή Δασών Ν. Φωκίδας ενώπιον της πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ και τη φυομένη στην έκταση δασική βλάστηση στο προαναφερθέν από 31.10.2011 έγγραφο απόψεων του Δασαρχείου Άμφισσας εκτίθενται τα εξής: «… Επί του εμπροθέσμου ή μη της υποβολής της προσφυγής [αντιρρήσεων] αναφέρουμε ότι η υπηρεσία μας εισηγήθηκε σαφώς εμπρόθεσμα (27.6.2001), οι αντιρρήσεις του Δ/ντή υπεγράφησαν εμπρόθεσμα (29.6.2001 ημέρα Παρασκευή) και κοινοποιήθηκαν σε εμάς την 4.7.2001 (επομένη Τετάρτη, λογική καθυστέρηση μεσολαβούντος Σαββατοκύριακου). Η καθυστέρηση της πρωτοκόλλησης των αντιρρήσεων του Δ/ντή στην πρωτοβάθμια ΕΕΔΑ (17.7.2001, εκ παραδρομής αναφέρεται ως ημερομηνία η 17.6.2001) οφείλεται προφανώς στο ότι ο Γραμματέας της Επιτροπής ήταν Προϊστάμενος του Δασονομείου Ευπαλίου και δεν βρισκόταν καθημερινά στην έδρα της Γραμματείας της ΕΕΔΑ … Η επίμαχη έκταση των 1.214 τ.μ. σε καμία περίπτωση δεν ήταν ανέκαθεν αγροτική, αφού όπως προκύπτει από τη σχετική από 27.6.2001 αναφορά μας κατά τον χρόνο της αυτοψίας (2001) καλυπτόταν από δασική βλάστηση ελάτης και κέδρου ή από βραχώδεις εξάρσεις, έχει ισχυρή κλίση και είναι ανεπίδεκτη οιασδήποτε μορφής καλλιέργειας. Ειδικότερα, όπως φαίνεται στον επισυναπτόμενο Ορθοφωτοχάρτη 1997 κλίμακας 1:1.000, όπου έχουμε τοποθετήσει με χρήση συντεταγμένων που επικαλείται ο αιτών την επίμαχη έκταση, ακόμη και αν δεχθούμε μια μικρή μετατόπιση, αυτή φαίνεται ν΄ αποτελεί δάσος ως συνέχεια του παρακείμενου ελατοδάσους και οπωσδήποτε δεν βρίσκεται εντός ευρύτερης αγροτικής περιοχής, όπως ισχυρίζεται ο ιδιώτης φωτοερμηνευτής. Τέτοια περιοχή υπάρχει νοτίως της Επαρχιακής οδού Επταλόφου – Αράχωβας …».

dasos_ParnassosΆμφισσα ελαιώνας
[πηγή: διαδίκτυο]

.

Περαιτέρω, στην παρ. 3 του άρθρου 10 του ανωτέρω ν. 998/1979, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής:

«Παρά τη έδρα εκάστου νομού συγκροτείται Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία είναι αρμοδία διά την επίλυσιν διαφορών αναφερομένων εις τον χαρακτήρα περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ή εις τα όρια ταύτης. Επίσης η Επιτροπή αύτη αποφαίνεται επί παντός ετέρου θέματος παραπεμπομένου εις αυτήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου … Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ταύτης χωρεί προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Επιτροπής, εδρευούσης εις την έδραν του οικείου Εφετείου …». Με την 78806/4479/27.5.1993 απόφαση Υφυπουργού Γεωργίας (Β΄ 396) ρυθμίστηκαν διαδικαστικά θέματα σχετικά με την ενώπιον των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων διαδικασία και τις αποφάσεις τους. Με την απόφαση 5910/1999 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος (Β΄ 1640) ορίσθηκαν τα εξής: «Εγκρίνουμε την εξακολούθηση της ισχύος όλων των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί και αναφέρονται στη μεταβίβαση στον Γενικό Διευθυντή και τους προϊσταμένους των Υπηρεσιών της Περιφέρειας, του δικαιώματος να υπογράφουν “Με εντολή Γενικού Γραμματέα”». Με την παρ. Γ΄ της απόφασης 6747/1997 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους Προϊσταμένους των δασικών υπηρεσιών της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος και της εξουσίας να υπογράφουν με εντολή Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος» (Β΄ 242/1998), στην οποία παραπέμπει η ως άνω απόφαση του αυτού Γενικού Γραμματέα, εξουσιοδοτήθηκαν οι Διευθυντές Δασών των νομών της Περιφέρειας να ασκούν με εντολή του ΓΓΠΣΕ τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση αρμοδιότητες, στις οποίες περιλαμβάνονται (βλ. παρ. Γ΄ αριθ. 145) και οι ενδικοφανείς προσφυγές στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 10 και 14 του ν. 998/1979 και της προαναφερθείσας απόφασης του Υφυπουργού Γεωργίας.

Από τις παραπάνω αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος προκύπτει ότι στους Διευθυντές Δασών των νομών της Περιφέρειας ανατέθηκε η υπογραφή με εντολή Γενικού Γραμματέα των ενδικοφανών προσφυγών στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων[14]. Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλομένη είναι ακυρωτέα, διότι οι αιτούντες είχαν προβάλει ενώπιον της Επιτροπής ότι οι αντιρρήσεις του Διευθυντή Δασών Φωκίδας είχαν ασκηθεί χωρίς εξουσιοδότηση και ο ισχυρισμός αυτός απερρίφθη από τη δευτεροβάθμια ΕΕΔΑ με απλή μνεία των ανωτέρω αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, κρίθηκε ομοίως αβάσιμος και απερρίφθη, δεδομένου ότι με τις προεκτεθείσες αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα εξουσιοδοτήθηκαν οι Διευθυντές Δασών των νομών της Περιφέρειας να υπογράφουν, πλην άλλων, με εντολή του τις ενδικοφανείς προσφυγές ενώπιον των οικείων Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, επομένως για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού των αιτούντων δεν απαιτείτο να συμπεριλάβει η δευτεροβάθμια ΕΕΔΑ ειδική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφασή της.

dasos_ParnassosΟ Παρνασσός και μερική άποψη του οικισμού της Αράχωβας
[πηγή: διαδίκτυο]

.

Σύμφωνα επίσης με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, με την απόφαση 32/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι η τεθείσα υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος ερμηνευτική δήλωση, με την οποία δίνονται οι ορισμοί του δάσους και της δασικής έκτασης υιοθέτησε τους αντίστοιχους ορισμούς που είχε δώσει η απόφαση 27/1999 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Κατόπιν δε αυτού, κρίθηκε ότι είναι αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος και την υπ΄ αυτό ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση και συνεπώς ανίσχυρες οι εξής ρυθμίσεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκαν, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3208/2003:

α) της περ. Ι της παρ. 3, κατά την οποία το δάσος ή η δασική έκταση αποτελείται μόνο από άγρια ξυλώδη φυτά που είναι δασοπονικά, δηλαδή δυνάμενα να παράγουν προϊόντα από τη δασοπονική του εκμετάλλευση,
β) του πρώτου εδαφίου της περ. ΙΙ της παρ. 3, κατά την οποία η έκταση ενός δάσους ή μιας δασικής έκτασης πρέπει να έχει ένα αριθμητικώς καθοριζόμενο ελάχιστο εμβαδόν [τρία (3) στρέμματα],
γ) του πρώτου εδαφίου της περ. ΙΙΙ της παρ. 3, που ορίζει ότι η συγκόμωση, η κατακόρυφη δηλαδή προβολή της κόμης των επί της ανωτέρω έκτασης δασικών ειδών πρέπει να καλύπτει το 25% αυτής και
δ) των στοιχ. α΄ και β΄ του δευτέρου εδαφίου της περ. ΙΙΙ της παρ. 3, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, και αναλόγως του ποσοστού της συγκόμωσης, πότε μία έκταση είναι δάσος και πότε δασική[15].

Κρίσιμη για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης (δενδρώδους ή θαμνώδους), η οποία προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Η ενότητα αυτή δύναται να συνάγεται από τα χαρακτηριστικά της άγριας ξυλώδους βλάστησης, τα οποία περιγράφονται στα στοιχεία του φακέλου. Εφ΄ όσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του δάσους ή της δασικής έκτασης, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία κάθε δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος, δηλαδή ο κύριος ρόλος του στον κύκλο του άνθρακα, η συγκράτηση των ομβρίων υδάτων και του χώματος κ.λπ. Συνεπώς, ο ορισμός του δάσους και της δασικής έκτασης που περιέχεται στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979, είναι σύμφωνος με την προεκτεθείσα επιστημονική έννοια του δάσους, διότι κατά την αληθή του έννοια το άρθρο αυτό δεν θέτει αθροιστικά δύο προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δάσους, αλλά μόνο μία, την οργανική του ενότητα, ώστε αν αυτή υφίσταται, έπεται κατ΄ ανάγκη πλεοναστικώς αναφερομένη στο νόμο, η συμβολή του δάσους στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και στην εξυπηρέτηση της διαβίωσης του ανθρώπου[16].

Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η δευτεροβάθμια ΕΕΔΑ με την προσβαλλόμενη απόφασή της εκτίμησε τα στοιχεία του φακέλου και τα στοιχεία που είχαν προσκομίσει οι αιτούντες (το από 5.6.2006 υπόμνημά τους, την από 13.6.2006 παρέμβαση – προτάσεις και το από 19.7.2006 πρόσθετο υπόμνημα με φωτοερμηνεία), δέχθηκε δε ομόφωνα ότι από την εξέταση των αεροφωτογραφιών ετών λήψης 1945 και 1970 και από την υφισταμένη πραγματική κατάσταση προκύπτει ότι η επίμαχη έκταση εμβαδού 1.214 τ.μ., στην επίμαχη θέση, αποτελεί δάσος της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, διότι αποτελεί συνέχεια του ελατοδάσους της ευρύτερης περιοχής, ευρίσκεται σε αλληλεξάρτηση και αποτελεί με αυτό μία οργανική ενότητα, έχει ισχυρή κλίση 40-50%, καλύπτεται από βλάστηση κέδρων θαμνώδους μορφής και μεμονωμένων ατόμων ελάτης με ποσοστό κάλυψης κατά μέσον όρο μεγαλύτερο του 30% και δεν φέρει κανένα τεκμήριο καλλιέργειας. Η αιτιολογία αυτή, η οποία μπορεί κατά τον νόμο να στηρίζεται και σε αεροφωτογραφίες που εκτιμώνται από την Επιτροπή, επιβεβαιώνεται και από το πόρισμα αυτοψίας που περιελήφθη στο από 27.6.2001 έγγραφο του Δασάρχη Άμφισσας προς τη Διεύθυνση Δασών Ν. Φωκίδας, είναι νόμιμη και βρίσκει έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου, δεν ήταν δε αναγκαία για τη νομιμότητα και πληρότητα της αιτιολογίας της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ η αντίκρουση της έκθεσης φωτοερμηνείας που είχαν προσκομίσει οι αιτούντες ή ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της φυόμενης στην έκταση δασικής βλάστησης, διότι η φυόμενη στην έκταση δασική βλάστηση προέκυψε, πέραν των άλλων, και από την αυτοψία του Δασάρχη Άμφισσας, οι διαπιστώσεις της οποίας επιβεβαιώνονται και με το έγγραφο απόψεων της Διοίκησης, το οποίο αν και μεταγενέστερο της προσβαλλόμενης πράξεως, λαμβάνεται παραδεκτώς υπ΄ όψη κατά το μέρος που αναφέρεται σε προγενέστερα της πράξεως αυτής πραγματικά περιστατικά κατά το μέρος δηλαδή που παραπέμπει και στον ορθοφωτοχάρτη έτους 1997[17]. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, οι δε λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλονταν τα αντίθετα κρίθηκαν αβάσιμοι και απερρίφθησαν.

Σύγχρονες απόψεις της Αγόριανης (Επταλόφου)
[πηγή: διαδίκτυο]

.

Περαιτέρω προέκυψε ότι πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την τροποποίησή του τροποποιήθηκε με το άρθρου 1 του ν. 3208/2003), για την έννοια του δάσους, αφού όπως δέχθηκε αιτιολογημένα η δευτεροβάθμια ΕΕΔΑ, η επίμαχη έκταση αποτελεί οργανική ενότητα με δάσος ελάτης και καλύπτεται από βλάστηση κέδρων θαμνώδους μορφής και μεμονωμένων ατόμων ελάτης με ποσοστό κάλυψης κατά μέσο όρο μεγαλύτερο του 30%, οι ισχυρισμοί δε με τους οποίους προβαλλόταν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα ως μη νόμιμη, διότι η έκταση η οποία χαρακτηρίσθηκε με αυτήν ως δασική δεν πληροί τα κριτήρια που θέτει η ανωτέρω διάταξη (επιφάνεια τριών στρεμμάτων, ποσοστό συγκόμωσης 25% κ.ά.) είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερόμενα οι θέτουσες τα ανωτέρω κριτήρια διατάξεις του ν. 3208/2003 αντιβαίνουν στο Σύνταγμα[18]. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι εφ΄ όσον η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται νόμιμα και δεν αποτελεί προϊόν πλάνης περί τα πράγματα, η περαιτέρω αμφισβήτηση από τους αιτούντες της επάρκειας των αντίστοιχων τεχνικών κρίσεων και εκτιμήσεων της Επιτροπής και των λοιπών αρμοδίων οργάνων(δασάρχη), οι οποίοι έχουν κατά τεκμήριο την αντίστοιχη και κατάλληλη επιστημονική εκπαίδευση και κατάρτιση, εκφεύγει των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου[19].

Εξ άλλου, στο άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 3208/2003 ορίζονται τα εξής:

«2. Οι εκτάσεις των περ. α΄, δ΄, ε΄ της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 καθώς και οι εκτάσεις που κρίθηκαν από τις επιτροπές της παρ. 3 του άρθρου 10 του ιδίου νόμου ως μη δασικές, δεν υπάγονται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, τυχόν δε αποφάσεις με τις οποίες οι εν λόγω εκτάσεις κηρύχθηκαν αναδασωτέες ή επιβλήθηκαν διοικητικές ποινές προστίμου ή ειδικής αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 29 του ν. 2081/1992 … και 45 του ν. 2145/1993 … αντίστοιχα, αίρονται υποχρεωτικά, με πράξη του αρμόδιου οργάνου».

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ, όπως η αιτιολογία της συμπληρώνεται από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, έγινε δεκτό ότι η επίμαχη έκταση δεν φέρει ίχνη καλλιέργειας και έχει δασικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου δεν ήταν εφαρμοστέες οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 3208/2003, ο δε σχετικός λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο πλήττεται η νομιμότητα της προσβαλλομένης κατ΄ επίκληση των διατάξεων αυτών κρίθηκε απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, με την υπό κρίση αίτηση προβλήθηκε ότι παρανόμως η Επιτροπή δεν εξέτασε τον προβληθέντα ισχυρισμό των αιτούντων, ότι δεν μπορούσε να ανατραπεί μετά από 20 έτη η από έτους 1981 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Άμφισσας, διότι τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να ανατρέπονται καταστάσεις που στηρίχθηκαν στην καλή πίστη των αιτούντων, οι οποίοι προέβησαν στην αγορά της επίμαχης εκτάσεως με σκοπό την ανέγερση οικοδομής. Στην προκειμένη όμως περίπτωση η σχετική διαδικασία έκδοσης πράξεως χαρακτηρισμού της εκτάσεως, την οποία είχε κινήσει ο δικαιοπάροχος των αιτούντων το έτος 1981, δεν ολοκληρώθηκε με την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, ώστε να μπορεί να αμφισβητηθεί στις οικείες Επιτροπές η κρίση του οικείου δασικού οργάνου, αλλά συνεχίσθηκε από τους αιτούντες 20 έτη περίπου αργότερα. Με τα δεδομένα αυτά και εφ΄ όσον δεν ολοκληρώθηκε η προβλεπόμενη κατ΄ άρθρο 14 του ν. 998/1979 διαδικασία, προκειμένου να επέλθουν οι σχετικές έννομες συνέπειες, η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων μετά από είκοσι έτη και μάλιστα με πρωτοβουλία των αιτούντων, δεν προσκρούει στις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης, ο δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως ομοίως κρίθηκε απορριπτέος ως αβάσιμος[20].

Επτάλοφος (Αγόριανη) Ν. Φωκίδας
[πηγή: ellinika-xwria.blogspot.gr ]

.

_____________________

[1] Βλ. ΣτΕ 87/2015 (Τμ. Ε΄) σε ΠερΔικ τ. 3/2016.

[2]  Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του Κράτους Δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, για την εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως το Δικαστήριο κρίνει βάσει του νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης και όχι κατά τον χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως. Έτσι, συμβαίνει συχνά στην πράξη δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πρόσφατα να κρίνουν βάσει νομοθεσίας που ίσχυε κατά το παρελθόν όχι όμως κατά τον χρόνο δημοσίευσής τους ή βάσει νομοθεσίας, η οποία στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης έχει υποστεί αλλεπάλληλες τροποποιήσεις και σημαντικές αλλαγές.

[3] Βλ. ΣτΕ 4088/2014 (Τμ. Ε΄) σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) 2015 σ. 60.

[4] ΣτΕ 5390/2012 (Τμ. Ε΄) 7μ.

[5] Βλ. σχετ. ΣτΕ 946/2013, ΣτΕ 5012/2013, ΣτΕ 3916/2007 (7μ.), ΣτΕ 45/2005, ΣτΕ Ολ 2009/2003, ΣτΕ 2996/2003 κ.ά.

[6] ΣτΕ 3916/2007 (Τμ. Ε΄) 7μ.

[7] Βλ. ΣτΕ Ολ 2009/2003 κ.ά.

[8] Άρθρο 24 § 1 του Συντάγματος: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον» … «Ερμηνευτική δήλωση: Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά». Άρθρο 117 § 3 του Συντάγματος: «3. Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό».

[9] ΣτΕ Ολ 2756/1994.

[10] Όπως εν προκειμένω οι πολεοδομικές υπηρεσίες για την έκδοση οικοδομικής αδείας.

[11] Βλ. ΣτΕ 5390/2012 (7μ.), ΣτΕ 2889/2014 (7μ.).

[12] ΣτΕ 2928/2012.

[13] Σημειώνεται ότι εκ παραδρομής ως ημερομηνία πρωτοκόλλου των αντιρρήσεων μνημονεύεται σε διάφορα στοιχεία του φακέλου η 17η Ιουνίου 2001.

[14] ΣτΕ 3220/2012, ΣτΕ 3945/2006.

[15] Βλ. ΣτΕ Ολ 33/2013.

[16] ΑΕΔ 27/1999, ΣτΕ 4518/2009, ΣτΕ 2895/2004, ΣτΕ 2994/2003 κ.ά.

[17] ΣτΕ 3185/2009, 1996/2007 κ.ά.

[18] ΣτΕ Ολ 33/2013, ΣτΕ 1160/2013.

[19] ΣτΕ 3793/2011, ΣτΕ 3457/2009 (7μ.), ΣτΕ 3573/2007, ΣτΕ Ολ 2009/2003, ΣτΕ Ολ 1497/2002, στΕ 2799/2002.

[20] ΣτΕ 4546/2011, ΣτΕ 3753/2007, ΣτΕ 5222/1996.

.

dasarxeio.com

.

.

.

 

 

 

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Υπηρεσία, Επιλογές - Προτάσεις, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: