Οι έμμεσοι μηχανισμοί προστασίας των αναδασωτέων εκτάσεων στο Δίκαιο: διοικητικές κυρώσεις, ποινικό, ενωσιακό και διεθνές δίκαιο

 

Παναγιώτης Γαλάνης, Δικηγόρος,
Υπ. Δρ. Νομικής ΕΚΠΑ
panagiotisgln@gmail.com

Εισαγωγή

Η διαχρονικότητα και η ιδιαιτερότητα της δασικής προστασίας συνάδει απόλυτα με την περιβαλλοντική αξία των δασών ως ευαίσθητων οικοσυστημάτων. Η αναδάσωση ειδικότερα, ως μέσο επανορθωτικό της καταστραφείσας δασικής βλάστησης έχει συνταγματικό θεμέλιο και ανιχνεύεται και σε πληθώρα διατάξεων του κοινού νόμου. Η αναδασωτέα έκταση λοιπόν, ως έννοια συναφής με την έννοια του δάσους, παρουσιάζει τόσο ομοιότητες όσο και διαφορές από αυτό, διαδικαστικές και σε επίπεδο ορισμού. Σε επίπεδο διοικητικού δικαίου, η κήρυξη της αναδάσωσης συνδέεται με την κατάφαση των συνταγματικών (αντικειμενικών) προϋποθέσεων και μόνο, ενώ η προστασία της συνταγματικής διάταξης έχει διαχρονική εφαρμογή. Συνέπειά της είναι η απαγόρευση κάθε είδους επέμβασης που θα μετέβαλε τον προορισμό των αναδασωτέων εκτάσεων.

Ωστόσο, η προστασία των αναδασωτέων εκτάσεων δεν εξαντλείται στην κήρυξη αναδάσωσης που αποτελεί άμεσο μέτρο αποκατάστασης της καταστραφείσας βλάστησης. Το διοικητικό δίκαιο επίσης προβλέπει την επιβολή προστίμου για εκχέρσωση αναδασωτέας έκτασης, ενώ περιέχει και αναλυτικές ρυθμίσεις για τα αυθαίρετα εντός αναδασωτέας έκτασης, με την πρόβλεψη κατεδάφισής τους και την έκδοση πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης. Η συστηματική προστασία τους τη συσχετίζει με την αυξημένη ποινική προστασία της, ιδίως με το Ν. 998/1979. Τέλος, σε επίπεδο διεθνούς και ευρωπαϊκού δασικού δικαίου, παρατηρείται η έλλειψη διατάξεων σαφών και δεσμευτικών για την κήρυξη αναδάσωσης, η οποία μόνο ερμηνευτικά μπορεί να αποτελέσει στόχο μίας ερμηνευτικά συναγόμενης κοινής δασικής πολιτικής. Η επάρκεια του σημερινού καθεστώτος είναι αδιαμφισβήτητη μεν, απέχει όμως πολύ από το ιδανικό επίπεδο δασικής προστασίας και γι’ αυτό απαιτούνται ρυθμίσεις σύγχρονες, αποτελεσματικές και απλές, με το αναγκαίο επίπεδο ρεαλισμού.

1. Διοικητικές κυρώσεις: Αυθαίρετα[1]

Προς επίρρωση της αναδασωτικής προστασίας, από νωρίς εγκαινιάστηκε στο νόμο ένας έμμεσος τρόπον τινά προστατευτικός μηχανισμός με μέσα Δημοσίου Δικαίου. Στο προϊσχύον καθεστώς, προβλέφθηκε ότι η ανέγερση και η διατήρηση αυθαίρετης κατασκευής εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης (τέτοια είναι η παράνομη εγκατάσταση σε αναδασωτέα έκταση) συνεπάγεται την επιβολή μιας διοικητικής κύρωσης, της καλουμένης «ειδικής αποζημίωσης» με πρωτόκολλο του δασάρχη[2], σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 5 του Ν. 1892/1990, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4280/2014 και ήδη με το άρθρ. 67 Α Ν. 998/1979. Όμως, προς αποφυγή δικαστικής εμπλοκής, το δικαστήριο που δικάζει αίτηση ακυρώσεως (νυν ΔΕφ), κατά πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται να εξετάσει πλημμέλειες της κατεδάφισης, που εξετάσθηκαν ήδη από το δικαστήριο της αιτήσης ακυρώσεως κατά της κατεδαφίσεως[3]. Για το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς προσβολή της άδειας οικοδομής απαιτείται η ακύρωση της πράξης να συνδέεται αμέσως με την εξυπηρέτηση συμφέροντός του, το οποίο αναγνωρίζεται ως έννομο και άξιο προστασίας από το νόμο και να προκαλεί στον αιτούντα βλάβη συνδεόμενη αμέσως με συγκεκριμένη κατάσταση ή ιδιότητά του[4]. Το σημαντικό ζήτημα εδώ είναι αν υφίσταται έννομο συμφέρον λόγω ιδίας παρανομίας του προσφεύγοντος και η νομολογία καταφάσκει την ύπαρξη αυτού[5]. Η αποτελεσματικότητα της νομοθετικής πρόβλεψης της διάταξης του άρθρ. 6 Ν. 3621/2007 που προσέθεσε στο τέλος του άρθρου 114 του N. 1892/1990 την απαγόρευση ανέγερσης κτίσματος σε αναδασωτέες σε περίπτωση πυρκαγιάς εκτάσεις, (ειδάλλως εκδίδονται πρωτόκολλα κατεδάφισης και εκτελούνται παραχρήμα[6]) – συνίσταται στην ευρύτητα της διατύπωσης: στο ότι πρόκειται για κατεδάφιση όλων, ήτοι των πάσης φύσεως κτισμάτων ή εγκαταστάσεων, που έχουν ανεγερθεί παλιά ή νυν ανεγείρονται (παρόν ή παρελθόν) σε δημόσια ή ιδιωτικά δάση ή δασικές εκτάσεις, αφορά κτίσματα ή εγκαταστάσεις οποτεδήποτε ανεγερθέντα, δηλ. πριν και μετά τον Ν. 998/1979 ή τον Ν. 1892/1990, ενώ είναι αδιάφορο και μη κρίσιμο το πρόσωπο του ανεγείραντος ή τυχόν στοιχεία άσχετα με το καθεαυτό γεγονός της ανέγερσης/διατήρησης (όπως π.χ η οικονομική δυσχέρεια ή υγεία του[7]), άρα οι πράξεις κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων και εγκαταστάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις (ή εν γένει δασικές) είναι πραγματοπαγείς[8]. Παρόλα αυτά θεμελιώνεται έννομο συμφέρον των ατόμων που αναφέρονται ως συνδεόμενα με την παράνομη κατασκευή σε πράξη κατεδάφισης και η αναφυόμενη διαφορά είναι ακυρωτική και όχι ουσίας[9].

Σύμφωνα με το ισχύον άρθρ. 67 Α παρ. 3α Ν. 998/1979, η απόφαση περί κατεδάφισης-απομάκρυνσης εκδίδεται μετά από κλήτευση προ πέντε πλήρων ημερών, του φερόμενου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής του κτίσματος ή της εγκατάστασης. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και ισοδυναμεί με το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης (βλ. σχετικώς άρθρ. 6 ΚΔΔιαδ). Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης περί κατεδάφισης- απομά-κρυνσης επιτρέπεται αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου της τοποθεσίας του ακινήτου εντός της εξηκονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 46 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης στον αιτούντα ή από την τοιχοκόλληση της στο κτίσμα.

Για την κατεδάφιση συντάσσεται πρωτόκολλο, στο οποίο αναφέρονται τα ευρεθέντα στο κατεδαφιζόμενο κινητά πράγματα, καθώς και το όνομα του διοριζομένου μεσεγγυούχου.

Εάν εντός έξι (6) μηνών τα κινητά δεν διεκδικηθούν, περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου. πό την κλήτευση και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημίωσης που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται στους ανωτέρω υπόχρεους κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής απόφασης της παραγράφου 3. Της υποχρέωσης αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων, που βρίσκονται εντός των εκτάσεων της παραγράφου 1, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής.

Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημίωσης, τα οποία εκδίδονται ανά έτος μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου της τοποθεσίας του ακινήτου εντός της εξηκονθήμερης προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 46 του π.δ. 18/1989, που αρχίζει από την κοινοποίηση τους. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι ακυρώσεως κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της αίτησης ακύρωσης κατά της πράξης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης περί κατεδάφισης.

Έχει κριθεί ότι η διοικητική κύρωση της έκδοσης πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερη του τριμήνου «είναι δυνατή, αλλά οι δυσμενείς για το διοικούμενο συνέπειες για το υπέρμετρο αυτό χρονικό διάστημα αίρονται, μόνο αν τελικώς παραδοθεί οικειοθελώς προς κατεδάφιση η κατασκευή, έστω και μετά το πρωτόκολλο», διότι έτσι ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει ήδη επιβληθεί, ανεξαρτήτως του ποσού στο οποίο ανήλθε[10].

Αυτονόητος όρος για τη νομιμότητα της διαταγής κατεδάφισης αυθαίρετου κτίσματος είναι αρχικά αυτονοήτως «η (διοικητική) διαπίστωση ανεγέρσής τους εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης»[11]. Βεβαίως, εξαιτίας της σοβαρότητας ενός τέτοιου μέτρου[12], η διοικητική κρίση πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη, αιτιολογία που μπορεί να προκύπτει και από το φάκελο[13], ενώ επειδή απαιτούνται να είναι γνωστά στο δικαστήριο η ακριβής θέση και τα όρια του οικισμού και η σχέση του προς την έκταση, η οποία έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, πολλές φορές το δικαστήριο προτιμά να αναβάλει[14]. Για τη νομιμότητα της αιτιολογίας της πράξης κατεδάφισης επίσης αρκεί το γεγονός ότι η εν λόγω έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με πράξη που παραμένει ισχύουσα στο νομικό κόσμο (ήτοι δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί)[15], πρόβλεψη που απλοποιεί κάπως τη διαδικασία, επομένως διαφαίνεται ότι η διοικητική νομιμότητα, με τη μορφή έγκρισης από τη διοίκησης του έργου κλονίζει την αιτιολογία της κατεδάφισης[16]. Για τη λήψη του μέτρου της κατεδάφισης αυθαιρέτου σε αναδασωτέα έκταση δεν απαιτείται να έχει καταστραφεί η έκταση αυτή[17], καθώς θα επιβράδυνε υπερβολικά την προστασία, η οποία πρέπει να είναι αποτελεσματική. Είναι εύλογο ότι αν εκείνος τα κατεδαφίσει ή απομακρύνει οικειοθελώς, δεν εκδίδεται καν πράξη κατεδάφισης[18]. Με βάση και την αρχή του ενιαίου της Διοίκησης, δεν επιτρέπεται να διαταχθεί η κατεδάφιση κτίσματος που έχει ανεγερθεί με σχετική οικοδομική άδεια (μη ανακληθείσα ή ακυρωθείσα), άρα, πρώτα πρέπει να επιδιωχθεί η ανάκληση ή ακύρωση της άδειας και μετά η κατεδάφιση[19]. Κάτι τέτοιο απορρέει και από την αρχή της αναλογικότητας σε ειδικότερη εφαρμογή της, προτάσσοντας την επιλογή του ηπιότερου μέσου. Άλλη διαδικαστική εγγύηση που πρέπει να τηρείται, όπως προελέγη, επί ποινή ακυρότητας είναι η διατηρηθείσα και εξαρχής τεθείσα κατ΄ άρθρο 114 παρ. 3 Ν. 1892/1990 κλήτευση του φερομένου ως κυρίου αυθαιρέτως κατασκευασθέντος πριν την έκδοση της περί κατεδαφίσεώς τους πράξης[20]. Έτσι έχει κριθεί ότι, αν τηρήθηκε ο τύπος αυτός, τότε δεν απαιτείται και άλλη πρόσθετη κλήτευση του ενδιαφερομένου προς παροχή εξηγήσεων, σύμφωνα με τα άρθρ. 20 παρ. 2 Σ και 6 ΚΔΔιαδ[21].

Τέλος, το ΣτΕ είχε κρίνει ότι ακόμα και με την εξαίρεση από την αναστολή επιβολής κυρώσεων των αυθαίρετων κατασκευών/χρήσεων σε περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές, όπως δάση/δασικές/αναδασωτέες εκτάσεις δεν αίρονται οι δυσμενείς για το περιβάλλον συνέπειες από αυτές τις αυθαίρετες κατασκευές και συνεχίζουν να διακυβεύονται οι όροι διαβίωσης των κατοίκων[22]. Η απόφαση αυτή προσφέρει στενότερη θέαση της περίοπτης θέσης των δασικών οικοσυστημάτων για το ΣτΕ που αναδεικνύεται ο θεματοφύλακας προστασίας τους.

2. Διοικητικές κυρώσεις: πρόστιμα

Για την πληρέστερη (έμμεση) προστασία των αναδασωτέων εκτάσεων, ο νομοθέτης προβλέπει ειδικά για την εκχέρσωσή τους τη διοικητική ποινή προστίμου στο άρθρ. 70 παρ. 1 Ν. 998/79[23] μαζί με την ποινική κύρωση, με πράξη καταλογισμού του Δασάρχη σε κάθε περίπτωση (μερικής ή ολικής) καταστροφής ή αποψίλωσης ή αλλοίωσης δασικής βλάστησης σε αναδασωτέα (δημόσια ή ιδιωτική) έκταση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Το πρόστιμο προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου αλλά δεν ελέγχεται – ορθώς – η φέρουσα το τεκμήριο νομιμότητας πράξη κήρυξης[24]. Μάλιστα, όπως απεφάνθη το ΣτΕ δικάζοντας αίτηση αναίρεσης, και προς ενίσχυση της διοικητικής ταχύτητας, δεν τάσσεται ως ουσιώδης τύπος για την επιβολή προστίμου η σύνταξη ειδικής πράξης βεβαίωσης της παράβασης και το μόνο που χρειάζεται είναι να συνάγεται από το φάκελο η τέλεση των πράξεων, π.χ. καλλιέργεια αναδασωτέας έκτασης[25].

Με την παρ. 14 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003 εισήχθη η μεταβατική διάταξη στο άρθρ. 70 Ν. 998/79 που προέβλεψε ουσιαστικά «τη διαγραφή» των προστίμων που επιβλήθηκαν για εκχέρσωση αναδασωτέων εκτάσεων, όμως με την προϋπόθεση ότι η επιβολή τους έλαβε χώρα χωρίς να έχει προηγηθεί καμία απόφαση ποινικού δικαστηρίου (που να καταδικάζει) για το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα, ή αν αυτή ήταν αθωωτική[26], προβλέποντας έτσι τη διατήρηση των προστίμων που επιβλήθηκαν, μόνον εφόσον είχε προηγηθεί καταδικαστική ποινική απόφαση[27]. Λόγω όμως της μεταβατικότητάς της, δεν καταλαμβάνει πρόστιμα μελλοντικά, ενώ πάγια είναι η ρύθμιση περί μη εξάρτησης της επιβολής προστίμων από ποινική καταδίκη του παραβάτη[28]. Παρόλα αυτά άλλη απόφαση υποστήριξε κατά τρόπο μάλλον αντιφατικό ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 3208/2003, αναγκαία προϋπόθεση της επιβολής προστίμου, του άρθρου 70 Ν. 998/1979, είναι η προηγούμενη έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης[29].

3. Ποινική προστασία των αναδασωτέων εκτάσεων

Η πρόσφατη αναγνώριση του περιβάλλοντος (και των συστατικών του, άρα και του δάσους) ως εννόμου αγαθού και (γενικού) αντικειμένου προστασίας στο ποινικό δίκαιο με το Ν. 743/1977 και αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, με το N. 1650/1986, καταμαρτυρεί μεν την αδιαπραγμάτευτη νομική (πρωτίστως ως συνταγματική επιταγή προστασίας του), αλλά με την επιστράτευση ενός ειδικού ποινικού νόμου και όχι του Ποινικού Κώδικα (εφεξής ΠΚ). Είναι ωστόσο προφανές, εξαιτίας των επαχθέστατων κατασταλτικών παρεμβάσεων του ποινικού δικαίου στα δικαιώματα του πολίτη, ότι η παρέμβαση του πρέπει να λειτουργεί ως ultima ratio, ως ύστατο νομικό μέσο, αναδεικνύοντας νομικοπολιτικά την πρόληψη ως προτιμητέα της καταστολής, αν και η θέσπιση ποινικών κανόνων δικαίου μπορεί να καθίσταται προσφιλές μέτρο από την πολιτική ηγεσία για λόγους άμεσης και οριζόντιας καταστολής[30]. Στην Ελλάδα, η κλιμακούμενη δασική απώλεια προκάλεσε και την εύλογη ανησυχία του ποινικού νομοθέτη ο οποίος τυποποίησε στο νόμο πληθώρα δασικών ποινικών διατάξεων που κολάζουν (αποτελεσματικά;) ένα εξαιρετικά ευρύ κατάλογο πράξεων[31]. Για λόγους σαφήνειας, διευκρινίζεται ότι η επικεντρώνεται η εδώ προσέγγιση στο επιμέρους αντικείμενο ποινικής προστασίας, ήτοι της έκτασης που έχει αποψιλωθεί ή καταστραφεί παντοιοτρόπως και θα κηρυχθεί αναδασωτέα και όχι του δάσους.

Ο βασικός Ν. 998/79 όπως ισχύει σήμερα (μετά τον Ν. 4280/2014) προβλέπει ένα πλέγμα ποινικών διατάξεων που συναρτώνται με το γενικό ρυθμιστικό του πεδίο και με την όλη διοικητική διαδικασία που προβλέπεται εκεί. Αρχικά στην παρ. 1 του άρθρου 70 (το οποίο ξεκάθαρα προβλέπει την ποινική κύρωση επί παραβίασης των διατάξεων περί αναδάσωσης) ορίζεται ότι όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά, καλλιεργεί ή φυτεύει μη δασικά φυτά σε έκταση δημόσια ή ιδιωτική, που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ για κάθε 100 τετραγωνικά μέτρα που καταστρέφονται. Η ρητή απαγόρευση που εισάγει το άρθρο είναι ευρύτερη από αυτή του άρθρου 114 παρ.1 Ν. 1892/90, γιατί αναφέρεται αδιακρίτως σε εκτάσεις που καταστράφηκαν-αποψιλώθηκαν παντοιοτρόπως (και άρα κηρύχθηκαν αναδσωτέες) και όχι μόνο από πυρκαγιά. Οι προβλεπόμενες εκεί ποινές συντρέχουν με τις τυχόν επιβληθείσες ποινές για παράνομη ανοικοδόμηση. Η προστασία εδώ καταλαμβάνει πλήθος ενεργειών οι οποίες αποσκοπούν να χρησιμοποιήσουν την αναδασωτέα έκταση για άλλους σκοπούς ενάντιους στον αποκαταστατικό. Επίσης, επιβάλλεται διοικητική ποινή προστίμου με πράξη καταλογισμού του οικείου δασάρχη, η οποία εκδίδεται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης που εκδίδεται σε βάρος των αναφερόμενων στο πρώτο εδάφιο προσώπων. Κατά τη θεωρία του γενικού ποινικού δικαίου, πρόκειται και στις δύο παραγράφους για εγκλήματα υπαλλακτικώς μικτά, συνεπώς η τέλεση με οποιονδήποτε τρόπο της πράξης συνιστά ένα έγκλημα. Εδώ διαφαίνεται η αγωνία του ποινικού νομοθέτη να διασφαλίσει την αναδασωτέα έκταση από πάσης φύσεως ενέργειες τρίτων, οι οποίες λόγω του τεράστιου βαθμού μορφών που δύνανται να λάβουν δεν κατέστη δυνατό να τυποποιηθούν στη διάταξη αυτή. Γι’ αυτό και στην παρ. 2 του άρθρ. 70 ορίζεται ότι οι παραβάτες, εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ΄ υπέρβαση των υπό του Ν. 998/ 1979 προβλεπόμενων εξαιρέσεων την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων ή δημόσιων χορτολιβαδικών και βραχωδών εκτάσεων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 5 του άρθρ. 3 του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή από 20.000 μέχρι 200.000 ευρώ. Τέλος, η παρ.3 τιμωρεί ως παράβαση καθήκοντος (ΠΚ 259) την παράλειψη έκδοσης της πράξης κήρυξης της αναδάσωσης εντός 3 (ή 5 μηνών απ’ την καταστολή της πυρκαγιάς ή καταστροφής).

Το άρθρ. 71 Ν. 998/1979 κολάζει ποινικά την ανεπίτρεπτη μεταβολή χρήσης δάσους, δασικής ή αναδασωτέας έκτασης. Οι παραβάτες, εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ΄ υπέρβαση των υπό του Ν. 998/1979 προβλεπόμενων εξαιρέσεων την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων ή δημόσιων χορτολιβαδικών και βραχωδών εκτάσεων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει, τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή από 20.000 μέχρι 200.000 ευρώ. Ισχύουν ασφαλώς οι περί συμμετοχής ειδικές διατάξεις. Κατά δε την παρ. 3 άρθρ. 71, όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος, δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση των ανωτέρω κατηγοριών που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή φυτεύει μη δασικά φυτά ή παραβλάπτει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους, δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσας παράνομα έκτασης πράξεις διακατοχής και σε κάθε περίπτωση όποιος πραγματοποιεί επέμβαση σε δάσος, δασική έκταση χωρίς την έγκριση της παραγράφου 2 ή την πράξη της παράγραφου 6 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Με τις ίδιες ποινές τιμωρούνται και εκείνοι κατ ΄εντολή ή παρότρυνση ή οποιαδήποτε υποβοήθηση των οποίων τελέσθηκαν οι παραβάσεις αυτές. Ο νομοθέτης κολάζει δηλ. ποινικά και την παράνομη εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής έκτασης (δημόσιας ή ιδιωτικής) με την παρ. 1 του άρθρου 71 του Ν. 998/1979[32], αποσκοπώντας όμως αποκλειστικά στην διατήρηση αλώβητης της δασικής μορφής και όχι στην προστασία της δημόσιας περιουσίας, και άρα θα πρέπει να νοηθεί η διάταξη ως περιλαμβάνουσα και τις αναδασωτέες εκτάσεις, αφού υπάρχει ταυτότητα σκοπών, ήτοι της προστασίας της δασικής μορφής στο διηνεκές. Επιπρόσθετα, ο κοινός νομοθέτης με το άρθρ. 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 τιμωρεί τόσο την παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής έκτασης όσο και την επιχείρηση διακατοχικών πράξεων επί παρανόμως εκχερσωθείσης έκτασης[33]. Για την έννοια του δάσους ισχύουν όσα έχουν λεχθεί αναλυτικά παραπάνω. Η τέλεση του εγκλήματος αυτού που είναι υπαλλακτικώς μικτό λαμβάνει χώρα με περισσότερους τρόπους που προσδιορίζονται στο νόμο[34].

Ενδιαφέρουσα είναι η συζήτηση γύρω από την περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 28 Ν. 1650/86 στις αναδασωτέες εκτάσεις, με τη λίαν ασαφή μνεία της ρύπανσης και της υποβάθμισης[35], που δεν ορίζουν σαφώς το καταρχήν άδικο και επομένως η διοίκηση λαμβάνει τη σκυτάλη προσδιορισμού του[36]. Πρωταρχικό είναι το ζήτημα κατά πόσον νοείται ρύπανση ή υποβάθμιση ήδη αποψιλωθεισών π.χ. εκτάσεων. Κάτι τέτοιο εξαρτάται από το βαθμό της υποβάθμισης ή καταστροφής και αρμόδια θα είναι σε κάθε περίπτωση η επιστήμη (άρα οι ορισθέντες από τη διοίκηση ειδικοί) να αποφανθεί για το αν πράγματι υπήρξε τέτοια ρύπανση ή υποβάθμιση. Τούτο οδηγεί αναπόφευκτα στη γνωστή στη θεωρία διαπάλη μεταξύ ποινικού και διοικητικού αδίκου, το οποίο – μεταξύ άλλων – συνιστά και ζήτημα αντεγκληματικής πολιτικής και αναδεικνύεται εδώ σε πρωτεύον ζήτημα που πρέπει να προσεγγιστεί ιδίως υπό το φως της αντίληψης της περιβαλλοντικής προστασίας (και δη της δασικής) ως μέρους ενός συστήματος, μίας ολότητας, με διαφορετικούς σταθμούς που αλληλοϋποστηρίζονται. Κρατεί έτσι γενικά στη θεωρία η άποψη ότι μόνα τα διοικητικά μέτρα αποβαίνουν ανεπαρκή για την «ολική», επιβαλλόμενη συνταγματική προστασία[37]. Η χείρ βοηθείας του ποινικού νομοθέτη όμως εξαρτάται στενώς από την ύπαρξη διοικητικών διατάξεων, των οποίων η παράβαση ενεργοποιεί το ποινικό δίκαιο, αφού με την παράθεσή τους, ο ποινικός νομοθέτης παραχωρεί το «καθήκον» της περιγραφής της αξιόποινης πράξης από τη διοικητική νομοθεσία, με αποτέλεσμα να ανακύπτει το πρόβλημα των «λευκών» ποινικών κανόνων δικαίου[38]. Αναγκαία αποβαίνει η στάθμιση της διοίκησης υπό όρους σαφήνειας, συντομίας, περιεκτικότητας και όχι ατέρμονης και ασαφούς διοικητικής γραφειοκρατίας και απλώς οι διοικητικοί κανόνες θα λειτουργούν ως λόγοι άρσης του αδίκου και όχι ως προϋποθέσεις θεμελίωσής του, δηλαδή η τυχόν νόμιμη άδεια αίρει το άδικο[39].

4. Η προστασία των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων στο διεθνές και ενωσιακό δίκαιο περιβάλλοντος – Προς μία κοινή δασική πολιτική;

Η ύπαρξη δασών σε παγκόσμιο επίπεδο συμβάλλει αποτελεσματικά στην καταπολέμηση των πλανητικών προβλημάτων πρωτίστως της κλιματικής αλλαγής, στην ορθή εξυπηρέτηση του υδρολογικού κύκλου και στην επίλυση μίας ακόμη σωρείας περιβαλλοντικών ζητημάτων που επιβάλλει καταρχάς την καταπολέμηση της επαπειλούμενης αποψίλωσης των δασών και ύστερα την αναγέννηση των καταστραφέντων, πράγμα αλληλένδετο με την δασική προστασία. Ωστόσο, εύλογη απορία γεννάται από την σε επίπεδο διεθνούς δικαίου ελλείπουσα νομική προστασία, αφού απουσιάζει ένα σταθερό και δεσμευτικό νομικό πλαίσιο, γι’ αυτό γίνεται λόγος απλά για «κατευθύνσεις»,κατευθυντήριες δηλ. γραμμές και προσανατολισμούς προς την υλοποίηση της αρχής του «κοινού συμφέροντος και μελήματος της ανθρωπότητας»[40]. Πολλώ μάλλον εντείνεται η απορία, λόγω της ύπαρξης ενός επαρκούς πλαισίου διεθνών συμβάσεων (ιδίως) που ρυθμίζουν εξαντλητικά θέματα όπως η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, το εμπόριο προστατευομένων ειδών κλπ.[41]. Η χρήση αυτών των «ήπιων» εννοιών, είναι απόρροια πολιτικών παραμέτρων που συνάδουν με την αντίληψη των χωρών δύο ταχυτήτων, την διαφορετικότητα του ρόλου της καθεμιάς κατηγορίας στην παγκόσμια οικονομία και την ανέκαθεν αδιαφορία (σκοπίμως;) που επιδεικνύουν οι χώρες προς κατάστρωση επαρκούς δασικού διεθνούς δικαίου και εν γένει περιβαλλοντικού δικαίου, εν όψει υπέρογκου κόστους και ευθυνοφοβίας[42]. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η έλλειψη ενός στέρεου και όμοιου ορισμού του δάσους ανά τα κράτη, γεγονός που εξηγείται από την υιοθέτηση διαφορετικών πολιτικών δασικής διαχείρισης και εκμετάλλευσης[43]. Η ίδια μάλιστα διάσταση σε επίπεδο ορισμού παρατηρείται ακόμη και μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών του ίδιου κράτους, επιτείνοντας τις πρακτικές δυσχέρειες εφαρμογής της ενιαίας δασικής πολιτικής[44]. Οι ως άνω σκέψεις συνηγορούν στην έλλειψη πολιτικής βούλησης πρωτίστως ανά τα κράτη για τη χάραξη κοινής δασικής στρατηγικής[45], αφού εξάλλου είναι γεγονός ότι πρώτες οι αναπτυγμένες χώρες επέδειξαν ενδιαφέρον προστασίας των δασών, λόγω του προφανούς οικονομικού τους αντίκτυπου. Το δάσος αποτελεί ανέκαθεν αντικείμενο εκμετάλλευσης, η οποία όμως οφείλει να γίνεται με αειφορικούς όρους.

Ποια είναι όμως η προσήκουσα διεθνολογικά αντίληψη ειδικά των αναδασωτέων εκτάσεων; Η εννοιολογική τους διαφορά από τα δάση είναι ληπτέα υπ’ όψη; Ή θα πρέπει να τεθεί εκποδών και να οδηγηθεί ο εφαρμοστής του δικαίου σε per se υπαγωγή τους στα δασικά οικοσυστήματα; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, πρέπει ωστόσο να ενταχθεί στο πλαίσιο ευρύτερων κειμένων διεθνούς δικαίου για τα δάση, με τις απαραίτητες προσθήκες, αφαιρέσεις ή διευκρινίσεις.

Η Διάσκεψη του Ρίο του 1992 οδήγησε στην υιοθέτηση ενός μη δεσμευτικού κειμένου αρχών δασοπροστασίας, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν στα εξής σημεία[46] (αρχές 1-2 της Διάσκεψης): Πρώτον, για τα δάση υιοθετείται ρητά η αρχή της αειφορικής τους διαχείρισης. Η αρχή αυτή συνδέεται με την ενίσχυση της οικολογικής αντίληψης και συνακόλουθης ενεργού συμμετοχής του κοινού στη χάραξη δασικής πολιτικής. Το αυτό συνάγεται και για τις αναδασωτέες εκτάσεις. Η εκμετάλλευσή τους αντικρίζεται με δυσπιστία, διότι αντιβαίνει ως επί το πλείστον στην αειφορική τους διαχείριση που επιβάλλει την αποκατάσταση του πληγέντος οικοσυστήματος. Δεύτερον, αναγνωρίζεται ρητά το κυριαρχικό δικαίωμα εκάστου κράτους στα δάση του. Όπου υφίστανται δάση, θα πρέπει να προασπίζονται για χάρη και των λοιπών χωρών στον πλανήτη, γεγονός που οδηγεί τους διεθνολόγους να ορίζουν τα δάση ως «κοινή κληρονομία». Ασφαλώς και τα αναπτυσσόμενα κράτη ευρίσκουν οικονομικό ενδιαφέρον στα δάση που χρησιμοποιούνται ως μοχλός άσκησης πίεσης για οικονομική τους στήριξη. Η αναγνώριση ύπαρξης τέτοιου δικαιώματος κυριαρχίας συνεπάγεται την θέση σημαντικών περιορισμών σε σχέση με την εκμετάλλευση που οδηγεί σε διατάραξη της δασικής βλάστησης των άλλων χωρών[47]. Επίσης, θα μπορούσε να συναχθεί ερμηνευτικά η υποχρέωση τήρησης του minimum της δασοκάλυψης στα κράτη, ήτοι εν περιπτώσει αποψίλωσης η χρησιμοποίηση των αναδασωτέων εκτάσεων κατά βούληση με όριο όμως την μη γενικότερη υποβάθμιση του πλανήτη. Τρίτον, η νομική αρχή της κοινής ευθύνης των κρατών για τη διατήρηση των δασών η οποία όμως θα πρέπει να καταμερίζεται με δίκαιο τρόπο μεταξύ τους: Σ’ αυτή την περίπτωση το διεθνές δίκαιο συνεργασίας διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο[48]. Θα πρέπει να αναφερθεί και η συμβολή του Προγράμματος Δράσης για τα δάση, που υιοθετήθηκε το 1998 από την ομάδα των G8, με εμφανώς πολιτικό χαρακτήρα και στόχευση ευγενούς συνεργασίας και κοινοπολιτείας, αποτελώντας δέσμευση λήψης μέτρων ιδίως στο κομμάτι της αναδάσωσης για την καταπολέμηση της παράνομης υλοτομίας[49].

Διεθνείς οργανισμοί και όργανα με αρμοδιότητες για τα δάση είναι ενδεικτικώς ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των ΗΕ, το Διακυβερνητικό Panel για τα δάση, το Forum των ΗΕ για τα Δάση κλπ.

Ανάλογα συμπεράσματα ισχύουν και για το ενωσιακό δίκαιο αναφορικά με την έλλειψη ενιαίου ορισμού και, συνακόλουθα, ενιαίας κρατικής πολιτικής εκάστου κράτους-μέλους με τα λοιπά. Αρχικά, στο πρωτογενές ενωσιακόδίκαιο γενικός όρος για τη δασική ανάπτυξη είναι η διατήρηση σε επαρκή βαθμό δασικής κάλυψης, με τη μείωση της μη ελεγχόμενης αποψίλωσης του δασικού περιβάλλοντος, ωστόσο ελλείπει η νομοθετική βάση για κοινή δασική πολιτική, ενώ η καθιέρωση τέτοιας θα προσέκρουε κατά την ευρέως υποστηριζόμενη θεωρητικά άποψη στην αρχή της επικουρικότητας, όπως αυτή αποτελεί θεμελιώδη λίθο του ενωσιακού δικαίου[50]. Και ενώ για άλλους τομείς ενωσιακού ενδιαφέροντος, όπως π.χ. η ενέργεια ή ο καταναλωτής, οι διατάξεις εξειδικεύουν επαρκώς τους στόχους της ενωσιακής πολιτικής, στον τομέα των δασών εντούτοις ούτε από τη διάταξη του άρθρ. 43 ΣΛΕΕ (περί της κοινής αγροτικής πολιτικής) προκύπτει η μνεία σε δάση, ούτε βεβαίως από το άρθρ. 191 ΣΛΕΕ απορρέει η έκφανση της δασικής προστασίας και πολλώ μάλλον της αναδασωτικής[51]. Η δασική πολιτική ωστόσο απορρέει συμπερασματικά από συνδυασμό άλλων στόχων ή πολιτικών που δεν είναι άλλοι βεβαίως από την κοινή γεωργική πολιτική και την πολιτική ανταγωνισμού σε σχέση με την κοινή γενικής υφής περιβαλλοντική πολιτική. Χαρακτηριστικό αποβαίνει και το Ψήφισμα της 15.12.1998 περί δασικής στρατηγικής της ΕΕ που θέτει τους όρους βιωσιμότητας της δασικής διαχείρισης ακόμα και σε διεθνές επίπεδο καθώς και η ανακοίνωση της Επιτροπής της 4.11.1999 που επιβεβαιώνει πανηγυρικά την εξέχουσα σημασία της δασοκάλυψης και την αναγωγή της δασοπροστασίας σε πρωταρχικό στόχο[52]. Είναι εμφανής η διακηρυκτική διατύπωση και μεγαληγορία των κειμένων αυτών που αποπειρώνται δειλά να θέσουν τη βάση για τη μελλοντική επίσημη χάραξη κοινής δασικής πολιτικής. Ωστόσο, είναι αμφίβολη τόσο η πρόθεση των ευρωπαίων ηγετών να χαράξουν τέτοια αδιάσπαστη πολιτική μελλοντικά όσο και το αν αυτή θα περιλαμβάνει αναλυτικό πλαίσιο περί αποκατάστασης της καταστραφείσας βλάστησης με τη μορφή της αναδάσωσης και σε τι βαθμό αυστηρότητας θα εξαχθούν οι σχετικές ρυθμίσεις, αφού είναι διόλου απίθανο να τίθενται ελαστικές προθεσμίες και προϋποθέσεις κήρυξης αναδάσωσης, ανάλογα με την ενσωμάτωση του κάθε ενωσιακού κανόνα στην εθνική έννομη τάξη. Ασφαλώς, οι γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου που αφορούν τη δασική προστασία ισχύουν κανονικά, π.χ. η αρχή της προφύλαξης, της πρόληψης, της επικουρικότητας (επικουρική δασική πολιτική), της προληπτικής πληροφόρησης, της επανόρθωσης των προσβολών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή τους, της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», της ενσωμάτωσης, της πληροφορόρησης, της συνεργασίας και συμμετοχής των πολιτών, του υψηλού επιπέδου προστασίας, της στάθμισης κόστους-οφέλους, της διαβάθμισης της προστασίας[53], της αντιστάθμισης[54], της βιωσιμότητας/αειφορίας[55].

Στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο, υφίστανται ειδικές ρυθμίσεις για συγκεκριμένα προβλήματα (και κατηγορίες ζητημάτων) που ταλανίζουν τα δάση. Έτσι, μεταξύ άλλων εντοπίζεται ο Κανονισμός 2158/92 για την προστασία από τις δασικές πυρκαγιές, ο οποίος όμως αναφέρεται ευρύτερα σε αυτές και όχι στην αναδάσωση συγκεκριμένα[56], αλλά χαρακτηρίζεται από τον προληπτικό, διαφυλακτικό χαρακτήρα (που απορρέει από την αρχή της πρόληψης) και από την αυτοτελή αντίληψη του δάσους ως οικοσυστήματος προστατευτέου. Υπάρχει και ο νεώτερος κανονισμός ΕΚ 2152/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17.11.2003, για την παρακολούθηση των δασών και των δασικών πυρκαγιών, των αιτίων και επιπτώσεών τους, καθώς και την πρόληψή τους, με τον οποίο οι αναδασωτέες εκτάσεις ρητά υπήγοντο στα δασικά οικοσυστήματα[57]. Γενικότερα, πάντως, παρότι ελήφθησαν μέτρα μέχρι το 1986, κυρίως για τη δασική έρευνα, την εκμετάλλευση, την προστασία της χλωρίδας, καθώς και την ατμοσφαιρική ρύπανση (Κανονισμός 3528/86), ο τομέας της αναδάσωσης πράγματι βρίσκεται αγνοημένος ή και ουσιωδώς παραγκωνισμένος. Η πρόσφατη ψήφιση του Κανονισμού 841/2018 κρίνεται μεν ως θετική, αφού με τη δασοπονία σκοπείται η δημιουργία νέων δασών και η βιώσιμη διαχείριση των υπαρχόντων[58], αλλά ειδικά για την αναδάσωση φαίνεται πως δεν προωθεί ικανοποιητικά την υλοποίησή της.

Ανεξαρτήτως των εξελίξεων, πρέπει εν κατακλείδι να τονίσουμε ότι η υιοθέτηση κοινής δασικής πολιτικής θα εξοικονομούσε δράση και χρήμα, αφού δεν θα πολλαπλασιάζονταν τα έξοδα διαχείρισης των δασικών «κρίσεων» ανά κάθε κράτος, αλλά κάτι τέτοιο απαιτεί έναν διοικητικό μηχανισμό επαρκώς στελεχωμένο, «ώριμο» προς δράση, σε ετοιμότητα και ένα θεσμικό πλαίσιο σαφές, ρητό, επαρκές, αποτελεσματικό και γραφειοκρατικά άρτιο, σε κάθε κράτος ξεχωριστά[59]. Προς το παρόν λοιπόν, η υιοθέτηση κοινής δασικής πολιτικής τόσο σε επίπεδο διεθνές όσο και σε ενωσιακό, παραμένει μία (ουτοπική;) προσδοκία, η υλοποίηση της οποίας αναβάλλεται επ’ άπειρον, συντρεχούσης και της οικονομικής κρίσης που έστρεψε την προσοχή της Διεθνούς Κοινότητας σε άλλα μέτωπα.

Συμπέρασμα

Η συνταγματική διάταξη του άρθρ. 117 παρ. 3 απολαμβάνει άμεσης και ευθείας εφαρμογής και επιδρά στη διαμόρφωση ενός καθεστώτος ασφάλειας δικαίου, που δεν αφήνει τις αναδασωτέες εκτάσεις να καταστούν άθυρμα στα χέρια του εκάστοτε οικονομικά ασκούντος επιρροή. Ζητούμενο παραμένει η επίτευξη (αναγκαίας) ισορροπίας μέσα από εύλογες σταθμίσεις που δεν επιτρέπεται να διολισθαίνουν ούτε προς διασταλτικές «εύνοιες» –είτε προς την μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση – ούτε όμως συσταλτικές «παρωπίδες» και φοβικές στάσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο δικαστής και η νομολογιακή γραμμή εν γένει αναδεικνύουν και υποδεικνύουν την ορθή κατεύθυνση για την ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα δικαίου εν εκάστη περιπτώσει και με την ορθή δικανική μεθοδολογία, ώστε να αποφεύγεται ένας τυχόν υποβιβασμός του δικαίου με την εκάστοτε περίπτωση αναδάσωσης, αν επιλεγόταν η λύση της a priori (νομοθετικής) απόφανσης για το επιτρεπτό της επέμβασης, χωρίς να συνεκτιμηθούν οι ιδιαίτερες περιστάσεις. Τέλος, η προστασία τους θα έμενε μερική και ανολοκλήρωτη αν επιστρατεύονταν για αυτή αμιγώς διοικητικά μέσα, τα οποία θεωρούνται ως έμμεσος τρόπος προστασίας τους. Η δε ενεργοποίηση της ποινικής καταστολής σε εθνικό επίπεδο, αλλά και η απόπειρα συνεννόησης για την υιοθέτηση κοινής γραμμής πλεύσης και στρατηγικής με θέσπιση κατώτερων σταθερών (standards) τα οποία πρέπει να τηρούν τα κράτη μέλη, συνεισφέρει στην καλούμενη συστηματική και ολιστική προσέγγιση του (δασικού) περιβάλλοντος, ενός αγαθού υπερατομικού, αυτοτελούς και χρήζοντος αυξημένης και ιδιαίτερης αντιμετώπισης και προστασίας και όχι κοντόφθαλμης προσέγγισης.
———————

[1] Γαλάνης Π., Σύγχρονες προσεγγίσεις στο Δίκαιο του Περιβάλλοντος, 2020, σελ. 43, 77 κλπ.

[2] Παπαγιάννης Γ., ό.π., σελ. 30 και όπως έχει παγίως κριθεί, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 71 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/1979, μετά το άρθρο 46 παρ. 1 του N. 2145/1993.

[3] ΣτΕ 393/2014 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 4/2014, σελ. 717, σκ. 3, 10. ΣτΕ 705/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 664, σκ. 5, 6, ΣτΕ 2754/2016, ΝκΦ 2016, διαθέσιμη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/15486/ste-27542016-eidiki-apozimiosi-diatirisis-aythairetoy-se-anadasotea-ektasi/?st=2754/2016, ΣτΕ 1414/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 461, σκ. 8. Η απόφαση αυτή υπόκειται σε έφεση ενώπιον του ΣτΕ κατά το οικείο άρθ. 5Α Ν. 702/1977, (όπως ισχύει μετά τα άρθ. 49 παρ. 6 Ν. 3659/2008 και 5 περ. α΄ ΠΔ 361/2001.)

[4] ΣτΕ 1529/1999 (Τμ. Δ’) (που αφορούσε οικοδομική άδεια σε αναδασωτέα έκταση) (σημ. Τράντας Γ.), ΠερΔικ 4/1999, σελ. 600, σκ. 7.

[5] Σιούτη Γ., Το έννομο συμφέρον στην αίτηση ακυρώσεως, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1998, σελ. 30 επ., ΣτΕ 1417/2016, ΝκΦ 2016, σκ. 3, διαθέσιμη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/14625/ste-14172016-diatiriteo-ktirio-sxolis-oyrsoylinon-sti-nakso/?st=1417/2016: έχουν έννομο συμφέρον κατά το μέρος που μνημονεύονται σε αυτή. ΣτΕ 1529/1999 (Τμ. Δ’) (που αφορούσε οικοδομική άδεια σε αναδασωτέα έκταση) (σημ. Τράντας Γ.), ΠερΔικ 4/1999, σελ. 600, σκ. 7.

[6] Παπαθανασόπουλος Α., ό.π., σελ. 225, ΣτΕ 660/2017, ΝκΦ 2017, διαθέσιμη σε περίληψη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/16032/ste-6602017-katedafisi-aythairetis-kataskeyis-se-anadasotea-ektasi/

[7] ΣτΕ 2138/2014 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 4/2014, σελ. 619, σκ. 3, 6, ΣτΕ 3982/2010 (Τμ. Ε’), ΝκΦ 2010, σκ. 4, 5, διαθέσιμη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/14263/ste-39822010-nomimi-apofasi-gia-katedafisi-apomakrynsi-aythairetis-kantinas-se-dasiki-ektasi/?st=3982/2010

[8] ΣτΕ 3686/2010 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2010, σελ. 761, σκ. 9.

[9] ΣτΕ 209/2016 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 1/2016, σελ. 70, σκ. 7, ΣτΕ 804/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 468, σκ. 2, ΣτΕ 577/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2016, σελ. 69, σκ. 4. Έχει μάλιστα κριθεί ότι η απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου, προσβάλλεται με έφεση στο ΣτΕ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 5 N. 702/1977, όπου μπορεί να προβληθεί η πλημμέλεια της αιτιολογίας ως προς τον δασικό χαρακτήρα της έκτασης, αφού ήταν πάλαι ποτέ αγροτική.

[10] ΣτΕ 519/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2016, σελ. 187, σκ. 2, ΣτΕ 2754/2016 (Τμ. Ε’), ΝκΦ 2016, σκ. 7, διαθέσιμη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/15486/ste-27542016-eidiki-apozimiosi-diatirisis-aythairetoy-se-anadasotea-ektasi/

[11] ΣτΕ 4568/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2012, σελ. 567, σκ. 4.

[12] ΟλΣτΕ 270/2014, ΠερΔικ 2/2014, σελ. 242, σκ. 3, 4.

[13] ΣτΕ 2274/2004 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 1/2005, σελ. 113, σκ. 2, ΣτΕ 4568/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2012, σελ. 567, σκ. 4, ΟλΣτΕ 270/2014, ΠερΔικ 2/2014, σελ. 242, σκ. 3, 4.

[14] ΣτΕ 1993/2007 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 4/2007, σελ. 633, σκ. 7, 10.

[15] ΣτΕ 1233/2014 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2014, σελ. 32, σκ. 9, ΣτΕ 1101/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 465, σκ. 6, ΣτΕ 2274/2004 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 1/2005, σελ. 113, σκ. 6, όπου το ΣτΕ δικάζοντας έφεση κατά της απόφασης του ΔΠρΑθ, έκρινε πλημμελή την αιτιολογία της πράξης κατεδάφισης, επειδή δεν προέκυπτε η θέση της αυθαιρέτως καταληφθείσας έκτασης.

[16] ΣτΕ 1439/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 461, σκ. 8.

[17] ΣτΕ 1674/2007 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2008, σελ. 120, σκ. 3, 4. ΣτΕ 1233/2014 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2014, σελ. 32, σκ. 3, ΣτΕ 2215/2015 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 2/2015, σελ. 656, σκ. 9,

[18] Προς αποφυγή κόπου και διοικητικής καθυστέρησης.

[19] ΔΕφΑθ 984/2016 (Τμ. Α΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 475, σκ. 1-3., ΣτΕ 1181/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 2/2016, σελ. 289, σκ. 10, ΔΕφΑθ 2766/2013 (Τμ. Α’ ακυρωτικό), ΠερΔικ 1/2014, σελ. 135, σκ. 10, ΣτΕ 4477/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2012, σελ. 568, σκ. 4.

[20] ΣτΕ 1435/2009 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 4/2008, σελ. 680, σκ. 3, 7.

[21] ΣτΕ 651/2015 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 3/2015, σελ. 254, σκ. 5, 6., ΣτΕ 2215/2015 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 2/2015, σελ. 656, σκ. 7.

[22] Σακελλαροπούλου Α., Η αυθαίρετη δόμηση και η νομολογία του ΣτΕ μέχρι και το ν. 4014/2011, ΘΠΔΔ 1/2016, σελ. 9, όπου η ΟλΣτΕ είχε αποφανθεί με τις 3341/2013, 1118-9/2014[xxii] αντισυνταγματικότητα του Ν. 4014/2011 και έκρινε ότι (σε ελεύθερη απόδοση) «και αν αυτός αναφέρεται στην αναστολή επιβολής των κυρώσεων της κείμενης νομοθεσίας και όχι σε κατεδάφιση», επιτρέπει την επί μακρόν διατήρηση κατασκευών που δεν συμβαδίζουν με την πολεοδομική νομοθεσία, ανατρέποντας επί της ουσίας και εκ βαθέων τη συνταγματική επιταγή για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό που απορρέει από το άρθρ. 24 παρ. 2 Σ.

[23] Παπαθανασόπουλος Α., ό.π., σελ. 343-4.

[24] ΣτΕ 527/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 666, σκ. 3.

[25] ΣτΕ 807/2010 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2010, σελ. 479, σκ. 4.

[26] Με την παρ. 4 του άρθρου 21 του ιδίου Ν. 3808/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις» ορίσθηκε ότι: «Πρόστιμα…σε βάρος προσώπων που αθωώθηκαν με τελεσίδικες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, καθώς και πρόστιμα…χωρίς τις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις, διαγράφονται. Τυχόν καταβληθέντα ποσά δεν αναζητούνται».

[27] Με την παρ. 14 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003 εισήχθη η μεταβατική διάταξη στην παρ. 1 του άρθρ. 70 Ν. 998/79 σύμφωνα με την οποία: «Επίσης επιβάλλεται διοικητική ποινή προστίμου με πράξη καταλογισμού του οικείου δασάρχη…σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης…»

[28] ΣτΕ 527/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 666, σκ. 4.

[29] ΤρΔΕφΠατρών 601/2015 (Τμ. Γ΄), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 685, σκ. 3, ΣτΕ 527/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 666, σκ. 5.

[30] βλ. και Συμεωνίδου-Καστανίδου Ε., H ποινική προστασία του περιβάλλοντος: Προβλήματα και προοπτικές, διαθέσιμη στη διεύθυνση https://www.nomikaxronika.gr/article.aspx?issue=61

[31] Παναγοπούλου-Μπέκα Γ., «Ο προσδιορισμός του εννόμου αγαθού υπό την ονομασία «περιβάλλον», ΕΕΠΔ, Πρακτικά Ε’ Πανελληνίου Συνεδρίου 1996, Ποινική Προστασία του Περιβάλλοντος, σελ. 12 επ., της ιδίας, Το έννομο αγαθό περιβάλλον, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ. 109 επ.

[32] Με το άρθρο 46 παρ.1 του Ν. 2145/1993, προβλέφθηκε ότι: «οι κατασκευαστές και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ’ υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενων εξαιρέσεων την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή…», βλ. και ΑΠ 289 / 2016 διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΑΠ.

[33] Άρθρ 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρ. 46 παρ. 2 Ν. 2145/1993, που ορίζει ότι «όποιος εκχερσώνει παράνομα…, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει…την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου».

[34] Τα αυτά διασαφηνίζει και η απόφαση ΑΠ 199 / 2015 (Τμ. Ζ).

[35] Σύμφωνα με το νόμο (ελεύθερη απόδοση), ως ρύπανση ορίζεται: «η παρουσία ουσιών, θορύβου ή ενέργειας, σε τέτοια έκταση ώστε να μπορεί να καταστεί το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές του χρήσεις, ενώ ενδεικτικά μόνον αναφέρονται ως πιθανές συνέπειες της ρύπανσης, η πρόκληση αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και τα οικοσυστήματα, καθώς και οι υλικές ζημίες. Ακόμη ευρύτερος είναι ο ορισμός της υποβάθμισης, καθώς σε αυτήν κατά νόμο «υπάγεται η πρόκληση οποιασδήποτε μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, αλλά και στον άνθρωπο και την ποιότητα ζωής και την υγεία, την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και τις αισθητικές αξίες.»

[36] ΑΠ 1777/03, ΠοινΧρ 2004, σελ 643, σκ. 7, όπου ο Άρειος Πάγος αναίρεσε εφετειακή απόφαση με την αιτιολογία ότι δεν διευκρίνιζε «ποια ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα ανώτατα όρια ρύπων», ήτοι δεν παρεχόταν η διοικητική διαβεβαίωση περί αρνητικών συνεπειών στην υγεία.

[37] Μοροζίνης Ι., Εισαγωγικές παρατηρήσεις στις ποινικές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος, εις Ειδικοί Ποινικοί Νόμοι, Περιβάλλον Ι, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλα, 2012, σελ. 12.

[38] Μοροζίνης Ι., Εισαγωγικές παρατηρήσεις, ό.π., σελ. 23-24.

[39] Μοροζίνης Ι., άρθρ. 28 Ν. 1650/86 εις Ειδικοί Ποινικοί Νόμοι, Περιβάλλον ΙΙ, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλα, 2012.

[40] Παπαδημητρίου Γ., Η προστασία των εθνικών δρυμών, ΝκΦ, εκδ. Σάκκουλα 2001, σελ. 41, Μακρής Ι., ό.π., σελ. 141.

[41] Lesniewska F., Discussion paper Laws for forests An introductory guide to international forest and forest related legal materials that shape forest ethics and practice διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.policy-powertools.org/Tools/Engaging/docs/law%20for%20forests2.pdf, σελ. 13-21.

[42] Μακρής Ι., ό.π., σελ. 144145.,

[43] Πρβλ. McDermott C./OCarroll Aran/Peter Wood, International Forest Policy – the instruments, agreements and processes that shape it, Department of Economic and Social Affairs United Nations Forum on Forests Secretariat διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.un.org/esa/forests/pdf/publications/Intl_Forest_Policy_instruments_agreements.pdf, όπου επισημαίνονται οι κοινές πολιτικές δασοπροστασίας από τις πυρκαγιές σε μία ανάλυση προεχόντως περιβαλλοντολογική.

[44] Th. Du Peloux, Comment définir juridiquement une forêt, Revue Foret de France, avril 2008, σελ. 512, που αναφέρεται στην πληθώρα ειδικών τεχνικών ορισμών ακόμη και εντός της Γαλλικής Δημόσιας Διοίκησης, όπου απουσιάζει ένας γενικός δασικός ορισμός.

[45] Eikermann A., Forests in International Law, Is there really a need for an International Forest Convention? ηλεκτρονικό σύγγραμμα διαθέσιμο στη διεύθυνση https://books.google.gr/books?id=akSMBgAAQBAJ&pg=PA157&lpg=PA157&dq= international+forest+law&source=bl&ots=6M0y9AEyYF&sig=QdDXp0TVeBnMcg9wscrjnmyel2M&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjYt4PO14bWAhVCtRoKHeGuAvAQ6AEIODAI#v=onepage&q=international%20forest%20law&f=false, Tarasofsky R., Assessing the international forest regime, IUCN International Law Centre, 1999, σελ. 9-11, 18, Μακρής Ι., ό.π., σελ. 155.

[46] Μακρής Ι., ό.π., σελ. 155, Μακρής Ι., ό.π., σελ. 143, βλ. και τη διεύθυνση http://www.unric.org/el/index.php?option=com_content&view=article&id=26794,

[47] Μακρής Ι., ό.π., σελ. 143.

[48] Mackenzie C.P., Future Prospects for international forest law, International Forestry Review, Vol. 14 (τ. 2), Ιούνιος 2012, σελ. 249-257.

[49] Μακρής Ι., ό.π., σελ. 149.

[50] Μαριά Ε.-Α., ό.π., σελ. 109-111, Μακρής Ι., ό.π., σελ. 155, Δελλής Γ., Κοινοτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σελ. 138, 139, 156, 157.

[51] Μακρής Ι., ό.π., σελ. 152-4.

[52] Ψήφισμα της 15.12.1998 περί δασικής στρατηγικής της ΕΕ, EE C 56, 26.2.1999, ανακοίνωση της Επιτροπής της 4.11.1999, εις Καριψιάδη Γ., Κοινοτική πολιτική και νομοθεσία για την προστασία των δασών και των εθνικών δρυμών, ΝκΦ 2001, σελ. 82.

[53] Κυρίως σε περιοχές απόλυτης ή σχετικής προστασίας.

[54] Εναρμονίζει την περιβαλλοντική προστασία με τις ανάγκες των ιδιωτών.

[55] Ι. Μακρής, ό.π., 210-224.

[56] Μαριά Ε.-Α., ό.π. σελ. 123, 124, 127.

[57] ΔΕΚ Υπόθ. C-82/2009 απόφ. της 22.4.2010 Δήμος Αγ. Νικολάου Κρήτης κ. Υπ. Αγροτ. Ανάπτυξης – Τροφίμων (παρατ. Παναγούλιας Κ.), σκ. 7 περ. γ’, 20.

[58] Παυλάκη Σ., Κανονισμός (ΕΕ) 841/2018 – Ακόμα μία χαμένη ευκαιρία για τα ελληνικά δάση; Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://dasarxeio.com/2020/06/30/82876/#_ftn7.

[59] Μακρής Ι., ό.π., σελ. 173-174, βλ. και γενικότερες σκέψεις εις Δελλής Γ., Κοινοτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος, ό.π., σελ. 159 επ.

 


 



ΚατηγορίεςΔασική Υπηρεσία, Νομοθεσία, Πυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: