Τα Παρόχθια δάση μας απειλούνται και χρειάζονται άμεση την επέμβασή μας

Άρθρο-παρέμβαση, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα Δασοπονίας.

Του Δρ. Γιώργου Ευθυμίου,
Αν. Καθηγητή στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Παγκόσμια Ημέρα Δασοπονίας η 21η Μαρτίου εκάστου έτους, ως έναρξη της εαρινής ισημερίας και ως πρώτη ημέρα της άνοιξης ανακηρύχθηκε από τον FAO το 1971 στη Ρώμη. Κάθε χρόνο διοργανώνονται εκδηλώσεις αφιερωμένες στα δάση σε όλο το πανελλήνιο.

Έτσι και για την Παγκόσμια Ημέρα Δασοπονίας του 2019, μια σειρά εορταστικών ενημερώσεων και εκδηλώσεων ευαισθητοποίησης από την Δασική Υπηρεσία της χώρας, από εκπαιδευτικά ιδρύματα και φορείς όπως έχουν ανακοινωθεί στον ιστότοπο https://dasarxeio.com/tag/παγκόσμια-ημέρα-δασοπονίας/.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Δασών, ο γράφων θα ήθελε να μοιραστεί με τους αναγνώστες της εφημερίδας, μερικές σκέψεις, ανησυχίες και να θέσει προβληματισμούς για τα Παρόχθια ή Παραποτάμια Δάση, μια σημαντική κατηγορία δασών που χρήζει άμεσης προστασίας λόγω του ποικίλης οικολογικής και όχι μόνο αξίας τους.

Και η Εύβοια έχει μεγάλο αριθμό ποταμών και υγροτόπων όπως και σημαντικούς υγροτόπους , στους οποίους απαντώνται σημαντικές  νησίδες ή υπολείμματα παρόχθιων δασών.

Τα παρόχθια δάση είναι οικοσυστήματα δυναμικά, με πλούσια βιοποικιλότητα και εύθραυστη οικολογική ισορροπία, η οποία κινδυνεύει ακόμη και με κατάρρευση σε κάθε εξωτερική προς αυτά επέμβαση ή παρέμβαση. Από τα δασικά οικοσυστήματα είναι ίσως τα μοναδικά που δέχονται τις περισσότερες άμεσες ή έμμεσες πιέσεις από τις ανθρώπινες δραστηριότητες (γεωργία, κτηνοτροφία, υλοτομία, οικιστική δράση κ.α.).

Τα παρόχθια δάση φύονται στους υγροτόπους (περιοχές που κατακλύζονται μόνιμα, περιοδικά ή επεισοδιακά από επιφανειακό ή υπόγειο νερό, ρέον ή στάσιμο, γλυκό υφάλμυρο ή αλμυρό.

Ανάλογα με το που απαντώνται χαρακτηρίζονται ως:

α) παραποτάμια, αυτά δηλαδή τα οποία φύονται είτε κατά μήκος των όχθεων των ποταμών, χειμάρρων,  ρεμάτων είτε σε μικρά ή μεγάλα νησιά εντός της κοίτης του ποταμού και

β) παραλίμνια, αυτά δηλαδή που καταλαμβάνουν εκτάσεις περιμετρικά των λιμνών, φυσικών ή τεχνητών. Ανάλογα με τη θέση και απόσταση  του παρόχθιου δάσους από τον υγρότοπο, διαμορφώνεται η σύνθεση και η δομή της παρόχθιας βλάστησης.

Στα παρόχθια δάση που βρίσκονται δίπλα στο υδάτινο στοιχείο, κατά συνέπεια κάτω από την άμεση επιρροή του νερού τα δέντρα που κυριαρχούν είναι ιτιές, πλατάνια, λεύκες, σκλήθρα.

Αντίθετα σε αυτά που βρίσκονται σε πιο μακρινές θέσεις, άρα με μικρότερη χρονικά ή ποσοτικά ύπαρξη νερού (κυρίως υπόγειου), τα δέντρα που συνθέτουν τα παρόχθια δάση είναι κυρίως η φτελιά, ο φράξος, η λεύκα, η καρυδιά, η χνοώδης  ποδισκοφόρος  δρύς.

Διαφορετική είναι η σύνθεση της παρόχθιας δασικής βλάστησης και κατά μήκος ενός ποταμού, στο άνω, μέσο και κάτω τμήμα του ρου του και στο πεδινό – εκβολικό του τμήμα.

Τα παρόχθια δάση του ελλαδικού χώρου, σε αντίθεση με τα μεσευρωπαϊκά, εμφανίζουν τη δομή των δασών τύπου «λόγγου». Ταυτόχρονα αν και απαντώνται σε υγροτοπικά οικοσυστήματα τα οποία ανήκουν σε κάποια κατηγορία προστατευόμενων περιοχών, στην πράξη είναι οικοσυστήματα, τα οποία είναι «εγκαταλελειμμένα» στην  τύχη τους και στην καταστροφή και υποβάθμισή τους από κάθε είδους ανθρώπινη δραστηριότητα.

Κατά συνέπεια, η  κύρια απειλή για τα περισσότερα παρόχθια δάση μας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος με τις ποικίλες και διαφορετικής έντασης δραστηριότητές του.

Συχνά σε πολλά ποτάμια το εναπομείναν παρόχθιο δάσος (από την έντονη ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα) μόνο δάσος δεν είναι, καθότι αποτελείται από μία σειρά δέντρων κατά μήκος της όχθης, γνωστό ως δάσος «γαλαρία».

Σε μερικές περιπτώσεις με έντονη γεωργία και πιο δραστική επέμβαση, δεν υπάρχει ούτε αυτή η σειρά των παρόχθιων  δασικών δέντρων, προς «όφελος» των καλλιεργούμενων εκτάσεων.

Συχνά οι γεωργικές καλλιέργειες εφάπτονται με την κοίτη του ποταμού και είναι εκτεθειμένες στην διαβρωτική δύναμη του νερού σε περίπτωση έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης στην λεκάνη απορροής του ποταμού.

Παρόχθια βλάστηση με μεγάλη οικολογική σημασία (για την πανίδα) είναι κι αυτή που αναπτύσσεται κατά μήκος των μικρών ρυακιών, των αρδευτικών και στραγγιστικών καναλιών η οποία περιοδικά καίγεται ή αποψιλώνεται, ως «ενοχλητική» για τις καλλιέργειες ενώ μεγάλη είναι η οικολογική σημασία της για την άγρια ζωή (πανίδα) και το φιλτράρισμα του νερού κυρίως από φυτοφάρμακα και λιπάσματα,  ειδικά με τα καλάμια.

Εκτός από την εντατική γεωργία, η βοσκή, συχνά με λάθος ζωικό κεφάλαιο (αιγοπρόβατα) υπονομεύει την αναγέννηση και διατήρηση των παρόχθιων δασών. Τα βοοειδή και κυρίως  βουβάλια  είναι το ιδανικό ζωικό κεφάλαιο για τα παρόχθια οικοσυστήματα, διότι κάνουν τη μικρότερη ζημία.

Η λαθροϋλοτομία είναι μια ακόμη βασική αιτία συρρίκνωσης και υποβάθμισης των παρόχθιων δασών ενώ η λαθροθηρία υπονομεύει την βιοποικιλότητά τους. Η απόθεση απορριμμάτων και μπάζων στις κοίτες μικρών ή μεγάλων ρεμάτων είναι μια ακόμη συχνή εικόνα στην ελληνική ύπαιθρο!

Τα παρόχθια δάση κινδυνεύουν και από ασθένειες. Τα τελευταία χρόνια τα πλατανοδάση μας κινδυνεύουν από το μεταχρωματικό έλκος του πλατάνου. Είναι ο μύκητας Ceratocystis fimbriata f.sp. platani ο οποίος τυλώνει (φράζει) τους αγωγούς ιστούς στον κορμό του πλατάνου και ένδειξη προσβολής αποτελεί η μερική ξήρανση κλαδιών (αρχικό στάδιο) ή η ολική ξήρανση κλαδιών ακόμη και ολόκληρου του δέντρου (σε προχωρημένο στάδιο).

Είναι μια ασθένεια που εισήχθη στη χώρα μας, με εισαγωγή μολυσμένου φυτευτικού υλικού από το εξωτερικό. Η πρώτη καταγραφή της ασθένειας έγινε το 2003 στη Μεσσηνία ενώ σήμερα έχει επεκταθεί σε όλη την Ήπειρο, έχει καταγραφεί σε θέσεις στη Θεσσαλία (2014) ενώ τον τελευταίο χρόνο έχει κάνει την εμφάνισή της και στα πλατανοδάση της Στερεάς Ελλάδας (Ευρυτανία, Φθιώτιδα και Εύβοια).

Ο μόνος τρόπος να περιοριστεί ή επιβραδυνθεί η εξάπλωσή του είναι η άμεση ενημέρωση των δασικών υπηρεσιών μόλις εντοπισθεί προσβεβλημένος πλάτανος ή υπάρχει υποψία προσβολής με την ύπαρξη νεκρών κλάδων, ώστε να μπει η περιοχή σε καραντίνα και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Δυστυχώς και στην γρήγορη εξάπλωση της ασθένειας των πλατάνων έπαιξε καθοριστικό ρόλο εκούσια ή ακούσια ο άνθρωπος. Η λαθραία υλοτόμηση πλατανιών και μεταφορά του ξύλου που πιθανόν να υπάρχει η προσβολή, μεταφέρει την ασθένεια.

Οι κλαδεύσεις της παρόδιας βλάστησης, για ορατότητα και πυρασφάλεια, με τον συχνά αντιεπιστημονικό τρόπο που γίνεται, αν υπάρχει πλατάνι μολυσμένο με τα μηχανήματα κοπής και τα πριονίδια με τα ελαστικά των αυτοκινήτων μεταφέρεται η ασθένεια σε άλλες περιοχής.

Η μη προληπτική απολύμανση πριονιών, στολών εργατών, οχημάτων μπορεί να μεταφέρει και διαδώσει την ασθένεια γρήγορα σε μεγάλες αποστάσεις.

Ένας άλλος σημαντικός κίνδυνος για τα παρόχθια δάση αποτελεί η εισαγωγή και χρήση καλλωπιστικών ειδών, τις περισσότερες φορές ξενικών προς αυτοφυή βλάστηση ειδών.

Οι φυτεύσεις ξενικών ειδών σε : χώρους αναψυχής, χώρους εκδηλώσεων πλησίον σε ποτάμια και ρέματα, σε πλατείες και δεντροστοιχίες οικισμών και πόλεων που βρίσκονται κοντά ή δίπλα σε ποτάμια ή διασχίζονται από ποτάμια, σε κήπους σπιτιών ή τουριστικών μονάδων που βρίσκονται δίπλα ή κοντά σε ποτάμια, μπορεί να δημιουργήσει μεγάλο οικολογικό πρόβλημα στα παρόχθια οικοσυστήματα της περιοχής.

Και αυτό διότι τα ποτάμια συστήματα είναι υδάτινοι οδοί μεταφοράς γενετικού υλικού μεταξύ των περιοχών που διασχίζουν. Μεταφέρουν με τη ροή του νερού κλαδομοσχεύματα, ριζομοσχεύματα, σπόρους, προσβεβλημένα από ασθένειες τμήματα φυτών, σε μεγάλες αποστάσεις.

Το μεγάλο πρόβλημα με τα ξενικά είδη στις παρόχθιες περιοχές είναι ότι αυτά δεν προκαλούν οικολογική μόλυνση μόνο στην περιοχή φύτευσής τους αλλά σε όλη την έκταση που διασχίζει ο ποταμός. Πολλά από τα ξενικά είδη λειτουργούν κι ως χωροκατακτητικά είδη (invasive species) είναι συνήθως ξενικά είδη τα οποία εισήλθαν σε μια περιοχή εκούσια ή μη και τα οποία κατάφεραν να πολλαπλασιαστούν σε μεγάλο βαθμό σε βάρος των αυτοχθόνων ειδών.

Εκτός από χωροκατακτητικά είδη ονομάζονται και ως ξενικά είδη εισβολής τα οποία συχνά μετά την εισαγωγή τους σε μια περιοχή ξεφεύγουν από τον έλεγχο. Παλιότερα μερικά ξενικά είδη, με καλή προσαρμογή στη χώρα μας, όπως σφενδάμια, αριζόνες κ.α., πολλαπλασιάζονταν και διανέμονταν από κρατικές υπηρεσίες.

Τα κυριότερα ξενικά εισβολικά είδη που δημιουργούν προβλήματα στα παρόχθια δασικά οικοσυστήματα είναι: η Amorpha fruticosa L. ένας μικρός θάμνος που μοιάζει με την ακακία, ο θάμνος Phytolaca americana, σφενδάμι το νεγούδιο (Acer negundo) ένα αμερικάνικο είδος σφενδάμου, ο αείλανθος, καλάμια (μπαμπού) και άλλα είδη.

Το πρόβλημα με τα ξενικά εισβολικά είδη είναι ότι πολλά από αυτά λειτουργούν εις βάρος της αυτοφυούς βλάστησης, την περιορίζουν, αναπτύσσονται εις βάρος της και τελικά κυριαρχούν (χωροκατακτητικά είδη) αλλοιώνοντας τη σύνθεση της παρόχθιας βλάστησης και γενικά διαταράζουν την οικολογική ισορροπία και βιοποικιλότητα της περιοχής όπου εισέρχονται εκούσια ή ακούσια.

Από τη βιβλιογραφία είναι γνωστό ότι κύριο μέτρο για την αντιμετώπιση των ξενικών εισβολικών ή χωροκατακτητικών ειδών στα παρόχθια δασικά οικοσυστήματα, είναι η πρόληψη, μέσω της ενημέρωσης και της αποτροπής της χρήσης ξενικών καλλωπιστικών ειδών σε παραποτάμιους οικισμούς και εκτάσεις.

Στην περίπτωση εντοπισμού και καταγραφής  ξενικών εισβολικών ειδών σε παρόχθιο οικοσύστημα πρέπει άμεσα να γίνεται κοπή, απομάκρυνση και αντικατάστασή τους με αυτοφυή παρόχθια δασικά δέντρα. Με την χρήση της αυτοφυούς παρόχθιας βλάστησης σε δασώσεις και φυτεύσεις ανορθώνουμε, βελτιώνουμε, διατηρούμε και προβάλουμε το μεσογειακό παρόχθιο τοπίο και την βιοποικιλότητά του.

Πηγή: www.egnomi.gr

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: