Η προστασία του Αστικού και Περιαστικού Πρασίνου κατά το ισχύον Δίκαιο

ΣΟΦΙΑ Ε. ΠΑΥΛΑΚΗ
Δικηγόρος, υπ. Δρ., ΜΔΕ Περιβαλλοντική Πολιτική ΔΠΘ

1. Εισαγωγή – Ιστορική αναδρομή

Η προστασία των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου συνιστά βασική συνιστώσα του σχεδιασμού, με στόχο τη διασφάλιση βιώσιμου δημόσιου χώρου και αστικού περιβάλλοντος. Σήμερα, η διαρκής υποβάθμιση του αστικού χώρου ως συνέπεια της καταστροφής του περιβάλλοντος και της αυξημένης ανάγκης για εξασφάλιση δομημένων εκτάσεων, καθιστούν το αστικό πράσινο ευάλωτο, το απαξιώνουν και το απειλούν, με επαχθείς συνέπειες στη δημόσια υγεία, την αισθητική του τοπίου και στη λειτουργικότητα του δημόσιου χώρου.

Ιστορικά, η παρουσία αστικού πρασίνου απαντάται ήδη από την ελληνική μυθολογία, στην περίφημη περιγραφή των θαυμαστών κήπων του βασιλιά Αλκίνοου από τον Όμηρο.[1] Η Βαβυλώνα υπήρξε επίσης μία από τις αρχαιότερες κοιτίδες ανάπτυξης αστικών κήπων, ενώ αρχαία άλση αναφέρονται στην Αίγυπτο, την Περσία, την Κίνα, την Ιαπωνία και τη Βαγδάτη.[2] Στην αρχαία Ελλάδα, οι πόλεις διέθεταν ιερά άλση που αποτέλεσαν εστίες, γύρω από τις οποίες αναπτύχθηκε η πνευματική και λατρευτική ζωή.

Στα ελληνιστικά χρόνια εμφανίζονται οι «βοτανικοί κήποι» με φυτά από τις κτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου,[3] ενώ στη βυζαντινή εποχή και τον Μεσαίωνα επικρατεί το μοντέλο των «μοναστηριακών κήπων», όπου καλλιεργούνταν μυρωδικά και φαρμακευτικά φυτά και το πράσινο είχε περισσότερο χρηστικό χαρακτήρα.[4] Στην Αναγέννηση, μαζί με την ανάπτυξη της τέχνης και της αισθητικής, κατασκευάστηκαν τα πρώτα οργανωμένα πάρκα και άλση.[5]

Τον 19ο αιώνα, η έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης σηματοδότησε μια περίοδο εκτεταμένων παρεμβάσεων στο φυσικό περιβάλλον, ιδίως εκείνο που γειτνιάζει με τα αστικά κέντρα. Η ανάγκη εξασφάλισης πρώτων υλών και καυσίμων επέφερε μία άνευ προηγουμένου δοκιμασία στο περιβάλλον, μεταβάλλοντας ολόκληρη τη μέχρι τότε θεώρηση για τη ζωή και τη θέση του ανθρώπου στη φύση.

Κατά τον 20ό αιώνα, η ανθρωπότητα καθορίστηκε από τις δοκιμασίες μεγάλων πολέμων, την πυρηνική απειλή, τη διεθνή κρίση της ειρήνης και ασφάλειας, την παγκόσμια φτώχεια και την απερήμωση. Η συντέλεση περιβαλλοντικών ατυχημάτων ευρείας κλίμακας, η υπεράντληση φυσικών πόρων, η εντατικοποιημένη παραγωγή και η αλόγιστη κατανάλωση οδήγησαν στην εμφάνιση του παγκόσμιου οικολογικού κινήματος.[6] Η εξέλιξη αυτή λειτούργησε ευεργετικά και στην οργάνωση των σύγχρονων πόλεων, όπου οι έννοιες της «ποιότητας ζωής», της «βιώσιμης ανάπτυξης» και του «περιβαλλοντικού κεκτημένου» σταδιακά οριοθέτησαν έναν τρόπο ζωής λιγότερο επαχθή για το περιβάλλον και προσανατολισμένο στην προστασία του χάριν και των επερχομένων γενεών.

Ειδικά στην Αθήνα, κατά τη διακυβέρνηση του Όθωνα δημιουργήθηκαν οι πρώτοι σημαντικοί κήποι, όπως ο Εθνικός Κήπος, ο Κήπος των Αθηνών, του Θησείου κ.ά. κυρίως απόβαυαρούς κηποτέχνες.[7] Παράλληλα, προωθήθηκε η πολιτική των αστικών αναδασώσεων, στο πλαίσιο της οποίας έγιναν οι αναδασώσεις του Αρδηττού το 1877 από το Τμήμα Δασών του Υπουργείου Οικονομικών, του Λυκαβηττού στη θέση «Πευκάκια», του λόφου του Φιλοπάππου, της Ακροπόλεως και των παρυφών του Υμηττού. Τα σημαντικά αυτά έργα ωστόσο ανασχέθηκαν και τελικά εγκαταλείφθηκαν λόγω των αναγκών που προέκυψαν για τη χώρα από τη μικρασιατική καταστροφή και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, το τοπίο και ο αστικός χώρος της Αθήνας υπέστησαν σημαντική αλλοίωση και υποβάθμιση από την εντατική αστυφιλία και μία ολέθρια πολιτική δόμησης που ακολουθήθηκε συστηματικά και επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις.[8] Για τούτο, η διατήρηση και ανάδειξη των χώρων πρασίνου ανάγεται σήμερα σε έργο ζωτικής σημασίας για την ίδια τη φυσιογνωμία, τη λειτουργία και την υπόσταση των πόλεών μας.

2. Προστασία των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου κατά το δίκαιο

Η προστασία που παρέχεται κατά το δίκαιο στους κοινοχρήστους χώρους πρασίνου, αναλύεται κυρίως μέσα από το τρίπτυχο: α) της Συνταγματικής προστασίας τους, β) της προστασίας τους κατά το ιδιωτικό δίκαιο και γ) της συμβολής των αρχών της αειφορίας και του πολεοδομικού κεκτημένου στον ζωτικό χώρο του ανθρώπου.[9]

Με το άρθρο 24 του Συντάγματος αναγνωρίζεται το δικαίωμα του ανθρώπου να διαβιεί και να αναπτύσσεται σε ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο.[10] Το αντικείμενο του δικαιώματος στο περιβάλλον ορίζεται με τη δέουσα ευρύτητα, ώστε να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συνθέτουν εκάστοτε τον υπό ευρεία έννοια «ζωτικό χώρο» του ανθρώπου, μεταξύ των οποίων καθοριστική θέση κατέχουν οι κοινόχρηστοι, ελεύθεροι χώροι των πόλεων και των οικισμών και οι χώροι πρασίνου.[11]

Η προστασία που παρέχεται από το Σύνταγμα και τη νομοθεσία στους κοινόχρηστους χώρους πρασίνου, συνίσταται στη διαφύλαξή τους στο διηνεκές,[12] μέσω της λήψεως των αναγκαίων μέτρων και της αειφορικής διαχείρισής τους, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εκπλήρωση του σκοπού τους, δηλαδή η ελεύθερη και ακώλυτη χρήση και απόλαυση του πρασίνου από το κοινό.

Σύμφωνα και με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου αποτελούν «χώρους τεχνητώς δημιουργηθέντος υποκατάστατου φυσικού περιβάλλοντος».[13] Καθίσταται επομένως σαφές ότι οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου, αν και αποτελούν μεγέθη κατ΄ εξοχήν του δομημένου χώρου, αντιμετωπίζονται από το δίκαιο, χάριν της σπουδαίας λειτουργίας του πρασίνου και της αναψυχής που επιτελούν, ως αυτούσια συστήματα φυσικού κεφαλαίου εντός του οικιστικού ιστού, που ενεργοποιούν ολόκληρο το φάσμα της συνταγματικής προστασίας του άρθρου 24.[14]

Γίνεται ακόμη δεκτό ότι εντός των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου επιτρέπονται αποκλειστικά και μόνο κατασκευές απαραίτητες για την επιτέλεση της λειτουργίας τους, δηλαδή μη κτηριακές κατασκευές, που απλώς διευκολύνουν την επαφή του κοινού με το φυσικό περιβάλλον, οι δε κτηριακές εγκαταστάσεις επιτρέπονται μόνο κατ΄ εξαίρεση και σε ελάχιστο ποσοστό της εκτάσεως.[15]

Στοιχειώδη εγγύηση της συνταγματικής προστασίας των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου αποτελεί ο σεβασμός του κανόνα «πράσινο αντί πρασίνου», που πρακτικά σημαίνει ότι ο αποχαρακτηρισμός κοινοχρήστου χώρου, στο πλαίσιο ορισμένης αναπλάσεως, πρέπει να τελεί υπό τον αυτονόητο όρο της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως και δεν αρκεί απλή κήρυξή της με τροποποίηση του σχεδίου πόλεως.[16]

Στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου, το περιβάλλον ορίζεται ως το σύνολο των αγαθών που συνθέτουν τον «ζωτικό χώρο» του ανθρώπου.[17] Με αφετηρία το απορρέον από την προσωπικότητα του ατόμου,[18] δικαίωμα χρήσεως των κοινοχρήστων πραγμάτων, στα οποία συγκαταλέγονται τα περιβαλλοντικά αγαθά και οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου, κατοχυρώνεται το δικαίωμα του ανθρώπου σε έναν υγιεινό, βιώσιμο και ποιοτικό ζωτικό χώρο, κατά τα άρθρα 966 επ. ΑΚ περί κοινοχρήστων πραγμάτων και 24 του Συντάγματος.[19]

Ο Λόφος του Αρδηττού – Το Ζάππειο Μέγαρο και ο Εθνικός Κήπος

3. Προστασία πάρκων και αλσών

Η σημασία που αποδίδει το δίκαιο στο αστικό πράσινο είναι τόσο εμφαντική, ώστε αναγνωρίζει στα πάρκα και άλση εντός οικιστικού ιστού την προστασία που παρέχεται στα δάση και στις δασικές εκτάσεις της χώρας.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 τουν. 998/1979 περί προστασίας δασών, υπάγονται στις διατάξεις του και τα εντός πόλεων και οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση και το περιαστικό πράσινο, στις δε διατάξεις της δασικής νομοθεσίας υπάγονται και τμήματα πάρκου ή άλσους που φέρουν μη δασική βλάστηση συνδέονται όμως οργανικά με το σύνολο του πάρκου ή άλσους συμβάλλοντας στη διατήρηση της φυσικής ισορροπίας του. Η προστασία που παρέχεται από τη δασική νομοθεσία στα πάρκα και άλση εξειδικεύεται περαιτέρω στα άρθρα 58, 59 και 60 του έκτου κεφαλαίου του ν. 998/1979 περί επιτρεπτών επεμβάσεων, όπως ισχύουν μετά τον ν. 4280/2014.

Η επιλογή αυτή του Έλληνα νομοθέτη δικαιολογείται κυρίως επειδή:[20]

α) Τα άλση και πάρκα συνιστούν συχνά οικοσυστήματα υψηλής οικολογικής και αισθητικής αξίας, που προσιδιάζουν σε αυτά τα ίδια τα δάση, συνιστώντας τόπους στους οποίους διαβιούν ακόμα και σπάνια είδη ζώων και φυτών και περιβάλλοντα στα οποία αναπτύσσονται προστατευόμενα στοιχεία της φύσης και της βιοποικιλότητας, όπως ρέματα, λίμνες, ποτάμια, υγροβιότοποι, παράκτια οικοσυστήματα, φυσικοί σχηματισμοί, τοπία, μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι κ.ά.

β) Επίσης τα άλση και πάρκα συνδέονται συχνά με την ίδια την ιστορία, τον πολιτισμό και την εξέλιξη των τόπων, εντός των οποίων αναπτύσσονται ή τους οποίους περιβάλλουν. Ένας σημαντικός αριθμός πάρκων και αλσών έχει συντελέσει στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης και ταυτότητας των περιοχών που αφορούν και στη διαμόρφωση της τοπικής κοινωνικής, πολιτικής, επαγγελματικής και πολιτιστικής ζωής, σε βαθμό που θεωρούνται πλέον αναπόσπαστο μέρος και σημείο αναφοράς των τόπων και των κατοίκων τους.

γ) Επιπλέον, τα άλση και πάρκα, λόγω της άμεσης γειτνίασής τους με τον αστικό χώρο, απειλούνται από ποικίλες προσβολές και συστηματική υποβάθμιση, γεγονός που επιτάσσει την αυξημένη προστασία τους με την υπαγωγή τους στη δασική νομοθεσία.

Κατά το άρθρο 5 του ν. 998/1979, η μέριμνα για την ανάπτυξη, βελτίωση, αναδάσωση και προστασία πάρκων, αλσών και δενδροστοιχιών ανήκει στους οικείους ΟΤΑ ή στους οικιστικούς φορείς που αναλαμβάνουν τη δημιουργία τους ή σε ίδια νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με σχετική μελέτη. Η μέριμνα για δάση, δασικές εκτάσεις, πάρκα, άλση και δενδροστοιχίες εντός αρχαιολογικών χώρων ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού. Οι υπηρεσίες αυτές δύνανται να ζητούν τη συνδρομή της δασικής υπηρεσίας, εφ΄ όσον συντρέχει περίπτωση, ενώ η εκτέλεση κάθε είδους έργων σε πάρκα και άλση ενεργείται σύμφωνα με σχετική μελέτη που εγκρίνεται από τη δασική αρχή και με την εποπτεία της.

Ο ν. 3889/2010 (άρθρα 13 και 23) εξαιρεί τα εντός οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση από τον δασικό χάρτη, διευκρινίζει ωστόσο ότι, ως προς την προστασία τους, εφαρμόζονται οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Σύμφωνα περαιτέρω με το άρθρο 58 του ν. 998/1979, δεν επιτρέπεται μεταβολή του κυρίου προορισμού των πάρκων και αλσών ούτε αναίρεση της λειτουργίας τους.[21] Εξαιρετικά και μόνο έχει κριθεί, ότι συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος, που επιτρέπει τη μεταβολή της χρήσεως ή του προορισμού πάρκων και αλσών, η διάνοιξη δημοσίων οδών για να εξυπηρετηθεί σπουδαία ανάγκη επικοινωνίας.[22]

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας, είναι τα άλση και πάρκα να βρίσκονται σε χώρο χαρακτηρισμένο από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο ως «κοινόχρηστο»,[23] μη οικοδομήσιμο.

Ισχύει επίσης, σύμφωνα και με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η γενική απαγόρευση της εντάξεως δάσους ή δασικής εκτάσεως σε πολεοδομικό σχέδιο, ακόμη και αν γίνεται προς τον σκοπό δημιουργίας κοινοχρήστων χώρων που διατηρούν τον δασικό τους χαρακτήρα.[24] Επιτρέπεται παρ΄ όλα αυτά, χάριν της ενότητας του πολεοδομικού σχεδιασμού, να εντάσσονται σε σχέδιο πόλεως μικρά μόνο τμήματα δασών ή δασικών εκτάσεων, που γειτνιάζουν ή περιβάλλονται από οικισμούς, στην περίπτωση δε αυτή, οι εντασσόμενοι στο σχέδιο δασικοί θύλακες διατηρούν υποχρεωτικά αναλλοίωτο τον δασικό τους χαρακτήρα.[25]

4. Νεώτερη αντίληψη του δημόσιου χώρου

Στον σχεδιασμό του δημόσιου χώρου, κυρίως στην περιοχή της Αττικής, εισήχθησαν νέα δεδομένα από την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ο ν. 3342/2005 για τη βέλτιστη αξιοποίηση της Ολυμπιακής κληρονομιάς προέβλεψε τη συντήρηση του περιβάλλοντος χώρου των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων ως χώρων πρασίνου και αναψυχής.

Σήμερα, με τον ν. 4277/2014 (νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας – ΡΣΑ) διατυπώνονται στρατηγικές επιλογές για την ολοκληρωμένη και βιώσιμη ανάπτυξη της Αττικής, τη διαφύλαξη των πόρων της, την ανάδειξη των ορεινών όγκων της ως «αδιάκοπης συνέχειας πρασίνου», υπό τη μορφή ενός «πράσινου τόξου», που καλύπτει ένα ευρύ πεδίο από τον Σαρωνικό και τον Κορινθιακό έως τον Ευβοϊκό κόλπο. Ομοίως προωθείται η διαμόρφωση δικτύου κοινοχρήστων χώρων πρασίνου εντός του αστικού ιστού, κυρίαρχο στοιχείο του οποίου είναι η ανάπτυξη των «αστικών φυτεύσεων».

Το νέο ΡΣΑ προβλέπει την «πράσινη σύνδεση» του κέντρου της Αθήνας με την Πάρνηθα, τον Υμηττό και το Αιγάλεω, με κατάλληλες παρεμβάσεις, φυτεύσεις και πεζοδρομήσεις και τη διευκόλυνση της αναψυχής και του περιπάτου, με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στο Λεκανοπέδιο. Το «πράσινο τόξο» ενσωματώνει κοινόχρηστους ελεύθερους χώρους μητροπολιτικού ή υπερτοπικού επιπέδου, δασικού ή μη χαρακτήρα, καθώς και χώρους που, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, προστατεύονται παράλληλα και από τις διατάξεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Συμβαίνει επίσης συχνά, ένας χώρος πρασίνου να αποτελεί ταυτόχρονα και προστατευόμενο τοπίο ή ζώνη προστασίας αρχαιολογικού χώρου ή διατηρητέου μνημείου ή ιστορικό τόπο. Στην περίπτωση αυτή, η προστασία που παρέχεται είναι πολλαπλή και παράλληλη, τόσο από τις διατάξεις περί προστασίας των χώρων πρασίνου και τη δασική νομοθεσία όσο και από τις διατάξεις για την προστασία του τοπίου και του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Στην ίδια κατεύθυνση, η νομοθεσία περί ενοποιήσεως των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας συμπεριέλαβε στην προστασία της όχι μόνο μνημεία, διατηρητέα κτήρια και αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και χώρους πρασίνου, περιπάτου και αναψυχής. Τέλος, η Χάρτα της Φλωρεντίας του 1982 καθορίζει το πλαίσιο προστασίας και διαχείρισης των «ιστορικών κήπων» ως μεμονωμένων συνθέσεων φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Δημοτικό Πάρκο Κατερίνης – Πάρκο Αγίου Νικολάου Νάουσας

5. Ζητήματα και προβληματισμοί

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά και σε δύο ζητήματα που εγείρουν ιδιαίτερο προβληματισμό σήμερα.[26]

Το πρώτο αφορά την περίπτωση της παραχώρησης δημοσίων ακινήτων, στο πλαίσιο του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων (ν. 3986/2011 – Μεσοπρόθεσμο ΠλαίσιοΔημοσιονομικής Στρατηγικής). Ζήτημα γεννάται, στην περίπτωση αυτή, όσον αφορά τη δυνατότητα διατήρησης του κοινόχρηστου χαρακτήρα των δημόσιων χώρων πρασίνου και της δυνατότητας ακώλυτης χρήσης και απόλαυσή τους από το κοινό, εφόσον εντάσσονται στους παραχωρούμενους χώρους ή σε διαδικασία στρατηγικής επενδύσεως. Μολονότι το άρθρο 12 του ν. 3986/2011 ορίζει ότι ο κύριος της επενδύσεως υποχρεούται να διαθέσει την έκταση για τη δημιουργία κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων και εγκαταστάσεων, στην πράξη δεν είναι πάντοτε σαφές πώς η γενική αυτή ρήτρα μπορεί να λειτουργήσει ως εχέγγυο ότι η κοινοχρησία στον δημόσιο χώρο παραμένει απρόσβλητη και αμείωτη, ενώ παράλληλα ισχύει και η διάταξη του άρθρου 966 του Αστικού Κώδικα, κατά την οποία τα κοινόχρηστα πράγματα ανήκουν στα πράγματα «εκτός συναλλαγής».

Ένα ακόμα καίριο ζήτημα αποτελεί η κατάργηση κοινοχρήστων χώρων πρασίνου λόγω αδυναμίας των δήμων να καταβάλουν αποζημιώσεις για τη συντέλεση ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν για τη δημιουργία τους. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, μέσα από σημαντικές αποφάσεις του,[27] εξειδίκευσε μια σειρά συνταγματικά θεμιτών κριτηρίων, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψη για τη νόμιμη άρση των απαλλοτριώσεων αυτών και τη θεώρηση των χώρων ως εκ νέου οικοδομήσιμων, μεταξύ των οποίων κυρίως η εξέταση του είδους του οικισμού, του τυχόν ειδικά προστατευόμενου χαρακτήρα της περιοχής, αλλά και η επιβολή της υποχρέωσης αιτιολογίας της αδυναμίας των δήμων να καταβάλουν την αποζημίωση και όχι η απλή, γενική επίκλησή της.

6. Περιαστικό πράσινο

Σχετικά με τα περιαστικά δάση και τους ορεινούς χώρους, αξιοσημείωτος είναι ο καθοριστικός ρόλος τους στη διατήρηση της ισορροπίας και της βιωσιμότητας του περιβάλλοντος, του κλίματος και της ζωής στον αστικό ιστό, στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου και στην προστασία πόλεων, οικισμών και καλλιεργειών από τους κινδύνους των πλημμυρικών φαινομένων, των κατολισθήσεων και των ακραίων θερμοκρασιών, κατά τους χειμερινούς και θερινούς κυρίως μήνες.

Με τον όρο «περιαστικό πράσινο» νοείται το σύνολο των ελεύθερων δασικών, χέρσων, ορεινών και ημιορεινών εκτάσεων που απαντώνται στην περιφέρεια του αστικού χώρου, κατά κανόνα εκτός σχεδίου πόλεως. Τον ορισμό αυτό είχε αποδώσει ο Γιώργος Ντούρος και τον δανείζομαι λόγω της πληρότητάς του.[28] Στο περιαστικό πράσινο συχνά εντάσσονται δασικές και προστατευόμενες περιοχές, ρέματα και λοιποί υδάτινοι πόροι, ορεινά και αγροτικά τοπία, καλλιεργούμενες εκτάσεις, αρχαιολογικοί χώροι και ακτές.

Λόγω της άμεσης γειτνίασής του με τον αστικό χώρο, το περιαστικό πράσινο καθίσταται ιδιαίτερα ευάλωτο στις οικιστικές πιέσεις και απειλείται από κινδύνους συρρίκνωσης και υποβάθμισης της αισθητικής του αξίας και της οικολογικής του ισορροπίας καθώς και από τις συνέπειες της αυθαίρετης δόμησης, των παράνομων επεμβάσεων και της επιβάρυνσης που προκαλεί η ανθρώπινη δραστηριότητα, η εγκατάσταση και η μετακίνηση στις πόλεις.

Για το περιαστικό πράσινο δεν υφίσταται συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά διατάξεις σχετικές με την προστασία του αντλούνται από διάφορα νομοθετήματα και από τις ρυθμίσεις του γενικού και των περιφερειακών χωροταξικών πλαισίων.

Σήμερα, στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, οι κοινόχρηστοι και ελεύθεροι χώροι πρασίνου αποκτούν βαρυσήμαντο ρόλο, καθιστώντας άνευ αξίας οποιαδήποτε συζήτηση για «βιώσιμες» πόλεις, στον βαθμό που δεν εστιάζει στην πρόβλεψη, την προστασία και τη διαχείρισή τους. Ο νόμος και το δίκαιο λειτουργούν εγγυητικά προς την κατεύθυνση αυτή. Σημαντικό είναι ωστόσο να ακολουθούνται από αποφάσεις και πολιτικές που προάγουν και αναδεικνύουν τον δημόσιο χώρο πρασίνου στο σύγχρονο αστικό και περιαστικό περιβάλλον.

Αισθητικό δάσος Καισαριανής (Υμηττός) – Δάσος Τατοΐου (Πάρνηθα)

* Το παρόν κείμενο αποτελεί Εισήγηση, η οποία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο Ημερίδας με θέμα: «Μαθαίνω να αγαπώ το Δάσος», την οποία συνδιοργάνωσαν η Γενική Διεύθυνση Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ και το Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού (ΕΛΓΟ) ΔΗΜΗΤΡΑ, για την Παγκόσμια Ημέρα Δασοπονίας, την Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019, στη συνεδριακή αίθουσα του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ (Τέρμα Αλκμάνος – Ιλίσια, Αθήνα). Οι κυριότερες αναφορές της εισηγήσεως αντλούνται από το πρόσφατο έργο της Σ. Παυλάκη, «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο (Νομοθετικό Πλαίσιο – Νομολογία)», εκδ. Νομόραμα, Αθήνα 2019.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] ΟΜΗΡΟΥ Οδύσσεια, Στ΄, 291-293, μτφρ. Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ.

[2] ΑΝΑΝΙΑΔΟΥ – ΤΖΗΜΟΠΟΥΛΟΥ Μ., «Αρχιτεκτονική τοπίου – Σχεδιασμός αστικών χώρων», εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 14-15, ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ζ., «Το πράσινο στον αστικό χώρο και η ποιότητα ζωής: Συγκρίνοντας δύο γειτονιές στον Δήμο της Μυτιλήνης», Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Μυτιλήνη 2009, σ. 9-10.

[3] ΤΖΩΡΤΖΗ Ν., «Ο δημόσιος χώρος στην αρχαία Ελλάδα», σε: «Το φυσικό περιβάλλον στην αρχαία Ελλάδα», επιμ.: ΜΑΝΩΛΑΣ Ε., Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων ΔΠΘ, 2010, σ. 91.

[4] ΝΟΪΤΣΑΚΗΣ Λ., «Αειφορική πολεοδομία: η αλληλεπίδραση μεταξύ δομημένου και φυσικού περιβάλλοντος», Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Μυτιλήνη 2007, ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ζ., «Το πράσινο στον αστικό χώρο …», ό.π., σ. 12.

[5] ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ζ., «Το πράσινο στον αστικό χώρο …», ό.π., σ. 12.

[6] ΚΟΥΓΙΑΣ Κ., «Το Περιβαλλοντικό Κίνημα και η Χρησιμότητα Θεωρητικών Προσεγγίσεων των Κοινωνικών Επιστημών», σε: «Περιβαλλοντική Κοινωνιολογία», επιμέλεια: ΜΑΝΩΛΑΣ Ε., Αθήνα 2017, σ. 20, ΜΑΝΩΛΑΣ Ε., «Η Σιωπηλή Άνοιξη της Rachel Carson και η άνοδος του περιβαλλοντικού κινήματος», σε: «Θέματα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων», Τόμος 2ος, περιοδική έκδοση Τμήματος Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων ΔΠΘ, σ. 225, ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Η συμμετοχή των πολιτών στην προστασία του περιβάλλοντος, ΠερΔικ τ. 1/2017 σ. 52 και σε: https://dasarxeio.com/2016/09/15/34578/, ΤΣΑΜΠΟΥΚΟΥ – ΣΚΑΝΑΒΗ Κ., «Περιβάλλον & Κοινωνία – Μια σχέση σε αδιάκοπη εξέλιξη», σ. 20.

[7] ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ζ., «Το πράσινο στον αστικό χώρο …», ό.π., σ. 17. Σχετ. ΤΑΜΒΑΚΗΣ Ν., «Εθνικός Κήπος – Ένας τόπος με μακρά κηποτεχνική ιστορία», Αθήνα 2016, σ. 50

[8] Σχετ. και ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Οπτική ρύπανση – Το αποτύπωμα της περιβαλλοντικής βλάβης στο επίπεδο του αισθητού», ΠερΔικ τ. 2/2016 σ. 262 και σε: https://dasarxeio.com/2017/08/23/47479/

[9] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο (Νομοθετικό Πλαίσιο – Νομολογία)», Αθήνα 2019, σ. 21.

[10] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», σ. 13 επ., ΜΕΝΟΥΔΑΚΟΣ Κ., «Η Συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος μετά την αναθεώρηση», ΝοΒ 2002 σ. 45, ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Το δικαίωμα στο περιβάλλον», σε: «Θεμελιώδη Δικαιώματα» (επιμ.: ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ Σ.), Αθήνα 2017, σ. 195.

[11] ΔΕΚΛΕΡΗΣ Μ., «Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως – Γενικές Αρχές», Αθήνα 2000, σ. 634.

[12] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Η αειφορία των δασών στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο», Εισήγηση στο πλαίσιο επιστημονικής Ημερίδας, με θέμα: «Η Αειφορία των Ελληνικών Δασών υπό το πρίσμα: Περιβάλλον – Οικονομία – Κοινωνία», Ελληνική Δασολογική Εταιρεία, 5 Ιουνίου 2018 Αμφιθέατρο Κεντρικής Βιβλιοθήκης Δήμου Θεσσαλονίκης και 28 Ιουλίου 2018 Αμφιθέατρο Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων Αθηνών, Τόμος Πρακτικών σ. 79.

[13] ΣτΕ 787/2016 (Τμ. Ε΄) ΤΝΠ Νόμος.

[14] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο (Νομοθετικό Πλαίσιο – Νομολογία)», Αθήνα 2019, σ. 21.

[15] ΣτΕ 787/2016 ΤΝΠ Νόμος.

[16] ΣτΕ 2242/1994 (υπόθεση Πάρκου Ελευθερίας – Μεγάρου Μουσικής Αθηνών).

[17] ΜΠρΗρακλείου 951/1597/2017 ό.π., ΠΠρΑθ 3872/2006 ΠερΔικ τ. 1/2007 σ. 87 με παρατηρήσεις ΒΟΥΛΓΑΡΗ Κ.

[18] ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ Δ., «Γενικές Αρχές», παρ. 16, αρ. 76. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΑΠ., «Εμπράγματο Δίκαιο», Αθήνα 2010, παρ. 21, σ. 153. 48 ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ Δ., «Εμπράγματο Δίκαιο», τόμ. Ι, παρ. 11, αρ. 55, Θεσσαλονίκη 2008.

[19] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο …», ό.π., σ. 29 επ.

[20] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο …», σ. 102.

[21] ΣτΕ Ολ 3144/2004 ΤΝΠ Νόμος.

[22] ΣτΕ 1978/2002 ΤΝΠ Νόμος.

[23] ΣτΕ 4384/2009 ΤΝΠ Νόμος κ.ά.

[24] ΣτΕ 1589/1999 ΤΝΠ Νόμος κ.ά.

[25] ΣτΕ 3369/2014 ΤΝΠ Νόμος κ.ά.

[26] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο …», σ. 121, 137.

[27] ΣτΕ 528/2017, 796/2016 κ.ά.

[28] ΝΤΟΥΡΟΣ Γ., «Αστικό και περιαστικό πράσινο», σε: http://www.asda.gr/elxoroi/ntouros.htm ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο …», σ. 294. Σχετ. και ΜΠΕΡΙΑΤΟΣ Η., «Περιαστικά δάση, τα πράσινα τείχη των ελληνικών πόλεων: δυνατότητες προστασίας και ανάδειξης», Πρακτικά 6ου Πανελλήνιου Γεωγραφικού Συνεδρίου Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2002.

:

.

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: