Advertisements

H αντισυνταγματικότητα της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ ΑΕ

H αντισυνταγματικότητα της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ ΑΕ

Σοφία Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

.

Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν΄ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ΄χεις Θεό
και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ΄ ακριβό του τ΄ όνομα.

Οδ. Ελύτης – Το Άξιον Εστί, 1959

Σύμφωνα με την απόφαση 1906/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας η ΕΥΔΑΠ ΑΕ έχει το αποκλειστικό δικαίωμα παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, η δε συνεχής και ικανοποιητική παροχή των υπηρεσιών αυτών είναι ζωτικής σημασίας για τα φυσικά πρόσωπα που αφορά και όχι απλώς μια προς αυτά παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία, προκειμένου να μην μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά κατά το Δικαστήριο παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην προστασία της υγείας και την κρατική μέριμνα για την υγεία των πολιτών. Κρίθηκε περαιτέρω ότι δεν συγχωρείται από το Σύνταγμα αβεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της παροχής εκ μέρους του κράτους προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας.

Σε σχέση με την επίκαιρη συζήτηση και τον έντονο προβληματισμό που αφορά την ιδιωτικοποίηση του νερού, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να παραθέσουμε τη θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το θέμα αυτό, όπως διατυπώθηκε μέσα από την απόφαση 1906/2014 της Ολομελείας του[1], η οποία έκρινε αντισυνταγματική την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ ΑΕ και απεφάνθη περαιτέρω για σχετικά θέματα που αφορούν την εν γένει λειτουργία των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας σε σχέση με τη διασφάλιση του αγαθού της δημόσιας υγείας.

Με την κριθείσα αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικο- ποιήσεων 206/25.4.2012 (Β΄ 1363/26.4.2012) κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονταν, χωρίς αντάλλαγμα, από το Ελληνικό Δημόσιο στην ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) ΑΕ», μεταξύ άλλων, και 36.245.240 μετοχές της «Εταιρίας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (ΕΥΔΑΠ) ΑΕ», που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου.

Οι αιτούντες ως φυσικά πρόσωπα, τα οποία κατοικούσαν κατά τον χρόνο άσκησης της αιτήσεως εντός της εδαφικής περιφέρειας, στην οποία η ΕΥΔΑΠ παρέχει κατ΄ αποκλειστικότητα υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης και συνδεόμενοι με την ΕΥΔΑΠ με συμβατική σχέση για την παροχή των υπηρεσιών της, θεωρήθηκε ότι είχαν προσωπικό και άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, με το δικόγραφο της οποίας προέβαλλαν ότι υπό το δεδομένο νομικό καθεστώς και υπό το ιδιοκτησιακό καθεστώς πλήρους αποξενώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από το μετοχικό κεφάλαιο της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, απειλείτο η προς αυτούς συνεχής και ικανοποιητική παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, η οποία είναι απαραίτητη για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους και την οποία εγγυάται το Σύνταγμα της Χώρας. Θεωρήθηκε δε το έννομο συμφέρον των αιτούντων και ενεστώς, όπως απαιτείται από τη σχετική θεωρία του διοικητικού δικονομικού δικαίου, διότι η προσβαλλομένη απόφαση της ΔΕΑΑ προκάλεσε την εν λόγω αποξένωση κατά τρόπο οριστικό κατ΄ άρθρο 2 παρ. 7 ν. 3986/2011, το οποίο αποκλείει την αναμεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας στο Ελληνικό Δημόσιο.[2] 

Σύμφωνα με την απόφαση, η ΕΥΔΑΠ ΑΕ έχει το αποκλειστικό δικαίωμα παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, η δε συνεχής και ικανοποιητική παροχή των υπηρεσιών αυτών είναι ζωτικής σημασίας για τα φυσικά πρόσωπα που αφορά και όχι απλώς μια προς αυτά παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας.

Υπό το νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς του ν. 1068/1980 «Περί συστάσεως ενιαίου φορέως Υδρεύσεως – Αποχετεύσεως Πρωτευούσης» (Α΄ 190), η ΕΥΑΠ ΑΕ υπήρξε αποκλειστικώς αρμόδια για τη μελέτη, εκτέλεση, συντήρηση, επέκταση και ανανέωση όλων των απαραίτητων έργων για την ύδρευση και αποχέτευση των πόλεων Αθηνών – Πειραιώς και των πέριξ αυτών δήμων και κοινοτήτων «περιλαμβανομένων των έργων συλλήψεως ύδατος, ως του Μόρνου, αφαλατώσεως ύδατος, ως των λιμνών Υλίκης και Μαραθώνος, των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, των αντλιοστασίων, φραγμάτων, δεξαμενών και υδραγωγείων, των έργων καθαρισμού λυμάτων και προϊόντων δικτύων αποχετεύσεως κ.ο.κ., τα οποία (έργα) απετέλεσαν πάγια περιουσιακά στοιχεία της μαζί με τα αντίστοιχα που είχαν ήδη εκτελεσθεί από το ΟΑΠ και την ΕΕΥ» καθώς και για τη λειτουργία, διοίκηση και εκμετάλλευση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης.

Εν συνεχεία, ο ν. 2744/1999 προέβλεψε και τα ακόλουθα σχετικά με το νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς της ΕΥΔΑΠ: α) ότι η ΕΥΔΑΠ ΑΕ διέπεται εφ΄ εξής από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών (Α΄ 37), του ν. 2414/1996 περί εκσυγχρονισμού των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (Α΄ 135) και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ιδρυτικού της νόμου (ν. 1068/1980), τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, έχει διάρκεια 100 ετών και «… απαγορεύεται να εκποιεί, να εκμισθώνει ή να παραχωρεί κατά χρήση ή να συνιστά οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί των ακινήτων παγίων στοιχείων της, που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των σχετικών με την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης δραστηριοτήτων της …»,[3] β) ότι το μετοχικό κεφάλαιο της ΕΥΔΑΠ ΑΕ ορίζεται σε 20.000.000.000 δρχ. και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές έως 49% του μετοχικού κεφαλαίου,[4] γ) ότι: «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων … καταρτίζεται το καταστατικό της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, με το οποίο ρυθμίζονται θέματα που αφορούν το μετοχικό κεφάλαιο, τον αριθμό των μετοχών, την επωνυμία το σκοπό, την αύξηση και τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, την έκδοση των μετοχών και των λοιπών τίτλων, τα δικαιώματα των μετόχων, το διορισμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, τη σύγκληση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου, τους ελεγκτές, την εταιρική χρήση, τη διανομή κερδών, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τη λύση και την εκκαθάριση και κάθε άλλο θέμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996. Το καταστατικό αυτό τροποποιείται ως προς όλα τα θέματα ή και κωδικοποιείται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων με την επιφύλαξη των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996 …».[5]

Επί τη βάσει των διατάξεων αυτών, με τις οποίες η ΕΥΔΑΠ ΑΕ οργανώθηκε ως ανώνυμη εταιρεία του εμπορικού δικαίου, αποφασίσθηκε στην από 29.11.1999 Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, μεταξύ άλλων, η εισαγωγή του συνόλου των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, με τον τρόπο δε αυτό διετέθη σε ιδιώτες μειοψηφικό ποσοστό 38,67% του μετοχικού κεφαλαίου και διατηρήθηκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πλειοψηφικό ποσοστό 61,33%. Ακολούθως, η ΕΥΔΑΠ ΑΕ υπήχθη και στις διατάξεις του κεφ. Β΄ (άρθ. 15-17) του ν. 3429/2005 «Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)» (Α΄ 314) λόγω της γενομένης εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και της μη εισέτι αποξενώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από το μετοχικό κεφάλαιό της (άρθρο 1 παρ. 5 ν. 3429/2005), τιθέμενη πλέον εκτός του κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευρύτερου δημόσιου τομέα (άρθρο 15 ιδίου νόμου) και προσαρμόζοντας αναλόγως το καταστατικό της.

Μετά δε και από τις ως άνω νομοθετικές μεταβολές καταρτίσθηκε το Κωδικοποιημένο Καταστατικό της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, το οποίο εγκρίθηκε κατά την 24η Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων, την 30.6.2006. Στις διατάξεις του εν λόγω καταστατικού ορίζεται ότι η εταιρεία τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ και λειτουργεί βάσει των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της ως εταιρείας, που ασκεί δραστηριότητες κοινής ωφελείας (άρθρο 1). Περαιτέρω, επαναλαμβάνονται οι αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις περί: α) της διάρκειας της εταιρείας, β) του εταιρικού σκοπού και της απαγορεύσεως εκποιήσεως, εκμισθώσεως, παραχωρήσεως κατά χρήση και συστάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των παγίων περιουσιακών στοιχείων της που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως και γ) της δυνατότητας του Ελληνικού Δημοσίου να διαθέτει σε επενδυτές μετοχές κατά ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 49% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου (άρθρα 3, 4 §§ 1α΄, 3 και 5 § 5).

Ως προς το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίζεται, επιπροσθέτως, ότι ήδη ανέρχεται σε 63.900.000 ευρώ (διαιρούμενο σε 106.500.000 μετοχές των 0,60 ευρώ) και υπόκειται σε περαιτέρω αύξηση ή μείωση και απόσβεση κατά τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ιδίου του καταστατικού (άρθρα 5 § 3 και 8 §§ 1-7). Ως προς την εταιρική δε οργάνωση ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) ότι η Γενική Συνέλευση των μετόχων ορίζει τον αριθμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ο οποίος είναι περιττός και δεν δύναται να υπερβαίνει τα 13 μέλη ή να υπολείπεται των 7 (άρθρο 11 § 1), β) ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από: α) 2 εκπροσώπους των εργαζομένων, β) 2 εκπροσώπους των μετόχων της μειοψηφίας και γ) τα λοιπά μέλη (3 έως 9), που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, χωρίς τη συμμετοχή των μετόχων που εκλέγουν τους εκπροσώπους της μειοψηφίας (άρθρα 11 § 2 και 36), γ) ότι το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται σε σώμα εκλέγοντας Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, είναι δε το ανώτατο διοικητικό όργανο, το οποίο κατά κύριο λόγο διαμορφώνει τη στρατηγική και πολιτική της ανάπτυξης της εταιρείας και ελέγχει τη διαχείριση της περιουσίας της (άρθρα 12 § 1 και 18 § 1).

Στις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου περιλαμβάνονται ιδίως: α) η έγκριση του ετησίου προγράμματος των εκτελεστέων έργων κατασκευής, συμπλήρωσης και συντήρησης των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης, του συναφούς προγράμματος επενδύσεων και του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων εξόδων (αντίγραφα των σχετικών αποφάσεων του ΔΣ υποβάλλονται στα Υπουργεία Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ), β) η εισήγηση προς τον εποπτεύοντα Υπουργό για την έγκριση ή την τροποποίηση των Κανονισμών Λειτουργίας υδρεύσεως και αποχετεύσεως, γ) η λήψη αποφάσεων για την κατάρτιση των συμβάσεων με το Ελληνικό Δημόσιο, που προβλέπονται στα άρθρα 2 § 2 και 6 § 3 του ν. 2744/1999 και δ) η γνωμοδότηση προς τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ για τον καθορισμό των τιμολογίων των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως προς τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών (άρθρα 18 παρ. 3 περ. β΄, ι΄, ιγ΄, ιδ΄), δ) ότι η αρμόδια για την εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου Γενική Συνέλευση των μετόχων είναι και αποκλειστικώς αρμόδια, μεταξύ άλλων, για κάθε τροποποίηση του καταστατικού και τη συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, αναβίωση, παράταση διάρκειας και λύση της εταιρείας (άρθρο 25 § 2 περ. α΄ και ζ΄). Η Γενική Συνέλευση των μετόχων, με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία των 2/3 του μετοχικού κεφαλαίου, δύναται να αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για: α) τη μεταβολή της εθνικότητας της εταιρείας, β) τη μεταβολή του αντικειμένου της επιχείρησης της εταιρείας και γ) τη συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, αναβίωση, παράταση διάρκειας ή λύση της εταιρείας (άρθρο 31 § 1 περ. α΄, β΄, η΄ και 4).

%cf%83%cf%80%ce%ae%ce%bb%ce%b9-%ce%bd%cf%8c%cf%84%ce%b9%ce%bf-%cf%81%ce%ad%ce%b8%cf%85%ce%bc%ce%bd%ce%bf

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα, ο ν. 2744/1999 προέβλεψε τη σύναψη συμβάσεως μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ΕΥΔΑΠ ΑΕ για την παραχώρηση στην εταιρεία, κατ΄ αποκλειστικότητα εντός της περιοχής όπου αναπτύσσει τη δραστηριότητά της, του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως για χρονικό διάστημα 20 ετών, με δυνατότητα παρατάσεως. Σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση, η οποία συνήφθη στις 9.12.1999, στα στοιχεία του ενεργητικού της ΕΥΔΑΠ ΑΕ συμπεριλαμβάνονται τα δίκτυα και τα συναφή έργα και εγκαταστάσεις, τα οποία συναποτελούν τα συστήματα υδρεύσεως και αποχετεύσεως και καλούνται από κοινού «το σύστημα». Η λειτουργία, συντήρηση, ανακαίνιση και επέκταση του συστήματος είναι συμβατική υποχρέωση της εταιρείας. Το δε Ελληνικό Δημόσιο, για την άσκηση της εποπτείας, έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε μέρος του συστήματος και περαιτέρω δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως σε περίπτωση: α) εγκαταλείψεως του συστήματος ή β) επανειλημμένης ή συνεχιζόμενης υπαίτιας παραλείψεως τηρήσεως των προτύπων λειτουργίας, ασφαλείας και συντηρήσεως του συστήματος, με συνέπεια την ευρείας έκτασης απορρύθμισή του. Άλλοι δε λόγοι καταγγελίας της συμβάσεως είναι: α) η επανειλημμένη ή συνεχιζομένη υπαίτια αθέτηση των ουσιωδών υποχρεώσεων της εταιρείας προς το σύνολο ή μεγάλο μέρος των καταναλωτών και β) η αφερεγγυότητα της εταιρείας (άρθρα 5 § 2.1, 17 και 19 της συμβάσεως).

Πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (206/25.4.2012, Β΄ 1363/26.4.2012) της ΔΕΑΑ, το Ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη απολέσει την πλειοψηφία των μετοχών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ διά της μεταβιβάσεως στο ΤΑΙΠΕΔ, με την απόφαση 195/27.10.2011 της ΔΕΑΑ (Β΄ 2501/4.11.2011), 29.075.500 μετοχών της εταιρείας και διατηρούσε 36.245.240 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου. Με τη μεταβίβαση και αυτών των μετοχών στο ΤΑΙΠΕΔ, διά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα αποξενώνεται πλήρως από το μετοχικό κεφάλαιο της ΕΥΔΑΠ ΑΕ. Εξ άλλου, οι ως άνω μεταβιβάσεις έγιναν χωρίς να έχει παραλλήλως ιδρυθεί «ρυθμιστική αρχή υδάτων» και διαχωρισθεί το δίκτυο «από την υπηρεσία που θα μεταβιβασθεί», σύμφωνα με το «Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων 2011-2015» και την παρουσίασή του στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3985/2011, αλλά και χωρίς να έχει αρθεί ο προβλεπόμενος στο άρθρο 1 § 10 του ν. 2744/1999 περιορισμός ως προς το ποσοστό των δυναμένων να διατεθούν σε ιδιώτες επενδυτές μετοχών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ (μέχρι 49% του μετοχικού κεφαλαίου). Ο περιορισμός αυτός εν τέλει ήρθη μεταγενέστερα με το άρθρο 1 § 2 της κυρωθείσας με τον ν. 4092/2012 (Α΄ 220/8.11.2012) από 7.9.2012 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 175/7.9.2012), δυνάμει του οποίου ορίσθηκε ότι:

«Η παράγραφος 10 του άρθρου 1 του ν. 2744/1999 (Α΄ 222) καταργείται. Μεταβιβάσεις μετοχών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ προς το “Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου ΑΕ” είναι έγκυρες, έστω και αν πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου».

Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την εξεταζόμενη απόφαση, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Τούτο ισχύει και προκειμένου περί των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, τις οποίες δύναται να παρέχει μια δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί υπό νομικό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου ως ανώνυμη εταιρεία. Ο χαρακτήρας όμως της δημόσιας επιχειρήσεως αναιρείται σε περίπτωση αποξενώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από τον έλεγχο της ανωνύμου εταιρείας διά του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι της αποξενώσεώς του από εκείνο το ποσοστό των μετοχών (μεγαλύτερο του 50% σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας και το καταστατικό) που εξασφαλίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τη δυνατότητα εκλογής, από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας που διαμορφώνει τη στρατηγική και πολιτική της ανάπτυξής της και διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της. Στην περίπτωση αυτή η δημόσια επιχείρηση ιδιωτικοποιείται όχι μόνον τύποις, διά της υπαγωγής της στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, που διέπουν τις ανώνυμες εταιρείες, αλλά και κατ΄ ουσίαν, μετατρεπομένη σε ιδιωτική επιχείρηση, διότι παρέχεται σε ιδιώτες επενδυτές η νομική δυνατότητα συγκεντρώσεως του ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου που εξασφαλίζει τον ιδιοκτησιακό έλεγχο και την εκλογή της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Η δε κατ΄ ουσίαν μετατροπή της δημοσίας επιχειρήσεως σε ιδιωτική, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της εκ μέρους της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας και δη υψηλής ποιότητας, η οποία δεν εξασφαλίζεται πλήρως με την κρατική εποπτεία.

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις, οι υπηρεσίες της ΕΥΔΑΠ ΑΕ παρέχονται μονοπωλιακώς, σε μεγάλο πληθυσμό διαβιούντα υπό δυσμενείς οικιστικές συνθήκες στον περιορισμένο χώρο της Αττικής, από δίκτυα που είναι μοναδικά στην περιοχή και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Συνίστανται δε οι υπηρεσίες αυτές στην ύδρευση και αποχέτευση που είναι αναγκαίες για την υγιεινή διαβίωση και ιδίως στην παροχή του πόσιμου ύδατος, φυσικού αγαθού απαραίτητου για την επιβίωση, που καθίσταται σπανιότερο συν τω χρόνω. Κατά το Δικαστήριο, δεν συγχωρείται αβεβαιότητα ως προς τη συνέχεια της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας με αυτόν τον βαθμό αναγκαιότητας ούτε από το άρθρο 5 του Συντάγματος, ειδικότερα δε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου αυτού, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας ούτε από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, που ορίζει ότι το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών.[6] Έκρινε δε η απόφαση ότι η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία, προκειμένου να μην μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος και για τον λόγο αυτό έγινε εν μέρει δεκτή η σχετική αίτηση[7] και ακυρώθηκε η δι΄ αυτής προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, με το οποίο μεταβιβάζονταν στο ΤΑΙΠΕΔ και οι τελευταίες μετοχές της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, που είχε στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο.

.


____________________________

[1] Βλ. άρθρο 1 § 11 ν. 2744/1999. 

[2] Σύμφωνα με την άποψη της μειοψηφίας, οι αιτούντες, ως συμβεβλημένοι με την ΕΥΔΑΠ ΑΕ για την προς αυτούς παροχή υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, δεν έχουν έννομο συμφέρον για την προσβολή κάθε πράξεως που αφορά το νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας, αλλά μόνον εκείνες τις πράξεις, οι οποίες επιφέρουν κατά τρόπον άμεσο βλαπτική μεταβολή στις συμβάσεις τους (όπως λ.χ. αύξηση των τιμών των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, μεταβολή στους κανονισμούς λειτουργίας των δικτύων ή στον τρόπο διοικητικού ελέγχου της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών κ.ο.κ.). Συνεπώς σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα γνώμη, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση της ΔΕΑΑ, καθ΄ εαυτή, ουδεμία μεταβολή επιφέρει στις συμβάσεις των αιτούντων, το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν είναι άμεσο. Τέλος, κατά την ίδια γνώμη, το έννομο συμφέρον των αιτούντων δεν είναι ούτε ενεστώς, διότι με την προσβαλλομένη πράξη μεταβιβάζονται μετοχές της ΕΥΔΑΠ ΑΕ στο ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο απλώς ενδέχεται να συνάψει στο μέλλον συμβάσεις για την περαιτέρω μεταβίβαση των ιδίων μετοχών σε ιδιώτες επενδυτές.

[3] Βλ. άρθρα 1 § 1, 2 και 8 ν. 2744/1999.

[4] Βλ. άρθρα 1 § 9 και 10 ν. 2744/1999.

[5] Βλ. άρθρο 1 § 11 ν. 2744/1999.

[6] Άρθρο 5 § 5 Συντάγματος: «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία κάθε προσώπου έναντι των βιοϊατρικών παρεμβάσεων». Άρθρο 21 § 3 Συντάγματος: «Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων».

[7] Κατά συγκλίνουσα μειοψηφούσα γνώμη, αβεβαιότητα για τη συνέχεια της παροχής των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, κατά παράβαση των άρθρων 5 § 5 και 21 § 3 του Συντάγματος δεν συνεπάγεται η απώλεια της δυνατότητας του Ελληνικού Δημοσίου να εκλέγει τα όργανα διοικήσεως ΕΥΔΑΠ ΑΕ, αλλ΄ η πλήρης αποξένωσή του από τα ιδιοκτησιακής φύσεως δικαιώματα επί των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως και των συναφών έργων και εγκαταστάσεων. Κατά την άποψη της μειοψηφίας, από τις διατάξεις των άρθρων 5 §§ 1, 2, 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι το κράτος και ΟΤΑ, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 24 §§ 2, 3, 4 και 5 του Συντάγματος, για την πολεοδομική και οικιστική οργάνωση, οφείλουν να μεριμνούν, για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στη Χώρα με επαρκή για τις προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες τους ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή. Η υπό τους ανωτέρω όρους εκπλήρωση της αποστολής αυτής του κράτους και των ΟΤΑ, εφ΄ όσον το Σύνταγμα δεν διακρίνει σχετικά, μπορεί να επιδιωχθεί είτε με υπηρεσίες που ανήκουν οργανικά στο κράτος και στους ΟΤΑ ή με νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία μετέχουν το κράτος ή οι ΟΤΑ, ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής τους, είτε με νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία δεν μετέχουν το κράτος ή οι ΟΤΑ. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι συνταγματικές επιταγές για συνεχή, επαρκή, υπό όρους υγιεινής και σε προσιτή τιμή παροχή πόσιμου ύδατος· η τήρηση δε των επιταγών αυτών εξασφαλίζεται με την άσκηση κρατικής εποπτείας. Επομένως, η εν προκειμένω μεταβίβαση του κατεχομένου από το Δημόσιο ποσοστού μετοχών της ΕΥΔΑΠ, με την οποία επέρχεται ως συνέπεια η πλήρης ιδιωτικοποίηση της εν λόγω δημοσίας επιχειρήσεως, δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, λαμβανομένου προσθέτως υπ΄ όψη ότι: α) οι σκοποί και η διάρκεια της εταιρείας ορίζονται κατά τρόπο δεσμευτικό από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις (άρθρα 1 § 7 του ν. 1068/1980, 1 § 2 και 4 του ν. 2744/1999) και β) σύμφωνα με το άρθρο 1 § 8 του ν. 2744/1999 απαγορεύεται η εκποίηση των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως που ανήκουν στην ΕΥΔΑΠ, των συναφών έργων και εγκαταστάσεων καθώς και η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά.

.


dasarxeio.com

 

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις, Νομοθεσία

Tags: , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: