Νομικά ζητήματα της αναδάσωσης

Αιτιολογία της πράξης, προηγούμενη ακρόαση του διοικουμένου, ανάκληση πράξης αναδάσωσης και έννομο συμφέρον προσβολής της.

Παναγιώτης Γαλάνης, Δικηγόρος,
Υπ. Δρ. Νομικής ΕΚΠΑ
panagiotisgln@gmail.com

Η αναδάσωση ως μέσο επανορθωτικό της καταστραφείσας δασικής βλάστησης έχει συνταγματικό θεμέλιο και ανιχνεύεται και σε πληθώρα διατάξεων του κοινού νόμου. Σε επίπεδο διοικητικού δικαίου, η κήρυξη της αναδάσωσης συνδέεται με την κατάφαση των συνταγματικών (αντικειμενικών) προϋποθέσεων και μόνο, συνεπώς προηγούμενη ακρόαση του διοικουμένου δεν απαιτείται πριν την απόφαση αναδάσωσης. Η αδήριτη ανάγκη προστασίας τόσο του διοικουμένου, όσο και της ορθής διοικητικής λειτουργίας επιβάλλουν την ύπαρξη νόμιμης αιτιολογίας (δεν θίγεται εδώ), καθώς και την ανάκληση παράνομης πράξης κήρυξης που το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει. Εξετάζονται εδώ και ζητήματα δικαστικής προστασίας του διοικουμένου, όπως το έννομο συμφέρον του για προσβολή της πράξης, αλλά και της αιτιολογίας της πράξης κήρυξης αναδάσωσης.

Στο ομιχλώδες τοπίο της σύγχρονης δημόσιας διοίκησης, η οποία αποτελεί την «κύρια μεταφράστρια του γενικού συμφέροντος», το πρόβλημα διαφθοράς που εμφανίζεται, αποδομεί τους προστατευτικούς μηχανισμούς των δικαιωμάτων των πολιτών και καθιστά μεταξύ άλλων αναγκαία την ύπαρξη διαδικαστικής υφής δικαιοκρατικών εγγυήσεων του διοικουμένου[1]. Παράλληλα, οι δικαστικές έριδες, η ύπαρξη φορέων διοίκησης με αντικρουόμενα συμφέροντα, η τελική και συνακόλουθη διάβρωση της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας της δράσης της Διοίκησης, συνηγορούν στο αίτημα να καταστεί ο διοικούμενος όχι απλό αντικείμενο αλλά υποκείμενο της διαδικασίας, να εξασφαλιστεί η σύμπραξη και συναίνεσή του σε αυτή. Επίσης, ο ολοένα και αυξανόμενος κρατικός παρεμβατισμός, ιδίως στο πλαίσιο που μας αφορά, δηλαδή τη δικαιοπαραγωγή για την προστασία των αναδασωτέων εκτάσεων συνηγορεί υπέρ της νομικής ανάγκης ύπαρξης, ερμηνείας και εφαρμογής κανόνων διοικητικής διαδικασίας που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος κάθε ευρωπαϊκού διοικητικού δικαίου[2]. Τέλος, πρέπει να τονιστεί πως ναι μεν το δίκαιο προασπίζει την εμπιστοσύνη του καλόπιστου διοικούμενου, όχι όμως επί αναίρεσης της νομοθετικής υποχρέωσης περιβαλλοντικής προστασίας, όπως όμως αυτή εξατομικεύεται και σταθμίζεται εκάστοτε. Η απολυτοποίηση ενός αγαθού με την εφαρμογή της αρχής της υπέρτερης ισχύος του έναντι ενός άλλου θα έβλαπτε την ίδια τη συνταγματική τάξη[3].

Για τους λόγους αυτούς, ανευρίσκονται στο διοικητικό δίκαιο κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες του διοικουμένου κατά τη διοικητική διαδικασία κήρυξης και συντέλεσης της αναδάσωσης και η δικαστική του προστασία.

Ι. Δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης

Μία πρώτη δικλίδα που παραδοσιακά διαθέτει ο διοικούμενος στη νομική φαρέτρα του δεν είναι άλλη από το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης που συνίσταται στη δυνατότητα που έχει, προ της εκδόσεως δυσμενούς ατομικής διοικητικής πράξης, εκδιδόμενης μετά από υποκειμενική συμπεριφορά του και κατά διακριτική ευχέρεια, και κατόπιν κλήσης από το διοικητικό όργανο, να εκφράσει τις απόψεις του. Καθιερωθέν αρχικά ως γενική αρχή του διοικητικού δικαίου και νυν προβλεφθέν στο Σ (20 παρ. 2 Σ) και στον ΚΔΔιαδ (άρθρ. 6), προϋποθέτει μεταξύ άλλων τη γνώση όλων των στοιχείων του φακέλου και να μπορεί να προβαίνει σε ανταπόδειξη[4].

Τα πράγματα, όμως, στην αναδάσωση κρίνονται αρκούντως δυσμενή για εκείνον. Και τούτο διότι για την κήρυξη αναδάσωσης που επιβάλλεται εκ του Σ (άρθρ. 117 παρ. 3 Σ, όπως προαναλύθηκε) βάσει κριτηρίων αμιγώς αντικειμενικών, ήτοι της διαπίστωσης ενός πραγματικού γεγονότος (εκχέρσωση έκτασης ή αποψίλωση), δεν απαιτείται ακρόαση του διοικουμένου πριν την έκδοση της πράξεως κήρυξης, όπως παγίως δέχεται η νομολογία του ΣτΕ[5], γιατί δεν συνάπτεται με υποκειμενική συμπεριφορά του, αλλά η διοίκηση έχει δέσμια αρμοδιότητα, όταν συντρέχουν τα κατά νόμο στοιχεία, να προβεί στην κήρυξη της αναδάσωσης. Αβασίμως λοιπόν προβαλλόταν σε σωρεία δικογράφων ο λόγος ακυρώσεως περί πλημμελούς χαρακτήρα της προσβαλλομένης πράξης[6]. Εξάλλου, η όλη νομολογία του ΣτΕ τείνει προς μία νομολογιακή εξειδίκευση – αν όχι συστολή! – του δικαιώματος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη μεν ευλαβικής του τήρησης, αλλά και την απομυθοποίηση της λειτουργικότητάς του σε επίπεδο διοικητικής πρακτικής, προκειμένου να μην επιμηκύνεται άνευ αιτίας και επί ζημία τελικά της ελληνικής δικαιοσύνης και ασφάλειας δικαίου η δικαστηριακή διαμάχη[7]. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται εξάλλου και η δικονομική αλυσιτέλεια[8]. Διαφορετική θα πρέπει να είναι η περίπτωση επιβολής διοικητικής κύρωσης βάσει της διάταξης του άρθρ. 70 παρ. 1 Ν. 998/79, κύρωση η οποία συνάπτεται όχι μόνο με το αντικειμενικό γεγονός της αναδάσωσης αλλά και με την υποκειμενική συμπεριφορά του διοικουμένου που προέβη σε εκχέρσωση, υλοτομία ή καλλιέργειά της και γι’ αυτό απαιτείται πριν την επιβολή της να καλείται ο διοικούμενος σε ακρόαση[9].

ΙΙ. Ανάκληση παράνομης αναδάσωσης[10]

Η ανάκληση παράνομης αναδάσωσης αποτελεί διόλου ευκαταφρόνητο μηχανισμό προάσπισης της διοικητικής λειτουργίας όσο και του θιγομένου διοικουμένου από τέτοια παρανομία. Κατά γενική, βέβαια, αρχή του διοικητικού δικαίου, η διοίκηση δεν έχει καταρχήν υποχρέωση να ανακαλεί τις πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής τους ή έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς, ακόμη και αν είναι παράνομες, κάτι που έχει βεβαίως επικριθεί από τη νομική θεωρία και πράξη[11]. Στην περίπτωση των παρανόμων ή πλημμελών ατομικών ή ατομικών γενικού περιεχομένου διοικητικών πράξεων επιτρέπεται η ανάκληση καταρχήν ελεύθερα, ανεξάρτητα από το εάν από τις πράξεις αυτές έχουν απορρεύσει δικαιώματα των διοικουμένων, εφόσον όμως η ανάκληση γίνει μέσα σε εύλογο χρόνο, ενώ όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής ), είναι εφικτή. Εναπόκειται δε κάθε φορά στη Διοίκηση να κρίνει εάν η πάροδος μακρού χρόνου και η δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση σε συνδυασμό προς το δημόσιο συμφέρον επιτρέπει, ανάλογα με το είδος και τις συνέπειες της πράξεως, την ανάκλησή της. Στην περίπτωση των αναδασωτέων εκτάσεων, και προς περαιτέρω θωράκιση της αναδάσωσης, σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους της Διοικήσεως αιτήματος ανάκλησης πράξης κήρυξης εκτάσεως ως αναδασωτέας δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας νομίμως προσβαλλομένη με αίτηση ακυρώσεως, αφού δεν συνιστά εκτελεστή πράξη η άρνηση[12]. Για να στοιχειοθετηθεί, καταρχήν, υποχρέωση της Διοικήσεως να εξετάσει κατ’ ουσίαν σχετικό αίτημα ανάκλησης πράξης κήρυξης αναδάσωσης πρέπει να τεθούν υπόψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία[13] (που δεν υπήρχαν κατά την κήρυξη) τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν πλάνη περί τα πράγματα και ανατρέπουν την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η κήρυξη της αναδάσωσης[14]. Επίσης, σε αυτή την περίπτωση απαιτείται να τηρηθούν η διαδικασία και οι τύποι που ισχύουν για τη διαδικασία έκδοσης της πράξης, γιατί διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο για την έκβαση της κρίσης του θέματος και την παραγωγή ουσιαστικής εκτίμησης, από την οποία και εξαρτάται η έκδοση ή μη της ανακλητικής πράξης[15]. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι έτσι διασφαλίζεται η αρχή της προστασίας του καλόπιστου διοικούμενου και της συνταγματικής αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του σε περιβαλλοντικές διαφορές, για την εφαρμογή των οποίων απαιτείται αφενός προσδιορισμός κριτηρίων σαφής, ώστε να γίνεται απόλυτα κατανοητή η ανάγκη προάσπισής τους και αφετέρου ad hoc στάθμιση, προς διασφάλιση και της ετέρας αρχής της πρακτικής αρμονίας μεταξύ αυτής και της περιβαλλοντικής προστασίας[16]. Ακόμα, επειδή βάσει της παρ. 3 του άρθρ. 41 του Ν. 998/79 η κήρυξη γίνεται με την απόφαση του νυν Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά από εισήγηση της δασικής υπηρεσίας, επιβάλλεται σε περίπτωση ανάκλησης η λήψη αυτής της εισήγησης. Στην περίπτωση ανάκλησης της ανάκλησης και άρα επαναφοράς της αρχικής πράξης αναδάσωσης, η έκδοση της πράξης ανάκλησης (αυτή τη φορά) αποτελεί συνέπεια του χαρακτηρισμού της έκτασης ως δασικής και όχι της πράξης κήρυξης αναδάσωσης, εφόσον αυτή ανεβίωσε δυνάμει της ακυρουμένης πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως[17]. Τέλος, δικαιολογείται μετά την πάροδο μακρού χρόνου ανάκληση βασιλικού διατάγματος περί άρσης αναδάσωσης, επειδή ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιτελείται με την αναδάσωση καθιστά ανακλητή κάθε πράξη που εμποδίζει την πραγμάτωσή του[18].

ΙΙΙ. Έννομο συμφέρον και δικαστική προστασία αιτούντος κατά απόφασης αναδάσωσης[19]

Ειδικά ως προς την πρόσβαση των πολιτών στη δικαιοσύνη που αποσκοπεί στην δασική προστασία, ζητούμενο σήμερα αποτελεί η ενίσχυση του θετικού ρόλου τους στη διαχείριση του δασικού περιβάλλοντος, διότι πολλές φορές οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα (ή είναι περισσότερο ευαισθητοποιημένοι) τα περιβαλλοντικά ζητήματα που τους επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα, π.χ. γνωρίζουν τα ακριβή όρια της αναδασωτέας έκτασης ή το γεγονός ότι αυτή αποτελούσε από παλιά δάσος ή δασική έκταση και νυν κατεστράφη κλπ. Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση του λεγόμενου «περιβαλλοντικού ελλείμματος» που υφίσταται λόγω της αδυναμίας πλήρους και αποτελεσματικού κυβερνητικού (κεντρικού) ελέγχου, και αποτελεί τον πυλώνα με τον μεγαλύτερο αναγκαίο ρεαλισμό, αφού η δικαιοσύνη αντικρίζεται – όχι υπερβολικά – ως η αρένα δοκιμασίας του θετικού δικαίου[20].

Εν προκειμένω, το έννομο συμφέρον για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά της πράξης κήρυξης αναδάσωσης[21], με λόγο την πλημμέλεια της αιτιολογίας της απαιτεί την ύπαρξη δεσμού με την κηρυσσόμενη έκταση και αυτός προκύπτει είτε από προβαλλόμενο δικαίωμα κυριότητος επί αυτής είτε από άλλη νομική σχέση μαζί της[22].Αν η κήρυξη της αναδάσωσης βασίστηκε στην προηγούμενη πράξη χαρακτηρισμού, τότε τυχόν ακύρωση της πράξης χαρακτηρισμού συμπαρασύρει και την κήρυξη σε ακυρότητα[23].

Η θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος για την προσβολή της πράξης κήρυξης της αναδάσωσης για την επάρκεια της αιτιολογίας της, απαιτεί την κατάφαση του συνδέσμου του αιτουμένου τον ακυρωτικό έλεγχο αυτής με την κηρυσσομένη ως αναδασωτέα έκταση, ο οποίος προκύπτει είτε από προβαλλόμενο δικαίωμα κυριότητος επί της εν λόγω εκτάσεως είτε από άλλη νομική σχέση με την έκταση αυτήν[24].

Το ΣτΕ έκρινε σε άλλη υπόθεση ότι «το έννομο συμφέρον του εκκαλούντος εξέλιπε μετά την ακύρωση της πράξεως χαρακτηρισμού, στο πλαίσιο της ενδικοφανούς διαδικασίας, λόγω της υπαγωγής της εκτάσεως της υπόθεσης στην αναδάσωση του έτους 1934, το δε εκκαλούν δεν προέβαλε λόγους κατά της αιτιολογίας αυτής αλλά αμφισβήτησε με την αίτηση ακυρώσεως τον δασικό χαρακτήρα της εκτάσεως. Η κρίση όμως αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου έρχεται σε αντίθεση προς την υφιστάμενη νομολογία, δεδομένου ότι, σύμφωνα με αυτήν, ο ενδιαφερόμενος δύναται αφενός να αμφισβητήσει την υπαγωγή ορισμένης εκτάσεως στην αναδάσωση, αφετέρου δε, ειδικώς δε στην περίπτωση της αναδάσωσης του έτους 1934, η οποία θεωρείται παρωχημένη, να αμφισβητήσει, και το δασικό χαρακτήρα ορισμένης εκτάσεως, υπαχθείσας αρχικώς στην αναδάσωση του έτους 1934, ενόψει μεταγενέστερης εκτιμήσεως της καταστάσεως εκ μέρους της Διοικήσεως, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση εκδόσεως πράξεως χαρακτηρισμού. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση ασκείται παραδεκτώς»[25].

Για τη μη επάρκεια (πλημμέλεια) της αιτιολογίας της απόφασης αναδάσωσης, που προβάλλεται ως λόγος ακύρωσης συνηθέστατα, επισημαίνεται ότι πρόκειται για θέμα που δεν θίγεται από την παρούσα.

Αρμόδιο να δικάσει αιτήσεις ακυρώσεως κατά της πράξη κήρυξης αναδάσωσης (αλλά και πράξης χαρακτηρισμού εκτάσεων κατ΄ άρθρο 14 Ν. 998/1979) είναι δυνάμει της περ. ιδ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 Ν. 702/1977, (που προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 Ν. 3900/2010)[26], το Διοικητικό Εφετείο, η ρύθμιση δε αυτή καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 50 Ν. 3900/2010)[27].

IV. Η αιτιολογία της απόφασης κήρυξης αναδάσωσης

Όπως γίνεται δεκτό, η απόφαση για την αναδάσωση πρέπει να φέρει πλήρη αιτιολογία, ως προς τον χαρακτηρισμό της κηρυσσόμενης έκτασης ως δάσους ή δασικής έκτασης και ως προς το γεγονός της καταστροφής της δασικής βλάστησης[28].

Η αιτιολογία αυτή δύναται να προκύπτει από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου[29], όπως αεροφωτογραφίες, έκθεση φωτοερμηνείας ή αυτοψίας, αλλά και τον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα[30]. Έτσι για παράδειγμα, η αιτιολογία είναι πλήρης, όταν προκύπτει από το φάκελο ότι η επίδικη έκταση είναι καταγεγραμμένη στο προσωρινό δασικό κτηματολόγιο και δη περιέχεται σε μία ευρύτερη περιοχή που χαρακτηρίζεται δάσος, ενώ επίσης όταν η θέση και τα όρια της αναδασωτέας έκτασης προκύπτουν (ευχερώς) από την προσβαλλομένη και το προσαρτηθέν σε αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, μη καταλειπομένης οιασδήποτε αμφιβολίας για την ταυτότητα της έκτασης[31], άρα το τοπογραφικό διάγραμμα θεραπεύει τα σφάλματα που ίσως παρατηρούνται στο λεκτικό μέρος της πράξης και οφείλονται σε προφανή παραδρομή[32]. Και τούτο διότι απαιτείται να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη φύση, τα όρια και το εμβαδόν της έκτασης, αφού από τον ακριβή προσδιορισμό των στοιχείων αυτών θα κριθεί εάν η μορφή, η φύση και η πυκνότητα της φυόμενης στην έκταση βλάστησης προσέδιδε σε αυτήν, πριν από την καταστροφή ή την (παράνομη) εκχέρσωσή της, τον δασικό χαρακτήρα, ο οποίος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την κήρυξη της αναδάσωσης[33]. Ωστόσο, δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας η ρητή αναφορά στο ότι η δασική βλάστηση της έκτασης αποτελούσε οργανική ενότητα[34] ούτε η αναφορά σε αυτήν και της λειτουργίας, την οποία επιτελούσε η αποψιλωθείσα δασική έκταση, τασσόμενης ως μοναδικής προϋπόθεσης του δασικού χαρακτήρα της ύπαρξης οργανικής ενότητας[35], ούτε βέβαια απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου εκχέρσωσης ή καταστροφής της φυομένης σε ορισμένη έκταση δασικής βλάστησης[36]. Η έκθεση αυτοψίας για τον χαρακτηρισμό έκτασης ως δάσους (ή δασικής έκτασης) δεν καθίσταται άκυρη εκ μόνου του λόγου ότι δεν συνετάγη την ημέρα που έγινε η αυτοψία και παρουσία όλων των συμπραττόντων, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υπερβολική τυπολατρία επί ζημία της πραγμάτωσης του άρθρ. 117 παρ. 3 Σ[37]. Η θεραπεία διαφορετικών στοιχείων των εκθέσεων αυτοψίας και μελέτης φωτοερμηνείας ή πολλών εκθέσεων μεταξύ τους[38] οδηγεί πολλάκις σε αναβλητική δικαστική απόφαση, προκειμένου να αποσταλεί από τη διοίκηση έγγραφο, με το οποίο η αρμόδια Δασική Υπηρεσία να διατυπώνει πλήρως αιτιολογημένη γνώμη επί των διαπιστώσεων και των πορισμάτων φωτοερμηνείας[39]. Τέλος, όταν υπάρχει απόφαση χαρακτηρισμού η οποία δεν προκύπτει από τον φάκελο ότι ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε, δεσμεύει τον Γενικό Γραμματέα ως προς τον δασικό χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως, όμως το κύρος της δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της δίκης της αναδάσωσης[40]. Προκειμένου δε να διαγνωσθεί ο δασικός ή μη χαρακτήρας δεν είναι ληπτέα υπόψη η μορφή την οποία είχε προσλάβει η περιοχή κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης, αν η μεταβολή της μορφής της περιοχής δεν στηρίζεται σε διοικητικές πράξεις[41], αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παράκαμψη του Σ.

Η αιτιολογία δεν πλήττεται προφανώς (όπως δέχεται και η νομολογία) ούτε από την έλλειψη προηγούμενης κατάρτισης δασολογίου ή την έλλειψη επίλυσης αμφισβητήσεων για τον χαρακτήρα της. Ο χαρακτηρισμός εκτάσεως ως αγροτικής σε προγενέστερους της αναδάσωσης τίτλους, ουδόλως δεσμεύει μεταγενέστερη κρίση της Διοικήσεως περί του δασικού χαρακτήρα της περιοχής και ως εκ τούτου δεν ανατρέπει το αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης πράξης κήρυξης αναδάσωσής της, η οποία στηρίζεται σε κατά πολύ νεότερη νομοθεσία[42]. Ειδικά για την γεωργική εκμετάλλευση προϋποτίθεται η εθνική οικονομική ανάγκη και ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών βεβαιώνεται με ορισμένη διοικητική διαδικασία[43].

Την αιτιολογία της κήρυξης δεν επηρεάζουν μεταξύ άλλων οι ιδιωτικοί τίτλοι, π.χ. συμβόλαια, διότι αποτελούν συμφωνίες ιδιωτών[44] ούτε τα διαλαμβανόμενα σε απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, διότι ερείδονται σε μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις[45] (οπότε και γενικότερα οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου την ύπαρξη ιδιωτικών δικαιωμάτων δεν δεσμεύουν τα διοικητικά όργανα στο θέμα αυτό), παρότι η νομολογία δέχθηκε προβληματικά ότι η αιτιολογία μπορεί να κλονιστεί από απόφαση Ειρηνοδικείου[46], η οποία εκδόθηκε κατόπιν αντιρρήσεων κατά του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα ή από απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών που είναι μεταγενέστερη της αναδάσωσης.

Εάν τελικά η πράξη κήρυξης αναδάσωσης είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, η περαιτέρω ουσιαστική επί του θέματος αυτού εκτίμηση της Διοικήσεως εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου (π.χ. αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί για πλημμέλειες της προσβαλλομένης για καθεμία από τις βάσεις της αιτιολογίας)[47].
Ενώ, όταν ακυρώθηκε η πράξη κήρυξης, συμπαρασύρθηκε σε ακύρωση ως συναφής προς την ακυρωθείσα και η πράξη απαγόρευσης βοσκής στην ως άνω έκταση[48].

Αντιθέτως, πλημμελής κρίνεται (και κρίθηκε νομολογιακά) η αιτιολογία στις εξής περιπτώσεις: Πρώτον, όταν δεν προκύπτουν τα κατά νόμο αναγκαία για την έκδοση της πράξης, όπως για παράδειγμα, όταν δεν γίνεται ούτε στο σώμα της πράξης ούτε στην έκθεση αυτοψίας αναφορά στην πυκνότητα της βλάστησης της έκτασης, αλλά ούτε και στις γειτονικές εκτάσεις (ώστε να διακριβωθεί αν αποτελεί η επίμαχη έκταση οργανική ενότητα με αυτές)[49] ή δεν προκύπτει συγκεκριμένη καταστροφή δασικής βλάστησης[50]. Επίσης, όταν δεν προσδιορίζονται τα ακριβή όρια και η θέση της κηρυσσομένης ως αναδασωτέας εκτάσεως, αλλά ούτε και προκύπτει εκ της πράξεως και του φακέλου (και του τοπογραφικού διαγράμματος) ποιες είναι οι (τυχόν) εξαιρούμενες της αναδασώσεως αγροτικές εκτάσεις[51]. Γενικότερα, καθιστούν την αιτιολογία πλημμελή οι ελλείψεις της έκθεσης αυτοψίας, όπως η μη αξιολόγηση των παλαιών αεροφωτογραφιών ή άλλων στοιχείων, από τα οποία να προκύπτει ο δασικός χαρακτήρας της έκτασης πριν από την εκχέρσωσή της και κατά τα παλαιότερα έτη ή η μη διευκρίνιση αν η επίμαχη έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερου δασικού οικοσυστήματος και πώς διαφοροποιείται, ενδεχομένως, από τις παρακείμενες εκτάσεις που χαρακτηρίζονται ως ελαιώνες[52] ή από έγγραφο χαρακτηρισμού του Δασάρχη, στο οποίο ευρύτερη έκταση στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη, είχε χαρακτηρισθεί ως μη δασική[53]. Στην περίπτωση αυτή υπάγονται επίσης περιπτώσεις όπου η πράξη αναφέρει για την επίδικη έκταση ότι καλυπτόταν από δασική βλάστηση μόνο σε πολύ παρωχημένο χρόνο (πχ. έως το έτος 1945), χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένο χρόνο εκχέρσωσής[54] ή όταν η έκταση έχει απωλέσει τον δασικό χαρακτήρα της σε απώτατο χρονικό σημείο, (π.χ. στην απόφαση αυτή μεταξύ των ετών 1939 και 1945) ή όταν δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της δικογραφίας τυχόν οργανική ενότητα της έκτασης αυτής με όμορη δασική περιοχή[55].

Δεύτερον, όταν πρόκειται για επέμβαση σε αναδασωτέα έκταση, δεν λαμβάνεται υπόψη για το εμβαδόν της κηρυχθείσας έκτασης η συνολική περιοχή επέμβασης για την εκτέλεση του έργου και των συνοδών αυτού έργων (εδώ επρόκειτο για εγκατάσταση ενός κτιρίου ελέγχου, διάνοιξη δρόμου)[56]. Τρίτον, πλημμελής κρίθηκε και η απόφαση νομάρχη για αναδάσωση για λόγους υγιεινής και εξωραϊσμού (38 παρ. 3 Ν. 998/79), επειδή επαναλάμβανε απλά τη φράση του νόμου και ανέφερε μόνο το στοιχείο της έλλειψης πρασίνου, χωρίς να συνδέει αυτή με τις προϋποθέσεις κήρυξης αναδάσωσης[57], κάτι που αποδεικνύει ακριβώς την ανάγκη σαφήνειας και επάρκειας της αιτιολογίας επί δυνητικής αναδάσωσης, ακριβώς λόγω της σοβαρότητας λήψης ενός τέτοιου μέτρου. Τέταρτον, αν η διοίκηση στηρίχθηκε για την κήρυξη της αναδάσωσης μόνο επί του χαρακτηρισμού της έκτασης ως δάσους από την Πρωτοβάθμια ΕΕΔΑ και η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε από τη Δευτεροβάθμια επιτροπή, τότε κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλομένης[58]. Και τούτο διότι η απόφαση της δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ αποφαίνεται τελικά με βάση τα όσα ελέχθησαν στο οικείο κεφάλαιο.

Γενικότερα, όπως γίνεται δεκτό από το ΣτΕ, επί χαρακτηρισμού εκτάσεως, η οποία έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, τα πραγματικά στοιχεία που διαπιστώνονται με τις διοικητικές πράξεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία χαρακτηρισμού της έκτασης, μπορούν να ληφθούν υπ’ όψη από το ΣτΕ κατά τον έλεγχο της αιτιολογίας της πράξης κήρυξης της αναδάσωσης. Έτσι, το ΣτΕ έκρινε ότι ως προς το μέρος της εκτάσεως που ανήκει στους ιδιοκτήτες και είχε κριθεί μη δασικό από την πρωτοβάθμια ΕΕΔΑ η αιτιολογία της πράξης κήρυξης αναδάσωσης είναι ανεπαρκής[59].

———————

[1] Ράϊκος Δ., Η σημασία της συμμετοχής και των διαδικαστικών δικαιωμάτων του πολίτη στη διοικητική διαδικασία για την πρόληψη και καταστολή της διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση, ΘΠΔΔ 10/2012, σελ. 865, 867, 868.

[2] Ευστρατίου Π.-Μ., Το δίκαιο της διοικητικής διαδικασίας και των εννόμων συνεπειών των διαδικαστικών ελαττωμάτων, ΕΔΔΔ (επιθεώρηση δημοσίου και διοικητικού δικαίου) (49) 2/2005, σελ. 247.

[3] Μαλλιαροπούλου Α., Η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης στην πρόσφατη νλγ (2000-2013) του ΣτΕ, Νομ. Βιβλιοθήκη, 2014, σελ. 40, 50 ·της ίδιας, Με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 2717/2014: Προστασία του περιβάλλοντος και δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ιδιώτη – ένα ακόμα bras de fer?, ΠερΔικ 1/2016, σελ. 23.

[4] Σπηλιωτόπουλος Ε., Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, τ. 1, Νομ. Βιβλιοθήκη, 13η έκδ. (2010), σελ. 166-7, Καλλιγέρου Δ., Η προηγούμενη ακρόαση ως δικαίωμα και ουσιώδης τύπος της διοικητικής διαδικασίας, ΘΠΔΔ 5/2016, σελ. 445, Γέροντας Α./Λύτρας Σ./Παυλόπουλος Π./Σιούτη Γλ./Φλογαίτης Σπ, Διοικητικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, 2012, σελ. 214, 215, 219, με αναφορά στην ΣτΕ 2612/2003 (για την αναδάσωση).

[5] Τάχος Α., Ερμηνεία ΚΔΔιαδ, Σάκκουλας, 2009, σελ. 401, ΣτΕ 2069/2007 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 1/2008, σελ. 65, σκ. 6.

[6] Τάχος Α., ό.π., σελ. 405, ΣτΕ 775/2008 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 3/2008, σελ. 412 επ., σκ. 9.

[7] Κουβαράς Η., Ν. 4274/2014 Οι νέες διατάξεις για την ακυρωτική δίκη: Η θετικοποίηση σε δικονομικό επίπεδο της αρχής της ασφάλειας δικαίου, ΘΠΔΔ 8-9/2014, σελ. 718, 720, 731 όπου υποστηρίζεται ότι με τις διατάξεις εν τοις πράγμασι αναβαθμίζεται η χορήγηση δικαστικής προστασίας εν τέλει, ΟλΣτΕ 4447/2012, ΘΠΔΔ 12/2012, παρ. Ψυχογιού, σελ. 1148.

[8] Καψάλη Β., Η δικονομική αλυσιτέλεια ως έκφραση μεθοδολογικής αμηχανίας, σκέψεις με αφορμή την ΟλΣτΕ 4447/2012, ΘΠΔΔ 8-9/2013, σελ. 817, 819, 825.

[9] ΣτΕ 1350/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 464, σκ. 4, 6, Καλλιγέρου Δ., ό.π., σελ. 448.

[10] Aπό το βιβλίο μου: Γαλάνης Π., Σύγχρονες προσεγγίσεις στο Δίκαιο του Περιβάλλοντος, εκδ. Φυλάτος, 2020, σελ. 107-108.

[11] Γέροντας Α./Λύτρας Σ./Παυλόπουλος Π./Σιούτη Γλ./Φλογαίτης Σπ, Διοικητικό Δίκαιο, ό.π., 240 επ.

[12] Δαγτόγλου Π., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, ό.π., σελ. 303 επ., ΣτΕ 4632/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2012, σελ. 483, σκ. 3, Γέροντας Α./Λύτρας Σ./Παυλόπουλος Π./Σιούτη Γλ./Φλογαίτης Σπ, Διοικητικό Δίκαιο, ό.π., 240, 242, 245.

[13]ΣτΕ 1388/2016 (Τμ. Ε’), ΝκΦ 2016, σκ. 6, διαθέσιμη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/14507/ste-13882016-kathorismos-xoroy-nekrotafeioy-me-gps/?st=1388/2016

[14] ΔΕφΙωαννίνων 23/2013, ΠερΔικ 3/2013, σελ. 482, σκ. 7, 8, 12,

ΣτΕ 838/2014 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2014, σελ. 44, σκ. 9, ΣτΕ 4254/2014 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2015, σελ. 59, σκ. 8.

[15] Σιούτη Γλ. ό.π., σελ. 98, βλ. λ.χ. Απόφαση (ΦΕΚ Δ’ 192/22.04.2019) Αριθμ. 1035 (2) Ανάκληση της 4826/01-10-1998 (ΦΕΚ 959/Δ’/ 1998) αναδασωτέας απόφασης Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης και άρση αναδάσωσης σε έκταση εμβαδού 22.580,92 τ.μ. κειμένης στη θέση «Σοχώρια» περιοχής Πρινέ Δήμου Ρεθύμνης.

[16]ΟλΣτΕ 592/2014, ΠερΔικ 2/2014, σελ. 234, σκ. 4. Μαλλιαροπούλου Α., Με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 2717/2014: Προστασία του περιβάλλοντος και δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ιδιώτη – ένα ακόμα bras de fer?, ΠερΔικ 1/2016, σελ. 2, ΣτΕ ΠΕ 77/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 541, σκ. 7, στο οποίο η κοινότητα Ανθούσας κατά πλάνη περί τα πράγματα θεωρήθηκε ως αναδασωτέα έκταση της υπουργικής απόφασης, λόγος που δικαιολογούσε και την ανάκληση των μεμονωμένων αποφάσεων κήρυξης των αναδασωτέων εκτάσεων.

[17] ΣτΕ 634/2012 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2013, σελ. 477, σκ. 5, βλ. και ΣτΕ 745/2019 Τμ. Ε΄επταμ., ΘΠΔΔ 6/2019, σελ. 526.

[18] Γιαννακούρος Π., ό.π. σελ. 432, ΣτΕ 2976/1998 ΝοΒ 49, σελ. 1383.

[19] Πυργάκης Δ., Το έννομο συμφέρον στη δίκη ενώπιον του ΣτΕ, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 75.

[20] Βασιλόπουλος Ι., Η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος και η προσφυγή των πολιτών στη δικαιοσύνη, ΠερΔικ 1/1997, σελ. 23 επ., Δελλής Γ., Μεταξύ εξιδανίκευσης και ρεαλισμού: Τα διαδικαστικά περιβαλλοντικά δικαιώματα και οι δικονομικές τους προεκτάσεις από τη σκοπιά της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου, εις Ο Δικαστής, ο Νόμος και το Περιβάλλον (Τιμητικός Τόμος για Κ. Μενουδάκο), εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 259 επ.

[21] Απαραδέκτως προσβάλλονται στη δίκη αυτή τόσο η έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών, καθώς και η πρόταση κήρυξης της έκτασης ως αναδασωτέας, οι οποίες ως προπαρασκευαστικές ενέργειες για την έκδοση της συμπροσβαλλομένης πράξης κήρυξης της αναδάσωσης στερούνται ως εκ τούτου εκτελεστότητας και εξάλλου, δεν προβλέπεται από το νόμο υποχρέωση κοινοποίησης των προπαρασκευαστικών της κήρυξης της αναδάσωσης πράξεων στους ενδιαφερομένους.

[22] ΣτΕ 2631/2010, ΝκΦ 2010, σκ. 4, 6, διαθέσιμο στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/15006/ste-2631-2010-aparadekti-aitisi-gia-akyrosi-anadasosis/?st=2631%202010. Μάλιστα, σύμφωνα με τη ΔΕφΠατρών 842/2015 (Τμ. Γ΄), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 682 επ., σκ. 3, οι νυν Αποκεντρωμένες Διοικήσεις στερούνται νομικής προσωπικότητας και δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην παρούσα δίκη, στην οποία παθητικώς νομιμοποιούμενο είναι μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον αρμόδιο Υπουργό.

[23] Δελλής Γ., Το Σ, το δάσος…, ΕφΔΔ 1/2005, σελ. 59.

[24]ΣτΕ 674/2007, 1107/2006, βλ. και ΣΕ 3374/2006, 394/2003, 1156/2002, 384/2000, ΣτΕ 2631/2010, ΝκΦ 2010, σκ. 4, 6, διαθέσιμο στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/15006/ste-2631-2010-aparadekti-aitisi-gia-akyrosi-anadasosis/?st=2631%202010,

[25] ΣτΕ 652/2019 Τμ.Ε΄.

[26] Όπως οι περ.ια` έως και ιε΄προστέθηκαν με το άρθρο 47 παρ.1 Ν.3900/2010,ΦΕΚ Α 213/17.12.2010.`Εναρξη ισχύος από την 1η Ιαναουαρίου 2011.

[27] ΣτΕ 1599/2014, ΠερΔικ 2/2015, σελ. 330, στην ενότητα Δασικά και γεωργικά οικοσυστήματα, Βασιλειάδης Δ./Διβάνη Χ./Κουσκουνά Μ./Παπαπετρόπουλος Α., Περιβάλλον Διαγράμματα-Σχόλια-Νομολογία-Υποδείγματα, Νομ. Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 101. ΣτΕ 1599/2014, ΠερΔικ 2/2015, σελ. 330, σκ. 6: Παρόλα αυτά το δικαστήριο έκρινε ότι λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο κατάθεσης της αίτησης και για λόγους οικονομίας της δίκης ότι μπορεί να διακρατήσει και να εκδικάσει την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 1968/1991 (Α΄ 150), δεδομένου ότι, ούτως ή άλλως οι αποφάσεις του ΔΕφ υπόκεινται σε έφεση στο ΣτΕ σύμφωνα με το νυν ισχύον άρθρο 5Α Ν. 702/1977.

[28] ΣτΕ 292/2009 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 4/2009, σελ. 678, σκ. 4., ΣτΕ 634/2012 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2013, σελ. 477, σκ. 3.

[29] Σπηλιωτόπουλος Ε., ό.π., σελ. 174-5, ΣτΕ 2936/2012, ΝκΦ 2012, σκ. 14, διαθέσιμη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/14950/ste-29362012-paranomi-kiryksi-anadasosis-logo-plimmeloys-aitiologias/?st=2936/2012.

[30] ΣτΕ 2743/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2011, σελ. 463, σκ. 11, ΣτΕ 848/2009 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 2/2010, σελ. 286, σκ. 4, 5.

[31] ΣτΕ 848/2009 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 2/2010, σελ. 286, σκ. 5.

[32] ΣτΕ 2743/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2011, σελ. 463, σκ. 10.

[33] ΣτΕ 848/2009 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 2/2010, σελ. 286, σκ. 5. Σε άλλη πάλι απόφαση, τη ΣτΕ 1262/2007 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2007, σελ. 391, σκ. 3, το δικαστήριο ανέβαλε προκειμένου να στείλει η διοίκηση το φάκελο και τις απόψεις της επί των λόγων ακυρώσεως., ΣτΕ 483/2007 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2007, σελ. 61, σκ. 3.

[34] ΣτΕ 939/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 467, σκ. 8.

[35] ΣτΕ 3273/1996 (Τμ. Ε’) (Σημ. Ε.-Α. Μαριά), ΠερΔικ 1/1997, σελ. 90, σκ.7.

[36] ΣτΕ 291/2009 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2009, σελ. 489, σκ. 9.

[37] ΣτΕ 3509/2006 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2007, σελ. 63, σκ. 8.

[38] ΣτΕ 1996/2007 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2007, σελ. 563, σκ. 6.

[39] ΤρΔΕφΠατρών 447/2015 (Τμ. Α΄ Ακυρωτικό), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 486, τελευταία σκέψη.

[40] ΣτΕ 4539/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 2/2012, σελ. 308, σκ. 10.

[41]ΣτΕ 143/1999 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 2/1999, σελ. 234, σκ. 4, όπου δεν έγινε δεκτός ο δασικός χαρακτήρας λόγω μη κάλυψης από δασική βλάστηση, ΣτΕ 3795/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2012, σελ. 488, σκ. 8.

[42] ΣτΕ 1104/2006 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 4/2006, σελ. 609, σκ. 7.

[43] ΣτΕ 2486/2009 (Τμ. Ε’), ΝκΦ 2009, Νομολογία 2009/ΙV, σκ. 9, διαθέσιμη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/11893/nomologia-2009iv/?st=2486/2009

[44] Μαριά Ε.-Α., ό.π., σελ. 285 με αναφορά στην ΣτΕ 255/97.

[45] ΣτΕ 939/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 467, σκ. 8.

[46] Γιαννακούρος Π., Δασικός Κώδικας και Δασικοί Νόμοι, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2005, σελ. 429 με αναφορά στην ΣτΕ 1120/1985, ΝοΒ 36, σελ. 192. Η απόφαση ωστόσο αναφέρεται σε περιστατικά προγενέστερά της, όμως πρόκειται για απόφαση με προσωρινή ισχύ που λύνει θέματα διακατοχής μεταξύ δημοσίου και ιδιωτών επί ορισμένου κτήματος βάσει του άρθρου 82 παρ.1 ΑΝ 1539/38, με καθαρά αστυνομικό χαρακτήρα και όχι δικαιοδοτικό, άρα αρμόδια παραμένουν τα πολιτικά δικαστήρια.

[47] ΣτΕ 3012/2015 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2016, σελ. 87, σκ. 5.

[48] ΣτΕ 1639/2004 Τμ. Ε΄, ΠερΔικ 1/2005 σελ. 111, σκ. 5, 6.

[49]ΔΕφΠατρών 725/2015 (Τμ. Γ΄), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 684, σκ. 6.

[50] ΣτΕ 1744/2012 (Τμ. Ε’), ΝκΦ 2012, σκ. 2, 10, διαθέσιμη στη διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr/14788/ste-17442012-nomimi-apofasi-katedafisis-kai-apomakrynsis-perifraksis-se-anadasotea-dasiki-ektasi-sti-n-penteli/?st=1744/2012.

[51] ΣτΕ 1639/2004 Τμ. Ε΄, ΠερΔικ 1/2005 σελ. 111, σκ. 5, 6.

[52] ΣτΕ 1409/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 3/2016, σελ. 462, σκ. 6.

[53] ΣτΕ 844/2009 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 1/2010, σελ. 114, σκ. 10.

[54] Σιούτη Γλ., ό.π., σελ. 94.

[55] ΣτΕ Ολ 1682/2002 (σημ. Ι. Κουφάκη), ΠερΔικ 3/2002, σελ. 568 όπου γίνεται εκτενής αναφορά με συμπεράσματα στην ΣτΕ 1682/2002, ΣτΕ 887/2010 (Τμ. Ε΄) ΠερΔικ 1/2011, σελ. 91, σκ. 9, ΣτΕ 696/2016 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2016, σελ. 706, σκ. 6, 9, 10, 12, 16.

[56] ΣτΕ 2646/2011 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2011, σελ. 647, σκ. 6.

[57] Γιαννακούρος Π., Δασικός Κώδικας και Δασικοί Νόμοι, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2005, σελ. 429 με αναφορά στην ΣτΕ 2674-5/1985, ΝοΒ 36, σελ. 192.

[58] ΣτΕ 135/2009 (Τμ. Ε΄), ΠερΔικ 4/2009, σελ. 682, σκ. 5.

[59] ΣτΕ 2269/2008 (Τμ. Ε’), ΠερΔικ 1/2009, σελ. 73 επ. σκ. 6


Προστασία των υδάτων κατά το ισχύον εθνικό νομικό πλαίσιο: Σύνταγμα και Ν. 3199/2003

Οι έμμεσοι μηχανισμοί προστασίας των αναδασωτέων εκτάσεων στο Δίκαιο: διοικητικές κυρώσεις, ποινικό, ενωσιακό και διεθνές δίκαιο



ΚατηγορίεςΝομοθεσία, Πυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: