ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ – Εθνικό, ενωσιακό και διεθνές νομοθετικό πλαίσιο και εφαρμογή

«In nature nothing exists alone»
Rachel Carson

Σοφία Ε. Παυλάκη
Δικηγόρος, υπ. Δρ., ΜΔΕ Περιβαλλοντική Πολιτική

Η περιβαλλοντική ευθύνη συνιστά θεμελιώδη μηχανισμό αποτίμησης της οικολογικής βλάβης, με σκοπό την προληπτική προστασία του περιβάλλοντος, την επαναφορά του τρωθέντος περιβαλλοντικού κεφαλαίου στην αρχική του κατάσταση και τον καταμερισμό του κόστους αποκατάστασης με την επιβολή κυρώσεων. Σήμερα, η έκταση των περιβαλλοντικών προσβολών, η κλιμάκωση των οικολογικών βλαβών και η αυξανόμενη διόγκωση των κινδύνων περιβαλλοντικής ζημίας, καθιστούν την περιβαλλοντική ευθύνη βασική και αναγκαία παράμετρο για την ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη εξέλιξη της ζωής στη Γη.

1. Εισαγωγή

Με τον όρο «περιβαλλοντική ευθύνη» νοείται το σύστημα διατάξεων που ρυθμίζουν την υποχρέωση και τη διαδικασία πρόληψης και αποκατάστασης της ζημίας, την οποία απειλείται να υποστεί ή έχει ήδη υποστεί κάποιο περιβαλλοντικό αγαθό, θεωρούμενο είτε ως μεμονωμένο στοιχείο της φύσης είτε ως σύνολο φυσικών στοιχείων, που βρίσκονται μεταξύ τους σε αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση.[1]

Κατά την Οδηγία 2004/35/ΕΚ[2] η περιβαλλοντική ευθύνη συνίσταται σε ένα πλαίσιο κανόνων βάσει της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», με σκοπό την πρόληψη και αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας. Σύμφωνα περαιτέρω με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», κάθε φορέας εκμετάλλευσης που προκαλεί περιβαλλοντική ζημία ή άμεσο κίνδυνο ανάλογης ζημίας θα πρέπει, κατ΄ αρχήν, να επωμίζεται το κόστος των απαραίτητων μέτρων πρόληψης ή αποκατάστασης, ενώ και στο πλαίσιο του πδ/τος 148/2009 ως «περιβαλλοντική ευθύνη» νοείται η υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας, την οποία έχει υποστεί το περιβάλλον.

Η έννοια της «περιβαλλοντικής ευθύνης» ακολούθησε μια μακρόχρονη πορεία μέχρι να αποκρυσταλλωθεί στη σημερινή της μορφή. Ως πλέγμα κανόνων δικαίου, ρυθμίσεων και διαδικασιών, η περιβαλλοντική ευθύνη θεωρείται παγκοσμίως ως ένας καθοριστικής σημασίας θεσμός του σύγχρονου δικαίου του περιβάλλοντος.[3] Η εμβέλεια των ρυθμίσεων που εισάγει την έχει αναγάγει σε θεμελιώδη μηχανισμό αποτίμησης της οικολογικής βλάβης, με σκοπό την προληπτική προστασία του περιβάλλοντος, την επαναφορά του τρωθέντος περιβαλλοντικού κεφαλαίου στην αρχική του κατάσταση και τον καταμερισμό του κόστους αποκατάστασης με την επιβολή κυρώσεων, το ύψος των οποίων συχνά κυμαίνεται σε ιδιαίτερα υψηλά χρηματικά ποσά.[4]

Σήμερα, η έκταση των περιβαλλοντικών προσβολών, η κλιμάκωση των οικολογικών βλαβών και η αυξανόμενη διόγκωση των κινδύνων περιβαλλοντικής ζημίας, που επιβάλλουν παγκοσμίως η εντατικοποίηση της παραγωγής και η υπεράντληση φυσικών πόρων, καθιστούν την πρόβλεψη και εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου και αποτελεσματικού νομοθετικού, κανονιστικού και εν γένει ρυθμιστικού πλαισίου για την περιβαλλοντική ευθύνη βασική και αναγκαία παράμετρο για την ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη εξέλιξη της ζωής στη Γη.[5]

2. Διεθνής χώρος

α) Διεθνή κείμενα και διακηρύξεις

Στη διεθνή κοινότητα, θεμέλιο της περιβαλλοντικής ευθύνης θεωρούνται οι αρχές 21 και 22 της Διακήρυξης της Στοκχόλμης(1972)[6] και η αρχή 2 της Διακήρυξης του Ρίο(1992)[7] για το περιβάλλον και την ανάπτυξη, οι οποίες αναγνωρίζουν το κυριαρχικό δικαίωμα των κρατών να εκμεταλλεύονται τους εθνικούς τους πόρους παράλληλα με την ευθύνη τους να μην επιτρέπουν πρόκληση ζημίας σε άλλο κράτος από δραστηριότητες που αναπτύσσονται στο έδαφός τους και προτρέπουν τα κράτη να αναπτύξουν ένα δίκαιο ευθύνης, ώστε να είναι σε θέση να αποζημιώνουν τα θύματα ρύπανσης και περιβαλλοντικής ζημίας από δραστηριότητες στο έδαφός τους.[8]

Η άποψη αυτή σταδιακά επικράτησε επί τη βάσει των απόψεων που υποστηρίχθηκαν από τα βρετανικά δικαστήρια στο πλαίσιο της υπόθεσης Rylands vsFletcher,[9] στις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου στην υπόθεση του Trail Smelter[10]και του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση Corfu Channel[11] καθώς και σε έναν περιορισμένο αριθμό διεθνών συμβάσεων. Ειδικότερα, στην υπόθεση Rylands vs Fletcher κρίθηκε ότι συντρέχει αντικειμενική ευθύνη σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας προερχομένης από αντικείμενα που τελούν υπό την ιδιοκτησία ή τον έλεγχο ενός ατόμου. Στην υπόθεση Trail Smelter Arbitration (United States vs Canada), οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αξίωσαν από τον Καναδά την αποκατάσταση βλάβης που υπέστησαν από ατμοσφαιρική ρύπανση στην Πολιτεία της Ουάσινγκτον, συνεπεία της λειτουργίας του Οργανισμού «Trail Smelter», με έδρα τον Καναδά. Στο πλαίσιο της ως άνω δίκης έγινε δεκτό ότι ζημιογόνες πράξεις προσώπων, των οποίων η δράση δεσμεύει ένα κράτος, στοιχειοθετούν ευθύνη του κράτους αυτού έναντι ετέρου κράτους που υφίσταται τη ζημία. Τέλος, η υπόθεση Corfu Channel (United Kingdom vs Albania) αφορούσε έκρηξη ναρκών στα αλβανικά ύδατα που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο δύο Βρετανών στρατιωτών που υπηρετούσαν στην οικεία ναυτική βάση. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ένα κράτος καθίσταται διεθνώς υπεύθυνο από τη δράση του σε καιρό πολέμου που μπορεί να προκαλέσει βλάβη (εν προκειμένω απώλεια ανθρωπίνων ζωών) σε καιρό ειρήνης και καταδίκασε την Αλβανία σε καταβολή αποζημιώσεων.

Το 2001 η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών θέσπισε τους «Κανόνες πρόληψης διασυνοριακής ρύπανσης» και τις «Αρχές επιμερισμού του κόστους διασυνοριακής περιβαλλοντικής ζημίας».[12]Η ιδιαίτερη συμβολή των δύο ως άνω κειμένων έγκειται στη θέσπιση από την ΕΔΔ αντικειμενικής ευθύνης ως γενικής αρχής του διεθνούς δικαίου προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία είχε ως συνέπεια ότι το ζημιωθέν κράτος, ήτοι το κράτος που υφίσταται τη ρύπανση και τα αποτελέσματά της, δεν υποχρεούται να αναλάβει εξ ολοκλήρου το κόστος που η ρύπανση προκαλεί, αλλ΄ αρκείται στην υποχρέωση να αποδείξει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ δραστηριότητας και ζημίας. Και τα δύο κείμενα ωστόσο δεν κατάφεραν να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας παγκόσμιας σύμβασης, παρά την αρχική ελπίδα της ΕΔΔ.

Παράλληλα, το Πρόγραμμα UNEP συντονίζει τις περιβαλλοντικές δραστηριότητες των Ηνωμένων Εθνών, βοηθά τις αναπτυσσόμενες χώρες να υιοθετούν ισχυρές περιβαλλοντικές πολιτικές και στηρίζει την αειφόρο ανάπτυξη.[13] Οι Οδηγίες UNEP όσον αφορά το «Σχέδιο κατευθυντήριων γραμμών για την ανάπτυξη της εθνικής νομοθεσίας περί ευθύνης, ανταπόκρισης και αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από δραστηριότητες επικίνδυνες για το περιβάλλον»[14] αναφέρουν, μεταξύ άλλων ότι: «Η ΕΕ θεωρεί ζωτικής σημασίας την ανάγκη υιοθέτησης μιας πιο συνεργατικής και ολιστικής προσέγγισης για την επιστημονική αξιολόγηση και τις ακολουθούμενες πολιτικές στον τομέα της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων. Η απόφαση για τη συνέχιση των διαδικασιών ίδρυσης της Διακυβερνητικής Πλατφόρμας για τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα (IPBES) προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία φέρνοντας την επιστημονική κοινότητα πιο κοντά σε καλύτερες και αποτελεσματικότερες επιλογές για τη διεθνή περιβαλλοντική συνεργασία στο μέλλον».[15]

β) Η Συνθήκη του Λουγκάνο (1993)

Ωστόσο, η ανάγκη εξεύρεσης ενός νομοθετικού μηχανισμού, που θα εξασφάλιζε αποτελεσματικό συγκερασμό της αστικής ευθύνης, υπό την έννοια της ευθύνης από διακινδύνευση (responsabilité pour risque), με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», οδήγησε το Συμβούλιο της Ευρώπης, το 1993, στην προώθηση της Συνθήκης του Λουγκάνο, στην οποία συμμετείχε, ως συμβαλλόμενο μέρος, και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ).[16] Έτσι, στις 22 Ιουνίου 1993, υπεγράφη η Συνθήκη του Λουγκάνο από τη Σύνοδο των Υπουργών Δικαιοσύνης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την αστική ευθύνη από περιβαλλοντικές ζημίες από επικίνδυνες δραστηριότητες.[17]

Πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης του Λουγκάνο αποτελούσαν όλοι οι τύποι βλαβών: στα πρόσωπα, στο περιβάλλον και στην ιδιοκτησία, εφ΄ όσον είχαν προκληθεί από δραστηριότητα στον τομέα των επικίνδυνων ουσιών, της βιοτεχνολογίας και των αποβλήτων. Στην έννοια της «ζημίας» περιλαμβάνονταν τόσο οι «παραδοσιακές» ζημίες (θάνατος, σωματική βλάβη, περιουσιακή ζημία), όσο και οι ζημίες από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος (οικολογικές ζημίες), ενώ στην έννοια του «περιβάλλοντος» ενέπιπτε και το πολιτιστικό περιβάλλον ως το σύνολο των προστατευομένων στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς.[18]

Η Συνθήκη του Λουγκάνο προέβλεψε, μεταξύ άλλων, υποχρεωτική ασφάλιση των καλυπτομένων κινδύνων, αναγνώριζε στις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) δικαίωμα παρέμβασης για περιβαλλοντικά θέματα και ενίσχυε το δικαίωμα περιβαλλοντικής πληροφόρησης.[19] Δεν προέβλεπε ωστόσο ευθύνη για ζημίες από μεταφερόμενες επικίνδυνες ουσίες, πλην αυτών που μεταφέρονταν με αγωγούς, ούτε ευθύνη από πυρηνικές ουσίες.[20]

Η Συνθήκη του Λουγκάνο επικρίθηκε σφοδρά, κυρίως με το επιχείρημα ότι προσπάθησε να ρυθμίσει ένα ευρύτατο φάσμα μορφών περιβαλλοντικής βλάβης και να συνδυάσει αντικρουόμενα πεδία και συμφέροντα.[21] Οι λόγοι, που έχουν υποστηριχθεί για την ανεπιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων και τη ματαίωση της ψήφισής της είναι αρκετοί, κυριότεροι από τους οποίους θεωρήθηκαν οι μακροχρόνιες και κοπιώδεις εργασίες που μεσολάβησαν, με την παρέλευση πλέον της δεκαετίας, καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι εργασίες για την ψήφισή της συνέπεσαν με τη μαζική εισδοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση κρατών της Ανατολικής Ευρώπης καθ΄ όλη τη δεκαετία του 1990. Το γεγονός αυτό επηρέασε τις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη, που συνοδεύτηκαν από έντονη επιφυλακτικότητα και σκεπτικισμό, όσον αφορά την οικονομική και αναπτυξιακή ανομοιογένεια των νέων κρατών μελών. Βασική άλλωστε επιδίωξη των περισσοτέρων από τα νεοεισερχόμενα κράτη φάνηκε, σε πολλές περιπτώσεις, πως ήταν να εξασφαλίσουν στις επιχειρήσεις της επικράτειάς τους περισσότερα κίνητρα με τους λιγότερο δυνατούς περιορισμούς, λειτουργώντας έτσι ως «αντιπεριβαλλοντικοί παράδεισοι» (pollution havens).[22]

3. Ευρωπαϊκή Ένωση

α) Προκαταρκτικά κείμενα

H Ευρωπαϊκή Ένωση διήνυσε μια δεκαετή περίπου πορεία, ώσπου να καταλήξει στην ψήφιση της Οδηγίας 35/2004 για την ευθύνη από περιβαλλοντική ζημία. Στον χρόνο που προηγήθηκε, σημαντικοί σταθμοί για τη ρύθμιση της περιβαλλοντικής ευθύνης υπήρξαν δύο κείμενα χωρίς δεσμευτική ισχύ: η Πράσινη Βίβλος,[23] με στόχο την κατοχύρωση δυνατότητας προσφυγής στον τομέα του περιβάλλοντος και της αστικής ευθύνης και την καθιέρωση κοινών ταμείων επανόρθωσης ζημίας και αποζημίωσης,[24]και η Λευκή Βίβλος,[25] που στόχο είχε τη θέσπιση ενός καθεστώτος περιβαλλοντικής ευθύνης για τη βελτίωση της εφαρμογής των αρχών της Κοινότητας και την εξασφάλιση επαρκούς αποκατάστασης του περιβάλλοντος.

Το 2002 καταλληλότερη επιλογή θεωρήθηκε η θέσπιση μιας Οδηγίας – Πλαισίου. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή προέκρινε ρητά την καθιέρωση ενός συστήματος περιβαλλοντικής ευθύνης, η οποία θα επεδίωκε να αποτρέψει τη ζημία και να επαναφέρει τη φύση στην προηγούμενη κατάστασή της, σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».[26] Η έννοια της περιβαλλοντικής βλάβης θα έπρεπε σύμφωνα με την ως άνω Πρόταση Οδηγίας να καλύπτει τη βλάβη τουλάχιστον στα ακόλουθα τρία στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος: α) στη βιοποικιλότητα, β) στα ύδατα και γ) στο έδαφος.[27]

β) Οι θεμελιώδεις αρχές του δικαίου περιβάλλοντος της ΕΕ

Προτού όμως αναφερθούμε στην Οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη, είναι σημαντικό να εξετάσουμε τις βασικές αρχές που διαμόρφωσαν το δίκαιο περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Παρά την έλλειψη ρητού ορισμού τους, οι ανωτέρω αρχές παράγουν νομικές υποχρεώσεις και αναπτύσσουν δεσμευτικότητα απευθυνόμενες στις ενωσιακές αρχές, οι οποίες καλούνται να υιοθετούν μέτρα συμβατά προς αυτές.[28]

Όπως επιβεβαιώνεται ρητά και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,[29]οι περιβαλλοντικές αυτές αρχές στερούνται αμέσου αποτελέσματος, καθώς δεν μπορούν ευθέως να δεσμεύσουν τις εθνικές αρχές ούτε να γίνει επίκλησή τους σε περιπτώσεις απουσίας σχετικής εθνικής νομικής ρύθμισης. Σε κάθε περίπτωση όμως η παρουσία τους σε πληθώρα Οδηγιών, αναφορικά με τη χάραξη και την υλοποίηση της ενωσιακής περιβαλλοντικής πολιτικής, τις ανάγουν σε βασικό ερμηνευτικό γνώμονα κατά τη μεταφορά και εκτέλεση των ενωσιακών ρυθμίσεων στις εθνικές έννομες τάξεις.

β.1) Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1972 σε Σύσταση του ΟΟΣΑ, στο πλαίσιο ενός κανόνα αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα, κατά τον οποίο: «Ο ρυπαίνων βαρύνεται με τα έξοδα για την υλοποίηση των μέτρων που αποφασίζουν οι δημόσιες αρχές για να διασφαλισθεί η διατήρηση του περιβάλλοντος σε αποδεκτή κατάσταση».

Στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», πολύ πριν την ένταξή της στο επίσημο κείμενο της Συνθήκης, εντάσσεται στην ακόλουθη αναφορά της Σύστασης 75/436 του Συμβουλίου:[30] «Φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που είναι υπεύθυνα για πρόκληση μόλυνσης, οφείλουν να αναλάβουν τα έξοδα των μέτρων εκείνων που είναι απαραίτητα για την εξάλειψη της μόλυνσης ή για τον περιορισμό της, σε συμμόρφωση προς τις προδιαγραφές ή τις αντίστοιχες ρυθμίσεις, οι οποίες καθιερώνουν ποιοτικούς στόχους ή ελλείψει αυτών σε συμμόρφωση προς τις προδιαγραφές ή αντίστοιχα μέτρα που τίθενται από τις δημόσιες αρχές».

Ως δικαιοπολιτικός στόχος της αρχής προβλήθηκε η προτροπή προς τους επιχειρηματίες και εν δυνάμει ρυπαντές να μειώσουν τα επίπεδα ρύπανσης, που οφείλονταν σε δική τους δραστηριότητα και να επιδεικνύουν περισσότερη προσοχή, όταν προβαίνουν σε ενέργειες επικίνδυνες για το περιβάλλον. Επίσης τους παρείχετο το απαραίτητο κίνητρο για την ενίσχυση της έρευνας προς αναζήτηση «καθαρών τεχνολογιών» και λιγότερο ρυπογόνων προϊόντων καθώς και για πιο εκλογικευμένη χρήση των φυσικών πόρων.[31]

Το 1992, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» ενσωματώθηκε στη 16η Αρχή της Διακήρυξης του Ρίο για το περιβάλλον και την ανάπτυξη.[32] Έκτοτε αποτελεί θεμελιώδη ερμηνευτικό κανόνα της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ένωσης. Κυρίως αποτέλεσε τη βάση για την καθιέρωση της υποχρέωσης των επιχειρηματιών να ενσωματώνουν το κόστος ρύπανσης στο συνολικό κόστος ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας που παρέχουν. Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις στρέφονται στην υιοθέτηση φιλικών προς το περιβάλλον μεθόδων παραγωγής και τεχνολογιών.[33]

Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» έχει επικριθεί ότι, λόγω του διάχυτου χαρακτήρα της οικολογικής ζημίας, οδηγεί συχνά σε αδυναμία εξεύρεσης του υπαιτίου ή του ποσοστού συμβολής περισσοτέρων υπαιτίων στη ζημία.[34] Επίσης ο υπερτονισμός της οικονομικής διάστασης της ρύπανσης, σύμφωνα με την αρχή αυτή, έχει υποστηριχθεί ότι προκαλεί υποβάθμιση της οικολογικής της αξίας.[35]

Σε επίπεδο νομολογίας του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) σημαντική υπήρξε η απόφαση του ΔΕΚ της 29ης Απριλίου 1999 C-293/1997, Standley κ.λπ., που αφορούσε τη συμβατότητα της Οδηγίας 91/676/ΕΚ για την προστασία των υδάτων κατά της νιτρορρύπανσης με υπέρτερους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Το ζήτημα είχε αναχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με προδικαστική παραπομπή από το Βρετανικό High Court of Justice.

Το Δικαστήριο διατύπωσε (σκέψη 52), μεταξύ άλλων, την άποψη ότι: «Η Οδηγία 91/676/ΕΟΚ δεν έχει ως αποτέλεσμα ότι οι κάτοχοι γεωργικών εκμεταλλεύσεων πρέπει να φέρουν τις επιβαρύνσεις που συνεπάγεται η εξάλειψη μιας ρυπάνσεως, στην οποία δεν συνέβαλαν. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπ΄ όψη, κατά την εφαρμογή της Οδηγίας, τις άλλες αιτίες της ρυπάνσεως και εν όψει των περιστάσεων, να μην επιρρίπτουν στους κατόχους γεωργικών εκμεταλλεύσεων μη αναγκαία για την εξάπλωση της ρυπάνσεως βάρη. Υπό το πρίσμα αυτό, η αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” αποτελεί έκφανση της αρχής της αναλογικότητας». Επομένως το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την «αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει» έκρινε ότι σε περίπτωση που το εθνικό σύστημα προστασίας του περιβάλλοντος από τη νιτρορρύπανση των υδάτων επέρριπτε στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις το αποκλειστικό βάρος για την αποκατάσταση της φυσικής ισορροπίας από βλάβη που προκλήθηκε και από άλλες αιτίες, θα παραβιαζόταν η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».[36] Περαιτέρω, ο γενικός εισαγγελέας, στις προτάσεις του της 8ης Οκτωβρίου 1998, αναφέρει και μία άλλη διάσταση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», την προληπτική, ότι δηλαδή η εφαρμογή της αρχής δεν προϋποθέτει την επέλευση της περιβαλλοντικής βλάβης, αλλ΄ επιτρέπει την οικονομική επιβάρυνση των δραστηριοτήτων εκείνων, οι οποίες εμφανίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο πρόκλησης της αφορώσας βλάβης.[37]

β.2) Οι αρχές «της πρόληψης» και «της προφύλαξης» (προληπτικής δράσης) καθιερώθηκαν με το άρθρο 191 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης[38] και με τη Διακήρυξη του Pίο,[39] όπου, μεταξύ άλλων, εξαγγέλλεται ότι «η προστασία του περιβάλλοντος προσεγγίζεται ως προληπτική δράση».Η διάκριση πρόληψης και προφύλαξης αφορά το ότι η μεν πρώτη επιτρέπει τη λήψη αρνητικών μέτρων, όπως απαγόρευση επικίνδυνων δραστηριοτήτων, ενώ η δεύτερη αποτελεί τη νομική βάση για τη λήψη θετικών κυρίως μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος.[40]

Η αρχή της προφύλαξης βρήκε σημαντική εφαρμογή σε ζητήματα, όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που γεννάται από κεραίες κινητής τηλεφωνίας ή άλλα πεδία καθώς επίσης και τα γενετικά μεταλλαγμένα προϊόντα.[41] Οι δραστηριότητες αυτές δεν εμπίπτουν στο παραδοσιακό πεδίο προληπτικής δράσης, καθώς τα επιστημονικά δεδομένα για αυτές είναι συνήθως ανεπαρκή ή γεννώνται ανησυχίες για επικίνδυνες συνέπειές τους στο περιβάλλον και στην υγεία σε σχέση με το επίπεδο της παρεχομένης προστασίας.

Η αρχή της προφύλαξης, ως θεμελιώδης συνισταμένη του ευρωπαϊκού δικαίου του περιβάλλοντος, εφαρμόζεται και από τον εθνικό δικαστή, με δεσμευτική ισχύ. H σημασία που αποδίδεται στην αρχή της προφύλαξης και της πρόληψης στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου είναι εμφανής, δεδομένου ότι οι περισσότερες Οδηγίες και Κανονισμοί θεσπίζουν προληπτικά μέτρα είτε υπό τη μορφή της καθιέρωσης προληπτικού ελέγχου των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είτε προληπτικών δράσεων προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες συγκεκριμένων περιβαλλοντικών αγαθών, είτε τέλος, με τη μορφή της ενημέρωσης και συμμετοχής των πολιτών σε θέματα περιβάλλοντος.[42]

β.3) Η αρχή της «επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή» έχει κυρίως πρακτική σημασία, δεδομένου ότι η οικολογική ζημία δεν περιορίζεται συχνά σε ορισμένο χώρο, αλλά διαχέεται, όπως στις περιπτώσεις διασυνοριακής ρύπανσης ή μεταφοράς αποβλήτων.[43]Στο πλαίσιο του παράγωγου κοινοτικού δικαίου η αρχή αυτή εμφανίζεται, το πρώτον, στο κείμενο της Οδηγίας 84/631/ΕΟΚ σχετικά με τις διασυνοριακές μεταφορές επικίνδυνων αποβλήτων, αντιμετωπίζοντας τα απόβλητα ως εμπορεύματα και θέτοντας ως κανόνα την ελεύθερη μεταφορά τους και μόνο κατ΄ εξαίρεση τη δυνατότητα περιορισμού της από τα κράτη μέλη.[44] H ανωτέρω Οδηγία αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό (EK) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων,[45] σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο της μεταφοράς αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, με τον οποίο η ελεύθερη μεταφορά αποβλήτων κατέστη η εξαίρεση, η δε διαχείριση των αποβλήτων καθορίστηκε ότι διέπεται από την «αρχή της διάθεσής τους στην πηγή», όπως επί μέρους αναλύεται στις αρχές «της εγγύτητας» και «της αυτάρκειας».[46]

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔEK) στη σχετική νομολογία του εφάρμοσε ευρύτατα την «αρχή της επανόρθωσης των προσβολών του περιβάλλοντος στην πηγή» προβαίνοντας σε στάθμισή της με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (άρθρο 28 επ. ΣυνθEK). Διάσπαση της προστατευτικής για το περιβάλλον νομολογίας του ΔEK αποτελεί η απόφαση της 25.6.1998 (ΔΕΚ C-203/1996), η οποία, εγκαταλείποντας την ενιαία αντιμετώπιση των αποβλήτων, έκρινε ότι η κοινοτική νομοθεσία για τα απόβλητα δεν επέβαλλε την εφαρμογή των αρχών της αυτάρκειας και της εγγύτητας σε απόβλητα που προορίζονταν για οικονομική αξιοποίηση.[47]

β.4) H αρχή της «απαίτησης υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος» εισήχθη με τη Συνθήκη του Mάαστριχτ, ενώ η Συνθήκη του Άμστερνταμ, το 1997, την ανήγαγε σε θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Λόγω της αοριστίας της δεν έχει δεσμευτική ισχύ, υποστηρίζεται όμως ότι εισάγει μια μορφή «ενωσιακού περιβαλλοντικού κεκτημένου» που αποτρέπει την περιβαλλοντική υποβάθμιση.[48]

β.5) H «αρχή της αειφορίας» έχει τις ρίζες της στη γερμανική δασική επιστήμη του 18ου αιώνα[49]και κατοχυρώνεται στα άρθρα 11 και 191 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απαντάται στη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον της Στοκχόλμης (1972), στην Έκθεση Βrundtland της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον (1987), στη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη του Ρίο (1992) και στη Διακήρυξη του Γιοχάνεσμπουργκ για την Αειφόρο Ανάπτυξη (2002). Με την αναθεώρηση του άρθρου 24, το 2001, κατοχυρώθηκε ρητά και στο ελληνικό Σύνταγμα. Βασικός άξονας της «αρχής της αειφορίας» είναι ότι κάθε ανθρώπινη επέμβαση στο περιβάλλον πρέπει να γίνεται με τρόπο που διασφαλίζει την ισόρροπη σχέση μεταξύ εκμετάλλευσης φυσικών πόρων και εξέλιξης των οικοσυστημάτων χάριν και των επερχομένων γενεών.

Η σημαντικότερη εξειδίκευση της αρχής της αειφορίας στην κοινοτική έννομη τάξη είναι η θέσπιση της αρχής της ενσωμάτωσης στις κοινοτικές Συνθήκες, σύμφωνα με την οποία, κατά την κατάστρωση και εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων, όπως ενδεικτικά της γεωργίας, της ενέργειας, των μεταφορών και του τουρισμού, θα πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψη οι παράμετροι που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαχείριση των φυσικών πόρων. Με την ενσωμάτωση επιδιώκεται ειδικότερα η λειτουργική ένταξη της προστασίας και διαχείρισης των φυσικών πόρων στον σχεδιασμό και την εφαρμογή όλωνσχεδόν των επιμέρους πολιτικών, ώστε να συντελεστεί σταδιακά ένας οικολογικός μετασχηματισμός των οικονομικών διαδικασιών.[50]

Όσον αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενο της αρχής της αειφόρου ανάπτυξης στην κοινοτική έννομη τάξη επικρατεί μια προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή η οριακή υποκατάσταση του φυσικού κεφαλαίου με τεχνητό κεφάλαιο, ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται οι ανεπανόρθωτες βλάβες στο περιβάλλον. Βασικά εργαλεία για το είδος αυτό ανάπτυξης είναι οι «καθαρές», φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες και υπηρεσίες. Η υιοθέτηση της αρχής της αειφορίας στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υλοποιήθηκε κυρίως με τις Οδηγίες 43/1992 για τους φυσικούς οικοτόπους και 403/1979 για τα πτηνά.

γ) Οδηγία 2004/35/ΕΚ

Φθάνουμε έτσι στην 21η Απριλίου 2004, οπότε υπεγράφη η Οδηγία 35/2004[51] με αντικείμενο την περιβαλλοντική ευθύνη για την πρόληψη και αποκατάσταση ζημίας στο περιβάλλον. Η ειδοποιός διαφορά των θεσπιζομένων με την Οδηγία 2004/35/ΕΚ ρυθμίσεων σε σχέση με άλλα συστήματα προσδιορισμού και καταλογισμού περιβαλλοντικής ευθύνης συνίσταται στην απομάκρυνση των ρυθμίσεων της Οδηγίας 2004/35/ΕΚ από προγενέστερα αστικού δικαίου καθεστώτα ευθύνης για περιβαλλοντική ζημία και στη θεμελίωση ενός sui generis πλαισίου μέτρων διοικητικού καταναγκασμού με στόχο την ανάληψη του κόστους πρόληψης και αποκατάστασης της ζημίας στο περιβάλλον αυτό καθ΄ εαυτό από τον εκάστοτε φορέα εκμετάλλευσης.[52]

Η Οδηγία 2004/35/ΕΚ θεσπίζει ένα διπλό καθεστώς ευθύνης: αντικειμενική ευθύνη για περιπτώσεις ζημίας (ή επικείμενη απειλή ζημίας) από επικίνδυνες ή εν δυνάμει επικίνδυνες επαγγελματικές δραστηριότητες, όπως αυτές απαριθμούνται στο Παράρτημα ΙΙΙ της Οδηγίας και υποκειμενική ευθύνη για τις περιπτώσεις ζημίας σε είδη και φυσικά ενδιαιτήματα που προστατεύονται από την ενωσιακή νομοθεσία για όλες τις επαγγελματικές δραστηριότητες πλην εκείνων που απαριθμούνται στο Παράρτημα ΙΙΙ της Οδηγίας.

Στόχοι της Οδηγίας είναι η αποτροπή της περιβαλλοντικής ρύπανσης και της απώλειας της βιοποικιλότητας σε περιοχές της Κοινότητας, η ελαχιστοποίηση της ρύπανσης στα ύδατα, στο έδαφος, στα προστατευόμενα είδη και στους οικοτόπους, η προώθηση των αρχών ο ρυπαίνων πληρώνει και της αειφόρου ανάπτυξης και η ανάληψη οικονομικής ευθύνης από τους φορείς εκμετάλλευσης, δηλαδή τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, των οποίων η δραστηριότητα προκαλεί ή δύναται να προκαλέσει ζημία στο περιβάλλον.[53]

Σημαντικό πλεονέκτημα της Οδηγίας είναι ότι θέτει ένα ευρύ κατώτατο επίπεδο προστασίας αφήνοντας τα κράτη μέλη να ρυθμίσουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του και καθιερώνει ένα σύστημα ανάληψης κόστους ζημίας στο περιβάλλον από τον εκάστοτε φορέα εκμετάλλευσης.[54] Η Οδηγία καινοτομεί ορίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι πρόσωπα, περιλαμβανομένων των μη Κυβερνητικών οργανώσεων, που επηρεάζονται ή ενδέχεται να επηρεασθούν από περιβαλλοντική ζημία, έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από την αρμόδια δημόσια αρχή να αναλάβει δράση.

Κυριότερα μειονεκτήματα της Οδηγίας θεωρήθηκαν ο αποκλεισμός των «ιστορικών» μορφών ρύπανσης και της ευθύνης από διάχυτη ρύπανση, καθώς απέφυγε να συμπεριλάβει ευθύνη για ζημία από πυρηνική ενέργεια, από δραστηριότητες που σχετίζονται με την εθνική άμυνα και τη διεθνή ασφάλεια και από ρύπανση διάχυτου χαρακτήρα, δηλαδή ρύπανση προερχόμενη από αόριστα σημεία ρίψης, όπως συμβαίνει συνήθως στη γεωργία, στην εκμετάλλευση ενεργειακών και ορυκτών πόρων, στην ατμοσφαιρική εναπόθεση κ.ά.[55]

4. Η εθνική έννομη τάξη

α) Νομοθετικό πλαίσιο προ της ισχύος του πδ/τος 148/2009

Στην εθνική έννομη τάξη η περιβαλλοντική ευθύνη εκφράσθηκε κυρίως με τις διατάξεις των άρθρων 28, 29 και 30 του ν. 1650/1986[56] για την προστασία του περιβάλλοντος, με την ευθύνη από διακινδύνευση και το πδ/γμα 148/2009[57] για την εναρμόνιση με την Οδηγία 35/2004. Με τον ν. 4042/2012[58] καθιερώθηκε η ποινική προστασία του περιβάλλοντος και θεσπίσθηκαν ποινικές κυρώσεις για πρόκληση ή ενδεχόμενο πρόκλησης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

Όσον αφορά τον χρόνο που προηγήθηκε της εκδόσεως του πδ/τος 148/2009, η έννοια της περιβαλλοντικής ευθύνης αποτυπώθηκε κυρίως υπό τη μορφή της ευθύνης από διακινδύνευση του φορέα δραστηριοτήτων που συνεπάγονται αυξημένους κινδύνους πρόκλησης περιβαλλοντικής ζημίας, σε ποικίλα νομοθετήματα και διατάξεις, όπως ιδίως:[59]

– η διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1650/1986, κατά την οποία οποιοσδήποτε, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος ευθύνεται σε αποζημίωση, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε ανώτερη βία ή ότι προήλθε από υπαίτια ενέργεια τρίτου που ενήργησε δολίως,

– η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών 1969 «Περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου», όπως κυρώθηκε με τον ν. 314/1976 (A΄ 106), όσον αφορά κυρίως την ευθύνη του πλοιοκτήτη για ζημία που προκλήθηκε από ρύπανση της θάλασσας λόγω διαφυγής ή διαρροής πετρελαίου από το πλοίο,

– ο ν. 743/1977 (Α΄ 319/17.10.1977) «Περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων», όπως κωδικοποιήθηκε και αποδόθηκε στη δημοτική με το πδ/γμα 55/1998 (Α΄ 58/20.3.1998),

– η Διεθνής Σύμβαση του 1972 «Περί προλήψεως ρυπάνσεως της θαλάσσης εξ απορρίψεως καταλοίπων και άλλων υλών και άλλων τινων διατάξεων», που υπεγράφη στο Λονδίνο, στην Πόλη του Μεξικού, τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον, όπως κυρώθηκε με τον ν. 1147/1981 (Α΄ 110),

– ο ν. 855/1978 (Α΄ 235/23.12.1978), δυνάμει του οποίου κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση της Βαρκελώνης του 1976 «Περί προστασίας της Μεσογείου Θαλάσσης εκ της ρυπάνσεως»,

– το νδ/γμα 336/1969 (Α΄ 269), με το οποίο κυρώθηκαν η Σύμβαση των Παρισίων του 1960 «Περί της αστικής ευθύνης εις τον τομέα της πυρηνικής ενεργείας» και το Συνημμένο Πρωτόκολλο,

– οι διατάξεις των άρθρων 6 και 8 του ν. 2251/1994 (Α΄ 191/16.11.1994) περί ευθύνης του παραγωγού για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του,

– οι διατάξεις των άρθρων 730 επ. του Αστικού Κώδικα περί διοικήσεως αλλοτρίων, όπως ερμηνεύονται όσον αφορά την ενίσχυση της προληπτικής λειτουργίας του ιδιωτικού δικαίου περιβάλλοντος.

Ως «ρύπανση» στον ν. 1650/1986 νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια, που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά, να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Επίσης γίνεται δεκτή και κάθε άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος από ανθρώπινη δραστηριότητα που είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής, στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.[60]

Σύμφωνα, ειδικότερα, με τη διατύπωση του άρθρου 29 του ν. 1650/1986: «Οποιοσδήποτε, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος ευθύνεται σε αποζημίωση, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε ανώτερη βία ή ότι προήλθε από υπαίτια ενέργεια τρίτου που ενήργησε δολίως».

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1650/1986 περί αστικής ευθύνης θεωρείται ως η πλέον ανεφάρμοστη διάταξη του ιδιωτικού μας δικαίου περιβάλλοντος, ενώ μοναδική περίπτωση εφαρμογής της στη νομολογία των δικαστηρίων αποτέλεσε η υπόθεση του ναυαγίου του «Sea Diamond» -μόλις το 2014, δηλαδή σχεδόν 30 έτη μετά τη θέσπισή της![61] Τούτο οφείλεται στη γενικότητα της διατύπωσής της και στο ότι αντιμετωπίζει ήπιες προσβολές των φυσικών αγαθών με το ίδιο μέτρο, όπως την οριστική κατάλυση κάθε οικολογικής ισορροπίας. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο καθηγητής Ιω. Καράκωστας: «Με τη διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1650/86, η ρύπανση από τις εκπομπές ενός αρτοποιείου αντιμετωπίζεται το ίδιο όπως η οικολογική καταστροφή από έναν πυρηνικό αντιδραστήρα!».[62]

β) Η ευθύνη από διακινδύνευση

«Ευθύνη από διακινδύνευση» συντρέχει σε περίπτωση που δεν υφίσταται πραγματική βλάβη στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, της υγείας ή της σωματικής ακεραιότητας, αλλά η βλάβη των αγαθών αυτών είναι πιθανολογούμενη ή ενδεχόμενη. Η μορφή αυτή ευθύνης απαντάται κυρίως σε υποθέσεις πιθανολόγησης βλάβης από ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία και γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (ΓΤΟ).[63] Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται δεκτό ότι η επιστημονική αβεβαιότητα για τους κινδύνους βλάβης του πληθυσμού δημιουργεί τεκμήριο υπέρ της υγείας και του περιβάλλοντος με βάση την αρχή της προφύλαξης, η οποία επιβάλλει και την επέμβαση της Πολιτείας με τη λήψη ρυθμιστικών μέτρων και τη διενέργεια ελέγχων για αποτροπή οικολογικής καταστροφής ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος.[64]

Η επιχειρηματική δραστηριότητα, ως οικονομική ελευθερία, πρέπει να ασκείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσβάλλει την προσωπικότητα των άλλων, στην οποία περιλαμβάνεται και η αξίωση του ανθρώπου να ζει και να αναπτύσσεται σε καθαρό και υγιές περιβάλλον. Η υποβολή της άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε προηγούμενη άδεια της Διοικήσεως αποτελεί εκδήλωση της εγγυητικής λειτουργίας του Κράτους, ειδικότερη δε έκφανση της οικονομικής – επιχειρηματικής ελευθερίας αποτελούν οι εφαρμογές των σύγχρονων τεχνολογιών, όπως τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα, τα φάρμακα, η κινητή τηλεφωνία κ.ά.[65]

Σημαντική συμβολή αυτής της μορφής ευθύνης είναι η αντιστροφή του βάρους της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία ο φορέας της επικίνδυνης δραστηριότητας οφείλει ο ίδιος να αποδείξει ότι αυτή δεν προκαλεί βλάβη στο περιβάλλον ή στην υγεία.[66]Ιδιαίτερη εφαρμογή γνωρίζει η ευθύνη αυτή, όσον αφορά το δικαίωμα του ανθρώπου στη χρήση και απόλαυση του «ζωτικού χώρου» του, που αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του κατοχυρωμένου στο άρθρο 24 του Συντάγματος δικαιώματος στο περιβάλλον, το οποίο γίνεται δεκτό ότι «τριτενεργεί» στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των άρθρων 57 και 967 ΑΚ για την προστασία της προσωπικότητας και την κοινοχρησία των δημοσίων αγαθών.[67]

γ) Το προεδρικό διάταγμα 148/2009

Ακολούθως, το πδ/γμα 148/2009 (Α΄ 190/29.09.2009) ενσωμάτωσε την Οδηγία 35/2004 για την περιβαλλοντική ευθύνη. Στο άρθρο 19 η Οδηγία έθετε, ως προθεσμία συμμόρφωσης των κρατών μελών προς της επιταγές της, την 30ή Απριλίου 2007. Το πδ/γμα 148/2009 εκδόθηκε στη συνέχεια της από 8.8.2008 προσφυγής, που είχε ασκήσει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος και της συνακόλουθης απόφασης ΔΕΚ C-368/2008 από 19.5.2009,[68] με την οποία κρίθηκε ότι: «Η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την Οδηγία 2004/35/ΕΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 παρ. 1 αυτής».

Το πεδίο εφαρμογής του διατάγματος αφορά περιβαλλοντική ζημία από την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων και βλάβη σε προστατευόμενα είδη και φυσικούς οικοτόπους, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του φορέα εκμετάλλευσης.[69]

Στο Παράρτημα ΙΙΙ εξειδικεύονται οι κατηγορίες έργων και δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ. 1 εδάφιο α΄ του πδ/τος 148/2009, στις οποίες εμπίπτουν:

α) Τα έργα και οι δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα II του άρθρου 5 της κυα Η.Π. 15393/2332/2002 (Β΄ 1022),[70] για την πραγματοποίηση των οποίων απαιτείται απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ), σύμφωνα με την κυα 11014/703/2003 (Β΄ 332),[71] εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούνται για έρευνα, ανάπτυξη και δοκιμές νέων προϊόντων και διεργασιών.

β) Οι διαδικασίες διαχείρισης αποβλήτων, που περιλαμβάνουν: i) τις εργασίες διαχείρισης αποβλήτων (συλλογή, μεταφορά, αποθήκευση, αξιοποίηση και διάθεση των μη επικίνδυνων και επικινδύνων αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των εργασιών αυτών και της μετέπειτα φροντίδας των χώρων διάθεσης), για τις οποίες απαιτείται άδεια σύμφωνα με τις κυα Η.Π. 50910/2727/2003 (Β΄ 1909)[72] και Η.Π.13588/725/2006 (Β΄ 383),[73] που εκδόθηκαν, αντίστοιχα, σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες 75/442/ΕΟΚ, όπως ισχύει και 91/689/ΕΟΚ, ii) τη διάθεση σε χώρους υγειονομικής ταφής σύμφωνα με την κυα Η.Π. 29407/3508/2002 (Β΄ 1572),[74] που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 1999/31/ΕΚ, iii) τη λειτουργία μονάδων αποτέφρωσης σύμφωνα με την κυα 22912/1117/2005 (Β΄ 759),[75] που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2000/76/ΕΚ. Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι η αρμόδια αρχή δύναται να αποφασίζει ότι οι δραστηριότητες αυτές δεν περιλαμβάνουν τη χρήση, για γεωργικούς σκοπούς, ιλύος καθαρισμού λυμάτων από σταθμούς επεξεργασίας αστικών αποβλήτων, η οποία έχει υποστεί επεξεργασία σύμφωνα με εγκεκριμένα πρότυπα.

γ) Όλες οι απορρίψεις σε εσωτερικά επιφανειακά ύδατα, για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη έγκριση, σύμφωνα με την πράξη υπουργικού συμβουλίου 2/1.2.2001 (Α΄ 15)[76] και την κυα 4859/726/2001 (Β΄ 253),[77] που εκδόθηκαν σε συμμόρφωση με την Οδηγία 76/464/ΕΟΚ.

δ) Όλες οι απορρίψεις ουσιών σε υπόγεια ύδατα, για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη έγκριση, σύμφωνα με την κυα 26857/553/1998 (Β΄ 196),[78] που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 80/68/ΕΟΚ.

ε) Η απόρριψη ή διοχέτευση ρυπαντών σε επιφανειακά ή υπόγεια ύδατα, για την οποία απαιτείται άδεια, σύμφωνα με τον ν. 3199/2003 (Α΄ 280)[79] και το πδ/γμα 51/2007 (Α΄ 54),[80] που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότησή του και σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ.

στ) Η άντληση και κατακράτηση ύδατος που υπόκειται σε προηγούμενη άδεια, σύμφωνα με τον ν. 3199/2003 (Α΄ 280) και το πδ/γμα 51/2007 (Α΄ 54), που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού και σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ.

ζ) Η παραγωγή, χρήση, αποθήκευση, κατεργασία, ταφή, απελευθέρωση στο περιβάλλον και μεταφορά εντός της περιμέτρου της επιχείρησης: i) επικινδύνων ουσιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 2 της αποφάσεως 378/1994 του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου (Β΄ 705), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 67/548/ΕΟΚ και τροποποιήθηκε με την απόφαση ΑΧΣ 87/2007 (Β΄ 872), σχετικά με την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων ουσιών, ii) επικινδύνων παρασκευασμάτων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 2 της αποφάσεως ΑΧΣ 265/2002 (Β΄ 1214), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 1999/45/ΕΚ σχετικά με την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων παρασκευασμάτων, όπως ισχύει, iii) φυτοπροστατευτικών προϊόντων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 του πδ/τος 115/1997 (Α΄ 104),[81] που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 91/414/ΕΟΚ, όπως ισχύει, και iv) βιοκτόνων προϊόντων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α΄ του πδ/τος 205/2001 (Α΄ 160),[82]που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 98/8/ΕΚ, όπως ισχύει.

η) Οι μεταφορές οδικώς, σιδηροδρομικώς, μέσω των εσωτερικών πλωτών οδών, θαλασσίως ή εναερίως επικινδύνων ή ρυπογόνων εμπορευμάτων, όπως ορίζονται στο πδ/γμα 104/1999 (Α΄ 113),[83] που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 94/55/ΕΚ, σχετικά με τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, όπως ισχύει, ή στην κυα Φ4.2/73358/5309/2002 (Β΄ 240),[84] που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 96/49/ΕΚ, σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, όπως ισχύει, ή στο πδ/γμα 49/2005 (Α΄ 66),[85] που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 93/75/ΕΟΚ, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές που απαιτούνται για τα πλοία, τα οποία κατευθύνονται σε ή αποπλέουν από κοινοτικούς λιμένες μεταφέροντας επικίνδυνα ή ρυπογόνα εμπορεύματα, όπως ισχύει.

θ) Τα έργα και οι δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 84/360/ΕΟΚ, όπως ισχύει, όπως εξειδικεύονται στις ομάδες 4 και 9 του άρθρου 5 της κυα Η.Π. 15393/2332/2002 (Β΄ 1022),[86] για την πραγματοποίηση των οποίων απαιτείται απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με την κυα 11014/703/2003 (Β΄ 332),[87] όσον αφορά την εκπομπή στον αέρα οιασδήποτε ρυπογόνου ουσίας που καλύπτεται από την Οδηγία αυτή.

ι) Οιαδήποτε περιοριζόμενη χρήση, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς, γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών (ΓΤΟ), σύμφωνα με την κυα 11642/1943/2002 (Β΄ 831),[88] η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 90/219/ΕΟΚ, όπως ισχύει.

ια) Οιαδήποτε σκόπιμη ελευθέρωση στο περιβάλλον, μεταφορά και διάθεση στην αγορά γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ), σύμφωνα με την κυα 38639/2017/2005 (Β΄ 1334),[89] η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2001/18/ΕΚ, όπως ισχύει.

ιβ) Η διασυνοριακή μεταφορά αποβλήτων εντός, προς ή έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την οποία απαιτείται άδεια ή η οποία απαγορεύεται κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΟΚ) 259/1993 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους, όπως ισχύει.

ιγ) Η διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις συμμόρφωσης με την Οδηγία 2006/21/ΕΚ (EE L 102/15/11.4.2006), και

ιδ) Η εκμετάλλευση τόπων αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς.[90]

Το πδ/γμα 148/2009 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση ζημίας που προκλήθηκε από εκπομπή, γεγονός ή ατύχημα πριν την 1.5.2007, που οφείλεται σε συγκεκριμένη δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε πριν την ημερομηνία αυτή και αν έχουν παρέλθει πάνω από 30 έτη από τότε που έλαβε χώρα η εκπομπή, το γεγονός ή το ατύχημα που προκάλεσαν τη ζημία (άρθρο 19). Ομοίως, το πδ/γμα 148/2009 δεν εφαρμόζεται κατά το άρθρο 5 αυτού:[91] α) σε περιβαλλοντική ζημία ή άμεση απειλή τέτοιας ζημίας που οφείλεται: – σε ένοπλη σύγκρουση, εχθροπραξίες, εμφύλιο πόλεμο ή εξέγερση (άρθρο 5 παρ. 1α), σε φυσικά φαινόμενα εξαιρετικού και αναπότρεπτου χαρακτήρα (άρθρο 5 παρ. 1α΄), – σε συμβάν, για το οποίο η ευθύνη ή η αποζημίωση εμπίπτει σε μία από τις διεθνείς Συμβάσεις του Παραρτήματος IV του άρθρου 21, που έχουν κυρωθεί συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών τροποποιήσεών τους (άρθρο 5 παρ. 1β΄), – σε ρύπανση διάχυτου χαρακτήρα, εφ΄ όσον μπορεί να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημίας και δραστηριοτήτων μεμονωμένων φορέων εκμετάλλευσης (άρθρο 5 παρ. 2), β) σε πυρηνικούς κινδύνους ή περιβαλλοντική ζημία ή άμεση απειλή τέτοιας ζημίας από δραστηριότητα που καλύπτεται από τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας ή προκλήθηκε από συμβάν ή δραστηριότητα, για τα οποία η ευθύνη ή η αποζημίωση καλύπτεται από διεθνείς Συμβάσεις του Παραρτήματος V του άρθρου 21, που έχουν κυρωθεί, συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών τροποποιήσεών τους (άρθρο 5 παρ. 1γ΄), γ) σε δραστηριότητες με κύριο σκοπό την εξυπηρέτηση της εθνικής άμυνας ή της διεθνούς ασφάλειας ή με αποκλειστικό σκοπό την προστασία από φυσικές καταστροφές (άρθρο 5 παρ. 1δ΄). Το διάταγμα ισχύει υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος του φορέα εκμετάλλευσης να περιορίσει την ευθύνη του κατά τον ν. 1923/1991 (περιορισμός ευθύνης επί ναυτικών απαιτήσεων – ΔΣ Λονδίνου 1976) (άρθρο 5 παρ. 3).

Αξιοσημείωτο είναι πως η ρύθμιση της παρ. 1β΄ του άρθρου 4 του πδ/τος 148/2009 βαίνει πέραν του ελαχίστου ορίου προστασίας, που θεσπίζει η Οδηγία 2004/35/ΕΚ. Ενώ δηλαδή η Οδηγία στο άρθρο 3 αυτής προβλέπει ότι εφαρμόζεται στις εν λόγω περιπτώσεις περιβαλλοντικής ζημίας μόνον όταν οι φορείς εκμετάλλευσης ενήργησαν από δόλο ή αμέλεια, η αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 1β΄ του διατάγματος επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του σε περιπτώσεις περιβαλλοντικής ζημίας ή άμεσης απειλής της που προκλήθηκαν σε προστατευόμενα είδη και φυσικούς οικοτόπους από την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων και μάλιστα ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του φορέα εκμετάλλευσης.[92]

Το πδ/γμα 148/2009 εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη τυχόν αυστηρότερων διατάξεων της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας. Έτσι, αν για συγκεκριμένη δραστηριότητα προβλέπεται στο κράτος μέλος ειδικό, αυστηρότερο καθεστώς (π.χ. νομοθεσία περί λατομείων), εφαρμόζεται το ειδικό αυτό καθεστώς.

Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του πδ/τος 148/2009 είναι το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ενώ με τις διατάξεις του ιδρύθηκε και ένα νέο όργανο, το Συντονιστικό Γραφείο Αντιμετώπισης Περιβαλλοντικών Ζημιών(ΣΥΓΑΠΕΖ), που υπάγεται απ΄ ευθείας στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας και έχει σκοπό την πρόληψη και αποκατάσταση περιβαλλοντικών ζημιών και τον καταλογισμό της περιβαλλοντικής ευθύνης.[93]

Αναλυτικότερα, η αρμοδιότητα του ΣΥΓΑΠΕΖ καλύπτει τους εξής τομείς: – την εποπτεία και τον έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων του διατάγματος, – τον συντονισμό των δράσεων των αρμοδίων υπηρεσιών, α) σε επίπεδο πρόληψης, τον προσδιορισμό των δράσεων του άρθρου 8 παρ. 2-3 του δ/τος, β) σε επίπεδο αποκατάστασης, τον προσδιορισμό των δράσεων και μέτρων κατά τα άρθρα 9-10 του δ/τος, γ) την εισήγηση στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ (νυν ΥΠΕΝ): των μέτρων αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας κατ΄ άρθρο 10 παρ. 1-2 του δ/τος, της έγκρισης δαπανών πρόληψης και αποκατάστασης κατ΄ άρθρο 11 παρ. 2, της ανάληψης δράσης για την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας που επηρεάζει ή ενδέχεται να επηρεάσει άλλα κράτη μέλη κατ΄ άρθρο 15, της λήψης των νομοθετικών και διοικητικών μέτρων για την υλοποίηση των στόχων του διατάγματος, δ) τη γνωμοδότηση προς τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ για τα θέματα του άρθρου 14 του δ/τος, ε) την κατάρτιση των Εκθέσεων του άρθρου 20 του δ/τος και τη συνεργασία, αυτοτελώς ή μέσω ΕΚΠΑΑ, με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και με επιστημονικούς φορείς της ημεδαπής και της αλλοδαπής για τη συγκέντρωση επιστημονικών ή άλλων πληροφοριών και τη δημιουργία και διατήρηση τράπεζας πληροφοριών (κέντρου τεκμηρίωσης) σε ζητήματα πρόληψης και αποκατάστασης των περιβαλλοντικών ζημιών.

Υποστηρικτικά όργανα στη λειτουργία και το έργο του ΣΥΓΑΠΕΖ είναι η Επιτροπή Αντιμετώπισης Περιβαλλοντικών Ζημιών (ΕΑΠΕΖ) (άρθρο 6 παρ. 5), η Περιφερειακή Επιτροπή Αντιμετώπισης Περιβαλλοντικών Ζημιών (ΠΕΑΠΖ) (άρθρο 6 παρ. 6) και οι Περιφέρειες όταν η ζημία ή άμεση απειλή ζημίας επηρεάζει φυσικούς πόρους ή υπηρεσίες εντός των διοικητικών ορίων τους που δεν εμπίπτουν στην προηγούμενη περίπτωση.

Το γενικό πλαίσιο ευθύνης στο πδ/γμα 148/2009 προβλέπει την υποχρέωση υιοθέτησης μέτρων πρόληψης και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας ή της απειλής πρόκλησής της, κάλυψη των σχετικών δαπανών, ενημέρωση της αρμόδιας αρχής και συνεργασία για την εφαρμογή μέτρων πρόληψης και αποκατάστασης. Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να λάβει η ίδια τα αναγκαία μέτρα αποκατάστασης σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης δεν μπορεί να εντοπισθεί. Οι δαπάνες περιβαλλοντικής ζημίας βαρύνουν τον φορέα εκμετάλλευσης, η δε ανάκτησή τους διενεργείται μέσω ασφαλιστικής κάλυψης ή άλλων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων.[94] Σε περίπτωση θανάτου ή εξαφάνισης του φορέα εκμετάλλευσης η σχετική υποχρέωση βαρύνει τους κληρονόμους του.

Καθιερώνεται επίσης δυνατότητα κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεασθεί από περιβαλλοντική ζημία, να υποβάλει στην Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος[95] πληροφορίες σχετικά με περιβαλλοντική ζημία που έχει υποπέσει στην αντίληψή του και να καλέσει την αρμόδια αρχή να αναλάβει δράση.

Στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του πδ/τος 148/2009 υπό τον όρο «περιβαλλοντική ευθύνη» νοείται η υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας, την οποία έχει υποστεί το περιβάλλον. «Αστική ευθύνη για πρόκληση περιβαλλοντικής ζημίας» καλείται η υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας που έχουν υποστεί ιδιωτικά έννομα αγαθά (ζωή, σωματική ακεραιότητα, περιουσία, ιδιοκτησία) εξ αιτίας περιβαλλοντικής προσβολής. Ως «ζημία» νοείται κάθε μετρήσιμη δυσμενής μεταβολή φυσικού πόρου ή υποβάθμιση υπηρεσίας συνδεδεμένης με φυσικό πόρο που μπορεί να επέλθει άμεσα ή έμμεσα.

Προϋποθέσεις συνδρομής της περιβαλλοντικής ευθύνης κατά το πδ/γμα 148/2009 (άρθρο 2 συνδ. 3) αποτελούν: α) Η ύπαρξη φορέα εκμετάλλευσης (άρθρο 2), όπου ως «φορέας εκμετάλλευσης» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εκμεταλλεύεται ή ελέγχει επαγγελματική δραστηριότητα ή στο οποίο έχει μεταβιβασθεί αποφασιστική οικονομική αρμοδιότητα για την τεχνική λειτουργία τέτοιας δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένου του κατόχου σχετικής αδείας ή εξουσιοδότησης ή του νομίμου εκπροσώπου επαγγελματικής δραστηριότητας ή προσώπου που καταχωρεί ή κοινοποιεί τέτοια δραστηριότητα (άρθρο 3 παρ. 6).

Ως «επαγγελματική δραστηριότητα» νοείται οποιαδήποτε δραστηριότητα ασκείται στο πλαίσιο οικονομικής δραστηριότητας ή επιχείρησης, ιδιωτική ή δημόσια, κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα (άρθρο 3 παρ. 7). β) Η πρόκληση περιβαλλοντικής ζημίας ή άμεσης απειλής περιβαλλοντικής ζημίας (άρθρο 2), όπου ως «ζημία» νοείται εν προκειμένω κάθε μετρήσιμη δυσμενής μεταβολή φυσικού πόρου ή υποβάθμιση υπηρεσίας συνδεδεμένης με φυσικό πόρο που μπορεί να επέλθει άμεσα ή έμμεσα (άρθρο 3 παρ. 2).

Μορφές καλυπτομένης ζημίας συνιστούν η ζημία των προστατευομένων ειδών και φυσικών οικοτόπων (άρθρο 3 παρ. 1α΄, 21 Παράρτημα I), ήτοι οποιαδήποτε ζημία με σημαντικά δυσμενείς συνέπειες για την επίτευξη ή διαφύλαξη της ευνοϊκής κατάστασης διατήρησης οικοτόπων και ειδών, η οποία αξιολογείται σε σχέση με την αρχική τους κατάσταση με συγκεκριμένα κριτήρια. Εξαιρέσεις προβλέπονται όσον αφορά τις δυσμενείς συνέπειες σε προστατευόμενα είδη και φυσικούς οικοτόπους που είχαν προσδιορισθεί και προβλεφθεί σε πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων κατ΄ άρθρο 6 παρ. 2 ή κατ΄ άρθρο 14 της κοινής υπουργικής απόφασης 33318/3028/1998. Τα ανωτέρω ισχύουν και για οικοτόπους και είδη μη καλυπτόμενα από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά από την εθνική νομοθεσία (άρθρο 3 παρ. 1α΄).

Ειδικότερα δε, ως «προστατευόμενα είδη και φυσικοί οικότοποι» νοούνται (άρθρο 3 παρ. 3-4): α) τα είδη που αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ ή στο Παράρτημα I αυτής ή στα Παραρτήματα II και IV της κυα 33318/ 3028/1998, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, όπως ισχύει, β) οι οικότοποι των ειδών που αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ ή στο Παράρτημα I αυτής ή στο Παράρτημα II της κυα 33318/3028/1998, όπως ισχύει, οι φυσικοί οικότοποι του Παραρτήματος I της εν λόγω κυα και οι τόποι αναπαραγωγής ή ανάπαυσης των ειδών του Παραρτήματος IV της ίδιας κυα και γ) κάθε οικότοπος ή είδος που δεν απαριθμείται στα προαναφερθέντα Παραρτήματα, αλλά καθορίζεται με νομοθετική πράξη κατά τις κείμενες εθνικές διατάξεις, για σκοπούς ισοδύναμους με εκείνους των δύο ανωτέρω Οδηγιών.

Ως «κατάσταση διατήρησης» νοείται: α) Όσον αφορά ένα φυσικό οικότοπο, το σύνολο των παραγόντων που επιδρούν σε αυτόν και στα χαρακτηριστικά του είδη και ενδέχεται να επηρεάσουν μακροπρόθεσμα τη φυσική του κατανομή, τη δομή και τις λειτουργίες του καθώς και τη μακροπρόθεσμη επιβίωση των χαρακτηριστικών του ειδών. Η κατάσταση διατήρησης φυσικού οικοτόπου θεωρείται «ευνοϊκή» όταν: – η περιοχή φυσικής κατανομής του και οι εκτάσεις που περιέχει μένουν σταθερές ή αυξάνονται, – η ειδική δομή και λειτουργίες που είναι αναγκαίες για τη μακροπρόθεσμη διατήρησή του υφίστανται και είναι πιθανόν να συνεχίσουν να υφίστανται στο προβλέψιμο μέλλον και – η κατάσταση διατήρησης των χαρακτηριστικών του ειδών είναι «ευνοϊκή», όπως ορίζεται στο στοιχείο β΄. β) Όσον αφορά τα είδη, το σύνολο των παραγόντων που τα επηρεάζουν και ενδέχεται να επηρεάσουν μακροπρόθεσμα την κατανομή και αφθονία των πληθυσμών τους εντός της ελληνικής Επικράτειας ή της περιοχής φυσικής κατανομής τους. Η κατάσταση διατήρησης είδους θεωρείται «ευνοϊκή» όταν: – τα δεδομένα στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη του πληθυσμού του συγκεκριμένου είδους δείχνουν ότι αυτό διατηρείται μακροπρόθεσμα ως βιώσιμο συστατικό των φυσικών του οικοτόπων, – η περιοχή φυσικής κατανομής του είδους δεν μειώνεται ούτε ενδέχεται να μειωθεί στο προβλέψιμο μέλλον και – υπάρχει και κατά πάσα πιθανότητα, θα συνεχίσει να υπάρχει, οικότοπος επαρκώς ευρείας έκτασης, για τη μακροπρόθεσμη διατήρηση των πληθυσμών του.

Ειδικότερα δε σύμφωνα με το Παράρτημα Ι του πδ/τος 148/2009, το οποίο εξειδικεύει τα κριτήρια εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1α΄, η σημασία οποιασδήποτε ζημίας, η οποία έχει δυσμενείς συνέπειες για την επίτευξη ή τη διατήρηση της ευνοϊκής κατάστασης διατήρησης οικοτόπων ή ειδών, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση διατήρησης κατά τη στιγμή που επήλθε η ζημία, τις υπηρεσίες που προσπορίζουν και την ικανότητά τους για φυσική αναγέννηση. Οι σημαντικά δυσμενείς μεταβολές σε σχέση με την αρχική κατάσταση, θα πρέπει να καθορίζονται βάσει μετρήσιμων δεδομένων, όπως: – ο αριθμός των ατόμων, η πυκνότητά τους ή η καλυπτόμενη περιοχή, – ο ρόλος των συγκεκριμένων ατόμων ή της πληγείσας περιοχής σε σχέση με τη διατήρηση του είδους ή του οικοτόπου, η σπανιότητα του είδους ή του οικοτόπου (όπως εκτιμάται σε τοπικό, περιφερειακό και ανώτερο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του κοινοτικού),

– η ικανότητα πολλαπλασιασμού του είδους (σύμφωνα με τις τάσεις εξέλιξης του συγκεκριμένου είδους ή πληθυσμού), η βιωσιμότητά του ή η ικανότητα του οικοτόπου για φυσική αναγέννηση (σύμφωνα με τις τάσεις εξέλιξης του χαρακτηριστικού του είδους ή των πληθυσμών του), – η ικανότητα σύντομης ανάκαμψης του είδους ή του οικοτόπου μετά τη ζημία, χωρίς άλλη παρέμβαση πέραν ενισχυμένων μέτρων προστασίας, σε κατάσταση η οποία θα οδηγήσει, αποκλειστικά λόγω της εξέλιξης του είδους ή του οικοτόπου, σε κατάσταση που θεωρείται ως ισοδύναμη ή ανώτερη της αρχικής.

Σύμφωνα περαιτέρω με το Παράρτημα Ι του πδ/τος 148/2009, ζημία με αποδεδειγμένη επίπτωση στην ανθρώπινη υγεία πρέπει να χαρακτηρίζεται ως σημαντική, ενώ δεν θεωρούνται σημαντικές οι ακόλουθες μορφές ζημίας: – αρνητικές διακυμάνσεις χαμηλότερες από τις φυσικές διακυμάνσεις που θεωρούνται κανονικές για τον συγκεκριμένο οικότοπο ή είδος, – αρνητικές διακυμάνσεις οφειλόμενες σε φυσικά αίτια ή σε παρέμβαση σχετική με τη συνήθη διαχείριση των τοποθεσιών, όπως ορίζεται στα μητρώα οικοτόπων ή στα έγγραφα στόχων ή όπως διεξαγόταν προηγουμένως από τους ιδιοκτήτες ή τους φορείς εκμετάλλευσης, – ζημία ειδών ή οικοτόπων, για τα οποία είναι βέβαιο ότι θα ανακάμψουν, σύντομα και χωρίς παρέμβαση, είτε στην αρχική κατάσταση είτε σε κατάσταση, η οποία θα οδηγήσει, αποκλειστικά λόγω της εξέλιξης του είδους ή του οικοτόπου, σε κατάσταση που θεωρείται ισοδύναμη ή ανώτερη της αρχικής.

«Ζημία υδάτων» (άρθρο 3 παρ. 1β΄), ήτοι οποιαδήποτε ζημία επηρεάζει δυσμενώς σε σημαντικό βαθμό: α) την οικολογική, χημική ή ποσοτική κατάσταση ή το οικολογικό δυναμικό των υδάτων, όπως ορίζουν ο ν. 3199/2003 (Α΄ 280) και το πδ/γμα 51/2007 (Α΄ 54) που θεσπίσθηκαν για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ (εξαιρουμένων των δυσμενών επιπτώσεων στις οποίες εφαρμόζεται η παρ. 7 του άρθρου 4 του ανωτέρω πδ/τος) ή β) την περιβαλλοντική κατάσταση των θαλάσσιων υδάτων, όπως ορίζει ο ν. 3983/2011 (Α΄ 144), για τις πτυχές της περιβαλλοντικής κατάστασης του θαλάσσιου περιβάλλοντος που δεν καλύπτονται από τον ν. 3199/2003 και το πδ/γμα 51/2007.

«Ζημία εδάφους» (άρθρο 3 παρ. 1γ΄), όπως νοείται η μόλυνση του εδάφους που δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο δυσμενών συνεπειών για την ανθρώπινη υγεία ως αποτέλεσμα άμεσης ή έμμεσης εισαγωγής εντός ή επί του εδάφους ή στο υπέδαφος ουσιών, παρασκευασμάτων, οργανισμών ή μικροοργανισμών. Η άμεση απειλή ζημίας, δηλαδή η αντικειμενικά βάσιμη πιθανότητα πρόκλησης περιβαλλοντικής ζημίας στο άμεσο μέλλον (άρθρο 3 παρ. 9). Συνέπειες της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων είναι (άρθρο 2 συνδ. 3) η υποχρέωση καθορισμού μέτρων, όρων και διαδικασιών που καθιστούν τον φορέα εκμετάλλευσης οικονομικά υπεύθυνο για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων πρόληψης ή/και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας (άρθρο 2).

Προληπτικά μέτρα συνιστούν εν προκειμένω οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται για την αντιμετώπιση γεγονότος, πράξεως ή παραλείψεως που δημιουργεί άμεση απειλή περιβαλλοντικής ζημίας, ώστε να προληφθεί ή ελαχιστοποιηθεί η ζημία (άρθρο 3 παρ. 10), ενώ ως μέτρα αποκατάστασης νοούνται η δράση ή ο συνδυασμός δράσεων, περιλαμβανομένων των διορθωτικών ή προσωρινών μέτρων ή μέτρων περιορισμού της ζημίας, για την αποκατάσταση, επανόρθωση ή αντικατάσταση φυσικών πόρων ή/και υπηρεσιών που υπέστησαν ζημία ή την εξασφάλιση εναλλακτικών δυνατοτήτων ισοδυνάμων προς τους εν λόγω πόρους ή υπηρεσίες (άρθρο 21 Παράρτημα II) (άρθρο 3 παρ. 11).

Όσον αφορά το γενικό πλαίσιο ευθύνης στο πδ/γμα 148/2009 προβλέπονται οι εξής υποχρεώσεις των φορέων εκμετάλλευσης: – η υποχρέωση υιοθέτησης και εφαρμογής των προβλεπομένων μέτρων πρόληψης και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας ή άμεσης απειλής πρόκλησής της (άρθρο 7 παρ. 1), – η υποχρέωση κάλυψης των σχετικών δαπανών, όταν προκύπτει ευθύνη τους για ζημία (άρθρο 7 παρ. 1), – η υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης αρμόδιας αρχής για την ύπαρξη περιβαλλοντικής ζημίας ή άμεσης απειλής πρόκλησής της (άρθρο 7 παρ. 3) και – η υποχρέωση συνεργασίας με την αρμόδια αρχή για τον καθορισμό και την εφαρμογή των μέτρων αποκατάστασης (άρθρο 7 παρ. 4).

Η τήρηση των όρων και προϋποθέσεων πράξεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων ή/και αδειών ή εγκρίσεων απαραίτητων για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας δεν απαλλάσσει τους φορείς εκμετάλλευσης από την περιβαλλοντική ευθύνη, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 11 παρ. 4-5 (άρθρο 7 παρ. 2).

Εφ΄ όσον η περιβαλλοντική ζημία επηρεάζει ή ενδέχεται να επηρεάσει περισσότερα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, το ΥΠΕΝ συνεργάζεται κατά το διάταγμα με αυτά για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων. Τακτικοί και έκτακτοι έλεγχοι διενεργούνται από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, με σκοπό την τήρηση των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν καταγγελίας.

Σε περίπτωση παράβασης του διατάγματος, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 30 του ν. 1650/1986. Τα πρόστιμα εισπράττονται από τις αρμόδιες ΔΟΥ κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ και διατίθενται για την πρόληψη και αποκατάσταση ζημιών στο περιβάλλον μέσω του Πράσινου Ταμείου, ενώ η επιβολή των κυρώσεων του διατάγματος είναι ανεξάρτητη από τυχόν συντρέχουσα αστική ή ποινική ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης ή λοιπές διοικητικές κυρώσεις.

5. Μελέτες περίπτωσης

Σημαντικές δικαστικές αποφάσεις ερμήνευσαν και εξειδίκευσαν στο πέρασμα των χρόνων την έννοια και το περιεχόμενο της «περιβαλλοντικής ευθύνης», συμβάλλοντας στη σύννομη εφαρμογή και στην εμπέδωση της αρχής σε επίπεδο νομικό, θεωρητικό, αλλά και στη ζώσα πραγματικότητα. Στις μελέτες περίπτωσης που ακολουθούν παρουσιάζονται, ως προς τα πλέον αξιομνημόνευτα στοιχεία τους που αναπτύχθηκαν από τα δικαστήρια της χώρας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιλεγμένες δικαστικές αποφάσεις, που καταδεικνύουν πώς η σύγχρονη δικαστηριακή πρακτική και η νομολογία εν γένει αντιμετώπισαν, κατά περίπτωση, σημαντικές υποθέσεις περιβαλλοντικής βλάβης και πώς συνακόλουθα ερμήνευσαν τη στοιχειοθέτηση και συνδρομή της περιβαλλοντικής ευθύνης.[96]

α) Περιβαλλοντική ευθύνη κατά τον ν. 1650/1986

α.1) Προστασία υδάτινου περιβάλλοντος και τοπίου ιδιαίτερου φυσικού κάλλους

Η πρώτη αφορά την απόφαση ΠΠρΠειραιώς 464/2014 για την προστασία της Καλντέρας Σαντορίνης, που αποτελεί ένα ευαίσθητο περιβάλλον σπάνιας οικολογικής, γεωφυσικής και αισθητικής αξίας, το οποίο τον Απρίλιο 2007 επλήγη από την πρόσκρουση του κ/ζ «Sea Diamond» στα πρανή της Καλντέρας και τη βύθισή του στον υδάτινο χώρο της.[97] Η βύθιση του πλοίου, το οποίο έως και σήμερα δεν έχει ανελκυθεί, όπως επέβαλε η απόφαση, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σοβαρή εστία μόλυνσης και υποβάθμισης του περιβαλλοντικού ορίζοντα από την έκλυση πετρελαιοειδών, βαρέων μετάλλων και ρυπογόνων υλικών στο περιβάλλον της περιοχής.

Ο Δήμος Θήρας, ως υπεύθυνος σύμφωνα με τον ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) για την προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής του, ζήτησε την ανέλκυση του ναυαγίου από την υπεύθυνη εταιρεία, με δικές της δαπάνες και σε περίπτωση αρνήσεώς της να επιτραπεί στον ίδιο να προβεί στην ανέλκυση με δαπάνες της εταιρείας.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου το περιβάλλον ορίζεται ως το σύνολο των αγαθών, που συνθέτουν τον ζωτικό χώρο του ανθρώπου και περιλαμβάνει όλα τα φυσικά και τεχνητά αγαθά, χάρη στα οποία δημιουργείται και αναπτύσσεται η προσωπικότητα του ατόμου και τα οποία είναι απαραίτητα για την επιβίωση, υγιεινή διαβίωση και εξασφάλιση ποιότητας ζωής, περιλαμβάνει δε τα κοινά σε όλους και κοινόχρηστα πράγματα.[98] Στο δικαίωμα στο περιβάλλον πρέπει να συμπεριληφθούν, κατά την απόφαση, όλα ανεξαιρέτως τα περιβαλλοντικά αγαθά, τα οποία αν και δεν ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία των πραγμάτων εκτός συναλλαγής ούτε έχουν αφιερωθεί στην υπό στενή έννοια κοινοχρησία, εν τούτοις λόγω ιστορικής, αρχαιολογικής, φυσικής, αισθητικής ή άλλης αξίας τους θεωρούνται ως σύνολο και αποτελούν τμήμα του περιβάλλοντος τον άνθρωπο ιστορικού, αρχαιολογικού, φυσικού κ.λπ. χώρου, η διαφύλαξη του οποίου αποβαίνει σε όφελος του περιβάλλοντος και των χρηστών του.

Συναφώς έγινε δεκτό με την απόφαση ότι επέρχεται προσβολή του δικαιώματος στον ζωτικό χώρο του ανθρώπου, όταν διαταράσσεται ορισμένο στοιχείο του περιβάλλοντος με τρόπο που αλλοιώνεται ή καταργείται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του. Ιδιαίτερη σημασία έχει, κατά την απόφαση, η δυνατότητα αποκατάστασης «μέλλουσας ζημίας»,[99] δεδομένου ότι οι συνέπειες της βλάβης των περιβαλλοντικών αγαθών συχνά δεν είναι άμεσα ορατές εξ αρχής και σε όλη τους την έκταση.

Κρίθηκε ακόμα ότι η μερική απάντληση πετρελαιοειδών και οι αντιρρυπαντικές εργασίες στην περιοχή της βύθισης του πλοίου, που συντελέσθηκαν, δεν αναιρούσαν τον χαρακτήρα του ναυαγίου ως εστίας μόλυνσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος της περιοχής, που θα αναδίδει και στο μέλλον δυσμενείς συνέπειες.[100]Η ένδικη περιβαλλοντική μόλυνση έγινε επίσης δεκτό ότι συνιστούσε σοβαρό πλήγμα στο παγκοσμίου φήμης φυσικό κάλλος της ευρύτερης περιοχής του κόλπου της Καλντέρας,[101] εξ αιτίας υφισταμένων, αλλά και μελλοντικών δυσμενών συνεπειών που σχετίζονταν με την ύπαρξη του ναυαγίου στη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία αποτελεί παγκόσμιο πόλο έλξης τουρισμού, προσέβαλλε δε και την ποιότητα ζωής του συνόλου των κατοίκων της Σαντορίνης. Με το σκεπτικό αυτό, το Δικαστήριο κατέληξε ότι έπρεπε να αρθεί η προσβολή με την ανέλκυση του ναυαγίου και την επιδίκαση αποζημίωσης προς τον Δήμο ύψους 80.000.000 ευρώ κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 29 του ν. 1650/1986.

α.2) Διάθεση επικίνδυνων αποβλήτων – Αρμοδιότητα ΕΥΕΠ

Σύμφωνα με την απόφαση ΣτΕ 1784/2015,[102] στο πλαίσιο ελέγχου σχετικά με τη διάθεση επικίνδυνων αποβλήτων από βιομηχανική μονάδα, που λειτουργούσε στην ευρύτερη περιοχή του ποταμού Ασωπού στον νομό Βοιωτίας, πραγματοποιήθηκαν από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (ΕΥΕΠ) επιθεωρήσεις, για τον έλεγχο τήρησης των περιβαλλοντικών όρων και της ισχύουσας περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρείας διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες παραβάσεις: α) μη προσήκουσα διαχείριση επικινδύνων αποβλήτων της μονάδας, σύμφωνα με την κυα 13588/725/2006, ως ίσχυε, β) υπέρβαση του ανωτάτου ορίου απόρριψης όσον αφορά τη συγκέντρωση νικελίου (Ni) (2,381 mg/L), κατά παράβαση της κοινής νομαρχιακής αποφάσεως Α.19640/1979 (Β΄ 1136), γ) μεγάλη ποσότητα ύδατος στη δεξαμενή αποθήκευσης ιλύος, κατά παράβαση περιβαλλοντικού όρου της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Όπως έγινε δεκτό, σε περίπτωση που, μετά τη διενέργεια αυτοψίας, διαπιστωθούν περισσότερες από μία παραβάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας του περιβάλλοντος ή των περιβαλλοντικών όρων μιας επιχειρήσεως και επιβληθούν με την αυτή διοικητική πράξη περισσότερα τους ενός πρόστιμα των άρθρων 30 του ν. 1650/1986 και 9 του ν. 2947/2001, η αρμοδιότητα του οργάνου καθορίζεται από το άθροισμα των ποσών των επιβληθέντων προστίμων, όπως αυτά περιγράφονται στη σχετική έκθεση ελέγχου.

α.3) Περιβαλλοντική υποβάθμιση από απορρίψεις θερμοκηπίου

Με την απόφαση ΑΠ930/2014[103] ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτό, ότι το άρθρο 28 του ν. 1650/1986 δεν εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση προσβολής του περιβάλλοντος περιοχών απόλυτης προστασίας της φύσης, για τις οποίες απαιτείται έκδοση προεδρικού διατάγματος, αλλά γενικά όταν αντικείμενο προστασίας είναι το περιβάλλον και αντικειμενικά ερευνάται η ύπαρξη ενέργειας που προκάλεσε την υποβάθμισή του. Στην προκειμένη υπόθεση το δικαστήριο έκρινε ορθή και αιτιολογημένη την καταδίκη του κατηγορουμένου για το αδίκημα της διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 1α΄ του ν. 1650/1986, καθώς νομίμως απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας με πρόθεση, απέρριψε μεγάλες ποσότητες απορριμμάτων (ξύλα, καλάμια, μέταλλα, πλαστικά δοχεία, συσκευασίες φυτοφαρμάκων κ.ά.) στην παραλιακή περιοχή του Δήμου Ζαχάρως νομού Ηλείας, από συστηματική καλλιέργεια καρπουζιών σε εγκατάσταση θερμοκηπίων.

Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό ότι επήλθε αλλοίωση των γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών της περιοχής, μεταβολή του αναγλύφου από την ισοπέδωση εκτάσεως αμμοθινών, διάσπαση της συνέχειας του οικοσυστήματος με την καταστροφή της τοπικής χλωρίδας, την ερήμωση του εδάφους και τη διατάραξη της πανίδος, σημαντική αλλοίωση του τοπίου και κίνδυνος, από τη συστηματική χρήση φυτοφαρμάκων, για τη μόλυνση του εδάφους, την υγεία των κατοίκων και λουομένων και του προστατευομένου είδος της χελώνας caretta – caretta της θαλάσσιας προστατευόμενης περιοχής της Ζαχάρως. Από τις ανωτέρω ενέργειες και τη συστηματική καλλιέργεια καρπουζιών με φυτοφάρμακα έγινε δεκτό ότι προκλήθηκε υποβάθμιση και μεταβολή του φυσικού περιβάλλοντος, η οποία μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής, στην υγεία των κατοίκων και στις αισθητικές αξίες.

α.4) Ρύπανση από παράνομες αποθέσεις εργοστασίου

Με την απόφαση ΑΠ 515/2015[104] έγινε δεκτό από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου ότι σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 1650/1986, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά τον ν. 4042/2012, όποιος ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη  άδεια ή έγκριση και υποβαθμίζει το περιβάλλον, τιμωρείται με φυλάκιση ή και χρηματική ποινή. Βασικοί στόχοι των ως άνω διατάξεων είναι η αποτροπή της ρύπανσης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη των αναγκαίων για τον σκοπό αυτό προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος, τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, για τον λόγο ότι προέβη σε εναπόθεση, στον αύλειο ακάλυπτο χώρο εργοστασίου, μεγάλης ποσότητας ανεπεξέργαστου ελαιοπυρήνα, χωρίς να υπάρχουν εγκαταστάσεις περισυλλογής, επεξεργασίας και διάθεσης των στραγγιδίων καταλοίπων του ως άνω προϊόντος και χωρίς τη σφράγιση τμημάτων ραφινερίας και σαπωνοποιίας του συγκροτήματος. Από τις εν λόγω παράνομες ενέργειες απεδείχθη ότι προεκλήθη έντονη δυσοσμία και σοβαρή υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην περιοχή και των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων της.

β) Ευθύνη από διακινδύνευση

β.1) Κατανάλωση μολυσμένου ύδατος

 Η απόφαση ΜΠρΧαλκίδος 1158/2010[105] αφορούσε κατανάλωση μολυσμένου ύδατος με εξασθενές χρώμιο στην περιοχή του ποταμού Ασωπού. Το εξασθενές χρώμιο αποτελεί, κατά την απόφαση, ένωση προερχομένη κατά κανόνα από ανθρωπογενείς δραστηριότητες, κυρίως βιομηχανικές χρήσεις, η δε επίδρασή του στην ανθρώπινη υγεία προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον στην πόλη Hinkley της Καλιφόρνια (ΗΠΑ), στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, στο πλαίσιο της γνωστής υπόθεσης «Erin Brockovitch».

Όπως έγινε δεκτό, στο προστατευόμενο φυσικό περιβάλλον περιλαμβάνεται και το πόσιμο νερό. Η επιχειρηματική δραστηριότητα πρέπει να ασκείται με τρόπο που δεν προσβάλλει την προσωπικότητα των άλλων, στην οποία περιλαμβάνεται και η αξίωση του ατόμου να ζει και να αναπτύσσεται σε περιβάλλον καθαρό και υγιές. Δέχθηκε ακόμα το Δικαστήριο ότι το νερό που παρεχόταν στην περιοχή από την αρμόδια δημοτική επιχείρηση δεν ήταν υγιεινό και ασφαλές, αλλά εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την υγεία των περίπου 20.000 κατοίκων, καθώς σε αναλύσεις, κατά τα έτη 2009 και 2010, διαπιστώθηκε ύπαρξη εξασθενούς χρωμίου στο πόσιμο νερό, ικανή να προκαλέσει μη αναστρέψιμες βλάβες στον ανθρώπινο οργανισμό, όπως στομαχικές διαταραχές, παθήσεις των νεφρών, του ήπατος και καρκίνο.

Το δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι οι ως άνω παραδοχές θα έπρεπε να ιδωθούν και υπό το πρίσμα της «αρχής της προφύλαξης», δεδομένου ότι η επιστημονική αβεβαιότητα ως προς τη συνδρομή συγκεκριμένου κινδύνου για τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων από την κατανάλωση νερού που περιέχει εξασθενές χρώμιο και μάλιστα, πάνω από συγκεκριμένη τιμή συγκέντρωσης, δεν θα ήταν δικαιοπολιτικά και δικαιοηθικά επιτρεπτό να μετακυλίεται σε βάρος των πολιτών, με τη μορφή της αδράνειας της Πολιτείας να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για τη διαφύλαξη της ζωής και της υγείας των πολιτών και του δικαιώματός τους να απολαμβάνουν το φυσικό περιβάλλον και τα επιμέρους περιβαλλοντικά αγαθά, απαλλαγμένα από επιβλαβείς ρύπους και μάλιστα από καρκινογόνες ουσίες.

Επομένως, στο πλαίσιο της «αρχής της προφύλαξης» κρίθηκε επιβεβλημένο να ληφθούν μέτρα προστασίας, ακόμη και χωρίς να έχει αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό, η ένταση και η σοβαρότητα των κινδύνων για τη ζωή και την υγεία των κατοίκων από την κατανάλωση νερού, εν όψει της πιθανολογούμενης σοβαρότητας και του δυσεπανόρθωτου της βλάβης για την υγεία, την ασφάλεια και το περιβάλλον και του ενδεχομένου οι βλάβες αυτές να προκαλούνταν από την κατανάλωση νερού με συγκεντρώσεις εξασθενούς χρωμίου, όπως αυτές που μνημονεύθηκαν στο σκεπτικό της απόφασης, για την οποία (κατανάλωση νερού) υπό τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, κατελείπετο επιστημονική αβεβαιότητα.

Εν όψει αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι υφίστατο προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας των αιτούντων, λόγω διακινδύνευσης των αγαθών της ζωής και της υγείας τους και συνεπεία της προσβολής του κοινωνικού αγαθού του φυσικού περιβάλλοντος,[106]αφού διαταρασσόταν περιβαλλοντικό στοιχείο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αλλοιωνόταν ριζικά -μέχρι βαθμού πλήρους καταργήσεως της- η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από την κατανάλωση καθαρού, μη επικίνδυνου για την υγεία, πόσιμου ύδατος.

β.2) Εγκαταστάσεις κεραιών κινητής τηλεφωνίας

Η απόφαση 3064/2008[107] του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αφορούσε παράνομη εγκατάσταση και λειτουργία σταθμού βάσης κεραίας κινητής τηλεφωνίας σε δώμα οικοδομής  χωρίς άδεια εγκατάστασης και σε πολύ μικρή απόσταση από κατοικίες και σχολεία της περιοχής. Το δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε την «αρχή της προφύλαξης» όσον αφορά τα αναφυόμενα ζητήματα βλάβης της υγείας, περιβαλλοντικής ζημίας και ευθύνης.

Συγκεκριμένα το δικαστήριο απεφάνθη ότι το γεγονός πως η επιστήμη δεν έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα σχετικά με την επικινδυνότητα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας για την υγεία δικαιολογεί μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα ως προς την εγκατάσταση σταθμών πλησίον κατοικιών και χώρων, όπου συχνάζουν ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, αφού πιθανολογήθηκε ότι η έκθεση των ατόμων αυτών στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία θα έθετε σε κίνδυνο την υγεία τους. Η ως άνω επιστημονική αβεβαιότητα δημιουργεί, κατά την απόφαση, τεκμήριο υπέρ της υγείας και του περιβάλλοντος με βάση την «αρχή της προφύλαξης», η οποία συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, έχει αρχικά θεσπισθεί με το άρθρο 174 παρ. 2 ΣυνθΕΚ και θεωρείται δεσμευτικός κανόνας από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) (νυν ΔΕΕ).

Ειδικότερα κρίθηκε ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 57 εδάφιο α΄ ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.[108]Από το δικαίωμα αυτό απορρέει το δικαίωμα χρήσεως των αναφερομένων ενδεικτικά στα άρθρα 966 και 967 ΑΚ κοινών σε όλους και κοινοχρήστων πραγμάτων, όπως ο ατμοσφαιρικός αέρας, η θάλασσα, τα γλυκά νερά κ.ά., που εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια του περιβάλλοντος (γήινου, υδάτινου και αέρινου). Το δικαίωμα χρήσεως των εν λόγω πραγμάτων αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον (άρθρο 24 του Συντάγματος), όπως τούτο έμμεσα τριτενεργεί στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 966 επ. ΑΚ.

Η αξίωση που απορρέει από την προσβολή του εν λόγω δικαιώματος συνίσταται σε άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, εφ΄ όσον υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής (προληπτική αξίωση για παράλειψη) με την επιβολή οποιουδήποτε από τις περιστάσεις πρόσφορου ασφαλιστικού μέτρου για την εξασφάλιση της ασκήσεως του δικαιώματος χρήσεως του κοινοχρήστου πράγματος ή τη ρύθμιση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από την αυθαίρετη χρήση του. Περαιτέρω, στο πλαίσιο διεύρυνσης του εννόμου συμφέροντος στη σημερινή εποχή, κατά την οποία έχει αναπτυχθεί έντονη δραστηριότητα των νομικών προσώπων, έχει επικρατήσει και στη νομολογία η άποψη ότι το δικαίωμα προστασίας του περιβάλλοντος, με αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο παροχής έννομης προστασίας, πρέπει να αναγνωριστεί όχι μόνο στα φυσικά, αλλά και στα νομικά πρόσωπα ή άλλους συλλογικούς φορείς, όταν ενεργούν ως εκπρόσωποι των ατομικών δικαιωμάτων των μελών τους.[109]

Όπως έγινε δεκτό από το δικαστήριο, στον χώρο της ένδικης οικοδομής λειτουργούσε κεραία κινητής τηλεφωνίας χωρίς τις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες, επομένως η ένδικη εγκατάσταση δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, ήτοι λήψη εγκρίσεως της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, πολεοδομική αδειοδότηση της οικείας Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας και συνακόλουθη άδεια εγκατάστασης κεραίας της ΕΕΤΤ και δεν ήταν νόμιμη. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι ο επίδικος σταθμός βάσης αποτελούσε τη μεγαλύτερη εγκατάσταση σταθμού βάσης σε όλη την πόλη του Ηρακλείου, σε ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη και με σοβαρή εμπορική κίνηση περιοχή, απέχουσα ελάχιστη απόσταση από το κέντρο της πόλεως. Σε απόσταση 35 έως 130 μ. από την κεραία υπήρχαν πολυκατοικίες και οικοδομές, στις οποίες κατοικούσαν οι αιτούντες με τις οικογένειές τους. Επίσης, σε απόσταση 140 μ. από την εγκατάσταση λειτουργούσε δημόσιο νηπιαγωγείο, όπου φοιτούσαν 34 μαθητές ηλικίας 4 έως 5 ετών, ενώ σε απόσταση 150 μ. λειτουργούσε και δημοτικό σχολείο της περιοχής, όπου φοιτούσαν 183 παιδιά ηλικίας 6 έως 12 ετών.

Η εγκατάσταση του ενδίκου σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας είχε προκαλέσει κατά την απόφαση πολύ μεγάλη ανησυχία στους αιτούντες και στους λοιπούς περιοίκους, ιδιαίτερα δε στους γονείς και διδασκάλους των μαθητών, αλλά και στους ίδιους τους μαθητές των όμορων σχολείων. Η ανησυχία των περιοίκων εστιαζόταν στην υποψία και στον φόβο τους για τις επιβλαβείς συνέπειες που ενδεχομένως είχε στην υγεία τους η καθημερινή συνεχής έκθεσή τους στην ακτινοβολία από τα ηλεκτρομαγνητικά σήματα που εκπέμπονταν από τη συνεχή λειτουργία του ενδίκου σταθμού κεραίας, ενώ πολλοί παραπονούνταν για αδιαθεσίες και έντονες κεφαλαλγίες.

Οι μελέτες και οι επιστημονικές έρευνες που έγιναν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία είναι αναμφίβολα επιβλαβής για τον ανθρώπινο οργανισμό, οι δε κεραίες θα πρέπει να τοποθετούνται όσο το δυνατόν πιο μακριά από κατοικημένες περιοχές, ώστε να αποφεύγεται η συνεχής έκθεση στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία ευπαθών ατόμων, όπως γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης και μικρά παιδιά και πάντως σε μεγάλη απόσταση από σχολεία και εκπαιδευτήρια. Οριστικά συμπεράσματα για τα μέτρα προφύλαξης δεν είχαν ακόμη κατά την απόφαση εξαχθεί. Για τον λόγο αυτό παρατηρείτο σημαντική διαφοροποίηση όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες ως προς την αντιμετώπιση του ζητήματος της εγκατάστασης σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας σε κατοικημένες περιοχές.

Ανάλογη είναι και η διακύμανση της νομολογίας των Δικαστηρίων. Οι διαφορετικές απόψεις και γνωματεύσεις έγκριτων επιστημόνων και Οργανισμών που επικαλούνταν οι διάδικοι και το γεγονός ότι η επιστήμη δεν έχει ακόμη καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα σχετικά με την επικινδυνότητα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας για την υγεία, δικαιολογούσε κατά το δικαστήριο μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα ως προς την εγκατάσταση σταθμών πλησίον κατοικιών και ιδιαίτερα χώρων, όπου σύχναζαν οι περισσότερο ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, αφού έτσι πιθανολογείτο ότι η έκθεση των ατόμων αυτών στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία θα έθετε σε κίνδυνο την υγεία τους. Η ως άνω επιστημονική αβεβαιότητα δημιουργεί, σύμφωνα με την απόφαση, τεκμήριο υπέρ της υγείας και του περιβάλλοντος με βάση την «αρχή της προφύλαξης» που συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, κατά την οποία πρέπει να λαμβάνονται μέτρα προφύλαξης, όταν υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι η εγκατάσταση του σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας δημιουργεί κινδύνους ανεπανόρθωτης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία των κατοίκων της περιοχής, όπου βρίσκεται η εγκατάσταση καθώς και βλάβης στο περιβάλλον, ακόμη και αν δεν μπορεί να αποδειχθεί πλήρως η αιτιώδης σχέση μεταξύ της επίμαχης εγκατάστασης και των επιβλαβών συνεπειών από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία του σταθμού βάσης.

Με βάση τα παραπάνω, την έλλειψη αδείας εγκαταστάσεως του επιδίκου σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας και λαμβανομένης υπ΄ όψη της αρχής της προφύλαξης και της επί του θέματος επιστημονικής αβεβαιότητας, όπως προεκτέθηκε, πιθανολογήθηκε κατά την απόφαση ότι από την εκπεμπόμενη ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία υπήρχε επικείμενος κίνδυνος ρύπανσης του περιβάλλοντος και συνακόλουθης βλάβης της υγείας των κατοίκων και λοιπών περιοίκων, ιδίως δε των νηπίων και των παιδιών που φοιτούσαν στα παρακείμενα εκπαιδευτήρια καθώς και επείγουσα περίπτωση ανάγκης, αφού η προσβολή της υγείας τους ήταν διαρκής και το αίτημα για την προστασίας της επιτακτικό.

Περαιτέρω, με την απόφαση 1264/2005[110] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια εγκατάστασης κεραίας κινητής τηλεφωνίας, υφίστατο υποχρέωση προηγούμενης εκτίμησης των επιπτώσεών της στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζει ο ν. 1650/1986 και η κυα 69269/5387/1990, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της περ. ζ΄ της παρ. 5 του άρθρου 24α του ν. 2075/1992, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ερμηνευόμενη εν όψει των «αρχών της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης» και ανεξάρτητα από την ύπαρξη οριστικών συμπερασμάτων και προτύπων για τις επιπτώσεις από την έκθεση των ανθρώπων σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, επέβαλλε την έκδοση της προβλεπομένης στη διάταξη αυτή κανονιστικής αποφάσεως για τον καθορισμό των κατά την εκτίμηση της Διοικήσεως προσηκόντων μέτρων προφύλαξης του κοινού από την έκθεση στην ακτινοβολία αυτή. Πριν δε από την έκδοση της αποφάσεως αυτής, την οποία, ο ίδιος ο νομοθέτης προέβλεψε και η οποία εκδόθηκε πολύ μεταγενέστερα, δεν ήταν δυνατή χορήγηση η αδειών εγκατάστασης κεραιών κινητής τηλεφωνίας.

γ) Περιβαλλοντική ευθύνη κατά το πδ/γμα 148/2009

Με την απόφαση ΣτΕ976/2015[111] κρίθηκε υπόθεση που αφορούσε παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας της Διοικήσεως να αναλάβει δράση πρόληψης και αποκατάστασης του εδάφους και των υδάτων της περιοχής του Ασωπού ποταμού, σύμφωνα με το άρθρο 13 του πδ/τος 148/2009, με το οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2004/35/ΕΚ περί περιβαλλοντικής ευθύνης. Το δικαστήριο απεφάνθη ότι κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1 του Συντάγματος, 191 της Ενοποιημένης Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 174 ΣυνθΕΕ) και 2-13, 18-19, Παράρτημα ΙΙ του πδ/τος 148/2009, εφ΄ όσον ο συντακτικός και ο κοινοτικός νομοθέτης, έχοντας επίγνωση του οικολογικού προβλήματος, ανήγαγαν το φυσικό περιβάλλον σε αντικείμενο ιδιαίτερης έννομης προστασίας, η προστασία αυτή πρέπει να είναι πλήρης και αποτελεσματική. Κατά συνέπεια, η ως άνω συνταγματική διάταξη καθιστά υποχρεωτική για μεν τον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση τη λήψη των προς τούτο αναγκαίων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων, κανονιστικών ή γενικών ατομικών ή ατομικών, για δε τα δικαστήρια την παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο φυσικό περιβάλλον. Εντεύθεν έπεται κατά την απόφαση, ότι η παράλειψη της Διοικήσεως προς λήψη των μέτρων αυτών συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας υποκείμενη σε ακύρωση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφ΄ όσον διαφορετικά η μεν συνταγματική επιταγή θα μετέπιπτε σε θεωρητική διακήρυξη αρχής, το δε φυσικό περιβάλλον θα παρέμενε άνευ προστασίας, εκτεθειμένο σε καταστροφή, εναντίον της σαφούς βουλήσεως του συνταγματικού νομοθέτη.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεασθεί από περιβαλλοντική ζημία ή έχει έννομο συμφέρον από τη λήψη περιβαλλοντικής απόφασης σχετικά με τη ζημία, δικαιούται να υποβάλει εγγράφως στον αρμόδιο Τομέα της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (ΕΥΕΠ) τις πληροφορίες που διαθέτει, σχετικά με περιβαλλοντική ζημία που έχει υποπέσει στην αντίληψή του, και να καλέσει την αρμόδια αρχή να αναλάβει δράση βάσει του πδ/τος 148/2009, χωρίς να απαιτείται η αναφορά σε ευθύνη συγκεκριμένου φορέα εκμετάλλευσης. Η αίτηση συνοδεύεται από σχετικές πληροφορίες και στοιχεία που τεκμηριώνουν επαρκώς τους διατυπωθέντες ισχυρισμούς για την περιβαλλοντική ζημία.

Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ΕΥΕΠ, σε περίπτωση που μετά από υποβολή αιτήσεως κατ΄ άρθρο 13 του πδ/τος 148/2009, τεκμηριωμένης ως προς την ύπαρξη περιβαλλοντικής ζημίας, διαπιστώσει συγκεκριμένη περιβαλλοντική ζημία, η οποία οφείλεται σε ελεγχόμενη από απόψεως χώρου και χρόνου ρύπανση προκαλουμένη από τη δράση ενός ή περισσοτέρων φορέων εκμεταλλεύσεως, η οποία καθιστά δυσχερή και ενδεχομένως αδύνατο τον εντοπισμό του υπευθύνου ή των υπευθύνων φορέων και μάλιστα κατά συγκεκριμένο ποσοστό ευθύνης, οφείλει να κάνει δεκτό το αίτημα για ανάληψη δράσεως, χωρίς να απαιτείται καταλογισμός της περιβαλλοντικής ευθύνης συγκεκριμένου φορέα εκμεταλλεύσεως και να διαβιβάσει την απόφασή της άμεσα στην αρμόδια αρχή, η οποία θα προβεί περαιτέρω σε ενέργειες για την αποκατάσταση της ζημίας, ανακτώντας ή όχι τις σχετικές δαπάνες. Η απόφαση αποδοχής ή απορρίψεως της αιτήσεως πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη, η δε παράλειψη απαντήσεως, καθ΄ εαυτή, συνιστά κατά την απόφαση παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, η οποία προσβάλλεται παραδεκτώς με αίτηση ακυρώσεως.

Περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι η ΕΥΕΠ, η οποία αποδέχθηκε την ύπαρξη αδιαμφισβήτητα άμεσης και διαρκούς απειλής και την εκδήλωση περιβαλλοντικής ζημίας στα ύδατα και στο έδαφος της περιοχής του ποταμού Ασωπού, με βάση ευρήματα των ελέγχων – επιθεωρήσεων της ίδιας υπηρεσίας, εργαστηριακές αναλύσεις και μελέτες επιστημονικών φορέων, όφειλε να δεχθεί το αίτημα για ανάληψη δράσης πρόληψης και αποκατάστασης εκ μέρους της Διοικήσεως, χωρίς να απαιτείται η δράση αυτή να συνδέεται με καταλογισμό των υπευθύνων φορέων εκμετάλλευσης και υπό την εκδοχή ακόμη ότι ο εντοπισμός τους ήταν αδύνατος ή προβλεπόταν να καταστεί δυνατός σε μεταγενέστερο χρόνο, δεδομένου ότι η δυσχέρεια εντοπισμού των υπευθύνων ρυπάνσεως δεν συνιστά αναγκαίως, κατά την απόφαση, ρύπανση διάχυτου χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 του πδ/τος 148/2009. Οι περιγραφόμενες στις έγγραφες απόψεις της ενέργειες της Διοικήσεως δεν συνιστούσαν κατά το δικαστήριο, οργανωμένη δράση πρόληψης και αποκατάστασης, κατά την έννοια του πδ/τος 148/2009, ούτε συνολική αντιμετώπιση της επίμαχης περιβαλλοντικής ζημίας, αφού μάλιστα περιορίζονταν κυρίως στα ύδατα της περιοχής.

Δέχθηκε περαιτέρω το δικαστήριο ότι η υποβολή τεκμηριωμένου ως προς την ύπαρξη περιβαλλοντικής ζημίας αιτήματος αρκούσε για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 13 του πδ/τος 148/2009 καθώς και ότι σε περίπτωση περιβαλλοντικής ζημίας προερχομένης από πλείονες δραστηριότητες δεν απαιτείται επιμερισμός της σε κάθε μεμονωμένη δραστηριότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η Διοίκηση. Το γεγονός ότι οι νόμιμα λειτουργούσες δραστηριότητες της περιοχής διέθεταν άδειες απ΄ ευθείας διαθέσεως στον Ασωπό των επεξεργασμένων υγρών τους αποβλήτων, άδειες επιφανειακής ή υπεδάφιας διάθεσης και άδειες υπαίθριας προσωρινής αποθήκευσης των στερεών βιομηχανικών τους αποβλήτων, συνιστούσε κατά την απόφαση, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 5.1 του πδ/τος 148/2009, λόγο απαλλαγής του υπευθύνου φορέα από την υποχρέωση καταβολής των δαπανών για τις δράσεις αποκατάστασης, χωρίς πάντως να αίρεται η υποχρέωση των φορέων εκμετάλλευσης στην τήρηση και εφαρμογή μέτρων πρόληψης και αποκατάστασης των περιβαλλοντικών ζημιών κατ΄ άρθρο 11 παρ. 5.2 του πδ/τος 148/2009.

δ) Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

δ.1) Σύμφωνα με την υπόθεση C-236/2001 απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Monsanto Agricoltura Italia SpA και λοιποί κατά Presidenza del Consiglio dei Ministri κ.λπ.,[112] κατά το άρθρο 2, σημεία 1 και 2, της Οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) στο περιβάλλον (ΕΕ L 117, σ. 15), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως «γενετικά τροποποιημένος οργανισμός (ΓΤΟ)» νοείται ο οργανισμός, στον οποίο το γενετικό υλικό είχε υποστεί αλλαγές κατά τρόπο διάφορο των φυσιολογικών διαδικασιών σύζευξης ή/και φυσικού ανασυνδυασμού. Έγινε συναφώς δεκτό, σε βάρος της εταιρείας Monsanto, ότι κανένα προϊόν που περιέχει γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς δεν μπορεί να ελευθερωθεί στο περιβάλλον της Κοινότητας, χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο. Κατά την απόφαση, το ζήτημα της κανονικότητας της εφαρμογής της απλοποιημένης διαδικασίας της θέσεως στην αγορά νέων τροφίμων, που προβλεπόταν από το άρθρο 5 του Κανονισμού 258/1997, δεν επηρέαζε την εξουσία των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα που ενέπιπταν στο άρθρο 12 του εν λόγω Κανονισμού, όπως ήταν το διάταγμα της 4ης Αυγούστου 2000, για το οποίο επρόκειτο στην υπόθεση της κύριας δίκης. Εφ΄ όσον η απλοποιημένη διαδικασία δεν συνεπαγόταν οποιαδήποτε συγκατάθεση, έστω και σιωπηρή, εκ μέρους της Επιτροπής, ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούτο, για να λάβει τέτοια μέτρα, να θέσει υπό αμφισβήτηση, προηγουμένως, τη νομιμότητα μιας τέτοιας συγκαταθέσεως. Πάντως, τα μέτρα αυτά δεν μπορούσαν να ληφθούν παρά μόνον αν το κράτος μέλος προέβαινε προηγουμένως σε μία όσο το δυνατόν πλήρη αξιολόγηση των κινδύνων λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αξιολόγηση από την οποία προέκυπτε ότι, εν όψει της αρχής της προλήψεως, η θέση σε εφαρμογή αυτών των μέτρων επέβαλλε προκειμένου να διασφαλιστεί, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του Κανονισμού 258/97, ότι τα νέα τρόφιμα δεν ενείχαν κινδύνους για τον καταναλωτή.

δ.2) Στην υπόθεση C-534/2013,[113] επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 4ης Μαρτίου 2015, Ministero dell΄Ambiente e della Tutela del Territorio e del Mare, Ministero della Salute, Ispra- Istituto Superiore per la Protezione e la Ricerca Ambientale κατά Fipa Group Srl, το δικαστήριο ερμηνεύοντας το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απεφάνθη ότι η Οδηγία 2004/35/ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτήν εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις υποθέσεις της κύριας δίκης, βάσει της οποίας, σε περίπτωση κατά την οποία είναι αδύνατο να προσδιορισθεί ο υπεύθυνος για τη ρύπανση γηπέδου ή να απαιτηθεί από αυτόν η λήψη μέτρων αποκαταστάσεως, δεν επιτρέπεται στην αρμόδια αρχή να επιβάλει την εφαρμογή των προληπτικών μέτρων και των μέτρων αποκαταστάσεως στον κύριο του γηπέδου αυτού, ο οποίος δεν ευθύνεται για τη ρύπανση, δεδομένου ότι ο κύριος αυτός υποχρεούται απλώς να αποδώσει τις δαπάνες για τις ενέργειες της αρμόδιας αρχής εντός των ορίων της, καθοριζομένης κατόπιν των ενεργειών αυτών, αγοραίας αξίας της εκτάσεως. Ομοίως έκρινε το δικαστήριο και στην υπόθεση C-592/2013 απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015 (ECLIidentifier: ECLI:EU:C:2015:679), Ministero dell’ Ambiente e della Tutela del Territorio e del Mare, Ministero della Salute, Ministero dello Sviluppo economico contre Ediltecnica SpA.

δ.3) Στην υπόθεση C-335/2016[114] απόφαση της 30ής Μαρτίου 2017, VG Čistoća d.o.o. κατά Đuro Vladika, Ljubica Vladika, έγινε δεκτό ότι δυνάμει του άρθρου 14 της Οδηγίας 2008/98 και σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», το κόστος διαχειρίσεως των αποβλήτων βαρύνει τον αρχικό παραγωγό αποβλήτων, τον τρέχοντα ή τους προηγούμενους κατόχους αποβλήτων. Η οικονομική αυτή υποχρέωση. Δεν υφίσταται κατά το δικαστήριο κανονιστική ρύθμιση, θεσπισθείσα βάσει του άρθρου 192 ΣΛΕΕ, η οποία να επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη μέθοδο ως προς τη χρηματοδότηση του κόστους της διαθέσεως αστικών αποβλήτων, οπότε η χρηματοδότηση αυτή μπορεί, κατ΄ επιλογήν του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, να διασφαλίζεται αδιακρίτως, με φόρο, τέλος ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2008/98, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι παραγωγοί αποβλήτων μετέχουν συλλογικά στις αναγκαίες επενδύσεις προς επίτευξη των σκοπών που παρατίθενται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στο άρθρο 14 και στο άρθρο 15, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2008/98, λόγω της συμμετοχής τους στην παραγωγή των αποβλήτων.

δ.4) Στο πλαίσιο της υποθέσεως ΔΕΕ C-202/2016,[115] επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, το δικαστήριο απεφάνθη, μεταξύ άλλων, ότι μολονότι το άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/98 δεν ορίζει επακριβώς το περιεχόμενο των μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η διάθεση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, το άρθρο αυτό δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αφήνοντάς τους περιθώριο εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της αναγκαιότητας των εν λόγω μέτρων. Κατά συνέπεια, δεν είναι κατ΄ αρχήν δυνατόν να συναχθεί απ΄ ευθείας από το γεγονός ότι μια πραγματική κατάσταση δεν συνάδει με τους οριζόμενους στο άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/98 σκοπούς ότι το οικείο κράτος μέλος δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η διαχείριση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον. Εν τούτοις, η εξακολούθηση μιας τέτοιας πραγματικής καταστάσεως, ιδίως όταν συνεπάγεται σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος επί μακρόν άνευ παρεμβάσεως των αρμοδίων αρχών, ενδέχεται να σημαίνει ότι τα κράτη μέλη έχουν υπερβεί τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που τους παρέχει η διάταξη αυτή.

Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος είναι συμφυής με την παρουσία αποβλήτων σε χώρο ταφής και ότι, επί μακρόν, ο ΧΥΤΑ Τεμπλονίου Κερκύρας δεν πληρούσε τους προβλεπόμενους από το δίκαιο της Ένωσης όρους λειτουργίας και, ως εκ τούτου, τα επίμαχα απόβλητα προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια, η Ελληνική Δημοκρατία, επιτρέποντας την εξακολούθηση πραγματικής καταστάσεως η οποία προκάλεσε, επί μακρόν, σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος, υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που της απονέμει το άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/98 και παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο αυτό. Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το προβαλλόμενο από την Ελληνική Δημοκρατία επιχείρημα ότι η κατάσταση του ΧΥΤΑ Τεμπλονίου είναι απότοκος της πληθυσμιακής πυκνότητας της νήσου Κέρκυρας και του αριθμού των τουριστών που την επισκέπτονται κατά τους θερινούς μήνες, δεκτού γενομένου ότι το κράτος μέλος δεν δύναται να επικαλεσθεί δυσχέρειες πρακτικής, διοικητικής ή οικονομικής φύσεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που τάσσει η Οδηγία.

δ.5) Δυνάμει της αποφάσεώς του της 26ης Απριλίου 2017 επί της υπ΄ αριθ. C-142/2016[116] υποθέσεως, το δικαστήριο έκανε δεκτό ότι η εφαρμογή της «αρχής της προφύλαξης» στο πλαίσιο του άρθρου 6, παρ. 3, της Οδηγίας για τους οικοτόπους επιτάσσει η αρμόδια εθνική αρχή να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα περιλαμβανόμενα στο εν λόγω σχέδιο μέτρα προστασίας με σκοπό την αποτροπή ή μείωση των ενδεχομένων άμεσων επιβλαβών συνεπειών επί του τόπου αυτού, ώστε να διασφαλίζεται ότι το σχέδιο αυτό δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του προστατευόμενου τόπου. Το κριτήριο έγκρισης που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της Οδηγίας για τους οικοτόπους έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με την «αρχή της προφύλαξης» και παρέχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής αποτροπής των επιβλαβών συνεπειών που μπορούν να έχουν για την ακεραιότητα των προστατευομένων τόπων τα υπό εξέταση σχέδια ή έργα. Κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο δεν πρέπει να υφίσταται, από επιστημονικής άποψης, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητα του οικείου τόπου, είναι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης που εγκρίνει την υλοποίηση του σχεδίου. Η «δέουσα εκτίμηση» των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου στον οικείο τόπο, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της Οδηγίας για τους οικοτόπους, προϋποθέτει ότι πρέπει να προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, αυτές καθ΄ αυτές ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους σκοπούς διατήρησης του τόπου αυτού.

δ.6) Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση της 20ής Ιουλίου 2017, υπόθεση C-441/2017,[117] Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας, που αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ) σχετικά με τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις έγκρισης των σχεδίων διαχείρισης των δασών. Η υπόθεση αφορούσε ειδικότερα τη διαχείριση του παρθένου δάσους της περιοχής Białowieża στην Πολωνική επικράτεια και συγκεκριμένα, την παράβαση της υποχρέωσης που υπέχει η Πολωνία από τη νομοθεσία της ΕΕ για την εξασφάλιση αυστηρής προστασίας του δάσους και των αναφερομένων προστατευομένων ειδών. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη δεν έχουν μια γενική και αφηρημένη υποχρέωση λήψης μέτρων προστασίας των οικοτόπων τους και των πτηνών, αλλά προκειμένου να εγκρίνουν σχέδια διαχείρισης δασών σε προστατευόμενες περιοχές, οφείλουν προηγουμένως να έχουν εξακριβώσει ότι τούτο δεν θα έχει αρνητική επίδραση στην ακεραιότητα της περιοχής.

Απόσπασμα του παρόντος άρθρου αποτέλεσε Εισήγηση που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο επιστημονικής Ημερίδας με γενικό θέμα: «Φυσικό και Πολιτιστικό Περιβάλλον – Προστασία, δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών», την οποία διοργάνωσε o «Σύλλογος Αποφοίτων Université Paris 13 Γαλλικού Κολλεγίου Idef», την 13η Απριλίου 2019, στην αίθουσα συνεδρίων της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής (Λεωφ. Δ. Βικέλα 52 Χαλάνδρι ν. Αττικής). Όλες οι αναφορές του κειμένου αντλούνται από το βιβλίο της Σ. Παυλάκη με τίτλο: «Περιβαλλοντική Ευθύνη – Θεσμικό Πλαίσιο και Εφαρμογή», Αθήνα 2018, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΝΟΜΟΡΑΜΑ.ΝΤ.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Σοφία Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη – Θεσμικό πλαίσιο και Εφαρμογή», εκδ. Νομόραμα.ΝΤ, Αθήνα 2018, σ. 9.

[2] ΕΕ L 143/30.04.2004, σ. 0056 – 0075, βλ. Προοίμιο αριθ. 18 συνδ. άρθρο 1.

[3] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», σ. 9.

[4] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», σ. 9.

[5] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», σ. 10.

[6] «Declaration of the United Nations Conference on the Human Environment» (Stockholm, 5-16 June 1972), UN Doc. A/CONF, 48/14/REV.1.

[7] «Declaration of the United Nations Conference on Environment and Development» (Rio de Janeiro, 3-14 June 1992), UN Doc., A/CONF, 151/Rev.1.

[8] W. Jenks, «Liability for Ultra Hazardous Activities in International Law», R.C.A.D.I Vol. I, 1968, σ. 105, L.F.E Goldie, «Liability for Damage and the Progressive Development of International Law», 14 International and Comparative Law Quarterly, 1965, σ. 1189, Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», σ. 17 επ., Ηλίας Πλακοκέφαλος, «Όψεις της ευθύνης στο Διεθνές Δίκαιο Περιβάλλοντος», Σεπτ. 2006, στον ιστότοπο: http://nomosphysis.org.gr/10602/opseis-tis-euthunis-sto-diethnes-dikaio-periballontos-septembrios-2006/

[9] Βλ. σχετ. υπόθεση Rylands v. Fletcher, 1865 3 H&C 774.

[10] Βλ. Trail Smelter Arbitration (United States v. Canada), Arbitral Trib., 3 U.N. Rep. Int΄l Arb. Awards 1905 (1941).

[11] Βλ. Corfu Channel (United Kingdom v. Albania) (1949), I.C.J Reports 4, σ. 15.

[12] Βλ. «Draft Articles on Prevention of Transboundary Harm from Hazardous Activities» with Commentaries, Yearbook of the International Law Commission, 2001, vol. II, Part Two. Official Records of the General Assembly, Sixty First Session, Supplement No. 10, A/61/10, 2006. Σχετ. Ηλ. Πλακοκέφαλος, «Η διασυνοριακή ρύπανση του περιβάλλοντος κατά το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο», Αθήνα 2011, σ. 144 επ.

[13] Η αποστολή και οι στόχοι του UNEP προέρχονται από το Ψήφισμα 2997 (XXVII) της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών της 15ης Δεκεμβρίου 1972 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν το 1992, τη Διακήρυξη του Ναϊρόμπι σχετικά με τον ρόλο και την εντολή του UNEP, που εγκρίθηκε κατά τη δέκατη ένατη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του UNEP και την Υπουργική Δήλωση του Μάλμο (Malmö) της 31ης Μαΐου 2000. Σχετ. βλ. και ιστότοπο: http://www.enet.gr/ ?i=news.el.article&id=162347

[14] «Draft Guidelines for the development of domestic legislation on liability, response action and compensation for damage caused by activities dangerous to the environment», UNEP/Env. Law/IGMLia/2/2, 9 Oct. 2009.

[15] UNEP/Env. Law/IGMLia/2/2, 9 Oct. 2009: «The EU considers it crucial that a more synergetic and holistic approach should be taken to scientific assessment and policy recommendations in the area of biodiversity and ecosystems. The decision on the continuation of the process on the establishment of the Intergovernmental Platform on Biodiversity and Ecosystems Services (IPBES) offers an opportunity to bring the scientific community closer together in order to deliver better science-based options for future international environmental cooperation».

[16] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», σ. 22 επ. Βλ. Council of Europe, «Convention on Civil Liability for Damage Resulting from Activities Dangerous to the Environment», European Treaty Series – No. 150, Lugano, 21.VI.1993, σε: https://rm.coe.int/CoERMPublicCommonSearchServices/DisplayDCTM

Content?documentId=090000168007c079

[17] Βλ. Council of Europe, «Convention on Civil Liability for Damage Resulting from Activities Dangerous to the Environment», ό.π.: «Article 1. Object and purpose. This Convention aims at ensuring adequate compensation for damage resulting from activities dangerous to the environment and also provides for means of prevention and reinstatement». Βλ. Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», ό.π., σ. 22 επ. Σχετ. και Νικόλαος Τσοκανάς, «Η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Περιβαλλοντική Ευθύνη και η μοίρα της Συνθήκης του Λουγκάνο του 1993 του Συμβουλίου της Ευρώπης», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2007 σ. 223.

[18] «”Environment” includes: – natural resources both abiotic and biotic, such as air, water, soil, fauna and flora and the interaction between the same factors; – property which forms part of the cultural heritage; and – the characteristic aspects of the landscape», σε: Council of Europe, «Convention on Civil Liability for Damage Resulting from Activities Dangerous to the Environment», ό.π.

[19] Ν. Τσοκανάς, «Η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης …», ό.π.

[20] Βλ. Council of Europe, «Convention on Civil Liability for Damage Resulting from Activities Dangerous to the Environment», ό.π.: «Article 4. Exceptions. 1. This Convention shall not apply to damage arising from carriage; carriage includes the period from the beginning of the process of loading until the end of the process of unloading. However, the Convention shall apply to carriage by pipeline, as well as to carriage performed entirely in an installation or on a site unaccessible to the public where it is accessory to other activities and is an integral part thereof. 2. This Convention shall not apply to damage caused by a nuclear substance: a arising from a nuclear incident the liability of which is regulated either by the Paris Convention of 29 July 1960 on third party liability in the field of nuclear energy, and its Additional Protocol of 28 January 1964, or the Vienna Convention of 21 May 1963 on civil liability for nuclear damage; or b if liability for such damage is regulated by a specific internal law, provided that such law is as favourable, with regard to compensation for damage, as any of the instruments referred to under sub-paragraph a above. 3. This Convention shall not apply to the extent that it is incompatible with the rules of the applicable law relating to workmen΄s compensation or social security schemes». Βλ. και Ν. Τσοκανά, «Η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης …», ό.π.

[21] Ν. Τσοκανάς, «Η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης …», ό.π.

[22] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», σ. 25 επ. Ν. Τσοκανάς, «Η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης …», ό.π.

[23] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», σ. 28 επ. Βλ. Γνωμοδότηση για την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: «Πράσινη Βίβλος σχετικά με την αποκατάσταση των περιβαλλοντικών ζημιών» [έγγρ. COM(93) 47 τελικό], 14.05.1993, ISBN 92-77-66979-9, EY-CO-94-OIO-GR-C.

[24] Βλ. Γιώργο Σμπώκο, «Η Οδηγία 35/2004/ΕΚ για την περιβαλλοντική ασφάλιση – Πεδίο και προοπτικές εφαρμογής», ΠερΔικ τ. 1/2008 σ. 59.

[25] Βλ. «Ανακοίνωση της Επιτροπής – Κατάλογος των επιτροπών που επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της» [Επιτροπή COM 66, (2000) 9.2.2000, σ. 7].

[26] Βλ. Opinion of the Economic and Social Committee on the «Proposal for a Directive of the European Parliament and of the Council on environmental liability with regard to the prevention and remedying of environmental damage» [COM(2002) 17 final – 2002/0021(COD)] (2002/C 241/31).

[27] «3. General comments … 3.3.3. Environmental damage. The proposal lists three types of environmental damage: – biodiversity damage; – water damage; – land damage», σε: [COM(2002) 17 final – 2002/0021 (COD)], ό.π.

[28] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», σ. 29 επ. Κλεονίκη Πουϊκλή, «Περιβαλλοντική ευθύνη και αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”: Νεότερες εξελίξεις υπό το πρίσμα της πρόσφατης νομολογίας του ΔΕΕ (C-534/13 Fipa Group, C-592/13 Ediltecnica και C-156/14 Tamoil Italia)», ΠερΔικ τ. 3/2016 σ. 427.

[29] Βλ. ΔΕΕ C-534/2013 απόφαση της 4ης Μαρτίου 2015, Fipa Group Srl and Others, σκέψεις 40-41.

[30] Της 3ης Μαρτίου 1975 (EE L 194/1975, σ. 1 επ.).

[31] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο – Δίκαιο διαχείρισης και προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών», γ΄ έκδοση, Αθήνα 2011, σ. 33.

[32] Σύμφωνα με τη 16η Αρχή της Διακηρύξεως: «Ο ρυπαίνων βαρύνεται κατ΄ αρχήν με το κόστος της ρύπανσης λαμβανομένου υπ΄ όψη του δημοσίου συμφέροντος και χωρίς να στρεβλώνεται το διεθνές εμπόριο και οι διεθνείς επενδύσεις». Βλ. σχετ. και Παναγιώτη Γρηγορίου, Γεώργιο Σαμιώτη, Γρηγόριο Τσάλτα, «Η Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών (Rio de Janeiro) για το περιβάλλον και την ανάπτυξη – Νομική και θεσμική διάσταση – Παράρτημα τα νομικά κείμενα της Συνδιάσκεψης», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1993.

[33] Α. Bleeker, «Does the Polluter Pay? The Polluter-Pays Principle in the Case Law of the European Court of Justice», ό.π., σ. 290, W. Frenz, «Das Verursacherprinzip im Öffentlichen Recht», Duncker & Humblot Verlag, Berlin 1999, σ. 39, Κλ. Πουϊκλή, «Περιβαλλοντική ευθύνη και αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” …», ό.π. Σχετ. και Ελένη Σταματίου, «Αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” – Διερεύνηση εφαρμογής της στην Ελλάδα – Μελέτες περίπτωσης για το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον», ΠερΔικ 2013 σ. 613.

[34] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 36, Κλ. Πουϊκλή, «Περιβαλλοντική ευθύνη και αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” …», ό.π.

[35] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 34, κατά τον οποίο: «H αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” υπόκειται σε κριτική όσον αφορά τη δυνατότητα αποτελεσματικής πρακτικής εφαρμογής της και τη σκοπιμότητα και την ιδεολογική της ορθότητα … Συχνά δεν είναι σαφής η έκταση της ευθύνης του ρυπαίνοντος. H οικολογική ζημία έχει την τάση να επεκτείνεται λόγω αλληλεξαρτήσεως των περιβαλλοντικών αγαθών και των απρόβλεπτων επιπτώσεων που μπορεί να εκλάβει μία φαινομενικά ασήμαντη διάσπαση της οικολογικής αλυσίδας. Από τελολογική σκοπιά, η αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” υπερτονίζει την οικονομική διάσταση της βλάβης του οικοσυστήματος μετατρέποντάς τη σε ένα οικονομικά αποτιμητό δικαίωμα, το οποίο μπορεί κανείς να αγοράσει, αν καταβάλει το ανάλογο τίμημα».

[36] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 36.

[37] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 35.

[38] Άρθρο 191 παρ. 2 ΣΛΕΕ (Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης): «H πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”. Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα εναρμόνισης που ανταποκρίνονται σε ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος, περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, ρήτρα διασφάλισης που εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε διαδικασία ελέγχου της Ένωσης».

[39] «Declaration of the United Nations Conference on Environment and Development» (Rio de Janeiro, 3-14 June 1992), ό.π.

[40] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 25.

[41] Ανακοίνωση της Επιτροπής για την αρχή της προφύλαξης, COM (2000)1. Σχετ. και Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 26. Σχετ. και Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», ό.π., σ. 35 επ. Βλ. και Γλυκερία Σιούτη, «Η αρχή της προφύλαξης και η διαχείριση των περιβαλλοντικών κινδύνων», ΠερΔικ τ. 4/2004, σ. 455, Γιώργο Μπάλια, «Ο κίνδυνος per se: Προς μια διεύρυνση της αστικής περιβαλλοντικής ευθύνης»; σε Περιβαλλοντική ευθύνη – Θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, Πρακτικά Συνεδρίου, Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά, Αθήνα 2010, Γ. Μπάλια, «Τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, οι κίνδυνοι βλάβης της υγείας και του περιβάλλοντος και οι προληπτικοί μηχανισμοί του δικαίου», ΠερΔικ τ. 1/2002, σ. 44, Τάκη Νικολόπουλο, «Ο “αποδεκτός κίνδυνος”: ένας ακόμα Δούρειος Ίππος»; ΠερΔικ τ. 4/2004, σ. 471, Βασίλειο Τσεβρένη, Διονυσία Βαρθάλη, «Ρύθμιση του περιβαλλοντικού κινδύνου ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού», ΠερΔικ τ. 3/2010, σ. 451, Τ. Νικολόπουλο, «Η αβεβαιότητα και η σχετικότητα της εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης στη νέα επιστημονικο-ανταγωνιστική τάξη», ΠερΔικ τ. 4/2002, σ. 689, Μάνθα Βαρελά, «Η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης μετά τον ν. 3431/2006», ΠερΔικ τ. 1/2008, σ. 25. Βλ. και ΣτΕ Ολ 1264/2005, ΠερΔικ 2005, σ. 268, 450 (παρατηρήσεις Ανδρέας Αμπάτης), ΜΠρΗρακλείου 3064/2008, ΠερΔικ τ. 3/2008 σ. 437, ΕφΠατρών 182/2001, ΠερΔικ τ. 2/2001, σ. 249 (παρατηρήσεις Τ. Νικολόπουλος), ΠΠρΘεσ 26223/2005, ΠερΔικ τ. 4/2005 (παρατηρήσεις Α. Σίνης), σ. 614, ΜΠρΘεσ 13776/2002 ΠερΔικ τ. 2/2002, σ. 360 (παρατηρήσεις Μαρία Κοτζαϊβάζογλου).

[42] Σχετ. Γ. Δελλής, «Κοινοτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος – Οι διαστάσεις της προστασίας του περιβάλλοντος στην κοινοτική έννομη τάξη», Αθήνα – Κομοτηνή 1998, Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 27, Σοφία Παυλάκη, «Η συμμετοχή των πολιτών στην προστασία του περιβάλλοντος», ΠερΔικ τ. 1/2017, σ. 52, σχετ. και: https://dasarxeio.com/2016/09/15/34578/

[43] Σχετ. και Τάκης Nικολόπουλος, «Το νομικό καθεστώς της διακίνησης των αποβλήτων στην Eυρωπαϊκή Ένωση και την Eνιαία Aγορά», Nόμος και Φύση 2/1996, σ. 395.

[44] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 31.

[45] ΕΕ L 190/12.7.2006.

[46] Κατά τον Ιω. Καράκωστα, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 32: «Οι αρχές αυτές έλκουν την καταγωγή τους από τη Σύμβαση της Bασιλείας της 22ας Μαρτίου 1989 για τον έλεγχο της διακίνησης επικίνδυνων υλικών και ουσιών και τη διάθεσή τους. H Σύμβαση αυτή υπεγράφη υπό την αιγίδα του OHE και κυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Έχει κυρωθεί και από την Ελλάδα με τον ν. 2203/1994 (A΄ 13/15.5.1994)».

[47] Βλ. κυρίως ΔΕΚ C-2/1990 απόφαση της 9.7.1992, Eπιτροπή κατά Bελγίου, Συλλ. I-4441, ΔΕΚ C-422/1992 απόφ. της 10.5.1995, Eπιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλ. I-1097, Γ. Δελλής, «Kοινοτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος», ό.π., σ. 125.

[48] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 24 επ.

[49] Θεμελιωτής της αρχής της αειφορίας θεωρείται ο Hans – Carl von Carlowitz, το 1713, με το έργο του «Sylvicultura oeconomica», στο οποίο αναφέρει ότι: «Πρέπει να υλοτομείται τόση μόνο ποσότητα ξύλου όση μπορεί να αναπτυχθεί και πάλι μέσω ενός μεθοδικού σχεδίου αναγέννησης – αναδάσωσης».

[50] Βίκυ Καραγεώργου, «Η αειφόρος ανάπτυξη ως βάση της σύγχρονης περιβαλλοντικής πολιτικής – Βασικοί άξονες και εργαλεία με βάση τα νέα δεδομένα», ΠερΔικ τ. 3/2004 σ. 324, Κωνσταντίνος Μαργαρίτης, «Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη της Λισαβόνας», Αθήνα 2016.

[51] Οδηγία 2004/35/ΕΚ (ΕΕ L 143/56/30.4.2004) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας. Βλ. Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική ευθύνη …», ό.π., σ. 42 επ. Σχετ. βλ. και Nicolas de Sadeleer, «La directive 2004/35/CE relative à la responsabilité environnementale: avancée ou recul pour le droit de l΄ environnement des états membres?» σε: Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά, 2010: «Περιβαλλοντική Ευθύνη – Θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής», Εισηγήσεις Συνεδρίου 26-27 Ιουνίου 2009, σ. 141 επ., Γεώργιος Κρεμλής, «Η Οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας», ΠερΔικ τ. 3/2005 σ. 384, Ευαγγελία Κουτούπα – Ρεγκάκου, «Η Οδηγία 2004/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλ-λοντικής ζημίας», σε: Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά, 2010: «Περιβαλλοντική Ευθύνη – Θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής», Εισηγήσεις Συνεδρίου 26-27 Ιουνίου 2009, σ. 183 επ.

[52] Άρθρο 3 παρ. 1α΄-β΄ Οδηγίας 2004/35/ΕΚ. Σχετ. βλ. και Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική ευθύνη …», ό.π., σ. 46 επ.

[53] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική ευθύνη …», ό.π., σ. 44 επ.

[54] Ν. Τσοκανάς, «Η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Περιβαλλοντική Ευθύνη και η μοίρα της Συνθήκης του Λουγκάνο», ό.π., όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Κράτη όπως το Ην. Βασίλειο με τη Water Resources Act του 1991 και την Environmental Protection Act του 1990 ή η Γερμανία με την Umwelthaftungsgesetz του 1990 και πολλούς άλλους νόμους ή η Ολλανδία, που μάλλον παρέχει την πληρέστερη προστασία με τον Ολλανδικό Αστικό Κώδικα, αλλά και αρκετά ειδικά νομοθετήματα, όπως η Wet Milieubeheer της 13.6.1979 (νόμος για την περιβαλλοντική διαχείριση) και η WetBodembescherming της 3.7.1986 (νόμος για την προστασία του εδάφους) και το Βέλγιο που με πλήθος διατάξεων σε ομοσπονδιακό (μέσω του Βελγικού ΑΚ) ή σε τοπικό επίπεδο, με νόμους, όπως μεταξύ άλλων το διάταγμα της Φλαμανδικής κυβέρνησης της 6.2.1991, που υιοθετεί τις Φλαμανδικές Ρυθμίσεις σχετικά με τις Περιβαλλοντικές Άδειες, ή το διάταγμα της 15.6.1994 σχετικά με τις «Οικο-Συμφωνίες» ή το διάταγμα της Βαλλονικής κυβέρνησης της 11.10.1985 σχετικά με τις ζημίες που προέρχονται από την άντληση των υπόγειων υδάτων, διαθέτουν περισσότερο από ικανοποιητική περιβαλλοντική προστασία με έμφαση στην αστική ευθύνη. Εν τούτοις, υπάρχουν κράτη που “έχουν ξεμείνει” σε λίγα και αναποτελεσματικά άρθρα αρκετά παλαιών νόμων, όπως η χώρα μας με το άρθρο 29 του ν. 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος και ο ν. 743/1977 περί προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων, με τα οποία προβλέπεται, στην πρώτη περίπτωση, αντικειμενική ευθύνη για τον ρυπαίνοντα, ενώ με το δεύτερο προβλεπόταν υποκειμενική ευθύνη. Οπότε και από τη στιγμή που υπάρχουν τέτοια ανεπαρκή καθεστώτα στο εσωτερικό της ΕΕ, η Οδηγία 2004/35/ΕΚ είναι καλοδεχούμενη σε οποιαδήποτε μορφή, ακόμη και αν το παρεχόμενο επίπεδο προστασίας από αυτήν μπορεί στην πράξη να τεθεί σε αμφισβήτηση».

[55] Βλ. Κλ. Πουϊκλή, «Η περιβαλλοντική ευθύνη υπό την Οδηγία 2004/35/ΕΚ: μεταξύ καινοτομίας και αναποτελεσματικότητας», ΠερΔικ τ. 3/2015 σ. 401, Ζωή Θεοδωρικάκου, «Η εφαρμογή των κανόνων της περιβαλ-λοντικής ευθύνης από τον Δικαστή», σε: «Ο Δικαστής, ο Νόμος και το Περιβάλλον – Τιμητικός Τόμος για τον επ. Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Κωνσταντίνο Μενουδάκο», εκδ. Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 369. Βλ. και: http://www.seos-project.eu/modules/marinepollution/marinepol-lution- c01-p03.gr.html

[56] ν. 1650/1986 (Α΄ 160/16.10.1986) «Για την προστασία του περιβάλλοντος».

[57] Πδ/γμα 148/2009 (Α΄ 190/29.9.2009) «Περιβαλλοντική ευθύνη για την πρόληψη και την αποκατάσταση των ζημιών στο περιβάλλον – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2004/ 35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004, όπως ισχύει».

[58] ν. 4042/2012 (Α΄ 24/13.02.2012)  «Ποινική προστασία του περιβάλλοντος – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2008/99/ΕΚ – Πλαίσιο παραγωγής και διαχείρισης αποβλήτων – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2008/98/ΕΚ – Ρύθμιση θεμάτων Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής».

[59] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική ευθύνη …», ό.π., σ. 52.

[60] Άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 1650/1986.

[61] Βλ. απόφαση ΠΠρΠειρ 464/2014 ΠερΔικ τ. 4/2013 σ. 696, Σοφία Παυλάκη, «Ανέλκυση ναυαγίου – Περιβαλλοντική προστασία του Κόλπου της Καλντέρας Σαντορίνης κατά το ιδιωτικό δίκαιο (με αφορμή την απόφαση ΠΠρΠειρ 464/2014, Τμ. Ναυτικών Διαφορών)», ΠερΔικ 2014 σ. 218, Σ. Παυλάκη, «Το ναυάγιο του κ/ζ Sea Diamond και η περιβαλλοντική προστασία του Κόλπου της Καλντέρας Σαντορίνης», διαθέσιμο στον ιστότοπο: https://dasarxeio.com/2016/05/03/1024-9/

[62] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 406 επ.

[63] Βλ. Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική ευθύνη …», ό.π., σ. 56 επ. Σχετ. και Ζαφείριος Τσολακίδης, «Η παρανομία ως προϋπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης επί προσβολής περιβαλλοντικών αγαθών», σε: «Ιωάννης Κ. Καράκωστας – Φιλίας και Μαθητείας χάριν», τόμος ΙΙΑθήνα 2016, σ. 1482, Γιώργος Μπάλιας, «Η σχέση μεταξύ κοινοτικών και εθνικών ρυθμίσεων για τους Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς» (γνωμοδότηση), ΠερΔικ τ. 3/2006 σ. 368, Ευάγγελος Αθανασόπουλος, «Παρατηρήσεις στην ΜΠρΑθ 9402/2015», ΠερΔικ τ. 1/2016 σ. 114, Σοφία Παυλάκη, «Οπτική ρύπανση – Το αποτύπωμα της περιβαλλοντικής βλάβης στο επίπεδο του αισθητού», ΠερΔικ τ. 2/2016 σ. 262, βλ. και https://dasarxeio.com/2019/03/02/64991/

[64] Βλ. ΣτΕ Ολ 1264/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΑθ 7826/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ. Βλ. και Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», ό.π., σ. 62 επ., με εκεί αναφορές σε Ευ. Αθανασόπουλο, ό.π., κατά τον οποίο: «Η αρχή της προφύλαξης, αναμφισβήτητα θεμελιώδης αρχή προστασίας του περιβάλλοντος, ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 του Συντάγματος και 191 ΣΛΕΕ (174 ΣυνθΕΕ) καθώς και σε πλήθος κανόνων του διεθνούς δικαίου, δυνάμει των οποίων η διαχείριση της οικολογικής διακινδύνευσης επαφίεται στη λήψη προληπτικών μέτρων, ακόμη και εάν οι κίνδυνοι και τα αρνητικά αποτελέσματα ενός έργου ή μίας δραστηριότητας δεν δύνανται να θεμελιωθούν κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Η ταυτοποίηση των δυνητικών κινδύνων, ακόμη και αν είναι αβέβαιοι και αμφισβητούμενοι από επιστημονικής απόψεως, επαρκεί για την υιοθέτηση προληπτικών μέτρων που σκοπούν στην αποφυγή της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος εν γένει. Με άλλα λόγια, τα προληπτικά μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος πρέπει να λαμβάνονται ακόμη και όταν δεν υπάρχει πλήρης επιστημονική βεβαιότητα, οριστικά συμπεράσματα και απόδειξη για τις δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες μίας δραστηριότητας, αρκεί να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για πιθανές περιβαλλοντικές βλάβες. Στις ως άνω επομένως περιπτώσεις συντρέχει η αρχή “εν αμφιβολία υπέρ της ασφάλειας” (in dubio pro securitate), ήτοι υφίσταται τεκμήριο υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος. Η “αρχή της προφύλαξης” απευθύνεται αδιακρίτως και στις τρεις εξουσίες, κάθε μία δε από αυτές καλείται να την εφαρμόζει “κεχωρισμένως” στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της. Ούτως, κατά την ανωτέρω αρχή, τα ενδεδειγμένα ανά κατηγορία πηγής διακινδύνευσης προληπτικά μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος δεν μπορεί παρά να είναι διοικητικά, νομοθετικά και δικαστικά. … Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της επίδρασης στο περιβάλλον και στον άνθρωπο από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι μπορεί να εφαρμοσθεί και η επίσης κοινοτικής προέλευσης αρχή «ALARA» (As Low as Reasonably Achievable), σύμφωνα με την οποία, οσάκις δεν είναι βεβαία η έκταση των επιβλαβών συνεπειών των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών επί της ανθρώπινης υγείας, θα πρέπει να αναζητείται εκείνη η λύση, η οποία θα εξασφαλίζει όσο το δυνατόν χαμηλότερη έκθεση του ανθρώπου στις ακτινοβολίες, εξαντλώντας τα όρια του ευλόγως εφικτού».

[65] ΠΠρΛαρίσης 100/2007, ΠερΔικ τ. 4/2007 σ. 587. Σχετ. και Σ. Παυλάκη, «Το Δικαίωμα στο Περιβάλλον (άρθρο 24 Συντ.)», σε: «Θεμελιώδη Δικαιώματα», Αθήνα 2017.

[66] ΜΠρΑθ 7826/2016, ό.π.

[67] ΠΠρΛαρίσης 100/2007, ό.π., Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 295 επ.

[68] ΔΕΚ C-368/2008 απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2004/35/EΚ – Αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας – Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Βλ. και Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», ό.π., σ. 64 επ.

[69] Βλ. Κώστας Κουσούλης, «Το προεδρικό διάταγμα για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2004/35», σε: Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά, 2010, «Περιβαλλοντική Ευθύνη – Θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής», Εισηγήσεις Συνεδρίου 26-27 Ιουνίου 2009, Αθήνα 2010, σ. 193 επ., Βασ. Χριστιανός, «Πρώτες σκέψεις για τη μεταφορά στην Ελλάδα της Οδηγίας 2004/35/ΕΚ σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη», ΠερΔικ 2005 σ. 388. Σταυρούλα Πουλή, Χριστίνα Κουρεντή, Γιάννης Μαργαρίτης, Δημήτρης Μπούζας, Όλγα Δημητριάδου, Ελευθέριος Λεβαντής, «Η εφαρμογή της Οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη στη Ελλάδα (θεωρία και πραγματικότητα)», ΠερΔικ 2015 σ. 32.»

[70] Η κυα Η.Π. 15393/2332/2002 (Β΄ 1022) καταργήθηκε με το άρθρο 6 της υα 1958/13.01.2012 (Β΄ 21/13.01.2012) πλην του Παραρτήματος ΙΙ του άρθρου 5, το οποίο παρέμεινε σε ισχύ.

[71] Βλ. κυα 11014/703/2003 (Β΄ 332/20.3.2003) «Διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ), σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002 “Εναρμόνιση του ν. 1650/1986 με τις Οδηγίες 97/11/ΕΕ και 96/61/ΕΕ … και άλλες διατάξεις” (Α΄ 91)».

[72] Βλ. κυα Η.Π. 50910/2727/2003 (Β΄ 1909/22.12.2003) «Μέτρα και όροι για τη Διαχείριση Στερεών Αποβλήτων – Εθνικός και Περιφερειακός Σχεδιασμός Διαχείρισης».

[73] Βλ. κυα Η.Π. 13588/725/2006 (Β΄ 383/28.03.2006) «Μέτρα όροι και περιορισμοί για τη διαχείριση επικινδύνων αποβλήτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 91/689/ΕΟΚ για τα επικίνδυνα απόβλητα, του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1991. Αντικατάσταση της κυα 19396/1546/1997 “Μέτρα και όροι για τη διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων” (Β΄ 604)».

[74] Βλ. κυα Η.Π. 29407/3508/2002 (Β΄1572/16.12.2002) «Μέτρα και όροι για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων».

[75] Βλ. κυα 22912/1117/2005 (Β΄ 759/06.06.2005) «Μέτρα και όροι για την πρόληψη και τον περιορισμό της ρύπανσης του περιβάλλοντος από την αποτέφρωση των αποβλήτων».

[76] Η ΠΥΣ 2/1.2.2001 (Α΄ 15/02.02.2001) «Καθορισμός των κατευθυντήριων και οριακών τιμών ποιότητας των νερών από απορρίψεις ορισμένων επικίνδυνων ουσιών που υπάγονται στον Κατάλογο II της Οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 4ης Μαΐου 1976» καταργήθηκε στις 23.12.2013 με το άρθρο 17 παρ. Α3 του πδ/τος 51/2007 (Α΄ 54/08.03.2007) «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για την ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των υδάτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000».

[77] Η κυα οικ. 4859/726/2001 (Β΄ 253/09.03.2001) «Μέτρα και περιορισμοί για την προστασία του υδατικού περιβάλλοντος από απορρίψεις και ειδικότερα καθορισμός οριακών τιμών ορισμένων επικίνδυνων ουσιών που υπάγονται στον Κατάλογο ΙΙ της Οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 4ης Μαΐου 1976» καταργήθηκε στις 23.12.2013 με το άρθρο 17 παρ. Α3 του πδ/τος 51/2007 (Α΄ 54/08.03.2007) «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για την ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των υδάτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000», πλην του άρθρου 4 αυτής, το οποίο καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του ως άνω διατάγματος.

[78] Η κυα 26857/553/1988 (Β΄ 196/06.04.1998) «Μέτρα και περιορισμοί για την προστασία των υπόγειων νερών από απορρίψεις ορισμένων επικίνδυνων ουσιών» καταργήθηκε, στις 23.12.2013, με το άρθρο 17 του πδ/τος 51/2007 (Α΄ 54).

[79] Βλ. ν. 3199/2003 (Α΄ 280/09.12.2003) «Προστασία και διαχείριση των υδάτων – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000».

[80] Βλ. πδ/γμα 51/2007 (Α΄ 54/08.03.2007) «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για την ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των υδάτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000».

[81] Το πδ/γμα 115/1997 (Α΄ 104/30.05.1997) «Έγκριση, διάθεση στην αγορά και έλεγχος φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως έχει συμπληρωθεί» καταργήθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1γ΄ του ν. 4441/2016 (Α΄ 227/06.12.2016).

[82] Το πδ/γμα 205/2001 (Α΄ 160/16.07.2001) «Έγκριση, διάθεση στην αγορά και έλεγχος βιοκτόνων προϊόντων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου» καταργήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 4441/2016 (Α΄ 227/06.12.2016), με την επιφύλαξη των άρθρων 86, 89-93 και 95 του Κανονισμού (ΕΕ) 528/2012 και του άρθρου 18 της κυα 4616/52519/2016 (Β΄ 1367) «Καθορισμός συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση βιοκτόνων».

[83] Το πδ/γμα 104/1999 (Α΄ 113/04.06.1999) «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 94/55/ΕΚ της 21ης Νοεμβρίου 1994 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων» καταργήθηκε, από 30.06.2009, με το άρθρο 9 της υα 35043/2524/01.09.2010 (Β΄ 1385/02.09.2010). Σχετική και η υα 35043/2524/01.09.2010, η οποία επίσης καταργήθηκε, πλην του άρθρου 10 παρ. 1, με το άρθρο 15 παρ. 1 της υα Γ1/20655/2897/14.07.2015 (Β΄ 1495/16.07.2015) από την έναρξη της ισχύος της.

[84] Βλ. κυα Φ4.2/73358/5309/2002 (Β΄ 240/28.02.2002) «Τροποποίηση και συμπλήρωση της κυα Φ4.2/18960/1446/2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Ανάπτυξης, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Εμπορικής Ναυτιλίας για την εναρμόνιση του ελληνικού δικαίου με την Οδηγία 2000/62/ΕΚ». Η υα Φ4.2/18960/1446/2001 καταργήθηκε από 30.06.2009, με το άρθρο 9 της υα 35043/2524/1.9.2010 (Β΄1385/02.09.2010).

[85] Βλ. πδ/γμα 49/2005 (Α΄ 66/11.03.2005) «Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2002/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2002 “Δημιουργία κοινοτικού συστήματος παρακολούθησης της κυκλοφορίας των πλοίων και ενημέρωσης”».

[86] Η κυα Η.Π. 15393/2332/2002 (Β΄ 1022) καταργήθηκε με το άρθρο 6 της υα 1958/13.01.2012 (Β΄ 21/13.01.2012) πλην του Παραρτήματος ΙΙ του άρθρου 5, το οποίο παρέμεινε σε ισχύ.

[87] Βλ. κυα 11014/703/2003 (Β΄ 332/20.03.2003) «Διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ), σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002 “Εναρμόνιση του ν. 1650/1986 με τις Οδηγίες 97/11/ΕΕ και 96/61/ΕΕ … και άλλες διατάξεις” (Α΄ 91)».

[88] Βλ. κυα Η.Π. 11642/1943/2002 (Β΄ 831/02.07.2002) «Καθορισμός μέτρων και όρων για την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών (ΓΤΜ)».

[89] Βλ. κυα 38639/2017/2005 (Β΄ 1334/21.09.2005) «Καθορισμός μέτρων και όρων για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2001/18 για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της Οδηγίας 90/220/ΕΟΚ, του Συμβουλίου της 12ης Μαρτίου 2001 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».

[90] Όπως η τελευταία περίπτωση προστέθηκε στο Παράρτημα ΙΙΙ με το άρθρο 31 της υα Η.Π. 48416/2037/Ε.103/2011 (Β΄ 2516/07.11.2011).

[91] Σύμφωνα με το Παράρτημα IV του πδ/τος 148/2009, οι Διεθνείς Συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παρ. 1 εδάφιο (β) είναι οι εξής: α) Διεθνής Σύμβαση της 27ης Νοεμβρίου 1992 περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου. β) Διεθνής Σύμβαση της 27ης Νοεμβρίου 1992 για τη σύσταση Διεθνούς Ταμείου για την αποκατάσταση ζημιών από τη ρύπανση πετρελαίου. γ) Διεθνής Σύμβαση της 23ης Μαρτίου 2001 περί αστικής ευθύνης για ζημίες οφειλόμενες στη ρύπανση από καύσιμα δεξαμενής πλοίων. δ) Διεθνής Σύμβαση της 3ης Μαΐου 1996 περί ευθύνης και αποζημιώσεων για τις ζημίες που προκαλούνται από τη δια θαλάσσης μεταφορά επικίνδυνων και τοξικών ουσιών, και ε) Σύμβαση της 10ης Οκτωβρίου 1989 περί αστικής ευθύνης για τις ζημίες που προκαλούνται κατά τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων οδικώς, σιδηροδρομικώς και με σκάφη εσωτερικής ναυσιπλοΐας. Περαιτέρω, οι Διεθνείς Συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παρ. 1 εδάφιο (γ), είναι οι ακόλουθες: α) Σύμβαση των Παρισίων της 29ης Ιουλίου 1960 σχετικά με την ευθύνη τρίτων στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας και Συμπληρωματική Σύμβαση των Βρυξελλών της 31ης Ιανουαρίου 1963. β) Σύμβαση της Βιέννης της 21ης Μαΐου 1963 σχετικά με την αστική ευθύνη για πυρηνικές καταστροφές. γ) Σύμβαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1997 σχετικά με τις συμπληρωματικές αποζημιώσεις για πυρηνικές καταστροφές. δ) Κοινό Πρωτόκολλο της 21ης Σεπτεμβρίου 1988 σχετικά με την εφαρμογή της Σύμβασης της Βιέννης και της Σύμβασης των Παρισίων, και ε) Σύμβαση των Βρυξελλών της 17ης Δεκεμβρίου 1971 για την αστική ευθύνη στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών πυρηνικών υλών.

[92] Κ. Κουσούλης, «Το προεδρικό διάταγμα για την εναρμόνιση …», ό.π.

[93] Βλ. Σταυρούλα Πουλή, Χριστίνα Κουρεντή, Γιάννης Μαργαρίτης, Δημήτρης Μπούζας, Όλγα Δημητριάδου, Ελευθέριος Λεβαντής, «Η εφαρμογή της Οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη στη Ελλάδα (θεωρία και πραγματικότητα)», ό.π.»

[94] Βλ. και Μαρία Μυλωνά, «Η ασφάλιση της περιβαλλοντικής ευθύνης στην ελληνική έννομη τάξη», ΠερΔικ 2012 σ. 469, Γεώργιος Ξανθούλης, «Τα προβλήματα ασφαλισιμότητας της περιβαλλοντικής ευθύνης της βιομηχανίας – Με βάση την Οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά στην πρόληψη και αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας», ΠερΔικ 2005 σ. 397.

[95] Η ΕΥΕΠ ενσωματώθηκε στο «Σώμα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων» (ΣΕΠΔΕΜ) με το πδ/γμα 100/2014 (Α΄ 127/28.08.2014). Σχετ. άρθρα 9 παρ. 4-7 ν. 2947/2001 και πδ/γμα 165/2003.

[96] Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», ό.π., σ. 107.

[97] Βλ. ΠΠρΠειρ 464/2014 ΠερΔικ, ό.π. Βλ. σχετ. και Συνήγορο του Πολίτη, «Πόρισμα αναφοράς 3340/2008 με θέμα: Περιβαλλοντικά ζητήματα από τη βύθιση του κ/ζ Sea Diamond στον όρμο καλντέρας Θήρας (Σαντορίνη)» με παρατηρήσεις της Χαρίκλειας Αθανασοπούλου, ΠερΔικ τ. 4/2011 σ. 733, Σοφία Παυλάκη, «Ανέλκυση ναυαγίου – Περιβαλλοντική προστασία του Κόλπου της Καλντέρας Σαντορίνης κατά το ιδιωτικό δίκαιο (με αφορμή την απόφαση ΠΠρΠειρ 464/2014, Τμ. Ναυτικών Διαφορών)», ό.π., Σ. Παυλάκη, «Το ναυάγιο του κ/ζ Sea Diamond και η περιβαλλοντική προστασία του Κόλπου της Καλντέρας Σαντορίνης», σε: https://dasarxeio.com/2016/05/03/1024-9/, Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη …», ό.π., σ. 107 επ., Σ. Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη», σε: Εφαρμογές Ειδικών Αστικών Νόμων, Αθήνα 2015, Παναγιώτα Μυρσινιά, «Μελέτη του ναυαγίου του κ/ζ “Sea Diamond” – Τα κρίσιμα προβληματικά σημεία και η περιβαλλοντική ευθύνη» (γνωμοδότηση), ΠερΔικ τ. 1/2017, Νικόλαο Κωνσταντινίδη, «Προϋποθέσεις εφαρμογής ν. 2881/2001 για την απομάκρυνση επικίνδυνων πλοίων και ναυαγίων από λιμενικές περιοχές (παρατη-ρήσεις στην ΕφΠειρ 250/2011)», σε: περιοδικό «Πειραϊκή Νομολογία» (ΠειρΝ) 2012 σ. 56, Ειρήνη Γρηγορίου, Νικόλαο Βεντίκο, Νικόλαο Κακαλή, «Η διαχείριση αποβλήτων που προκύπτουν από τις επιχειρήσεις καταπολέμησης πετρελαιοκηλίδων», ΠερΔικ τ. 1/2009 σ. 52, Βικτωρία Αθανασοπούλου, «Η έννοια της ζημίας από ρύπανση σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις περί αστικής ευθύνης από πετρελαϊκή ρύπανση», ΠερΔικ τ. 1/2005 σ. 62, Αγγελική Καλλία – Αντωνίου, «Η ευρωπαϊκή πολιτική για τη διαχείριση και προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος», ΠερΔικ 2007 σ. 32, Αιμιλία Λιάσκα, «Το νομικό καθεστώς προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Μεσογείου – Μία πολυεθνική περιφερειακή συνεργασία», ΠερΔικ τ. 3/2003 σ. 483, Κυριακή Νούσια, «Περιβαλλοντική ευθύνη από θαλάσσιες και δη πετρελαϊκές δραστηριότητες», ΠερΔικ τ. 1/2011 σ. 74.

[98] Σχετ. ΑΠ 743/1963 σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ) 12 σ. 514, ΕφΚρήτης 65/1963, ΝοΒ 12 σ. 211, ΕφΑθ 3114/1977, ΝοΒ 26 σ. 325, ΕφΑθ 348/1977, ΝοΒ 25 σ. 525, ΑΠ Ολ 15/1990.

[99] Βλ. και ΑΠ 26/1970, ΝοΒ 18 σ. 690.

[100] Σχετικά με τα ρυπογόνα, επικίνδυνα ή τοξικά υλικά, που εκλύονταν από το βυθισμένο σώμα του πλοίου στον θαλάσσιο χώρο της Καλντέρας, στο πλαίσιο της έρευνας επί της εξεταζομένης υποθέσεως υπεβλήθησαν η από 27.02.2008 επιστολή του Ινστιτούτου Θαλάσσιας και Περιβαλλοντικής Έρευνας Αιγαίου «ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ», δειγματοληψίες του Εργαστηρίου Διαχείρισης Τοξικών και Επικινδύνων Αποβλήτων Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος Πολυτεχνείου Κρήτης και σχετική Έκθεση του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ). Σύμφωνα με την ως άνω επιστολή του ως άνω Ινστιτούτου: «Πέραν από τις ποσότητες πετρελαιοειδών που παραμένουν στις δεξαμενές καυσίμων και λοιπούς χώρους του πλοίου, υπάρχει πληθώρα άλλων υλικών, στα οποία ανιχνεύονται τοξικές ουσίες και καταγράφονται σε πλοία του τύπου, μεγέθους και ηλικίας του Sea Diamond, όπως: α) μεγάλες ποσότητες ψυκτικά υγρά … β) υδραυλικά λάδια … γ) αμίαντος, που ωστόσο δεν ανιχνεύτηκε στο συγκεκριμένο πλοίο, δ) ηλεκτρονικές συσκευές, οθόνες τηλεοράσεων και ηλεκτρονικών υπολογιστών … (σε πλοία του τύπου και μεγέθους του Sea Diamond, υπολογίζεται ότι εγκαθίστανται περισσότερες από 1.000 οθόνες και ηλεκτρονικές συσκευές στις εκατοντάδες καμπίνες επιβατών – πληρώματος και στους πολυάριθμους κοινοχρήστους χώρους … και επισημαίνεται ότι οι οθόνες και οι σχετικές ηλεκτρονικές συσκευές περιέχουν πληθώρα τοξικών χημικών ουσιών) … ε) επιβραδυντικά καύσης, που χρησιμοποιούνται υποχρεωτικά στα επιβατηγά πλοία … στ) πληθώρα άλλων τοξικών ουσιών, που περιλαμβάνουν βαρέα μέταλλα στα δομικά μέρη του πλοίου (μεταλλικός σκελετός, υφαλοχρώματα, θυσιαζόμενοι άνοδοι κ.ά.) και στον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό του, διασκορπιστικά πετρελαιοειδών, χημικά καθαριστικά, ηλεκτρολύτες, αντισκωριακά κ.ά.)».

[101] Η περιοχή του ναυαγίου κείται πλησίον προστατευομένων περιοχών (Natura – GR4220003) με ιδιαίτερο τουριστικό και οικονομικό ενδιαφέρον, αλλά και με ενεργά ηφαίστεια (Καλντέρα και υποθαλάσσιος ύφαλος «Κολούμπο»).

[102] ΣτΕ 1784/2015 (Τμ. Ε΄), ΤΝΠ Νόμος.

[103] ΑΠ 930/2014 (Τμ. Ε΄ Ποινικό), σε: www.areiopagos.gr

[104] ΑΠ 515/2015 (Τμ. Ζ΄ Ποινικό), σε: www.areiopagos.gr

[105] ΜΠρΧαλκίδος 1158/2010, ΠερΔικ τ. 3/2010 σ. 487.

[106] Σχετ. με την έννοια της κοινοχρησίας των περιβαλλοντικών αγαθών και τη θεωρία της τριτενέργειας, βλ. και ΜΠρΑθ 4351/2004, ΝοΒ 2004 σ. 1767 και τις εκεί παραπομπές σε Τζ. Ηλιοπούλου – Στράγκα, «Η “τριτενέργεια” των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975» 1990, σ. 65, Δημήτριο Κατράνη, «Η θεωρία της τριτενέργειας των δικαιωμάτων του ανθρώπου», σε: περιοδικό «Το Σύνταγμα» (ΤοΣ) 1978 σ. 237, Γεώργιο Κασιμάτη, «Το ζήτημα της “τριτενέργειας” των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων» σε: περιοδικό «Το Σύνταγμα» (ΤοΣ) 1981, σ. 1 επ., Ιω. Καράκωστα, «Ένδικα μέσα προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών», σε: περιοδικό «Επιθεώρησις Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου» (ΕΔΔΔ) 1990 σ. 178, Ιωάννη Δεληγιάννη, «Η προστασία της προσωπικότητας κατά τον ΑΚ από την άποψη των συνταγματικών ρυθμίσεων», σε: περιοδικό «Ελληνική Δικαισύνη» (ΕλλΔικ) 38 σ. 389. Γλ. Σιούτη, «Δίκαιο Περιβάλλοντος», Γενικό Μέρος Ι, Δημόσιο Δίκαιο και Περιβάλλον», 1993, σ. 49 επ., Βαρβάρα Μπουκουβάλα, «Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των Νόμων και ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2018, σ. 552 επ., Σ. Παυλάκη, «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο – Νομοθετικό πλαίσιο – Νομολογία», εκδ. Νομόραμα.ΝΤ, Αθήνα 2019, σ. 24 επ.

[107] ΜΠρΗρακλείου 3064/2008 (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) ΠερΔικ τ. 3/2008, σ. 437.

[108] Βλ. Γεώργιος Μπαλής, «Γενικαί Αρχαί», εκδ. Η΄, παρ. 12, ΕφΑθ 12154/1990, σε: περιοδικό «Ελληνική Δικαιοσύνη» (ΕλλΔικ) 32 σ. 1673, ΠΠρΑθ 1322/1997, ΝοΒ 2000 σ. 285, ΜΠρΑθ 4351/2004, ό.π.

[109] Βλ. Απ. Γεωργιάδη, Μιχ. Σταθόπουλο, «Ερμηνεία Αστικού Κώδικος» (ΕρμΑΚ), άρθρο 57 αριθ. 1, 11, 17, 22, 28, άρθρα 967 αρ. 54, άρθρο 968 αρ. 54, 55, Ιω. Καράκωστα, «Η προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών κ.λπ.», ΝοΒ 41 σ. 45, Παρμενίων Τζίφρα, «Ασφαλιστικά Μέτρα», έκδ. 1985, σ. 294, ΕφΑθ 1711/1999, σε: περιοδικό «Αρμενόπουλος» (Αρμ) 35 σ. 484, ΕφΑθ 6805/1987, ΕλλΔικ 31 σ. 1458. Σχετ. και Δημήτριος Πυργάκης, «Το έννομο συμφέρον στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», Αθήνα 2017.

[110] ΣτΕ Ολ 1264/2005, ΤΝΠ Νόμος.

[111] ΣτΕ 976/2015 (Τμ. Ε΄), ΤΝΠ Νόμος. Σχετ. βλ. και ΣτΕ 975/2015 (Τμ. Ε΄), ΤΝΠ Νόμος.

[112] Βλ. C-236/2001 απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Monsanto Agricoltura Italia SpA και λοιποί κατά Presidenza del Consiglio dei Ministri και λοιπών (Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003, σ. I-08105). Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunale amministrativo regionale del Lazio, Ιταλία. Κανονισμός (ΕΚ) 258/1997. Νέα τρόφιμα. Διάθεση στην αγορά. Αξιολόγηση του αβλαβούς. Απλοποιημένη διαδικασία. Ουσιαστική ισοδυναμία με υπάρχοντα τρόφιμα. Τρόφιμα που παράγονται από σειρές αραβοσίτου γενετικώς τροποποιημένου. Ύπαρξη υπολειμμάτων διαγονιδιακών πρωτεϊνών. Μέτρο κράτους μέλους που περιορίζει προσωρινώς ή αναστέλλει επί του εδάφους του την εμπορία ή τη χρήση ενός νέου τροφίμου.

[113] Βλ. Κλ. Πουϊκλή, «Περιβαλλοντική ευθύνη και αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”: Νεότερες εξελίξεις υπό το πρίσμα της πρόσφατης νομολογίας του ΔΕΕ (C-534/13 Fipa Group, C-592/13 Ediltecnica και C-156/14 Tamoil Italia)», ό.π.

[114] Βλ. OJ C 296, 16.8.2016, p. 23.

[115] Βλ. ΔΕΕ C-202/2016, ΠερΔικ τ. 1/2017 σ. 187.

[116] Βλ. ΔΕΕ C-142/2016 απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Διατήρηση φυσικών οικοτόπων – Αρχή της προφύλαξης), ΠερΔικ τ. 1/2017 σ. 188.

[117] Βλ. http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf? Σχετ. Σ. Παυλάκη, «Διατήρηση φυσικών οικοτόπων κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Έγκριση σχεδίων διαχείρισης – Προστασία του δάσους της Białowieża», σε: https://dasarxeio.com/2017/12/09/51753/

:

.

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΝομοθεσία, Περιβάλλον

Tags: , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: