Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ RACHEL CARSON ΚΑΙ Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ RACHEL CARSON ΚΑΙ
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Ευάγγελος Ι. Μανωλάς
Αναπληρωτής Καθηγητής
Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων
Σχολή Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας ΔΠΘ
E-mail: emanolas@fmenr.duth.gr

Περίληψη

Λίγα βιβλία έχουν τη δύναμη να αλλάξουν την ιστορία του ανθρώπου. Η Σιωπηλή Άνοιξη της Rachel Carson, που κυκλοφόρησε το 1962, είναι ένα από αυτά. Το έργο αυτό είναι μια πολύ προσεκτικά τεκμηριωμένη μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι δηλητηριάζουν τον πλανήτη στον οποίο ζουν αλλά και μια εύγλωττη έκκληση για αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση. Στην εργασία αυτή παρέχονται σημαντικά βιογραφικά στοιχεία για τη συγγραφέα της Σιωπηλής Άνοιξης, γίνεται παρουσίαση του βιβλίου, συζητούνται οι θετικές και αρνητικές αντιδράσεις όσον αφορά την υποδοχή του βιβλίου αμέσως μετά την έκδοσή του και, τέλος, καταβάλλεται προσπάθεια αποτίμησης του συγκεκριμένου έργου όσον αφορά την ανάπτυξη του περιβαλλοντικού κινήματος.

Λέξεις κλειδιά: Rachel Carson, Σιωπηλή Άνοιξη, περιβαλλοντικό κίνημα

Εισαγωγή

Η Rachel Carson θεωρείται η μητέρα του περιβαλλοντικού κινήματος. Το τελευταίο έργο της, η Σιωπηλή Άνοιξη, έχει χαρακτηριστεί ως ο θεμελιώδης λίθος της σύγχρονης οικολογίας. Η Σιωπηλή Άνοιξη θεωρείται έργο τόσο σημαντικό όσο έργα όπως Η Καταγωγή των Ειδών, Ο Πλούτος των Εθνών, Το Κεφάλαιο, το Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ, όλα καθοριστικά για την πορεία του ανθρώπου στο διάβα της ιστορίας (Kellman 2007). Η Σιωπηλή Άνοιξη άσκησε μεγάλη επιρροή στην καθιέρωση της σημασίας που έχει η προστασία του περιβάλλοντος. Κατά τον Claus (2005) το ότι η προστασία του περιβάλλοντος θεωρείται σήμερα από τις κυβερνήσεις το ίδιο σημαντική όσο η εθνική άμυνα ή η εύρυθμη λειτουργία του δικαστικού συστήματος,  είναι κάτι που πρέπει οφείλεται στη Σιωπηλή Άνοιξη της Rachel Carson.

Στην εργασία αυτή παρέχονται σημαντικά βιογραφικά στοιχεία για τη συγγραφέα της Σιωπηλής Άνοιξης, γίνεται παρουσίαση του βιβλίου, συζητούνται οι θετικές και αρνητικές αντιδράσεις όσον αφορά την υποδοχή του βιβλίου αμέσως μετά την έκδοσή του και, τέλος, καταβάλλεται προσπάθεια αποτίμησης του συγκεκριμένου έργου όσον αφορά την ανάπτυξη του περιβαλλοντικού κινήματος.

Βιογραφικά στοιχεία

Η Rachel Louise Carson γεννήθηκε στις 27 Μαΐου 1907 στο Springdale της Pennsylvania. Η οικογένεια της ήταν πολύ φτωχή. Ο πατέρας της πέθανε νωρίς και η μητέρα της, Μαρία, αγωνίστηκε πολύ για να μεγαλώσει τα τρία παιδιά της. Την αγάπη της για τη φύση τη χρωστάει στη μητέρα της. Μαζί αφιέρωναν πολύ χρόνο στην εξερεύνηση της φύσης κοντά στο σπίτι τους.

Η Carson έδειξε το ταλέντο της ως συγγραφέας πολύ νωρίς. Δημοσίευσε το πρώτο της κείμενο όταν ήταν 11 ετών στο περιοδικό St. Nicholas. Στο περιοδικό αυτό η Carson δημοσίευσε  συνολικά τέσσερα κείμενα δύο από τα οποία βραβεύτηκαν.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η Carson φοίτησε στο Pennsylvania College for Women. Αν και η Carson φοίτησε στο συγκεκριμένο ίδρυμα με υποτροφία, εντούτοις, τα χρήματα αυτά δεν έφταναν και οι γονείς της για να καλύψουν τα έξοδα σπουδών της όχι μόνο πούλησαν μέρος της οικογενειακής περιουσίας αλλά και εργάζονταν σε διάφορες δουλειές.

Η Carson ξεκίνησε τις σπουδές της ως φοιτήτρια της Αγγλικής λογοτεχνίας αλλά στο δεύτερο έτος αποφάσισε να σπουδάσει βιολογία. Αφορμή για τη απόφαση αυτή απετέλεσε η παρακολούθηση στη σχολή της του μαθήματος της βιολογίας. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο στην απόφασή της να αλλάξει κατεύθυνση σπουδών έπαιξε η αγάπη για τη φύση που είχε από παιδί αλλά και η ενθάρρυνση από την καθηγήτρια της στη βιολογία, Mary Scott Skinker. Πήρε το πτυχίο της το 1929.

Το 1932 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Ζωολογία στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. Ταυτόχρονα, για βιοποριστικούς λόγους δίδαξε κάποια μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και στο Πανεπιστήμιο της Maryland. Αν και ήθελε να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές της σπουδές, το 1934, λόγω οικονομικών δυσκολιών απέσυρε την υποψηφιότητά της στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins για απόκτηση διδακτορικού διπλώματος.

Το 1936, μετά από εξετάσεις, η Carson διορίστηκε στο Γραφείο Αλιευμάτων. Τα καθήκοντά της ήταν η παραγωγή διδακτικού υλικού. Η θέση της αυτή οδήγησε σε 17 χρόνια υπηρεσίας στην Υπηρεσία Αλιευμάτων και Άγριας Ζωής των ΗΠΑ στο οποίο τελικά κατέκτησε τη θέση της διευθύντριας σύνταξης όλων των δημοσιευμάτων του συγκεκριμένου γραφείου.

Η συγγραφική καριέρα της Carson είναι εντυπωσιακή. Έγραφε πάντα για τη φύση. Εκτός από τα βιβλία της, στο ενεργητικό της συγκαταλέγονται πολλά άρθρα σε έγκριτα περιοδικά όπως Atlantic Monthly, Yale Review, New Yorker, Collier’s Audubon Magazine και Field and Stream.

Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο Κάτω από το Θαλασσινό Αέρα (Under the Sea Wind) εκδόθηκε το 1941. Το βιβλίο αυτό ήταν μια περιγραφή της ζωής στη θάλασσα και στις ακτές και επαινέθηκε για το λυρισμό του αλλά και την επιστημονική του ακρίβεια. Όμως, παρά τα θετικά σχόλια που απέσπασε, οι πωλήσεις δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα λόγω του βομβαρδισμού του Pearl Harbor από τους Ιάπωνες και την είσοδο των ΗΠΑ στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πουλήθηκαν μόνο 2000 αντίτυπα.

Το δεύτερο βιβλίο της με τίτλο Η Θάλασσα Γύρω μας (The Sea Around Us) κυκλοφόρησε το 1951. Το βιβλίο αυτό χαρακτηρίστηκε ως μια περισσότερο ολοκληρωμένη μελέτη της θαλάσσιας ζωής και της σχέσης της θαλάσσιας ζωής με την υπόλοιπη φύση. Το βιβλίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Κέρδισε το εθνικό βραβείο βιβλίου και το μετάλλιο Burroughs και, επιπλέον, ανακηρύχθηκε από την εφημερίδα New York Times ως το πιο σημαντικό βιβλίο του 1951. Μέχρι το τέλος του έτους είχαν πουληθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα. Τα έσοδα από τις πωλήσεις των βιβλίων επέτρεψαν στην Carson όχι μόνο να παραιτηθεί από την Υπηρεσία Αλιευμάτων και Άγριας Ζωής αλλά και να χτίσει ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα στο West Southport, Maine.

Το επόμενο βιβλίο της Carson με τίτλο H Άκρη της Θάλασσας  (The Edge of the Sea) εκδόθηκε το 1955. Αφορά τη ζωή πτηνών και ζώων σε παράκτιες περιοχές και μεγάλο μέρος του υλικού που χρησιμοποιεί αντλείται από τις ακτές του Maine, κοντά στο σπίτι της. Και αυτό το βιβλίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία αλλά όχι τόσο μεγάλη όσο το προηγούμενο έργο της, Η Θάλασσα Γύρω μας. 

Το τέταρτο και τελευταίο βιβλίο της συγγραφέως, η Σιωπηλή Άνοιξη (Silent Spring), θεωρείται η μεγαλύτερη επιτυχία της Carson. Η συγγραφέας χρειάστηκε τεσσεράμισι χρόνια για να ολοκληρώσει το σημαντικό αυτό έργο. Το βιβλίο περιγράφει τις προσπάθειες του ανθρώπου να ελέγξει τη φύση και αναφέρεται στη χρήση χημικών εντομοκτόνων, στην αποτυχία τους να εξαλείψουν το πρόβλημα λόγω ανάπτυξης αντιστάσεων από τα έντομα που προοριζόταν να εξαλείψουν, και τις παρενέργειες των εντομοκτόνων αυτών στο φυσικό περιβάλλον και στον άνθρωπο. Η Σιωπηλή Άνοιξη κυκλοφόρησε ως βιβλίο τον Σεπτέμβριο του 1962 από τον εκδοτικό οίκο Houghton Mifflin. Το έργο είχε προηγουμένως, τον Ιούνιο του 1962, δημοσιευθεί σε συνέχειες  στο περιοδικό New Yorker.

Η Rachel Carson πέθανε στις 14 Απριλίου 1964 από καρκίνο και καρδιακά προβλήματα. Ήταν 56 ετών (Gardner και Mason 1997, Anelli et al. 2006, Stevens 1998).

Το περιεχόμενο της Σιωπηλής Άνοιξης

Η Σιωπηλή Άνοιξη περιέχει 17 κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο έχει τίτλο «Ένας μύθος για το μέλλον». Αφηγείται την ιστορία μιας πόλης στην οποία «ενώ όλα κάποτε βρίσκονταν σε αρμονία με τον κόσμο γύρω τους στο τέλος καταλήγει να απειλείται από τη σκιά του θανάτου». Η πόλη τελικά καταστράφηκε από τη χρήση εντομοκτόνων που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της πόλης. Στην πραγματικότητα η πόλη αυτή δεν υπήρχε αλλά συνδύαζε γεγονότα που είχαν ήδη συμβεί σε διάφορες άλλες πόλεις της χώρας. Η πόλη αυτή, κατά την Carson, συμβόλιζε αυτά που επρόκειτο συμβούν στο μέλλον.

Όλα τα υπόλοιπα κεφάλαια έχουν τίτλους που ξεσηκώνουν το συναίσθημα όπως «Ελιξίρια Θανάτου», «Τα πουλιά σταμάτησαν να τραγουδούν», «Ποτάμια Θανάτου», «Η Φύση Αντεπιτίθεται». Στο 2ο κεφάλαιο με τίτλο «Η Υποχρέωση να Υπομένουμε» η Carson θέτει τους στόχους της Σιωπηλής Άνοιξης:

«Δεν πιστεύω ότι τα χημικά εντομοκτόνα πρέπει να σταματήσουν να χρησιμοποιούνται. Πιστεύω όμως ότι δηλητηριώδεις, ή εν δυνάμει δηλητηριώδεις χημικές ουσίες, χρησιμοποιούνται από άτομα που, σε μεγάλο βαθμό ή και απόλυτα, αγνοούν τις αρνητικές επιπτώσεις της χρήσης αυτών των ουσιών…Πιστεύω, επίσης, ότι έχουμε επιτρέψει στις ουσίες αυτές να χρησιμοποιούνται με λίγη ή χωρίς εκ των προτέρων διερεύνηση της επίδρασής τους στο έδαφος, στο νερό, στην άγρια ζωή αλλά και στον ίδιο τον άνθρωπο. Οι μελλοντικές γενιές είναι απίθανο να επικροτήσουν την αδιαφορία μας για την ακεραιότητα του φυσικού κόσμου…»

Στα κεφάλαια 4 έως 10 η Carson ασχολείται με την δηλητηρίαση που προκαλούν τα εντομοκτόνα σε παγκόσμιο επίπεδο σε όλο το εύρος του φυσικού περιβάλλοντος: επιφανειακά και υπόγεια νερά, έδαφος, βλάστηση, άγρια ζωή, ατμόσφαιρα. Τα κεφάλαια 11 έως 14 ασχολούνται με τις επιπτώσεις των εντομοκτόνων στα σπίτια, στις αυλές και στους κήπους. Στο κεφάλαιο 15 «Η Φύση Αντεπιτίθεται», η Carson, ασχολείται με την επίδραση των εντομοκτόνων εναντίον φυσικών εχθρών, με την ανάπτυξη νέων παρασίτων και με τις δυνατότητες βιολογικού ελέγχου των παρασίτων. Στα τελευταία κεφάλαια συζητούνται οι αντιστάσεις που αναπτύσσουν τα παράσιτα, η ανάγκη να αναπτύσσονται συνεχώς δηλητηριώδεις ουσίες αυξημένης ισχύος και τοξικότητας για να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα καθώς και η εναλλακτική λύση του βιολογικού ελέγχου (Groshong 2002, Anelli et al. 2006).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Carson πέτυχε να συνθέσει υλικό από ένα τεράστιο φάσμα πληροφόρησης και μάλιστα με τρόπο απόλυτα κατανοητό και για επιστήμονες και για το ευρύ κοινό. Χρειάστηκαν 54 σελίδες στο τέλος του βιβλίου για να παρατεθεί η βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε. Οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν ήταν περίπου 500 αριθμός που δεν περιλαμβάνει τις αναφορές που παρατέθηκαν περισσότερο από μια φορά. Συγκεκριμένα, 80% των πηγών που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονταν από επιστημονική βιβλιογραφία (51% από επιστημονικά περιοδικά), 4% ήταν εκδόσεις μη κυβερνητικών οργανισμών, 5% ήταν νομικές καταθέσεις ή μαρτυρίες, 8% προέρχονταν από την αλληλογραφία της Carson με εξειδικευμένους επιστήμονες ενώ 3% προέρχονταν από άλλες πηγές όπως εφημερίδες, περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας και βιβλία (Anelli et al. 2006).

Η υποδοχή του βιβλίου

Ο πρώτος χρόνος της κυκλοφορίας του βιβλίου συνοδεύτηκε και από θετικές αλλά και αρνητικές κριτικές. Ακολουθεί μια επιλογή και των δύο από το έργο του Groshong (2002) όσον αφορά την υποδοχή του βιβλίου αμέσως μετά την έκδοση του. Όσον αφορά αρνητικές κριτικές αυτές επικεντρώθηκαν κυρίως στο συναισθηματισμό που δημιουργούσε η γλώσσα που χρησιμοποίησε η συγγραφέας, στο γεγονός ότι το βιβλίο ανάλυε μόνο μια όψη του προβλήματος και στο γεγονός ότι δεν συζητήθηκαν επαρκώς οι θετικές πλευρές της χρήσης των εντομοκτόνων. Ενδεικτικά ακολουθούν μερικά παραδείγματα αυτού του είδους της αρνητικής κριτικής:

Το περιοδικό Mosanto επεσήμανε το γεγονός ότι σε ετήσια βάση τα έντομα καταστρέφουν τροφή και φυτικές ίνες, κατά την αποθήκευση ή μεταφορά, αξίας 500.000.000 δολαρίων. Οι αρουραίοι καταστρέφουν ετησίως τροφή αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, είναι φορείς τουλάχιστον έξι διαφορετικών ασθενειών και έχουν επιτεθεί – και αρκετές φορές σκοτώσει – πολλούς ανθρώπους. Επιπλέον, το περιοδικό επεσήμανε τα οφέλη των εντομοκτόνων και τόνισε το γεγονός ότι αυτό που προκαλεί πρόβλημα είναι η κακή χρήση ή κατάχρηση των χημικών αυτών ουσιών και όχι η καθημερινή τους χρήση έστω και αν αυτή γίνεται μαζικά (The desolate year 1962). Όμως, στην κριτική αυτή η Carson είχε ήδη δώσει απάντηση επισημαίνοντας από  το δεύτερο κιόλας κεφάλαιο της Σιωπηλής Άνοιξης ότι δεν είναι απαραίτητα εναντίον της χρήσης εντομοκτόνων παρά μόνο ενάντια στην αλόγιστη και χωρίς εκ των προτέρων διερεύνηση των επιπτώσεων που μπορεί να έχουν.

Σχετικά με τη γεμάτη συναίσθημα γλώσσα που χρησιμοποίησε η Carson, ένας ερευνητής χημικός και γιατρός, ο Fredrick Stare, έγραψε το 1963: «Η Carson γράφει με πάθος και ομορφιά αλλά με πολύ λίγη επιστημονική τεκμηρίωση. Αμερόληπτη επιστημονική τεκμηρίωση και γεμάτη πάθος προπαγάνδα είναι δύο κάδοι με νερό που δεν μπορούν να μεταφερθούν από το ίδιο άτομο…Δεν υπάρχουν στοιχεία στη Σιωπηλή Άνοιξη που να δικαιολογούν ότι η Carson είναι επιστήμων. Δυστυχώς, η τεκμηρίωση που χρησιμοποιείται στο συγκεκριμένο έργο με οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα…» (Stare 1963). Επίσης, ο Gordon Tullock έγραψε το 1962: «Για να λύσουμε δύσκολα προβλήματα χρειαζόμαστε ακριβή πληροφόρηση και σοβαρή σκέψη. Το βιβλίο της Carson δεν παρέχει κανένα από τα δύο. Απευθύνεται μόνο στο ανθρώπινο συναίσθημα» (Tullock 1962).

Δεν έλειψαν και τα σχόλια από βιομηχανίες παρασκευής χημικών προϊόντων όπως αυτό της Velsicol Chemical Corporation ότι σε ετήσια βάση η καταστροφή της ξυλείας από έντομα και φωτιές προκαλούν πολύ μεγαλύτερες απώλειες  ενδιαιτημάτων άγριας ζωής απ’ ότι προκαλεί η χρήση εντομοκτόνων (McLean 1962). Βέβαια, σχόλια όπως το παραπάνω δεν έλαβαν υπόψη ότι η Carson ενδιαφερόταν για τις μακροπρόθεσμες και αρνητικές συνέπειες της χρήσης των εντομοκτόνων τις οποίες κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει (Groshong 2002).

Όμως, παρά τον παραπάνω αρνητικό σχολιασμό, τα θετικά σχόλια για τη Σιωπηλή Άνοιξη ήταν πολύ περισσότερα και τόνισαν κυρίως τρία σημεία: 1) η Σιωπηλή Άνοιξη ήταν μια σοβαρή μελέτη ενός θεμελιώδους σημασίας ζητήματος και είχε γραφτεί με αντικειμενικό αλλά και ελκυστικό τρόπο, 2) το βιβλίο ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένο και 3) το συγκεκριμένο έργο αποτελούσε σοβαρή προσπάθεια κινητοποίησης του κοινού για τις αρνητικές επιπτώσεις της επέμβασης του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον. Ακολουθούν ενδεικτικά μερικά παραδείγματα της θετικής αυτής κριτικής:

Όταν η Σιωπηλή Άνοιξη επιλέχθηκε τον Οκτώβριο του 1962 ως βιβλίο του μήνα, ο William Douglas έγραψε ότι η Carson αφηγείται την τρομακτική ιστορία που έχει να πει ήρεμα, χωρίς θεατρινισμούς και με νηφάλιο, αντικειμενικό τρόπο (Douglas 1962). Επίσης, η Carol Gartner, παραθέτει την άποψη του Paul Sears, Καθηγητή Προστασίας του Περιβάλλοντος, στο Πανεπιστήμιο Yale: «Το αποτέλεσμα, πέρα και πάνω από τη διαύγεια με την οποία η Carson παρουσιάζει τα θέματα της, είναι μια δικογραφία για την οποία όλοι οι δικηγόροι θα περηφανεύονταν. Αν κάτι μπορεί να πείσει το δικαστήριο της κοινής γνώμης αυτό θα ήταν η Σιωπηλή Άνοιξη» (Gartner 1983).

Όσον αφορά την επιστημονική τεκμηρίωση της Σιωπηλής Άνοιξης κάποιος V.A.B. στην εφημερίδα The Sunday Times-Advertiser στο Trenton, New Jersey, επεσήμανε τον Οκτώβριο του 1962: «…Το βιβλίο της Carson στηρίζεται σε τεσσεράμισι χρόνια έρευνας. Σε κάθε σελίδα υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση, χρησιμοποιείται εξαιρετικά μεγάλη βιβλιογραφία αλλά και πολλές μελέτες περίπτωσης για να στηρίξουν την επιχειρηματολογία του έργου» (V.A.B. 1962). Επίσης, ο Mike Baker στη βιβλιοκρισία που έγραψε για τη Σιωπηλή Άνοιξη επεσήμανε: «Δεν βρήκα τίποτα στο βιβλίο που δεν θα μπορούσα να πιστέψω, ούτε κάτι με το οποίο θα διαφωνούσα όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος χρησιμοποιεί χημικές ουσίες ως εντομοκτόνα» (Baker 1962).

Όσον αφορά τη Σιωπηλή Άνοιξη ως μέσο κινητοποίησης του κοινού για περιβαλλοντικά θέματα ο βραβευμένος με Nobel γενετιστής Herman Muller στη βιβλιοκρισία που έγραψε για τη Σιωπηλή Άνοιξη στην εφημερίδα New York Herald Tribune τόνισε: «…Ίσως, η πιο σημαντική υπηρεσία που προσφέρει η Σιωπηλή Άνοιξη είναι ότι διαφωτίζει το κοινό όσον αφορά την πολυπλοκότητα και αλληλεξάρτηση του ιστού της ζωής της οποίου ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστο μέρος» (Muller 1962). Επίσης, ο Van Allen Bradley έγραψε στην εφημερίδα Chicago Daily News: «…Η νηφάλια και τεκμηριωμένη επίθεση της Carson ενάντια στους εμπόρους του δηλητηρίου – σε ένα πραγματικά πολύ σημαντικό έργο – μπορεί τελικά να σώσει τον άνθρωπο από τα λάθη του. Αυτό θα το έχει πετύχει αν μας δημιουργήσει υπευθυνότητα για τον συνάνθρωπο μας αλλά και για τη φύση γύρω μας που αλόγιστα καταστρέφουμε» (Bradley 1962).

Επιρροή

Η Σιωπηλή Άνοιξη ενθάρρυνε την αύξηση της έρευνας για τους κινδύνους από τη χρήση εντομοκτόνων, έπαιξε σημαντικό ρόλο όσον αφορά αλλαγές στη σχετική νομοθεσία, ενθάρρυνε το δημόσιο διάλογο για περιβαλλοντικές πρακτικές, ενέπνευσε τη νεότερη γενιά ακτιβιστών, και καθιέρωσε τον όρο οικολογία στο καθημερινό λεξιλόγιο των ανθρώπων. Η Σιωπηλή Άνοιξη αποτελεί σταθμό στην ιστορία του περιβαλλοντικού κινήματος.

Το 1962 ο Πρόεδρος Kennedy αναφερόμενος στο βιβλίο της Carson ζήτησε να μελετηθούν οι επιπτώσεις από τη χρήση εντομοκτόνων. Η Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή του Προέδρου κινητοποιήθηκε άμεσα και το Μάιο του 1963 εξέδωσε αναφορά η οποία άσκησε κριτική στη δραστηριότητες της βιομηχανίας εντομοκτόνων αλλά και στο τρόπο που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ασκούσε έλεγχο όσον αφορά τη χρήση αυτών των ουσιών. Επίσης, μέχρι το τέλος του έτους σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ υποβλήθηκαν περισσότερα από 40 νομοσχέδια που αφορούσαν ρυθμίσεις για τη χρήση εντομοκτόνων (Hynes 1989).

Το 1969 ψηφίστηκε το Εθνικό Διάταγμα για το Περιβάλλον το οποίο ζήτησε τη δημιουργία Συμβουλευτικού Συμβουλίου για την Ποιότητα του Περιβάλλοντος. Τον επόμενο κιόλας χρόνο δημιουργήθηκε η Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας. Για το θέμα αυτό ο Lewis έγραψε ότι «για την ίδρυση μιας περιβαλλοντικής υπηρεσίας χρειάζονται ιδέες – καλύτερα μια παγκόσμια κοσμοθεωρία – και πολλές αυτές τις ιδέες αποκρυσταλλώθηκαν πρώτη φορά το 1962…τη χρονιά αυτή εκδόθηκε η Σιωπηλή Άνοιξη…» (Lewis 1985).

Πέρα από την επιρροή που άσκησε η Σιωπηλή Άνοιξη στις ΗΠΑ σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο όσον αφορά νομοθετικές διατάξεις, το βιβλίο συνέβαλλε σε νομοθετικές ρυθμίσεις για τη χρήση εντομοκτόνων και σε άλλες χώρες όπως για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Σουηδία, στη Δανία και στην Ουγγαρία (McCormick 1991).

Γιατί η Σιωπηλή Άνοιξη σημείωσε τέτοια επιτυχία; Γιατί κέρδισε τόσο ευρεία αποδοχή; Η επιτυχία αυτή οφείλεται σε διάφορους λόγους, οι σημαντικότεροι των οποίων είναι το ότι το βιβλίο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό New Yorker, οι ικανότητες της Carson ως συγγραφέα, η φήμη της ως βιολόγου αλλά και το γεγονός ότι παρουσίασε το ζήτημα με το οποίο καταπιάστηκε ως επιστημονικό και ηθικό παρά ως πολιτικό και οικονομικό.

Η Carson μπόρεσε να περιγράψει με ακρίβεια τι σημαίνει για τον άνθρωπο να κατοικεί σε ένα ολοένα και περισσότερο δηλητηριασμένο από τοξικές ουσίες περιβάλλον. Χτίζοντας πάνω στις μεταπολεμικές αγωνίες των ανθρώπων για τους κινδύνους της ραδιενέργειας και γενικότερα της τεχνολογίας, οι περιγραφές της Carson για το πόσο ευάλωτος είναι ο άνθρωπος σε νέα χημικά προϊόντα με τις απρόβλεπτες αρνητικές συνέπειες τους, δεν μπορούσαν παρά να χαρακτηριστούν ως εξαιρετικά συνταρακτικές και ανησυχητικές (Garb 1995).

Κατά τον Gottlieb (1993) η Σιωπηλή Άνοιξη έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία μιας νέας περιβαλλοντικής συνείδησης. Η πιο σημαντική θέση της Carson ήταν ότι η ανθρώπινη υγεία και η υγεία του φυσικού περιβάλλοντος είναι έννοιες αλληλένδετες. Η Carson δεν ήταν το μόνο άτομο που έφτασε σε αυτά τα συμπεράσματα στις αρχές της δεκαετίας του 1960.  Για παράδειγμα, στα ίδια συμπεράσματα κατέληξαν το 1961 74 ειδικοί επιστήμονες από πανεπιστήμια και διάφορους δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς (McKee 1961). Όμως, η Carson απευθύνθηκε με επιτυχία σε ένα πολύ πιο ποικίλο αλλά και πιο μεγάλο κοινό.

Στην ουσία, η Carson, και αυτό φαίνεται από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο της Σιωπηλής Άνοιξης, άσκησε κριτική στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία και απετέλεσε σταθμό για την ανάπτυξη του σύγχρονου περιβαλλοντικού κινήματος. Η Linda Lear, που έγραψε τη βιογραφία της Carson είπε «Υπάρχουν πολύ λίγα βιβλία που άλλαξαν τον ρουν της ιστορίας και αυτό ήταν ένα απ’ αυτά. Ενέπλεξε κυβέρνηση, επιστήμη και βιομηχανία και έκανε τους ανθρώπους να δουν τον κόσμο που τους περιβάλλει από μια νέα οπτική γωνία». (Lear 1993). Η κριτική που άσκησε η Carson για την αλόγιστη χρήση των εντομοκτόνων σε αγροκτήματα, δάση και σπίτια απλώθηκε παντού πολύ γρήγορα. Η Σιωπηλή Άνοιξη κυκλοφόρησε ως βιβλίο το Σεπτέμβριο του 1962. Πριν την έκδοση του βιβλίου είχαν ήδη προπωληθεί 40.000 αντίτυπα ενώ μέχρι το Δεκέμβριο του ιδίου έτους είχαν πωληθεί 100.000 αντίτυπα. Το 1963 πουλήθηκαν 500.000 αντίτυπα. Τον επόμενο χρόνο η Σιωπηλή Άνοιξη βρισκόταν στα ράφια των βιβλιοπωλείων σε 14 χώρες (Hynes, 1989).

Ποια η επίδραση της Σιωπηλής Άνοιξης στις σημαντικότερες περιβαλλοντικές οργανώσεις της Αμερικής; Παραθέτοντας και ερμηνεύοντας δεδομένα από τους McCarthy και Zald (1977) και Dunlap (1992) οι Humphrey και Lewis (2006) ισχυρίζονται ότι η Σιωπηλή Άνοιξη συνέβαλλε περισσότερο στην αύξηση των μελών περιβαλλοντικών οργανώσεων και λιγότερο στη διαμόρφωση νέων στόχων για τις συγκεκριμένες οργανώσεις:

Συγκεκριμένα, συνέβαλλε στην αύξηση του αριθμού των ατόμων που εγγράφονται σε οργανώσεις με βάση τη συνείδησή τους και όχι γιατί έχουν να κερδίσουν κάτι από τις επιτυχίες των συγκεκριμένων οργανώσεων (McCarthy και Zald 1977)… Η Carson απετέλεσε τη γέφυρα μεταξύ επιστήμης και κοινού. Με το να εκπαιδεύσει το κοινό δημιούργησε μια πολύ μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων που εν δυνάμει θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν από περιβαλλοντικές οργανώσεις. Ο Dunlap (1992) έδειξε ότι το δημόσιο ενδιαφέρον για την ποιότητα του περιβάλλοντος αυξήθηκε σημαντικά στο τέλος της δεκαετίας του 1969, φτάνοντας στο απόγειο του την ημέρα του περιβάλλοντος το 1970. Η Rachel Carson δεν ήταν η μόνη που συνέβαλλε στη δημιουργία αυτού του ενδιαφέροντος αλλά η Σιωπηλή Άνοιξη πιθανότατα είχε μεγαλύτερη επίδραση στο τρόπο σκέψης του κοινού και στην προθυμία τους να γίνουν μέλη περιβαλλοντικών οργανώσεων παρά στην κατεύθυνση αυτών των οργανώσεων καθαυτό. Πράγματι, μετά την έκδοση της Σιωπηλής Άνοιξης ο αριθμός των μελών των περιβαλλοντικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνταν εκείνη την εποχή αυξήθηκε. Για παράδειγμα, για την περίοδο 1960 έως 1969 ο αριθμός των μελών στις οργανώσεις που ακολουθούν αυξήθηκε δραματικά: στην οργάνωση Sierra Club από 15.000 σε 83.000, στην οργάνωση National Audubon Society από 32.000 σε 120.000, και στην οργάνωση Wilderness Society από 10.000 σε 44.0000… Όσον αφορά την οργάνωση National Wildlife Federation για το 1960 δεν υπάρχουν στοιχεία αλλά το 1969 η οργάνωση αυτή ήταν η μεγαλύτερη από τις τρεις οργανώσεις που προαναφέρθηκαν με αριθμό μελών 465.000…Επιπλέον, πέρα από την αύξηση των μελών των οργανώσεων που ήδη υπήρχαν το έργο της Carson οδήγησε στην δημιουργία νέων οργανώσεων των οποίων οι στόχοι συμβάδιζαν με ζητήματα που θίχθηκαν στη Σιωπηλή Άνοιξη. Μια από τις νέες οργανώσεις που ιδρύθηκαν ήταν η οργάνωση National Defense Fund που ιδρύθηκε το 1967 (Humphrey και Lewis 2006).

Το έργο της Carson μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι ενθάρρυνε ριζοσπαστικά περιβαλλοντικά κινήματα όπως το κίνημα της οικολογίας του βάθους που επίσης αναπτύχθηκε από το 1970 και μετά. Η αντίσταση πολλών ομάδων ενάντια σε νέα εργοστάσια, μεγάλους δρόμους, νέα υδροηλεκτρικά φράγματα, προγράμματα υλοτόμησης δασών συχνά στηρίζονται στις αρχές της οικολογίας του βάθους (Pepper 1996, Egri 1997). Επιπλέον, πολλές περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως η Earth First!, η Greenpeace και πολλά πράσινα κόμματα στη Βόρειο Αμερική, Αυστραλία, Δυτική Ευρώπη και Ιαπωνία, έχουν δηλώσει ότι ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με ριζοσπαστικές περιβαλλοντικές φιλοσοφίες όπως αυτές της οικολογίας του βάθους (Manes 1990).

Επιπλέον, στα χρόνια μετά την έκδοση της Σιωπηλής Άνοιξης αναπτύχθηκαν πολλά προγράμματα σπουδών σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και όχι μόνο, με στόχο τη μελέτη της σχέσης μεταξύ επιστήμης, τεχνολογίας, περιβάλλοντος και κοινωνίας. Επιπρόσθετα, ο τύπος είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος όσον αφορά ενημέρωση του κοινού σε πολλά και ποικίλα περιβαλλοντικά ζητήματα όπως τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα ή τα νέα εντομοκτόνα.

Αν και υπάρχει προβληματισμός όσον αφορά το κατά πόσο οι παραπάνω πρωτοβουλίες επέφεραν ουσιαστικές αλλαγές στις ανθρώπινες συμπεριφορές (NORC 1992, NILT 2000, Dunlap και Mertig 1992, Μανωλάς κ.ά. 2004, Kuckartz 2009), εντούτοις, ο άνθρωπος έχει προχωρήσει αρκετά στην αμφισβήτηση του σύγχρονου τρόπου ζωής. Αυτή ακριβώς η κινητοποίηση ήταν το όραμα της Rachel Carson.

Όπως επισημαίνει και ο Gore (1994) η επιρροή της Rachel Carson ξεπερνάει τα όρια της Σιωπηλής Άνοιξης. Έθιξε μια εξαιρετικά σημαντική ιδέα για τον πολιτισμό του σύγχρονου ανθρώπου: την αλληλεξάρτηση ανθρώπου και περιβάλλοντος. Πέρα από τις αλήθειες που έφερε στο φως αλλά και την έρευνα και γενικότερα την κινητοποίηση που ενέπνευσε, η Carson αποτελεί λαμπρό παράδειγμα της δύναμης του ανθρώπου να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές στον κόσμο που τον περιβάλλει.

———  ———

* Η παρούσα εργασία έχει δημοσιευτεί στα Θέματα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων, 2ος τόμος: Ανάπτυξη Ορεινών και Μειονεκτικών Περιοχών, Ορεστιάδα: Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010, σσ. 225-234.

———  ———

Βιβλιογραφία 

Anelli, C. M., Ktupke, C. H., Prasad, R. P. (2006). Professional Entomology and the 44 Noisy Years since Silent Spring, Part 1. American Entomologist. Vol. 52, No. 4, pp. 224-233.

Baker, M. (1962). Book Review. The Trenton Alembic. 29 September.

Bradley, V. A. (1962). Chicago Daily News. 26 September.

Claus, E. (2005). The Legacy of Silent Spring. On Line Opinion. Διαθέσιμο: http://www.onlineopinion.com.au/print.asp?article=3404

Douglas, W. O. (1962). The Book-of-the-Month Club News. September.

Dunlap, R. E., Mertig, A. G. (1992). The Evolution of the U.S. Environmental Movement from 1970 to 1990: An Overview. In: R. E. Dunlap and A. G. Mertig, Eds., American Environmentalism: The U.S. Environmental Movement, 1970-1990. New York: Taylor & Francis, pp. 1-10.

Dunlap, R. (1992). Trends in Public Opinion toward Environmental Issues: 1965-1990. In: R. E. Dunlap and A.G. Mertig, Eds., American Environmentalism: The U.S. Environmental Movement, 1970-1990. New York: Taylor & Francis, pp. 89-116.

Egri, C. (1997). Spiritual Connections with the Natural Environment: Pathways for Global Change. Organization and Environment. Vol. 10, No. 4, pp. 407-431.

Garb, Y. (1995). Rachel Carson’s Silent Spring. Dissent, Fall Issue, pp. 539-546.

Gardner, A., Mason, C. (1997). Rachel Carson, Ecologist and Science Writer, 1907-1964. In: M. L. Matyas and A. E. Haley-Oliphant, A. E., Eds, Women Life Scientists: Past, Present and Future – Connecting Role Models to the Classroom Curriculum. Bethesda, MD: American Physiological Society, pp. 175-190.

Gartner, C. B. (1983). Rachel Carson. New York: Frederick Ungar Publishing Co.

Gore, A. (1994). Silent Spring: An Introduction. Διαθέσιμο: http:// www.uneco.org/ssalgoreintro.html

Groshong, K. (2002). The Noisy Response to Silent Spring: Placing Rachel Carson’s Work in Context. Science, Technology, and Society Department, Pomona College, Senior Thesis, Διαθέσιμο: http://www.sts. pomona.edu/ThesisSTS.pdf

Gottlieb, R. (1993). Forcing the Spring: The Transformation of the American Environmental Movement. New York: Island Press.

Humphrey, C., Lewis, T. (2006). Mobilizing American Environmentalism: The Role of Rachel Carson’s Silent Spring. Paper presented at the Annual Meeting of the American Sociological Association, Montreal Convention Center, Montreal, Quebec, Canada, August 11.

Hynes, H. P. (1987). The Recurring Silent Spring. New York: Pergamon.

Kellman, S.G. (2007). Gentle Subversive: Rachel Carson, Silent Spring and the Rise of the Environmental Movement. USA Today (Magazine), September 1.

Kuckartz, U. (2009). Cherries from Timbuktu. Why despite better knowledge, behaviour patterns do not change. Presentation to The Great Transformation. Climate Change as Cultural Change International Conference, June 8-10, Essen, Germany. Διαθέσιμο: http://www.greattransformation.eu/images /stories/downloads/kuckartz_presentation_opt.pdf

Lear, L. (1993). Rachel Carson’s Silent Spring. Environmental History Review. Vol. 17, Summer Issue, pp. 23-48. Διαθέσιμο: http://www.history.vt.edu/ Barrow/Hist3706/readings/lear.html

Lewis, J. (1985).  The Birth of the EPA.  EPA Journal. November. Διαθέσιμο: http://www.epa.gov/history/topics/epa/15c.htm

Manes, C. (1990). Green Rage: Radical Environmentalism and the Unmaking of Civilization, Boston: Little, Brown.

Μανωλάς, Ε., Ταμπάκης, Σ., Κουτρουμανίδης, Θ. (2004). Διερεύνηση της Άποψης των Πολιτών της Ορεστιάδας σχετικά με το Κόστος Προστασίας του Περιβάλλοντος. Πρακτικά 1ου Πανελλήνιου Περιβαλλοντικού Συνεδρίου, Ορεστιάδα, 7-9 Μαΐου, σελ. 338-344.

McCarthy, J. D., Zald, M. N. (1977). Resource mobilization and social movements: A partial theory. American Journal of Sociology, Vol. 82, pp.1212 – 1241.

McCormick, J. (1991).  Reclaiming Paradise: The Global Environmental Movement.  Bloomington, IN:  Indiana Univ. Press.

McKee, J. E. (Ed) (1961). 100 Problems in Environmental Health: A Collection of Promising Research Problems. Washington, D. C.: Jones Composition Co., and Kirby Lithograph Co.

McLean, L.A. (1962). The Necessity, Value and Safety of Pesticides. September.

Muller, H. J. (1962). New York Herald Tribune. 23 September.

NILT (2000). Module: Environment. Διαθέσιμο: http://www.ark.uk/nilt/ 2000/Environment/

NORC (1992). General Social Surveys, 1972-1992: Cumulative Codebook. Chicago: National Opinion Research Center.

Pepper, D. (1996). Modern Environmentalism: An Introduction. London: Routledge.

Stare, F. J. (1963). Some Comments on ‘Silent Spring’. Nutrition Reviews. January.

Stevens, A. (1998). Rachel Carson, the life of the author of Silent Spring: A Book Review. The Trumpeter. Vol. 15, No. 1. Διαθέσιμο: http:// trumpeter.athabascau.ca/index.php/trumpet/article/view/164/197

“The Desolate Year” (1962). Monsanto Magazine. October.

Tullock, G. (1962).“Of Mites and Men,” National Review. 20 November.

V.A.B. (1962). Sunday Times-Advertiser. 21 October.

———  –——–


periv_ekpaid_logo


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 27.03.2017

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s