Νομιμότητα επεμβάσεων σε εκτάσεις προ της ισχύος του Συντάγματος

Συνέπειες ως προς τον χαρακτηρισμό και την εξαίρεση από την κήρυξη αναδάσωσης και την κατεδάφιση με αφορμή την υπόθεση της Ιεράς Μονής Καρέα Αττικής

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος
sophiepavlaki@gmail.com

Ι.Μ. Καισαριανής

Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της Χώρας υπήχθησαν σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς με το Σύνταγμα του 1975 (άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3), με σκοπό τη διατήρηση της κατά προορισμόν χρήσης τους. Εκτάσεις που έχουν απολέσει τον δασικό τους χαρακτήρα πριν την 11η Ιουνίου 1975, λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη που καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως δάση ή δασικές εκτάσεις με πράξη του Δασάρχη κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ούτε να κηρυχθούν αναδασωτέες λόγω των επεμβάσεων αυτών. Ο κανόνας της ανωτέρω εξαίρεσης από την υποχρέωση αναδάσωσης εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το μέγεθος της έκτασης και τη φύση των επ΄ αυτής επεμβάσεων ή από τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων.

Η επίδικη έκταση στη θέση Άγ. Γεώργιος – Μορτερό Κοινότητας Ν. Πεντέλης Αττικής, που φέρεται να κατέχεται από την αιτούσα Ιερά Μονή, αν και δασική κατά τα έτη 1937 και 1945, δεν διέπεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας κατά το τμήμα της που πριν το έτος 1975 απώλεσε νομίμως τον δασικό του χαρακτήρα με την ανέγερση βάσει σχετικής αδείας της επίμαχης αποθήκης εκ μέρους της Μονής και την εξαίρεση από την κατεδάφιση της υπάρχουσας οικοδομής. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν διετάχθη η κατεδάφιση των παραπάνω κτισμάτων, δεν παρίσταται νομίμως αιτιολογημένη.

Ειδικότερα, η ανέγερση των ενδίκων αυθαιρέτων κατασκευών στην ως άνω δημόσια δασική έκταση συντελέσθηκε από την αιτούσα με βάση διοικητική πράξη εκδοθείσα κατά το έτος 1960, ήτοι πριν την 11.6.1975, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας. Η εξαίρεση από την κατεδάφιση της υπάρχουσας οικοδομής έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 410/1968, δηλ. πριν την 11.6.1975, το δε κύρος των ως άνω πράξεων δεν ηδύνατο να εξετασθεί παρεμπιπτόντως στην εξεταζόμενη δίκη. Η ένδικη οικοδομή, η οποία εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση πριν την 11η Ιουνίου 1975, νομίμως υφίσταται στην επίδικη έκταση, εφ΄ όσον η εν λόγω εξαίρεση συνιστά τη νόμιμη αιτία για την απώλεια του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως κατά το τμήμα της, που καταλαμβάνει η οικοδομή, μη υπαγομένου επομένως του τμήματος αυτού στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Στη σχολιαζόμενη απόφαση μολονότι είναι νομικά ορθή η εφαρμογή του νόμου και των γενικών αρχών του δικαίου των διοικητικών πράξεων, εν τούτοις εγείρεται εύλογος προβληματισμός, αφού τελικά υποχωρεί η προστασία εννόμων αγαθών όπως το φυσικό περιβάλλον και τα δασικά οικοσυστήματα, τα οποία κρίθηκαν τόσο σημαντικά, ώστε να υπαχθούν στην προστασία που παρέχει αυτό το ίδιο το Σύνταγμα. Η διατηρούμενη δυνάμει του τεκμηρίου νομιμότητας των διοικητικών πράξεων παρανομία της Διοικήσεως υπερνικά ως και αυτή την προστασία που αξιώνεται και προσάπτεται από το ίδιο το Σύνταγμά μας -εδώ και τόσες δεκαετίες- σε εκτάσεις χαρακτηρισθείσες νόμιμα κατά το απώτερο παρελθόν ως δάση, που συνιστούν μείζονος αξίας και συνταγματικής περιωπής έννομα αγαθά.

Η διατήρηση αποθήκης της Μονής εντός κηρυγμένου δάσους (και δη εντός του δάσους Καισαριανής που είναι «αισθητικό» και προστατεύεται αυξημένα) καταργεί τον δασικό χαρακτήρα της εκτάσεως επειδή η αποθήκη ανεγέρθηκε προ του 1975, οπότε ετέθη σε ισχύ το Σύνταγμά μας με την πρώτη αναφορά στις προστατευτικές των δασών διατάξεις και στηρίζεται σε διοικητική πράξη, η οποία ουδέποτε καταργήθηκε ή ανακλήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, η ΔΕφΑθ 984/2016 έδωσε μεν απαντήσεις σε σημαντικά θέματα, έθεσε όμως στο προσκήνιο κι ένα κρίσιμο ζήτημα καθώς σύμφωνα με το σκεπτικό της, η προστασία εκτάσεων που θεωρούνταν δάση κατά το παρελθόν, συνιστώντας ως εκ τούτου μείζονος αξίας περιβαλλοντικά αγαθά, ουσιαστικά υποχωρεί έναντι της εφαρμογής του κανόνα του τεκμηρίου της νομιμότητας παράνομων διοικητικών πράξεων που εξακολουθούν να ισχύουν επειδή ουδέποτε καταργήθηκαν ή ανακλήθηκαν από την ίδια τη Διοίκηση που τις εξέδωσε. Ο χαρακτήρας των εκτάσεων ως δασικών και η υποχρέωση αναδάσωσης και κατεδάφισης αυθαιρέτων αίρονται συνεπεία συντελεσμένων δυνάμει πράξεων της Διοικήσεως επεμβάσεων που διατηρούνται ακόμη. Τούτο παρίσταται μεν νομικά άρτιο και ορθό, ως αποτέλεσμα όμως το άλλοτε χαρακτηρισμένο δάσος χάθηκε… και από την άποψη αυτή πρόκειται αναμφίβολα για μια δικαστική απόφαση που αναμένεται να συζητηθεί.

Στην εξεταζομένη υπόθεση ζητήθηκε η ακύρωση της από 16.12.2010 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με την οποία διετάχθη η κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών ανεγερθέντων από την αιτούσα Ιερά Κοινοβιακή Μονή Καρέα – Πεντελικού στην επικαλούμενη δημόσια δασική έκταση στη θέση Άγ. Γεώργιος – Μορτερό Κοινότητας Ν. Πεντέλης Αττικής, που φέρεται να κατέχεται από την αιτούσα Ιερά Μονή. Το δικαστήριο διατύπωσε κατ΄ αρχάς την πάγια άποψή του ότι προϋπόθεση για τη νομιμότητα διαταγής κατεδάφισης αυθαιρέτου κτίσματος είναι, μεταξύ άλλων, η διαπίστωση της ανέγερσής του εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας εκτάσεως, η οποία επιβάλλει στη Διοίκηση δεσμίως την υποχρέωση, να κηρύξει κατεδαφιστέα τα κτίσματα και τις κατασκευές αυτές.[2] Η σχετική κρίση της Διοικήσεως πρέπει, εν όψει των συνεπειών της, να είναι πλήρως αιτιολογημένη, η αιτιολογία δε αυτή δύναται να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου.[3] Περαιτέρω δεν επιτρέπεται να διαταχθεί κατεδάφιση κτίσματος, ανεγερθέντος δυνάμει σχετικής οικοδομικής αδείας, η οποία δεν έχει ακυρωθεί ή ανακληθεί. Εφ΄ όσον επομένως διαπιστωθεί παράβαση των σχετικών διατάξεων, το μέτρο της κατεδάφισης μπορεί να επιβληθεί από τη δασική αρχή μόνο μετά την ανάκληση ή ακύρωση της οικοδομικής αδείας.[4]

Κρίθηκε περαιτέρω ότι κατά τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 998/1979, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος υποχρέωση κήρυξης αναδασωτέας καταστραφείσας δασικής εκτάσεως υφίσταται και για καταστραφέντα ή αποψιλωθέντα δάση και δασικές εκτάσεις ανεξαρτήτως του χρόνου καταστροφής ή αποψίλωσής τους, εφ΄ όσον μέχρι της 11ης Ιουνίου 1975 δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί από την εν λόγω χρήση. Η διάταξη αυτή του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 998/1979, κατά το μέρος που εξαιρεί από την υποχρέωση αναδάσωσης εκτάσεις, οι οποίες είχαν παρανόμως χρησιμοποιηθεί πριν την 11.6.1975, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανατροπή της δημιουργηθείσας πραγματικής καταστάσεως, έχει κριθεί[5] ότι αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Δέχθηκε ωστόσο εν προκειμένω το δικαστήριο ότι κατά το μέρος, που η ως άνω διάταξη αφορά δάση και δασικές εκτάσεις που έχουν απολέσει τον δασικό τους χαρακτήρα όχι κατόπιν αυθαίρετης και παράνομης ανθρώπινης ενέργειας, αλλά για κάποια νόμιμη αιτία, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος και είναι εφαρμοστέα. Συνεπώς, κατά τη απόφαση, εκτάσεις που έχουν απολέσει τον δασικό τους χαρακτήρα πριν την 11η Ιουνίου 1975 λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979 με πράξη του Δασάρχη ως δάση ή δασικές εκτάσεις ούτε να κηρυχθούν αναδασωτέες λόγω των επεμβάσεων αυτών. Ο κανόνας της ανωτέρω εξαιρέσεως από την υποχρέωση αναδάσωσης εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το μέγεθος της έκτασης και τη φύση των επ΄ αυτής επεμβάσεων ή από τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων.[6]

Αισθητικό δάσος Καισαριανής

Στην προκειμένη περίπτωση, προέκυψε κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε από δασοπόνο του δασαρχείου Πεντέλης στην επίμαχη θέση, ότι η αιτούσα Ιερά Μονή, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της επικαλουμένης δικαιοπαρόχου, κατέλαβε παράνομα δημόσια δασική έκταση εμβαδού 1.120 τ.μ. και προέβη στην κατασκευή μαντρότοιχου από τσιμεντόλιθους επικαλυμμένους με τσιμέντο στην ανατολική πλευρά, ενώ οι υπόλοιπες πλευρές ήταν περιφραγμένες με παλαιό συρματόπλεγμα. Στην έκταση αυτή, που είχε καταληφθεί κατά το παρελθόν από τη διαθέτη, υπήρχαν δύο παλαιά κτίσματα και 12 ελαιόδεντρα μικρής και μεγάλης ηλικίας, 15 δένδρα χαλεπίου πεύκης μεγάλης ηλικίας και διάφορα καλλωπιστικά φυτά. Σύμφωνα με τη δικογραφία, η έκταση περιλαμβάνεται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη και πίνακα Κοινότητας Ν. Πεντέλης και χαρακτηρίζεται ως δημόσια δασική έκταση σύμφωνα με τη διαταγή 12863/7.6.1991 του Υπ. Γεωργίας. Έχει έδαφος αργιλλώδες, μέση κλίση 10%, έκθεση νοτιοδυτική και μεγάλη οικοπεδική αξία, καθ΄ όσον βρίσκεται πλησίον του σχεδίου πόλεως Ν. Πεντέλης. Ακολούθως, σύμφωνα με σχετική από 24.11.2009 έκθεση φωτοερμηνείας, μετά από έλεγχο αεροφωτογραφιών ετών λήψης 1937, 1945, 1960, 1967, 1988 και 2001, προέκυψαν αντίστοιχα τα εξής: α) το έτος 1937 η επίμαχη έκταση ήταν δασική με χαμηλή βλάστηση και ποσοστό βλάστησης πάνω από 25%. Δεν υπήρχε κτίσμα ή κάποια άλλη ένδειξη χρήσης της έκτασης, β) το έτος 1945 η έκταση είχε αραιή χαμηλή δασική βλάστηση πιθανώς λόγω φωτιάς ή ξύλευσης κατά τη διάρκεια του πολέμου, γ) το έτος 1960 υπήρχε κατά τόπους εκχερσωμένη έκταση με κτήριο και διάνοιξη δρόμου ανατολικά της εκτάσεως. Η υπόλοιπη έκταση είχε χαμηλή δασική βλάστηση, δ) το έτος 1978 υπήρχε εκχερσωμένη έκταση. Εκτός από ένα πολύ μικρό τμήμα που έφερε δασική βλάστηση, περιελάμβανε μη αυτοφυή βλάστηση (δέντρα με φυτευτικό σύνδεσμο). Υπήρχε ένα κτήριο μεγάλο και ένα δυο μικρότερα, διακρίνεται μονοπάτι και σε τμήμα της έκτασης περίφραξη, ε) το έτος 1988 παρατηρείται η ίδια φυσική κατάσταση, στ) το έτος 1998 η έκταση έφερε άτομα δασικής βλάστησης (μεγάλα πεύκα). Σε ένα τμήμα της διακρίνονται δύο (2) κτίσματα, ενώ σε άλλο τμήμα υπήρχαν δέντρα τοποθετημένα σε φυτευτικό σύνδεσμο και άρα δεν ήταν αυτοφυή. Σε τρίτο τμήμα της εκτάσεως η δασική βλάστηση ήταν υποβαθμισμένη και ζ) το έτος 2001 παρατηρείται η ίδια φυσική κατάσταση. Με βάση τα στοιχεία αυτά διατυπώθηκε το συμπέρασμα ότι η έκταση των 1.120,99 τ.μ. είναι δασική έκταση της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3208/2003) και προτάθηκε η κήρυξή της αναδασωτέας λόγω εκχέρσωσης. Περαιτέρω, με από 3.12.2009 σχετική πρόσκληση του δασαρχείου Πεντέλης κλήθηκε η αιτούσα Ιερά Μονή να κατεδαφίσει τον μαντρότοιχο από τσιμεντόλιθους και τα δύο παλαιά κτίσματα και να απομακρύνει 12 ελαιόδεντρα, 15 δένδρα χαλεπίου πεύκης και διάφορα καλλωπιστικά φυτά και λόγω μη συμμόρφωσής της, εκδόθηκε, στη συνέχεια, η προσβαλλομένη πράξη το έτος 2010, με την οποία διετάχθη η κατεδάφιση του μαντρότοιχου και των δύο παλαιών κτισμάτων και η απομάκρυνση 12 ελαιοδέντρων, 15 δένδρων χαλεπίου πεύκης και διαφόρων καλλωπιστικών φυτών.

Με την αίτηση ακύρωσης προβλήθηκε ότι τα επίμαχα κτίσματα εξαιρούνταν της κατεδάφισης, διότι αφ΄ ενός μεν υφίστατο σχετική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων έτους 1960, που αφορούσε προσθήκη αποθήκης κατ΄ επέκταση υπάρχουσας οικοδομής και συναφής αναθεώρησή της έτους 1961, αφ΄ ετέρου δε είχε υποβληθεί από 19.12.1968 δήλωση του ν. 410/1968 προς τον Οικονομικό Έφορο Χαλανδρίου για την εξαίρεση από την κατεδάφιση της υπάρχουσας οικοδομής διαστάσεων με καταβολή της προβλεπομένης εισφοράς, επομένως μη νομίμως με την προσβαλλομένη πράξη διετάχθη η κατεδάφισή τους. Ακολούθως, με οριστική διάταξη της προδικαστικής απόφασης 2766/2013, κρίθηκε ότι νομίμως διετάχθη με την προσβαλλομένη πράξη η κατεδάφιση του μαντρότοιχου, διότι κατασκευάστηκε σε δασική έκταση, ο δε δασικός χαρακτήρας της επίδικης εκτάσεως αιτιολογείτο επαρκώς με βάση τη σχετική έκθεση αυτοψίας.

Το Δικαστήριο διατύπωσε εν τέλει την άποψη ότι τα επίδικα κτίσματα αφορούσαν μία αποθήκη, η οποία είχε ανεγερθεί με οικοδομική άδεια έτους 1960, που δεν είχε ανακληθεί και μία διώροφη οικοδομή, που είχε εξαιρεθεί από την κατεδάφιση κατά τις διατάξεις του α.ν. 410/1968. Επομένως, η ανέγερση της αποθήκης είχε γίνει με βάση διοικητική πράξη που εκδόθηκε πριν την 11.6.1975 (οικοδομική άδεια έτους 1960), που καλύπτεται από το τεκμήριο της νομιμότητας και το κύρος της δεν ηδύνατο να εξετασθεί παρεμπιπτόντως κατά την παρούσα δίκη. Επίσης, η εξαίρεση από την κατεδάφιση της υπάρχουσας οικοδομής είχε λάβει χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 410/1968, δηλ. πριν την 11.6.1975, το κύρος της οποίας, επίσης, δεν ηδύνατο να εξετασθεί παρεμπιπτόντως κατά την παρούσα δίκη. Εν όψει τούτων, το δικαστήριο κατέληξε στην άποψη ότι η επίδικη έκταση, αν και δασική (κατά τα έτη 1937 και 1945), κατά το τμήμα της που πριν το έτος 1975 είχε απολέσει νομίμως, με την ανέγερση της αποθήκης και την εξαίρεση από την κατεδάφιση της υπάρχουσας οικοδομής, τον δασικό χαρακτήρα, δεν διέπεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Κατόπιν αυτών, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν είχε διαταχθεί η κατεδάφιση των ως άνω κτισμάτων, τα οποία υφίσταντο νομίμως στην ένδικη έκταση, δεν παρίστατο νομίμως αιτιολογημένη και κρίθηκε ως εκ τούτου ακυρωτέα.

Ακολούθως έγινε δεκτό ότι αβάσιμα προβλήθηκε από τη Διοίκηση ότι δεν αναστέλλεται η κατεδάφιση της οικοδομής που νομιμοποιήθηκε με τον α.ν. 410/1968, καθ΄ όσον αυτή βρίσκεται σε έκταση που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την απόφαση 108424/13.9.1934 του Υπουργού Γεωργίας και περιλαμβανόταν στους θεωρημένους και αναρτημένους δασικούς χάρτες Πεντέλης. Και τούτο, διότι όπως έκρινε το δικαστήριο, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της Χώρας υπήχθησαν, το πρώτον, σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς με το Σύνταγμα του 1975 (άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3), με σκοπό τη διατήρηση της κατά προορισμόν χρήσης τους, επομένως η ένδικη οικοδομή που εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση πριν την 11η Ιουνίου 1975, νομίμως υφίστατο στην επίδικη έκταση, εφ΄ όσον η εν λόγω εξαίρεση συνιστά τη νόμιμη αιτία για την απώλεια του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως αυτής, κατά το τμήμα της που καταλαμβάνει η οικοδομή, μη υπαγομένου του τμήματος αυτού στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Κρίθηκε δε ακυρωτέα η προσβαλλομένη απόφαση και για τον λόγο αυτό, κατά το μέρος που με αυτήν διετάχθη η κατεδάφιση των επίμαχων κτισμάτων για τους ανωτέρω λόγους.

Η Ι.Μ. Καισαριανής σε σχέδιο του μοναχού Barskij (1745)

——–  ——–

[1] Βλ. ΔΕφΑθ 984/2016 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο», τ. 3/2016. Η υπόθεση αφορά το νομοθετικό πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων: 38 (§ 1), 41 (§ 1) και 71 ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας» (Α΄ 289, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 § 1 ν. 2145/1993, Α΄ 88), 114 ν. 1892/1990 (Α΄ 101, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 45 § 2 ν. 2145/1993), 117 § 3 Συντάγματος, 1-2 α.ν. 410/1968 «Περί αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών» (Α΄ 110), κυα Ε22846/1968 «Περί καθορισμού του τύπου της εις τον Οικονομικόν Έφορον υποβαλλομένης δηλώσεως επί αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών» (Β΄ 293), 23 (§ 1α΄) ν. 1577/1985 (ΓΟΚ/1985 – Α΄ 210, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 § 1 ν. 2831/2000, Α΄ 140 και κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 263 του πδ/τος της 14.7.1999 – Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας – Δ΄ 580/27.7.1999, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 § 1 ν. 2831/2000, Α΄ 140/13.6.2000), 24 (§ 3) πδ/τος 18/1989, 43, 113 ν. 4055/2012 (Α΄ 51).

[2]  ΣτΕ 4907/2013, 4511/2009, 2701/2004.

[3]  ΣτΕ 4907/2013, 3221, 2729, 587, 174/2012.

[4] Πρβλ. ΣτΕ 1439/2016, 3169/2015, 2386/2011, 4591/2009, 3998/2008, 2883/2006, 280, 318/2005, 3632/2003, 2513/2001.

[5] Βλ. ΣτΕ 3223/2012, 659/2010, 1285/2009 7μ., 3149/2006 7μ., 2126, 1316/2000, 2619/1982.

[6]  Βλ. ΣτΕ 3223/2012, 659/2010, 1285/2009 7μ.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 28.10.2016

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s