Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η Οδηγία 2004/35 ΕΚ για την περιβαλλοντική ευθύνη και η προβλεπόμενη έννομη προστασία

Παναγιώτης Γαλάνης,
Δικηγόρος Περιβαλλοντικού και Πολεοδομικού Δικαίου,
Υπ. Δρ. Νομικής ΕΚΠΑ
panagiotisgln@gmail.com

Έλλη-Κυριακή Αναστοπούλου,
Δικηγόρος, Υπ. Δρ. Νομικής ΕΚΠΑ, LLM Cambridge
ellianast7@gmail.com

H συγκεκριμένη σύντομη συμβολή αποσκοπεί να ορίσει εν συντομία την γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου περιβάλλοντος «ο ρυπαίνων πληρώνει», να τη συσχετίσει με τη σχετική Οδηγία 2004/35 για την περιβαλλοντική ευθύνη και να φωτίσει ιδίως το ζήτημα της παρεχόμενης έννομης προστασίας στην Οδηγία[1].

1. Εισαγωγή

Αναμφίβολα, η ανθρώπινη ιστορία και εξέλιξη είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το φυσικό περιβάλλον, το οποίο αποτελεί τον φυσικό τόπο γέννησης του ανθρώπου και ανάπτυξης της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητάς του. Η δραστική και επαναλαμβανόμενη παρέμβαση του ανθρώπου, οδήγησε στην ταχύτατη υποβάθμιση και καταστροφή του περιβάλλοντος, γεγονός που έθεσε σοβαρούς κινδύνους για τη λειτουργία του οικοσυστήματος, των έμβιων και άβιων οργανισμών και εν τέλει για την υγεία και τη ζωή του ίδιου του ανθρώπου. Κατέστη λοιπόν σαφές ότι η δημιουργία ενός νομικού πλαισίου, το οποίο θα επέτρεπε τη λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος, συνιστούσε επιτακτική ανάγκη, και μάλιστα, ήδη σε μια εποχή που το περιβάλλον αποτελούσε terra incognita για το νομική επιστήμη, καθώς δεν είχε ακόμα αποκτήσει νομική διάσταση ως αγαθό, άξιο έννομης προστασίας. Η νομική εξέλιξη που ακολούθησε σε επίπεδο νομοθεσίας, θεωρίας και νομολογίας, δημιούργησε τα θεμέλια του δικαίου του περιβάλλοντος και την ανάδειξη γενικών αρχών που διέπουν την προστασία αυτού. Μια εξέχουσα αρχή, με ευρύ πεδίο εφαρμογής και αντικείμενο έρευνας και σχολιασμού της παρούσης εργασίας, αποτελεί η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» (the polluter pays, pollueur payeur)[2].

Σε επίπεδο εθνικού δικαίου, η προστασία του περιβάλλοντος κατοχυρώνεται συνταγματικώς στα άρθρα 24, 117 Σ και στον εκτελεστικό νόμο 1650/1986. Αξίζει να σημειωθεί ότι νομικός ορισμός του προστατευόμενου έννομου αγαθού «περιβάλλον» είναι αρκετά δυσχερής, δεδομένης της αμφισβήτησης περί του προσανατολισμού αυτού του ορισμού. Πιο συγκεκριμένα, τίθεται το ερώτημα, αν το «περιβάλλον» θα οριοθετηθεί ως αυτοτελές αγαθό ή ανθρωποκεντρικά, σε συνάρτηση δηλαδή με τον άνθρωπο και την απόλαυση έτερων αγαθών (ζωή, υγεία, ιδιοκτησία, ποιότητα ζωής)[3]. Αναμφίβολα, το περιβάλλον ως ρυθμιστικό αντικείμενο του δικαίου, σχετίζεται με τον άνθρωπο, τον αποδέκτη των κανόνων δικαίου[4]. Ως προστατευόμενο αγαθό του ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου, το περιβάλλον ταυτίζεται με «το ζωτικό χώρο όπου ζει και αναπτύσσει τις δραστηριότητές του ο άνθρωπος, και ορίζεται ως το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες»[5].

2. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»

Σύμφωνα με την αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει, που είναι και το αντικείμενο μελέτης μας, «ο ρυπαίνων βαρύνεται με τα έξοδα για την υλοποίηση των μέτρων που αποφασίζουν οι δημόσιες αρχές, για να διασφαλισθεί η διατήρηση του περιβάλλοντος σε αποδεκτή κατάσταση, καθώς και στην εφαρμογή των αρχών της προφύλαξης, της προληπτικής δράσης και της αντιμετώπισης της ρύπανσης στην πηγή». Το κόστος δηλαδή των μέτρων αυτών μετακυλίεται στο φορέα της ρυπαίνουσας επιχείρησης και πρέπει να αντανακλά το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών που είναι ρυπογόνες κατά την παραγωγή και κατανάλωσή τους. Ο περιορισμός επικίνδυνων δραστηριοτήτων και η παροχή κινήτρων για αναζήτηση «καθαρών τεχνολογιών» συνιστούν το δικαιοπολιτικό λόγο της εφαρμογής της[6].

Το περιεχόμενο της ως άνω αρχής διατυπώθηκε για πρώτη φορά, σε διεθνές επίπεδο, στην Υπόθεση TrailSmelter[7] από το διαιτητικό δικαστήριο που ανέλαβε να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, η οποία είχε ανακύψει λόγω της περιβαλλοντικής καταστροφής και της διασυνοριακής ρύπανσης που προκλήθηκε από τις δραστηριότητες καναδικού εργοστασίου εξόρυξης και τήξης μεταλλευμάτων. Την ίδια αρχή επικαλέστηκε και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ) στη Γνωμοδότηση του 1996 για τη νομιμότητα χρήσης πυρηνικών όπλων[8]. Είχε προηγηθεί η έκθεση του ΟΟΣΑ[9] (1972), η Διακήρυξη της Στοκχόλμης (1972)[10] και η Διακήρυξη του Ρίο (1992), που επιβεβαίωσαν την εν λόγω αρχή, η οποία ενσωματώνεται παράλληλα και σε μεγάλο αριθμό διεθνών συμβάσεων. Ωστόσο, δεν αποτελεί κανόνα διεθνούς εθιμικού δικαίου, αλλά λειτουργεί ως μέσο για την άσκηση πολιτικής πίεσης και την υιοθέτηση φιλοπεριβαλλοντικής πολιτικής από τα κράτη.

Σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, «ο ρυπαίνων πληρώνει» αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ευρωπαϊκής πολιτικής για το περιβάλλον και ενσωματώνεται στο άρθρο 191 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 174 ΣΕΚ).

3. Οδηγία 2004/35/ΕΚ και εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»

Στο πλαίσιο αυτό και με γνώμονα τη δημιουργία ενός νέου καθεστώτος ευθύνης και ασφάλισης, που βασίζεται στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η Επιτροπή της Ε.Ε. υιοθέτησε τη Λευκή Βίβλο για την Περιβαλλοντική Ευθύνη, με σκοπό να ερευνήσει πώς θα μπορούσε η εν λόγω αρχή να συμβάλλει στον πρωταρχικό στόχο της αποφυγής της περιβαλλοντικής ζημίας, δηλ, στην προληπτική προσέγγιση των δραστηριοτήτων του ανθρώπου και των συνολικών επιπτώσεών τους στο περιβάλλον. Βασικοί άξονες της Λευκής Βίβλου είναι αφενός η εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», αφετέρου η κάλυψη της περιβαλλοντικής ζημίας (και όχι μόνο της ζημίας σε πρόσωπα και αγαθά) και εκ τρίτου η θέσπιση αντικειμενικής ευθύνης για ορισμένες δραστηριότητες.

Τα βήματα αυτά σημειώθηκαν σε μια περίοδο που η Ε.Ε. είχε υιοθετήσει σαφή στρατηγική προς την Αειφόρο Ανάπτυξη, στοχεύοντας σε μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση στη χάραξη πολιτικής και επαναπροσδιορισμού των επιπτώσεων της αδυναμίας ανάσχεσης των σημερινών μη βιώσιμων προτύπων ανάπτυξης και του κόστους που προκαλούν στο περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία.

Το πρώτο βήμα συντελέστηκε με την υποβολή Πρότασης Οδηγίας για την Περιβαλλοντική Ευθύνη[11]. Η Ελλάδα έθεσε στις προτεραιότητες της Προεδρίας της και πέτυχε συμφωνία στο Συμβούλιο Περιβάλλοντος το 2003 για την έγκριση της οδηγίας, η οποία στη συνέχεια εγκρίθηκε και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο τελικώς μαζί με το Συμβούλιο της Ε.Ε εξέδωσαν την Οδηγία 2004/35/ΕΚ. Με την Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δίνεται για πρώτη φορά σαφής υπόσταση στον αντικειμενικό, οικοκεντρικό χαρακτήρα της περιβαλλοντικής ευθύνης, επιδιώκοντας την πλήρη εσωτερίκευση του περιβαλλοντικού κόστους (internalisation of externalities)[12].

Όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 1της Οδηγίας: «σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να διαμορφώσει ένα πλαίσιο για την περιβαλλοντική ευθύνη βάσει της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», με σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας». Ως εκ τούτου, ο φορέας εκμετάλλευσης η δραστηριότητα του οποίου προκάλεσε την περιβαλλοντική ζημία ή τον άμεσο κίνδυνο ανάλογης ζημίας, είναι οικονομικά υπεύθυνος, όχι μόνο για την ζημία, αλλά και για το κόστος των μέτρων πρόληψης και αποκατάστασης, ρύθμιση που αποκαθιστά την ισορροπία μεταξύ αιτίου και αιτιατού, και απονέμει δικαιοσύνη στα ζητήματα περιβάλλοντος και ταυτόχρονα στα δικαιώματα αποζημίωσης για παραδοσιακές ζημίες[13]. Στην έκδοση της Οδηγίας, σύμφωνα με το προοίμιό της, οδήγησε το γεγονός ότι πολυάριθμες τοποθεσίες έχουν υποστεί περιβαλλοντική ρύπανση, η οποία συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου, καθώς και ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται θεαματική επιτάχυνση της απώλειας της βιοποικιλότητας. Στο σκεπτικό υιοθέτησης της Οδηγίας σημειώνεται επίσης ότι αυτή «δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις προσωπικής βλάβης, ζημίας ιδιωτικής περιουσίας ή οιασδήποτε οικονομικής απώλειας και δεν επηρεάζει ενδεχόμενα δικαιώματα όσον αφορά ζημίες του είδους αυτού»[14]. Στοχεύει δηλαδή στην αποκατάσταση του ίδιου του περιβαλλοντικού αγαθού.

Η Οδηγία χορηγεί ευρέα πεδία διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη και ως εκ τούτου πιθανόν να προκύψουν μεγάλες διαφορές στα καθεστώτα ευθύνης ανά κράτος μέλος. Ειδικότερα, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να προσδιορίσει ποιος πληρώνει –δεδομένου ότι ο ορισμός του «φορέα» είναι ιδιαίτερα ευρύς– πότε πληρώνει και τι πληρώνει.

Η Ελλάδα μετέφερε, καθυστερημένα, στην εθνική νομοθεσία την Οδηγία με το π.δ. 148 της 29ης Σεπτεμβρίου 2009 για την «Περιβαλλοντική ευθύνη για την πρόληψη και την αποκατάσταση των ζημιών στο περιβάλλον-εναρμόνιση με την οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου όπως ισχύει»[15].

Το νέο καθεστώς περιβαλλοντικής ευθύνης εφαρμόζεται ratione materiae για τη ζημιά στο νερό, το έδαφος και στη βιοποικιλότητα, που προκαλείται από την άσκηση οιασδήποτε από τις επαγγελματικές δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα III και σε οιαδήποτε επικείμενη απειλή τέτοιας ζημίας συνεπεία των ως άνω δραστηριοτήτων (άρθρο 3 παρ.1 στοιχ. α΄). Στο πλαίσιο αυτό θεσπίζεται καθεστώς γνήσιας αντικειμενικής ευθύνης, ευθύνη δηλ. ανεξαρτήτως υπαιτιότητας. Αναφορικά με τους φυσικούς οικοτόπους και τα είδη που προστατεύονται βάσει της εθνικής νομοθεσίας και με τις περιπτώσεις συντρέχοντος πταίσματος, τα κράτη μέλη απολαμβάνουν διακριτικής ευχέρειας[16]. Το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας επεκτείνεται και σε αντίστοιχες ζημίες συνεπεία επαγγελματικών δραστηριοτήτων, πλην εκείνων οι οποίες απαριθμούνται στο Παράρτημα III, οσάκις ο φορέας εκμετάλλευσης ενήργησε εκ δόλου ή εξ αμελείας (άρθρο 3 παρ.1 στοιχ. β΄). Στις περιπτώσεις αυτές προκρίνεται καθεστώς υποκειμενικής ευθύνης, καθιστώντας αναγκαία την ύπαρξη πταίσματος[17]. Το βάρος απόδειξης υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας και του πράγματι ρυπαίνοντος ή της ύπαρξης δόλου ή αμέλειας, ή της πρόκλησης ζημίας από τρίτο πρόσωπο φέρει ο φορέας της εκμετάλλευσης.

Στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας περιλαμβάνονται επίσης και ζημίες, που προκαλούνται από εκπομπές ή συμβάντα τα οποία είχαν επιτραπεί με άδεια της αρμόδιας αρχής, καθώς και ζημίες που προκαλούνται από εκπομπές ή δραστηριότητες, οι οποίες δεν θεωρήθηκαν επιζήμιες, βάσει των διαθέσιμων επιστημονικών και τεχνικών δεδομένων, κατά το χρόνο πραγματοποίησης των αντιστοίχων εκπομπών ή της εκτέλεσης των σχετικών δραστηριοτήτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κατ’ εξαίρεση, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν το κόστος των δράσεων αποκατάστασης να μην επιβαρύνει το φορέα εκμετάλλευσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος θα αποδείξει ότι το συμβάν, οι εκπομπές ή οι δραστηριότητες, που ευθύνονται για τις ζημίες, δεν καλύπτονταν από οιαδήποτε των αναφερόμενων περιστάσεων καθώς και ότι δεν βαρύνεται με πταίσμα.

Τέλος, περιπτώσεις ρύπανσης διάχυτου χαρακτήρα, εμπίπτουν ratione materiae στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, εφόσον είναι δυνατόν να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και των δραστηριοτήτων μεμονωμένων φορέων εκμετάλλευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 5.

Σημειώνεται ότι η Οδηγία δεν προβλέπει πρόσθετους κανόνες όσον αφορά τη σύγκρουση δικαίων κατά τον καθορισμό των εξουσιών των αρμοδίων αρχών. Εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, όπως προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Επιπροσθέτως, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», που εξειδικεύεται με την παρούσα Οδηγία, αφορά τη δράση της ΕΕ και δεν παρέχει τη δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεστούν προκειμένου να αποκλείσουν την εφαρμογή κάποιας εθνικής ρύθμισης, σχετικής με την περιβαλλοντική πολιτική ενός κράτους-μέλους.

Αναφορικά με το ratione temporis πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, αυτή εφαρμόζεται «σε ζημίες προκληθείσες από εκπομπή, γεγονός ή ατύχημα που έλαβε χώρα μετά την 30η Απριλίου 2007, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται είτε σε δραστηριότητες αναπτυχθείσες μετά την ημερομηνία αυτή είτε σε δραστηριότητες, οι οποίες αναπτύχθηκαν μεν, αλλά δεν ολοκληρώθηκαν προ αυτής»[18].

4. Έννομη προστασία

Έννομο συμφέρον

Το άρθρο 12 της Οδηγίας παρέχει δικαίωμα καταγγελίας, που απευθύνεται στην εθνική Αρχή, περί υφιστάμενης ή επαπειλούμενης περιβαλλοντικής ζημίας. Το δικαίωμα αυτό παρέχεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεασθεί από περιβαλλοντική ζημία, ή έχει «επαρκές συμφέρον» από τη λήψη περιβαλλοντικής απόφασης ή τέλος υποστηρίζει ότι επέρχεται «προσβολή δικαιώματος»[19]. Στην αρμόδια αρχή μπορούν να υποβληθούν οιεσδήποτε παρατηρήσεις σχετικά με περιπτώσεις περιβαλλοντικής ζημίας που έχουν υποπέσει στην αντίληψη του φ.π ή ν.π και να ζητηθεί αυτή να αναλάβει δράση. Η Οδηγία ορίζει ότι το έννομο συμφέρον των μη κυβερνητικών οργανώσεων, που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος και πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει το εθνικό δίκαιο, θεωρείται επαρκές. Σημαντική είναι λοιπόν και εν προκειμένω η έννοια της οικολογικής γειτνίασης, δηλαδή η τοπική σχέση του ζημιωθέντος με το βλαπτόμενο περιβαλλοντικό αγαθό[20]. Εφόσον η αίτηση που θα υποβληθεί για ανάληψη δράσης αποδεικνύει εύλογα ότι υπάρχει περιβαλλοντική ζημία, η αρμόδια αρχή εξετάζει το αίτημα και δίνει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο φορέα εκμετάλλευσης να γνωστοποιήσει τις απόψεις του. Επίσης, η αρμόδια αρχή το ταχύτερο δυνατόν οφείλει να ενημερώσει τα πρόσωπα που της υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με την απόφασή της να δεχθεί ή να απορρίψει το αίτημα και να αιτιολογήσει δεόντως την απόφασή της αυτή.

Στην ελληνική έννομη τάξη αρκεί το έννομο συμφέρον, όπως προβλέπεται από τη νομολογία του ΣτΕ αλλά και των πολιτικών δικαστηρίων και στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και το άρθρ. 13 π.δ. 148/2009 που κάνει λόγο για έννομο συμφέρον χωρίς να επαναλάβει την απαίτηση του επαρκούς εννόμου συμφέροντος. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 13 παρ. 1, «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο: α) επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεασθεί από περιβαλλοντική ζηµία, ή β) έχει έννομο συμφέρον από τη λήψη απόφασης σχετικά µε περιβαλλοντική ζηµία, δικαιούται να υποβάλει εγγράφως στον αρμόδιο Τομέα της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.), τις πληροφορίες που διαθέτει, σχετικά µε την περιβαλλοντική ζηµία που έχει υποπέσει στην αντίληψή του, όπως επίσης και να καλέσει την αρμόδια αρχή να αναλάβει δράση».

Η Ε.Υ.Ε.Π. κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 του π.δ. 148/2009 μπορεί εξ αρχής να απορρίπτει την αίτηση, αν η αίτηση είναι εμφανώς παράλογη, ακατάλληλη ή προδήλως αβάσιμη, αν διατυπώνεται κατά τρόπο καταχρηστικό καθώς και όταν δεν συνοδεύεται από τις πληροφορίες και τα απαραίτητα στοιχεία[21].

Ένδικα βοηθήματα

Τα ίδια πρόσωπα που σύμφωνα με το άρθρο 12 νομιμοποιούνται να ζητήσουν από την αρμόδια αρχή την ανάληψη δράσης, έχουν, με βάση το άρθρο 13 της Οδηγίας, πρόσβαση σε δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κρατικό όργανο αρμόδιο για τον έλεγχο, τόσο ως προς την διαδικασία όσο και ως προς την ουσία, της νομιμότητας των αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων της αρμόδιας αρχής. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη τυχόν διατάξεων εθνικού δικαίου που ρυθμίζουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και ειδικότερα εκείνων οι οποίες απαιτούν την εξάντληση των διαδικασιών διοικητικής προσφυγής προτού ασκηθεί προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου, όπως συμβαίνει με την ελληνική ρύθμιση π.χ. περί ενδικοφανούς προσφυγής.

Κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του π.δ. 148/2009 οποιαδήποτε πράξη της αρμόδιας αρχής σχετική με μέτρα πρόληψης ή αποκατάστασης πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς. Η εν λόγω απόφαση ή πράξη κοινοποιείται άμεσα στον φορέα εκμετάλλευσης, ο οποίος ενημερώνεται συγχρόνως και για τα ένδικα μέσα που του παρέχει το ισχύον δίκαιο κατά της πράξης, καθώς επίσης και για τις σχετικές προθεσμίες στις οποίες υπόκεινται τα μέσα αυτά. Η άσκηση ενδίκου μέσου δεν συνεπάγεται αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα άσκησης αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης κατά της πράξης αυτής.

Επιπροσθέτως, το άρθρο 16 του π.δ. 148/2009 προβλέπει τακτικούς και έκτακτους ελέγχους εκ μέρους των αρμόδιων Τομέων της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.). Στους φορείς εκμετάλλευσης που παραβαίνουν τις διατάξεις του π.δ. επιβάλλονται, κατά το άρθρο 17, οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 30 του ν. 1650/1986.

5. Πρακτικό Θέμα για την περιβαλλοντική ευθύνη

Καθώς υπάρχει γενικότερα στη θεωρία η τάση παράθεσης και ερμηνείας των ρυθμίσεων χωρίς να συνδυάζονται αυτά με την πράξη, κρίθηκε σκόπιμη η διείσδυση στον μυχό της νομικής πράξης με την επίλυση ενός ενδεικτικού πρακτικού θέματος.

Πραγματικά περισταστικά[22]:

Το Εργοστάσιο Παραγωγής Παιδικών Γευμάτων “KidsWin” εδρεύει σε επαρχιακή περιοχή στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας. Αυτό το Εργοστάσιο συχνά διοχετεύει λύματα σε ποτάμι που βρίσκεται κοντά του, ενώ εκπέμπει συχνά δύσοσμα αέρια από τις εγκαταστάσεις του που ενοχλούν σαφώς τους κατοίκους της περιοχής, αλλά και προκαλούν σημαντική υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντός της.

Ερωτάται:

Στοιχειοθετείται ευθύνη του Εργοστασίου για τη λήψη επανορθωτικών της ζημίας μέτρων; Ποια αρχή θα ενημερωθεί σχετικά και σε ποιες ενέργειες οφείλει να προβεί αυτή;

Απάντηση:

Σύμφωνα με την Οδηγία 2004/35/ΕΚ (νεότερη: Οδηγία 2006/21/ΕΚ) θεσπίζεται σε επίπεδο ΕΕ με τον καθορισμό μέτρων, όρων και διαδικασιών, η περιβαλλοντική ευθύνη (κατ’ εξειδίκευση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»[23]), ώστε ο φορέας εκμετάλλευσης που προκάλεσε ή απείλησε με περιβαλλοντική ζημία να φέρει το οικονομικό κόστος πρόληψης και αποκατάστασής της. Η ζημία αφορά (ευρύτατα) όλα τα περιβαλλοντικά στοιχεία, ενώ εκτός αυτής τίθενται: οι ένοπλες συγκρούσεις, οι εχθροπραξίες, οι πυρηνικοί κίνδυνοι κλπ.

Η Οδηγία αυτή μεταφέρεται στο εθνικό δίκαιο με το π.δ. 148/2009, το οποίο θεσπίζει αντικειμενική ευθύνη (εξαίρεση: η ζημία βιοποικιλότητας από δράση μη επικίνδυνη), ενώ η απειλή ορίζεται ποιοτικά και ποσοτικά. Το φυσικό/νομικό πρόσωπο υποβάλλει αίτηση στην αρχή (Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος – ΕΥΕΠ), ώστε αυτή να λάβει μέτρα, μπορεί να απορρίψει δε αυτή το αίτημα. Αν η αρμόδια αρχή δεν πράξει τίποτα ως προς την απόφαση, στοιχειοθείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειάς της. Έτσι, όπως ορίζεται και στη ΣτΕ 975/2015, η αρμόδια υπηρεσία, «η Ε.Υ.Ε.Π. σε περίπτωση που μετά από υποβολή αίτησης κατά το άρθρο 13 του π.δ. 148/2009, τεκμηριωμένης ως προς την ύπαρξη περιβαλλοντικής ζημίας, διαπιστώσει συγκεκριμένη περιβαλλοντική ζημία, η οποία οφείλεται σε ελεγχόμενη από απόψεως χώρου και χρόνου ρύπανση προκαλούμενη από τη δράση ενός ή περισσότερων φορέων εκμετάλλευσης, η οποία καθιστά δυσχερή και ενδεχομένως αδύνατο τον εντοπισμό του υπεύθυνου ή των υπεύθυνων φορέων και μάλιστα κατά συγκεκριμένο ποσοστό ευθύνης, οφείλει να κάνει δεκτό το αίτημα για ανάληψη δράσης, χωρίς να απαιτείται ο καταλογισμός της περιβαλλοντικής ευθύνης συγκεκριμένου φορέα εκμετάλλευσης… και οφείλει να διαβιβάσει περαιτέρω…»[24]. Έτσι, μπορεί να ακυρωθεί η άρνηση της Διοίκησης να απαντήσει αιτιολογημένα στο αίτημα του διοικουμένου.

———————

[1] Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στη μελέτη μας: Π. Γαλάνης Π., Ε.Κ. Αναστοπούλου, Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» στο ελληνικό Δημόσιο Δίκαιο: Μία επαναξιολόγηση νομικών βεβαιοτήτων; Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου 4/2020 (ΕφημΔΔ), σελ. 345-358, βλ.και www.pgalanislaw.gr.

[2] Π. Γαλάνης, Η σημασία, η θέση και η νομολογιακή εφαρμογή των αρχών της προφύλαξης και της πρόληψης στο Ιδιωτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος, Περιβάλλον και Δίκαιο (ΠερΔικ) 4/2019, σελ. 598–606.

[3] Γ. Παναγοπούλου- Μπέκα, Ο προσδιορισμός του προστατευόμενου έννομου αγαθού υπό την ονομασία «περιβάλλον», Αρμ 1994, σ. 251 επ.

[4] Ι. Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, Γ’ ¨Εκδοση, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 2011, σ.2.

[5] Ορισμός σύμφωνα με την ΜΠρΣύρου 438/2001.

[6] Στο πλαίσιο αυτό με τον Κανονισμό 66/2010, έχει υιοθετηθεί ως μέσο πρόληψης των μολύνσεων και το «οικολογικό σήμα» (EU Ecolabel).

[7] Trail Smelter case, (USA v. Canada), Arbitral Tribunal, Award (1938), (1941).

[8] Advisory Opinion on the Legality of the Threat and Use of Nuclear Weapons, ICJ, 1996, παρ.29.

[9] βλ.επίσης και Γ. Δελλής, Κοινοτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος, σ.92.

[10] 1972 Declaration of the United Nations Conference on the Human Environment in Stockholm.

[11] COM 2000/17, final 2002/0021 (COD)

[12] ΔΕΚ Υποθ. C-378/2008 απόφ. της 9.3.2010, ΔΕΚ συνεκδ. Υποθ. C-379/2008 και C-380/2008 απόφ. της 9.3.2010, ΠερΔικ. 2/2010, σ.383 επ. στην 397.

[13] EE l 143, 30/4/2004, σ. 56-75 και Α. Σηφάκη, ΠερΔικ 2/2004, σ. 206, 207.

[14] Οδηγία 2004/35.

[15] ΦΕΚ 190/Α/2009

[16] Βλ. σχετικά με την οδηγία Ε.-Α. Μαριά/Γ. Καρατζά, Περιβαλλοντικά μοντέλα και διάχυτη ρύπανση-Εφαρμογή πεδίου σε σχέση με την Οδηγία 2004/35/ΕΚ για την περιβαλλοντική ευθύνη, ΠερΔικ 4/2007, σ. 522 επ.

[17] Ε. Δακορώνια, Περιοδικό Ενέργεια και Δίκαιο 3/2005, σ. 44 επ.

[18] Supra, σκέψη 41.

[19] όταν αυτό απαιτείται ως προϋπόθεση από το διοικητικό δικονομικό δίκαιο ενός κράτους μέλους, π.χ Γερμανία.

[20] Σ. Αριστείδου Βέτσικα, σ.130.

[21] Ε. Σταματίου, Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» – Διερεύνηση εφαρμογής της στην Ελλάδα – Μελέτες περίπτωσης για το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, ΠερΔικ 4/2013.

[22] Π. Γαλάνης, Σύγχρονες προσεγγίσεις στο Δίκαιο του Περιβάλλοντος, 2020.

[23] Βλ. και την απόφαση FIPA C-534/2013.

[24] βλ. και Καράκωστα/Καλαβρό, Η Λευκή Βίβλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την ευθύνη λόγω ζημιών από τη ρύπανση του περιβάλλοντος, ΠερΔικ 4/2000, 531-543.


Περιβαλλοντική αδειοδότηση και Οδηγία για τους οικοτόπους (Οδηγία 92/43/ΕΚ) – Δίκτυο Natura 2000: γενική επισκόπηση

Προστασία των υδάτων κατά το ισχύον εθνικό νομικό πλαίσιο: Σύνταγμα και Ν. 3199/2003

 



ΚατηγορίεςΝομοθεσία, Περιβάλλον

Tags: , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: