Οι απόψεις της Ένωσης Ελλήνων Δασοπόνων για το περιβαλλοντικό νομοσχέδιο

Αναλυτικό υπόμνημα με τις απόψεις της κατέθεσε η Ένωση Ελλήνων Δασοπόνων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΕΕΔΔΥ), στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής όπου συζητήθηκε το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας, …και λοιπές διατάξεις».

Σχετικά με τη διάταξη που αφορά τη σύνθεση των Επιτροπών Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠ.Ε.Α.), επισημαίνει ότι «απαξιώνονται οι δασικοί υπάλληλοι καθότι… αποκλείεται ένας ολόκληρος κλάδος δασικών υπαλλήλων καθ’ ύλην αρμοδίων για θέματα που άπτονται του δασικού αντικειμένου, αυτός του Δασοπόνου, με μεταπτυχιακούς ή και διδακτορικούς τίτλους σπουδών πέραν του βασικού πτυχίου». Πρόταση της Ένωσης είναι οι Επιτροπές «να εξετάζουν μόνο το θεματικό περιεχόμενο του Δασικού Χάρτη και όχι να εφαρμόζουν – υλοποιούν διοικητικές πράξεις που δεν συμπεριελήφθησαν στο Δασικό Χάρτη. Επιπλέον, απαιτείται να υπάρξει τροποποίηση αναφορικά με τη στελέχωση των επιτροπών αυτών και να απαρτίζεται αποκλειστικά και μόνο από Δημοσίους Δασικούς Υπαλλήλους των κλάδων Δασολόγων και Δασοπόνων».

H Ένωση Ελλήνων Δασοπόνων, μέσω του υπομνήματός της, εκφράζει έντονο προβληματισμό και ανησυχία για τις διατάξεις του σχεδίου νόμου για τους δασικούς χάρτες (άρθ. 48), την διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης (άρθ. 1-7), την κατάργηση των Φορέων Διαχείρισης και την ζωνοποίηση των Προστατευόμενων Περιοχών (αρθ. 26-47).

Τέλος, ζητεί την προσωρινή απόσυρση του νομοσχεδίου και την περαιτέρω επεξεργασία του με βάση την ισχύουσα εθνική και ενωσιακή νομοθεσία καθώς και την πάγια διαμορφωθείσα νομολογία, πάντα υπό το πρίσμα των συνταγματικών επιταγών για την αειφορία του δασικού περιβάλλοντος.

Αναλυτικά το περιεχόμενο του υπομνήματος:


Θέμα: Απόψεις επί του σχεδίου Νόμου περί «εκσυγχρονισμού περιβαλλοντικής νομοθεσίας»

Η Ένωση Ελλήνων Δασοπόνων, μετά την «εσπευσμένη» κατάθεση του εν θέματι αναφερόμενου σχεδίου Νόμου, επιθυμεί δια του παρόντος να εκφράσει τις απόψεις της επί αυτού. Η έκφραση και κατάθεση αποφάσεων- προτάσεων επί θεμάτων που άπτονται του δασικού αντικειμένου, προκύπτει από το ισχύον καταστατικό της Ένωσης. Η καθημερινή επαγγελματική ενασχόληση των μελών της με τα θέματα που διαπραγματεύεται το προαναφερόμενο νομοσχέδιο σε συνδυασμό με το γνωστικό τους αντικείμενο, συντελούν ώστε οι απόψεις αυτές να είναι στοχευμένες και επί της ουσίας.

Δυστυχώς αποδεικνύεται από την κατάθεση του τελικού σχεδίου Νόμου ότι οι παρατηρήσεις και τα σχόλια επί των άρθρων του κατά την διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης, βρήκαν «ευήκοα ώτα μεν, μη ακούοντα δε επί της ουσίας», αφού δεν έχει συμπεριληφθεί καμία πρόταση φορέων, συλλόγων, πανεπιστημιακών κλπ οργανώσεων.

Επί της ουσίας:

Α. Άρθρο 49.

Είναι γνωστό ότι οι ΕΠ.Ε.Α είναι επιτροπές που εξετάζουν αντιρρήσεις που υπεβλήθησαν κατά του θεματικού περιεχομένου των αναρτημένων δασικών χαρτών. Συνάγεται ότι οι εν λόγω επιτροπές ως κύριο αντικείμενο και μέλημα τους έχουν τον χαρακτηρισμό των εκτάσεων που έχουν αποτυπωθεί επ΄αυτών. Ως προκύπτει από τις διατάξεις του Συντάγματος, της εκτελεστικής προς αυτές νομοθεσίας και της διαμορφωθείσας πάγιας νομολογίας του ΣτΕ, ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης είναι αποκλειστική και μόνη αρμοδιότητα της Δασικής Υπηρεσίας και κατ’ επέκταση των δασικών υπαλλήλων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αρκεί το πτυχίο και μόνο για να χαρακτηριστεί κάποιος ως δασικός υπάλληλος αλλά απαραίτητη συνθήκη είναι να εργάζεται και στην δασική Υπηρεσία.

Σύμφωνα δε, με τις αριθμ. 805, 806 και 807/2016 αποφάσεις του ΣτΕ, κρίθηκε ότι είναι συνταγματική η κατάρτιση Δασικού χάρτη από ειδικά διοικητικά όργανα, αποτελούμενα από πρόσωπα με τις αναγκαίες επιστημονικές γνώσεις, διατηρώντας πάντως την αρμοδιότητα ελέγχου και θεώρησης της ορθότητας των ορίων και του χαρακτηρισμού των δασικών περιοχών στις δημόσιες δασικές υπηρεσίες και βεβαίως υπό την προϋπόθεση ότι η διαδικασία αυτή πληροί τα εχέγγυα της ορθής και αξιόπιστης αποτύπωσης των δασών και δασικών εκτάσεων, διά της προβλέψεως οργάνων που διαθέτουν τις απαιτούμενες προς τούτο επιστημονικές γνώσεις (επιστημονική γνώση του τι συνιστά δασικό οικοσύστημα). Προκύπτει δε ότι δεν τεκμαίρεται από πουθενά ότι τις γνώσεις αυτές τις διαθέτουν οι μηχανικοί ή οι νομικοί.

Συνεπώς ο προτεινόμενος τρόπος εξέτασης των αντιρρήσεων δε συνάδει με τις προϋποθέσεις που θέτει το ΣΤΕ για την συνταγματικά αποδεκτή κύρωση των δασικών χαρτών για την κατάρτιση του δασολογίου. Συμπεραίνεται ότι το αντικείμενο της εν λόγω επιτροπής είναι αμιγώς δασικού χαρακτήρα.

Πάγια εκφρασμένη θέση της Ένωσης μας είναι ότι η εν λόγω Επιτροπή θα πρέπει να απαρτίζεται αποκλειστικά και μόνο από μόνιμους Δασικούς Υπαλλήλους, Δασολόγους και Δασοπόνους.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως το γεγονός ότι σε καμία άλλη Υπηρεσία δεν παρατηρείται οι επιτροπές που πραγματεύονται θέματα με βάση το γνωστικό αντικείμενο, να στελεχώνονται από αλλότριες ειδικότητες και κυρίως από ιδιώτες.

Η βραδεία καθυστέρηση της εξέτασης των αντιρρήσεων ενώπιον των ΕΠΕΑ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταλογισθεί στους υπαλλήλους που τις στελεχώνουν αλλά οφείλεται και σε μια σειρά άλλους λόγους, για τους οποίους ούτε οι υπάλληλοι ευθύνονται αλλά ούτε και καθορίζονται από αυτούς. Ως κυριότερος, είναι αυτός της διάθεσης πίστωσης για την αμοιβή των δικηγόρων από τις οικείες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν πολύ λίγες συνεδριάσεις (για το έτος 2019 η διάθεση των πιστώσεων πραγματοποιήθηκε το μήνα Οκτώβριο).

Με την τροποποίηση της διάταξης και την εισαγωγή στη σύνθεση των ΕΠΕΑ δύο (2) ιδιωτών, Δικηγόρου και Μηχανικού, καθώς και την πρόβλεψη ο Δασολόγος να μπορεί να προέρχεται από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, επομένως όχι από τη δασική Υπηρεσία, γεννώνται θέματα παράβλεψης της ισχύουσας νομοθεσίας που εγγίζουν τα όρια της αντισυνταγματικότητας καθώς και της παράβλεψης βασικών αρχών του διοικητικού δικαίου, όπως αυτά:

  1. της συνταγματικής επιταγής της υποχρέωσης του κράτους για την διασφάλιση του δικαιώματος του καθενός για την προστασία του δασικού περιβάλλοντος στο πλαίσιο της αειφορίας, αφού η καθ’ ύλην αρμόδια υπηρεσία θα κληθεί να εφαρμόσει αποφάσεις που κατά πλειοψηφία θα λαμβάνονται από δύο ιδιώτες.
  2. των αρχών της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, της αμεροληψίας και της νομιμότητας της δημόσιας διοίκησης, αφού με την προτεινόμενη σύνθεση, δεν μπορεί να διασφαλιστεί η μη συμμετοχή μελών που μπορεί να έχουν ασκήσει και οι ίδιοι αντιρρήσεις για λογαριασμό πελατών τους.

Επιπλέον, υπάρχει διαφορά στις αναφερόμενες ειδικότητες του δεύτερου μέλους των ΕΠΕΑ στην αιτιολογική έκθεση (π.χ. δασοπόνος, τεχνολόγος γεωπονίας κ.λ.π.) και στην οικεία διάταξη.

Με την υπό νομοθέτηση σύνθεση, θεωρούμε ότι απαξιώνονται οι δασοπόνοι δασικοί υπάλληλοι αφού δεν λαμβάνεται υπόψη ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους:

  • κρίνουν θέματα που αφορούν στο έννομο συμφέρον, εκφράζουν απόψεις επί δικογράφων ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ, κ.λ.π.) για μια σειρά θεμάτων (ιδιοκτησιακά, κ.λ.π.),
  • εφαρμόζουν τοπογραφικά διαγράμματα, συνέταξαν – ανήρτησαν τους δασικούς χάρτες, εκδίδουν διοικητικές πράξεις συνοδευόμενες από τοπογραφικά διαγράμματα, συντάσσουν μηνύσεις για εκχερώσεις συνοδευόμενες πάντα από τοπογραφικά διαγράμματα, και
  • φωτοερμηνεύουν,

Συνεπώς με την τροποποίηση της εν λόγω διάταξης, κρίνεται ότι απαξιώνονται οι δασικοί υπάλληλοι καθότι στην υπό νομοθέτηση σύνθεση των ΕΠΕΑ αποκλείεται ένας ολόκληρος κλάδος δασικών υπαλλήλων καθ’ ύλην αρμοδίων για θέματα που άπτονται του δασικού αντικειμένου, αυτός του Δασοπόνου, με μεταπτυχιακούς ή και διδακτορικούς τίτλους σπουδών πέραν του βασικού πτυχίου.

Δεν μπορεί να μην σχολιαστεί εκ μέρους μας το γεγονός του αποκλεισμού των μελών μας (Δασοπόνοι) από την σύνθεση των ΕΠΕΑ. Ενός κλάδου που σε πολλές των περιπτώσεων και σε εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, καλύπτει τη θέση του Τμηματάρχη στα Τμήματα Δασικών Χαρτογραφήσεων καθώς και εκείνη του Δασάρχη ή του Δ/ντή Δασών. Το δε γνωστικό  αντικείμενο του κλάδου μας είναι τέτοιο που καλύπτει τη φωτοερμηνεία εκτάσεων και συνεπώς τον χαρακτηρισμό της έκτασης αν είναι υπαγόμενη ή όχι στις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας και που εν τέλει:

  1. το αντικείμενο ενασχόλησής των μελών του κλάδου μας δεν διαφέρει σε τίποτα από αυτό των συναδέλφων δασολόγων
  2. ο κλάδος μας ανήκει στην ανώτατη εκπαίδευση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 του Συντάγματος, με αρκετούς εκ των συναδέλφων να διαθέτουν, πέραν του βασικού πτυχίου, μεταπτυχιακούς ή και διδακτορικούς τίτλους σπουδών, ενώ η καθημερινή πρακτική αποδεικνύει ότι διαθέτει υψηλό επίπεδο στο γνωστικό αντικείμενο.
  3. τα μέλη μας στελεχώνουν τις επιτροπές Δασολογίου όπου εκεί αποδίδεται ο ειδικότερος χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως δάσος ή δασικής.

Πρόταση της Ένωσής μας είναι:

Οι Επιτροπές αυτές (ΕΠΕΑ) να εξετάζουν μόνο το θεματικό περιεχόμενο του Δασικού Χάρτη και όχι να εφαρμόζουν – υλοποιούν διοικητικές πράξεις που δεν συμπεριελήφθησαν στο Δασικό Χάρτη[1].  Επιπλέον, απαιτείται να υπάρξει τροποποίηση αναφορικά με τη στελέχωση των επιτροπών αυτών και να απαρτίζεται αποκλειστικά και μόνο από Δημοσίους Δασικούς Υπαλλήλους των κλάδων Δασολόγων και Δασοπόνων. Θα πρέπει να παρέχεται το δικαίωμα συμμετοχής, ως ισότιμα μέλη, σε όλους τους Δασικούς Υπαλλήλους της Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΠΕ –ΤΕ), καθώς επίσης και το δικαίωμα στη Διοίκηση να μπορεί να επιλέξει τον «καλύτερο και περισσότερο καταρτισμένο» με απώτερο σκοπό και στόχο «το καλύτερο αποτέλεσμα».

Στην περίπτωση που η εν λόγω διάταξη συνεχίζει να παραμένει ως έχει, είναι σαφές ότι θα δημιουργηθούν διαδικαστικά θέματα όπως πιστώσεων, εισηγήσεων, ανάρτησης στον ιστότοπο της ΔΙΑΥΓΕΙΑ, κλπ.

Επί των επί μέρους αναφερομένων στις λοιπές παραγράφους:

Σε κάθε νομό και ανάλογα με τον αριθμό των ήδη υποβηθεισών αντιρρήσεων, λειτουργούν περισσότερες των δύο (2) επιτροπών, θα πρέπει να επανεξεταστεί ο προβλεπόμενος αριθμός εξέτασης των υποθέσεων ανά μήνα από τις εκάστοτε ΕΠΕΑ, λόγω του γεγονότος ότι κάθε υπόθεση απαιτεί εισήγηση από το αρμόδιο τμήμα δασικών χαρτογραφήσεων. Με δεδομένη την υπάρχουσα υποστελέχωση των δασικών υπηρεσιών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα Τμήματα των Δασικών Χαρτογραφήσεων αντιμετωπίζουν και την εκπνοή της προθεσμίας των αγωγών στα πλαίσια σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, προκύπτει ότι είναι αδύνατη η διεκπεραίωση του όγκου των υποθέσεων – αντιρρήσεων Στην περίπτωση δε, που τα εν λόγω Τμήματα δεν ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, η περαίωση της διαδικασίας της κτηματογράφησης καθίσταται νομικώς πλημμελής.

Β. Άρθρο 48

Η αριθμ.  32/2013 απόφαση του Σ.τ.Ε. έκρινε ως αντισυνταγματικές τις διατάξεις και του ορισμού του δάσους για το χαρακτηρισμό εποικιστικών εκτάσεων και κατά τη σκέψη αυτής 17 αναφέρει «Επειδή, με την παρ. 7 του αυτού άρθρου 1 του Ν. 3147/2003 ορίστηκαν τα εξής «….Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό με εκείνο της παρ. 1 του άρθρου 117 του Συντάγματος η απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων δεσμεύει τα αρμόδια δασικά όργανα το μεν ως προς το ζήτημα της ιδιοκτησίας της εκτάσεως το δε ως προς το επιτρεπτό της χρήσεως για την οποία είχε γίνει αρχικώς η αποκατάσταση με την απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως. Για το χαρακτηρισμό όμως της εκτάσεως ως δασικού χαρακτήρα ή μη αρμόδια παραμένουν τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει. Οι προβλέψεις αυτές όμως πρέπει να είναι συνταγματικώς τουλάχιστον ανεκτές».

Η ανάγνωση των διατάξεων αυτών δημιουργεί διάφορα ερωτήματα αναφορικά με την προσθήκη στην παρ. 7 του άρθρου 3 του Ν. 998/79, ως ισχύει, εδαφίου για διοικητικές πράξεις της αγροτικής νομοθεσίας όπως οι αποφάσεις των επιτροπών απαλλοτριώσεων. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το ισχύον διοικητικό δίκαιο, η απόφαση μιας επιτροπής δεν θεωρείται ως διοικητική πράξη. Απαιτεί να συνοδεύεται από τις σχετικές αποφάσεις της διοίκησης.

Ειδικότερα:

  1. Κρίνεται ως απαραίτητο να οριστεί με σαφήνεια ποιες εκτάσεις αφορά η εν λόγω διάταξη.
  • Είναι γνωστό ότι ο εποικισμός αφορά σε εκτάσεις που αποδόθηκαν τόσο για αγροτική όσο και για κτηνοτροφική αποκατάσταση και εξαιρεί τις εκτάσεις εκείνες οι οποίες είναι ιδιοκτησίες. Σημειώνεται ότι σε κάποιες των περιπτώσεων, ο χαρακτηρισμός από τις σχετικές επιτροπές ήταν τέτοιος που η μορφή της έκτασης δεν παρέπεμπε πάντα στις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας (π.χ δάσος, χερσολίβαδο, ορεινή βοσκή, βοειδολίβαδο, μάντρα κλπ.). Με την εν λόγω διατύπωση φαίνεται να περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις εκείνες οι οποίες εξαιρέθηκαν του εποικισμού ως ιδιοκτησίες.
  • Αν θα υπάρχουν οφειλόμενες ενέργειες εκ μέρους της Δασικής Υπηρεσίας για τις εκτάσεις που ενδιαμέσως των ετών 1945 και 2007-2009 απέκτησαν δασική μορφή (επιγενομένως δασικές σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία του ΣτΕ) και πλέον εμφανίζονται ως καλλιεργήσιμες.
  • Για τις περιπτώσεις των αναδασμών οι οποίες δημοσιεύτηκαν στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης το έτος 1975.
  • Δεν ορίζεται τι θα γίνεται στις περιπτώσεις εκείνες που ναι μεν έγινε η απαλλοτρίωση αλλά δεν εκδόθηκαν ποτέ παραχωρητήριοι τίτλοι, λόγω μη κύρωσής των (διανομών) από τον (τότε) αρμόδιο Υπουργό Γεωργίας.
  • Για τις εκτάσεις οι οποίες στους κτηματολογικούς πίνακες αναγράφονται ως τεμάχια (χωρίς περαιτέρω χαρακτηρισμό).
  • Στην περίπτωση που νοείται το σύνολο των εκτάσεων που περιλαμβάνονται στους κτηματολογικούς πίνακες διανομών, αναδασμών, δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, εφόσον οι σχετικές διοικητικές πράξεις έχουν εκδοθεί πριν το 1975, δημιουργείται ευλόγως η απορία για τις κοινόχρηστες εκτάσεις που παραχωρήθηκαν στους Δήμους (πρώην κοινότητες) χωρίς ουδέποτε να ήταν γεωργικές εκτάσεις και σε πολλές μάλιστα των περιπτώσεων είναι και διαχειριζόμενα δημοτικά δάση. Είναι σαφές ότι οι εν λόγω εκτάσεις, λόγω της μορφής τους, υπάγονται στις διατάξεις τηςδασικής νομοθεσίας. Σημειώνεται ότι από την ημερομηνία ισχύος του Συντάγματος, ό,τι αποτελούσε (κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία) δάσος ή δασική έκταση, αυτή δεν χάνει το δασικό της χαρακτήρα. Τονίζεται ιδιαιτέρως ότι αλλάζει η χρήση και όχι ο χαρακτήρας. [2]
  • Το ιδιοκτησιακό καθεστώς μια έκτασης δεν επηρεάζει τη μορφή αυτής ή τη μορφή που αυτή απέκτησε επιγενομένως. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Σ.τ.Ε., εκτάσεις που με τελεσίδικες πράξεις χαρακτηρισμού έχουν χαρακτηριστεί ως μη υπαγόμενες στις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας, στην περίπτωση που έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα επανεξετάζεται η μορφή αυτής. Επομένως, θα πρέπει να διαχωριστεί η παροχή δυνατότητας της χρήσης της καλλιέργειας (πράγμα που υφίσταται ήδη στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας – σχ. Άρθρο 67 του Ν. 998/79) με την μορφή αυτή λόγω του ιδιοκτησιακού καθεστώτος.
  • Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη τι γίνεται με τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν εκδοθεί διοικητικές πράξεις και ιδιαίτερα με εκείνες που έχει εκδοθεί απόφαση περί κήρυξης έκτασης ως αναδασωτέας. Και θα παρατηρηθεί το φαινόμενο να «κατηγορηθεί» η Διοίκηση για «φονταμενταλισμό» ενώ επί της ουσίας πρόκειται για άγνοια της ιδιαίτερης συνταγματικής προστασίας που παρέχεται στις αναδασωτέες εκτάσεις και υπάρχει ρητή και σαφής πρόβλεψη για το τι δύναται να επιτρέπεται.
  • Επειδή στο ελληνικό δίκαιο ισχύει αυτό που με σαφήνεια και πέρα κάθε αμφιβολίας αναγράφεται στην εκάστοτε διάταξη, θα πρέπει να οριστεί τι νοείται με την συντομογραφία «κ.λ.π.»
  • Τέλος ,τονίζεται το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ενιαία χαρτογραφικά υπόβαθρα για το έτος 1975.

Η εν λόγω διάταξη της παρ. 7, βασίστηκε στη διαμορφωθείσα Νομολογία του ΣτΕ, όπου γίνεται αναφορά σε πραγματική απώλεια και όχι νομική.

  1. Άλλες παρατηρήσεις

Κρίνεται ότι απαιτούνται περαιτέρω διευκρινήσεις επί της φράσης «.. αυτεπάγγελτα η διοίκηση θα περνά τις διοικητικές πράξεις…». Από τα μέχρι τώρα αναγραφόμενα συμπεραίνεται ότι τα Τμήματα Δασικών Χαρτογραφήσουν «οφείλουν» να ψηφιοποιήσουν όλους τους κλήρους – κληροτεμάχια, όπως τους μπασταινουχικούς τίτλους, που από κοινόχρηστα αποδόθηκαν σε ιδιώτες με τις διατάξεις τις αγροτικής νομοθεσίας, τον εποικισμό που δεν υπάρχει ψηφιοποιημένο στη ψηφιακή βάση της ΑΓΡΟΓΗΣ κ.λ.π. Από τις διατάξεις του Ν. 4061/2012 ως ισχύει, δεν απορρέει ότι υφίσταται η αρμοδιότητα αυτή για την Δασική Υπηρεσία, αφού οι Επιτροπές θεμάτων Γης και επίλυσης διαφορών είναι αρμόδιες για την γεωχωρική εξασφάλιση των κλήρων και την επίλυση διαφορών επί της θέσης των κληροτεμαχίων.

Από τη μέχρι τώρα εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων και την αποκτηθείσα εμπειρία, δεν υπάρχουν σε ψηφιακή βάση οι διοικητικές πράξεις των εγκρίσεων επέμβασης ούτε καν οι κλήροι – κληροτεμάχια που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της Δασικής Νομοθεσίας.[3] Στην περίπτωση που υπάρχουν μεμονωμένα αιτήματα για αναμόρφωση, εξετάζονται κατά περίπτωση με το τοπογραφικό διάγραμμα που έχει συντάξει μηχανικός και ελέγχεται και θεωρείται από την υπηρεσία!

Γεννώνται τα εξής ερωτήματα, μετά την ψήφιση του εν λόγω νομοσχεδίου:

  • Θα πρέπει αντιστοίχως με τις τροποποιήσεις που θα ψηφιστούν, να συνταχθούν καινούργιες τεχνικές προδιαγραφές;
  • Η απόδοση του χαρακτήρα μιας έκτασης, θα γίνεται με βάση το γεγονός ότι δηλώνεται στο ΟΣΔΕ και επιδοτείται από τον ΟΠΕΚΕΠΕ; (έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ισχύουσα νομοθεσία και την πάγια νομολογία του ΣτΕ)
  • Επειδή θα υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ της έκτασης που επιδοτείται, στην αντίστοιχη αποτύπωση από πλευράς ΑΓΡΟΓΗΣ και στην έκταση που έχει δηλωθεί στη κτηματογράφηση, θα πρέπει να υπάρχουν τροποποιήσεις και των αντίστοιχων δηλώσεων; Βάση ποιών αρχείων θα γίνουν αυτές αφού τα αρχεία της ΑΓΡΟΓΗΣ δεν περιέχουν όλες τις πληροφορίες όπως αν τελικά εκδόθηκε τίτλος, αν είναι σε ισχύ κ.λ.π.

Στις παρ. 11 και 12 όπου αναφέρεται ότι «προβλέπονται οι συνέπειες αναμόρφωσης του δασικού χάρτη για περιοχές των οποίων ο χαρακτήρας έχει αμφισβητηθεί με αντιρρήσεις ή έχουν υποβληθεί αιτήματα εξαγοράς…», δεν μπορεί να γίνει κατανοητή η έκφραση αυτή αφού η αναμόρφωση προβλέπεται μόνο για τον κυρωμένο δασικό χάρτη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου  20 Ν. 3889/2010 ως ισχύει και είναι σαφές και πέρα κάθε αμφιβολίας ότι οι  εκτάσεις αυτές έχουν εξαιρεθεί της κύρωσης. Σημειώνεται δε, ότι το Ε’ Τμήμα του Σ.τ.Ε. με την 645/2019, έκρινε ως αντισυνταγματική την εξαγορά και εκκρεμεί η τελική απόφαση από την Ολομέλεια.

Γ. Κεφάλαιο Α

Οι διατάξεις του Ν. 4014/2011 ενσωμάτωσαν ως μη αυτοτελή διοικητική πράξη μία από τις ύψιστης σημασίας διοικητικές πράξεις της Δασικής Υπηρεσίας, την Απόφαση περί έγκρισης επέμβασης, στην απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (Α.Ε.Π.Ο) για τις δραστηριότητες οι οποίες αναπτύσσονται εντός δασικών εν γένει εκτάσεων. Επομένως, η γνώμη των δασικών Υπηρεσιών κρίνεται ως εξέχοντος σημαντική αφού με γνώμονα την αρχή της πρόληψης και της προφύλαξης, ως πρώτο μέλημα έχουν να εξετάσουν το επιτρεπτό ή μη της επέμβασης σε σχέση πάντα με τη μορφή της έκτασης, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 του Ν. 998/79, ως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 4280/2014 ως ισχύει,  δεν είναι όλες οι επεμβάσεις επιτρεπτές στις δασικές εν γένει εκτάσεις. Απαιτείται επί πλέον να εξεταστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς και να τεθούν μη ανατρεπτικοί όροι και προϋποθέσεις ώστε να περιοριστεί κατά το δυνατόν η όποια βλαπτική επίδραση στο δασικό περιβάλλον.

Διαφαίνεται ότι το πνεύμα που διέπει τις υπό ψήφιση διατάξεις είναι ότι, η περιβαλλοντική αδειοδότηση αντιμετωπίζεται ως μία χρονοβόρα διοικητική διαδικασία, η οποία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τις επενδύσεις.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις που αναπτύσσονται στο σχέδιο νόμου παρατηρείται:

  1. Μη δημοσιοποίηση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και επομένως μη ικανοποίηση των αρχών της σύμβασης Άρχους.
  2. Στις περιπτώσεις που η δραστηριότητα θα αναπτυχθεί εντός προστατευόμενων περιοχών του δικτύου ΝΑTURA 2000, η μη γνωμοδότηση των Φορέων διαχείρισης (αφού σε επόμενα άρθρα καταργούνται) αποτελεί παραβίαση της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, που ορίζει ότι οι εθνικές αρχές συμφωνούν για ένα σχέδιο «μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται».
  3. Μείωση του χρόνου έκφρασης γνώμης από τις σαράντα πέντε (45) στις 30 ημέρες.
  4. Να μην καθορίζεται ρητώς και πέρα κάθε αμφιβολίας η έκφραση γνώμης της Δασικής Υπηρεσίας, απλά επαφίεται γενικώς και αορίστως σε κρίση. «Εφόσον κριθεί» θα ζητηθεί και η άποψη της δασικής Υπηρεσίας, χωρίς να αναφέρεται ρητώς από ποιον και βάσει ποιών κριτηρίων θα γίνεται αυτό.
  5. Στην περίπτωση καθυστέρησης της έκφρασης γνώμης αυτή, θεωρείται ως δεδομένη και προχωρά η διαδικασία έκδοσης της σχετικής Α.Ε.Π.Ο. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 4280/2014, η έκφραση γνώμης για δραστηριότητες οι οποίες αναπτύσσονται εντός δασικών εκτάσεων, απαιτεί τρεις (3) Υπηρεσίες  (Δασαρχείο, Δ/νση Δασών, Δ/νση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών). Η έκφραση γνώμης συνήθως περιλαμβάνει την εξέταση του πολυγώνου, τη μορφή και το ιδιοκτησιακό καθεστώς (δημόσια, ιδιωτική, διακατεχόμενης) της έκτασης. Οι διατάξεις του Στ’ κεφαλαίου του Ν. 998/79, οι οποίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 4280/2014, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη όλων των δραστηριοτήτων και σε όλες τις μορφές της έκτασης (π.χ. φωτοβολταϊκά) ή σε εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί ως αναδασωτέες. Συνάγεται λοιπόν ότι απαιτείται ενδελεχής εξέταση της μορφής της έκτασης και σε κάποιες των περιπτώσεων απαιτείται και ο ειδικότερος χαρακτηρισμός της έκτασης (δάσος ή δασική) από την επιτροπή δασολογίου, πράγμα που θα επιφέρει χρονοκαθυστερήσεις. Επιπλέον στην περίπτωση που η έκταση είναι ιδιωτική, απαιτεί την έγγραφη συναίνεση του ιδιοκτήτη. Λόγω δε του γεγονότος ότι η έγκριση επέμβασης είναι ενσωματωμένη στην Α.Ε.Π.Ο., ζητείται η οπωσδήποτε προσκόμισή της στην Δασική Υπηρεσία και στην περίπτωση που αυτό καθυστερεί, στην αδειοδοτούσα αρχή.
  6. Στο άρθρο 7, όπου για πρώτη φορά γίνεται η θεσμοθέτηση των πιστοποιημένων αξιολογητών, οι οποίοι επιλέγονται από τον φορέα του έργου, παρέχοντας του υπερ- αρμοδιότητες σε τέτοιο σημείο ώστε να κρίνει ποιών Υπηρεσιών οι γνωμοδοτήσεις είναι απαραίτητες και ποιών όχι.

Το οξύμωρο δε, είναι ότι φθάνουμε στο σημείο οι Δημόσιες Υπηρεσίες να «υποχρεούνται» να δεχθούν την άποψη του φορέα δια του αξιολογητή του, ο οποίος εξαρτάται οικονομικά και επαγγελματικά από τον «εργοδότη του». Προκύπτει δε, ότι με τον τρόπο αυτό «ιδιωτικοποιούνται» οι δημόσιες λειτουργίες, ώστε να ενισχυθεί η θέση του ιδιώτη κατά την διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, με στόχο τον μη αντικειμενικό έλεγχο αναφορικά με την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας και των επιστημονικών εκτιμήσεων.

Κρίνεται ότι η εν λόγω ρύθμιση βρίσκεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 5 της οδηγίας 2011/92, σύμφωνα με τα οποία η αξιολόγηση των ΜΠΕ όσο και των γνωμοδοτήσεων – απόψεων που έχουν κατατεθεί, είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της δημόσιας αρχής και δεν μπορεί να ασκηθεί από ιδιώτες, πόσο μάλλον όταν είναι αμειβόμενοι από τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες. Είναι σαφές ότι ενέχεται ο κίνδυνος της ανάπτυξης μεγάλων έργων πιθανών βλαπτικών για το περιβάλλον (φύση δραστηριότητα, θέση, μέγεθος).

Δ. Κεφάλαιο Γ. (Κατάργηση φορέων διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών)

Είναι σαφές ότι στις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου NATURA 2000, εντάσσονται κατά πλειοψηφία εν γένει δασικές εκτάσεις και ύδατα, τα οποία είναι ευθέως προστατευτέα από το Σύνταγμα.

Με τις διατάξεις αυτές:

  1. Η διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών περνάει σε ένα φορέα, ο οποίος λειτουργεί με κανόνες ιδιωτικού Δικαίου. Χαράσσει δε, την Πολιτική του Υπουργείου Περιβάλλοντος, το οποίο απεμπολεί την βασική του αρμοδιότητα, απορρέουσα από το σύνταγμα και την εκχωρεί σε ένα νομικό πρόσωπο!!! Δηλαδή καταργεί  ή παραχωρεί αρμοδιότητες του Υπουργού ή υπηρεσιών του Υπουργείου (βιοποικιλότητα, κλιματική αλλαγή κλπ).
  2. Καταργείται η διαδικασία της παροχής γνώμης για δραστηριότητες οι οποίες πρόκειται να αναπτυχθούν εντός των περιοχών του δικτύου NATURA
  3. Μεθοδεύεται η ουσιαστική τροποποίηση του πνεύματος και του περιεχομένου του ν. 1650/1986 αλλά και της αντίστοιχης εφαρμογής της Οδηγίας 92/43.

Πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια από την έκδοση του ν. 1650:

  • δεν θεωρείται υποχρεωτική η έκδοση ΠΔ για τον χαρακτηρισμό και ζώνωση των προστατευόμενων περιοχών.
  • νομοθετικά προηγείται η έκδοση μιας απλής υπουργικής ή κοινής υπουργικής απόφασης, που αφορά το σχέδιο διαχείρισης της περιοχής η οποία εξειδικεύει κλπ.
  1. Οι προστατευόμενες περιοχές αντιμετωπίζονται ως «μία χρήση γης», η οποία μπορεί να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν και ανάλογα με την βούληση του σχεδιαστή.
  2. Θεσμοθετούνται νέες μονάδες διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών NATURA 2000, οι οποίες όπως προκύπτει, δεν αντιστοιχούν στους σημερινούς Φ.Δ.Π.Π. Η δε συγχώνευση περιοχών η οποία δημιουργεί εκτεταμένες περιοχές με σαφέστατη δυσκολία στην διαχείριση τους, μεταφορά από τη μία μονάδα στην άλλη, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό σε τι αποσκοπεί.
  3. Με τις εν λόγω διατάξεις δημιουργείται μία κεντρική μονάδα διοίκησης και συστήματος αποφάσεων και γνωμοδοτήσεων, η οποία αντιβαίνει ευθέως στις αρχές του Νέου Δημοσίου Management, δηλαδή του συμμετοχικού συστήματος διοίκησης το οποίο εφαρμόζεται πλήρως στην Δημόσια Διοίκηση.

Ο θεσμός των Φορέων Διαχείρισης, αποδεικνύεται ότι μέχρι σήμερα με τις όποιες δυσκολίες (έλλειψη χρηματοδοτήσεων, μονίμου προσωπικού κ.λ.π.), ανταποκρίνεται πλήρως στις ευρωπαϊκές οδηγίες και επιταγές, έχει γίνει αποδεκτός από τις τοπικές κοινωνίες και επιπλέον έχει παράγει έργο αναφορικά με την προστασία των περιοχών αυτών. Η παροχή γνώμης επί δραστηριοτήτων που δύνανται να αναπτυχθούν εντός των προστατευόμενων περιοχών, θέτοντας όρους και προϋποθέσεις, είναι ένα από τα βασικά συστατικά της επιτυχίας των Φορέων.

  1. Η φύλαξη από τις Περιφέρειες, ενός θεσμού β’ βαθμού της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίες διοικούνται από αιρετούς, μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει, αφού:
  • Απεμπολείται πάλι η υποχρέωση του κράτους για προστασία, ανάπτυξη, φύλαξη περιοχών ευθέως προστατευτέων από το Σύνταγμα (δάση – ύδατα).
  • Είναι αμφίβολο αν οι περιφέρειες είναι στελεχωμένες με προσωπικό που κατέχει το γνωστικό αντικείμενο για να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις μιας προστατευόμενης περιοχής, αφού απαιτούνται ιδιαίτερα και πολλές φορές ειδικά προσόντα.
  • Είναι υποστελεχωμένες.
  1. Υπάρχουν ΦΔΠΠ, οι οποίοι έχουν ενταχθεί σε προγράμματα του ΥΜΕΠΕΡΑΑ.
  2. Δεν υπάρχει πρόβλεψη για την ύπαρξη μεταβατικής περιόδου, ώστε να αντιμετωπιστούν τα μέχρι τώρα πραγματοποιηθέντα υπό τους Φ.Δ.Π.Π.

Ε. Κεφάλαιο Δ

Τονίζουμε ιδιαιτέρως ότι το Δασικό Περιβάλλον δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία χρήση γης όπου ο καθένας μπορεί να «σχεδιάζει και να εφαρμόζει». Αποτελεί κοινωνικό αγαθό όπου η ύπαρξη και συνέχεια του είναι υποχρέωση του Κράτους. Ο μόνος λόγος που μπορεί να επιτρέπεται η ανάπτυξη των όποιων δραστηριοτήτων είναι αυτός υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος και πάντα υπό την πρόβλεψη του νομοθέτη.

Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, η Ένωσή μας ζητεί:

  1.  την διακοπή της διαδικασίας της επεξεργασίας στην αρμόδια Επιτροπή του εν λόγω νομοσχεδίου και εισαγωγή προς ψήφιση στην ολομέλεια
  2. την περαιτέρω επεξεργασία του με βάση την ισχύουσα εθνική και ενωσιακή νομοθεσία και την πάγια διαμορφωθείσα νομολογία και πάντα υπό το πρίσμα των συνταγματικών για την αειφορία του δασικού περιβάλλοντος.

_______________________

[1] δηλαδή όλες τις ατελώς αντιρρήσεις, αφού επ αυτών δεν χρειάζεται κρίση επί της ουσίας αλλά απεικόνιση οριογραμμών και δημιουργία νέων πολυγώνων

[2] για το λόγο αυτό κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές πράξεις που εκδόθηκαν μεν πριν την ισχύ του Συντάγματος δεν είχαν όμως οι εκτάσεις κατά την εφαρμογή του συντάγματος αλλάξει μορφή (κυρίως ρυμοτομικά σχέδια)

[3] Η εν λόγω διάταξη αναφέρει ότι θα πρέπει  λέει να χρησιμοποιηθεί το αρχείο της ΑΓΡΟΓΗΣ  . Το αρχείο όμως αυτό έχει βρεθεί οτι μπορεί να έχει σφάλμα έως και 50 μέτρα απόσταση. Για την υλοποίηση των κλήρων των 4 στρεμμάτων είναι άχρηστο με τέτοιες αποκλίσεις.

 

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Υπηρεσία, Δασικοί Χάρτες, Νομοθεσία, Προστατευόμενες περιοχές, Περιβάλλον

Tags: , , , , , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: