Κυπαρίσσι και Λεύκη, είδη με πολύτιμο ξύλο για την Ελλάδα

Προκατασκευή στέγης από ελληνικό κυπαρίσσι

Του Ιωάννη Κακαρά
Ομ. Kαθηγητή ΤΕΙ Θεσσαλίας

Η Ελλάδα είναι έντονα ελλειμματική σε παραγωγή ξυλείας. Οι χώρες από τις οποίες εισάγουμε ξυλεία (κυρίως δασική πεύκη, λάρικα, ερυθρελάτη) για κάθε δένδρο που υλοτομούν φυτεύουν δύο και τρία δένδρα. Είναι ευκαιρία στο πλαίσιο της υλοποίησης του Εθνικού Σχεδίου Αναδασώσεων να μελετηθεί μεταξύ των άλλων κατάλληλων ειδών η σκοπιμότητα αναδασώσεων με δύο είδη, τη Λεύκη και το Κυπαρίσσι, τα οποία παράγουν πολύτιμο ξύλο για δομικές κατασκευές.

Με αφορμή την ανακοίνωση του Εθνικού Σχεδίου Αναδασώσεων 2020-2030 που αφορά την υλοποίηση Εθνικού Προγράμματος Αναδασώσεων, επισημαίνω την αξία δύο σημαντικών δασοπονικών ειδών, του ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΟΥ (Cupressus sempervirens) και της ΛΕΥΚΗΣ (Populus spp.), λόγω της παραγωγικής τους δυνατότητας και της ποιότητας του ξύλου που παράγουν. Είναι σημαντικό κατά την άποψή μου τα εν λόγω είδη να τύχουν αντικείμενο μελέτης από τον φορέα που θα σχεδιάσει και θα υλοποιήσει το σημαντικό αυτό έργο.

Η Ελλάδα όπως είναι γνωστό είναι έντονα ελλειμματική σε ξύλο. Κάθε χρόνο παράγουμε λίγο πάνω από ένα εκατομμύριο m3 και εισάγουμε δύο εκατ. m3 ισοδύναμης στρόγγυλης ξυλείας, δαπανώντας 1,5 δις Ευρώ. Το 70% της παραγωγής μας διατίθεται ως καυσόξυλο. Είναι αρνητικό δεδομένο ότι τα τελευταία 35 χρόνια παρατηρείται μια φθίνουσα πορεία σε ότι αφορά την ποιοτική αλλά και ποσοτική παραγωγή δασικών προϊόντων στη χώρα μας, η οποία οφείλεται κύρια στην αλλαγή της δασικής πολιτικής, στη συρρίκνωση της Δασικής Υπηρεσίας και των Δασικών Συν/μών και στη μείωση της χρηματοδότησης στη δασοπονία. Έχει δημιουργηθεί η εσφαλμένη αντίληψη ότι προστασία του περιβάλλοντος σημαίνει εγκατάλειψη των δασών και ελάττωση των υλοτομιών. Ενώ η αληθής επιστημονική αντίληψη είναι η αειφορική διαχείριση του δασικού μας πλούτου, η βελτίωση του ξυλώδους κεφαλαίου και η προστασία του μέσω διαχείρισης και όχι μέσω εγκατάλειψης.

Κατά το 2ο μισό του 20ου αιώνα με αποκορύφωμα τις δεκαετίες 1970-1980 η Δασική Υπηρεσία έκανε συστηματικές αναδασώσεις με λεύκη στα πρανή ποταμών κυρίως στη Μακεδονία, Θράκη και Θεσσαλία. Είναι γνωστές οι φυτείες 20.000 στρεμ. στις εκβολές του Νέστου ποταμού (Μέγα Δάσος-Κοτζά Ορμάν). Μέχρι το 1995 το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης παρήγαγε 1 εκατ. μοσχεύματα λεύκης ετησίως που μεταφράζονται σε 1 εκατ. m3 στρόγγυλης ξυλείας και 2 εκατ. m3 ξυλείας θρυμματισμού. Παράλληλα ενισχύθηκε η δημιουργία ιδιωτικών φυτειών λεύκης με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Την περίοδο αυτή υπήρχε σημαντική παραγωγή ξυλείας λεύκης που αποτελούσε πρώτη ύλη για πολλές βιομηχανίες και Μ.Μ. επιχειρήσεις ξύλου για παραγωγή κόντρα πλακέ, μοριοσανίδων, ινοσανίδων, πριστής ξυλείας και μέσων συσκευασίας, που διατηρούσαν μερικές χιλιάδες θέσεις εργασίας. Δυστυχώς η πολιτική αυτή δεν συνεχίσθηκε με αποτέλεσμα οι εν λόγω μονάδες να έχουν πρόβλημα εξεύρεσης πρώτης ύλης. Ως εκ τούτου οι περισσότερες έκλεισαν ή μετατράπηκαν σε εμπορικές επιχειρήσεις εισαγόμενων προϊόντων ξύλου.

Εκτεταμένη ερευνητική εργασία στην Ελλάδα και σε άλλες μεσογειακές χώρες αναδεικνύουν την τεράστια σημασία του κυπαρισσιού για την Ελλάδα, τόσο ως είδος για αναδασώσεις, για αντιπυρική προστασία, όσο και για τις εφαρμογές του ξύλου του.

Από τη δεκαετία του 1960 με μετά το κυπαρίσσι απειλείται από την εισβολική ασθένεια του έλκους του κυπαρισσιού, που προκαλείται από τον μύκητα Seiridium cardinale. Η ασθένεια έχει προκαλέσει εκτεταμένες νεκρώσεις σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, σε βαθμό που η καλλιέργεια του να θεωρείται προβληματική. Ωστόσο οι αυτοφυείς συστάδες του κυπαρισσιού των νήσων Κρήτης, Σάμου, Κω και Ρόδου δεν έχουν προσβληθεί προς το παρόν από την ασθένεια. Στο Εργαστήριο Δασικής Παθολογίας του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών Αθηνών δημιουργήθηκαν ανθεκτικές ποικιλίες κυπαρισσιού που δεν προσβάλλονται από τον μύκητα.

Το κυπαρίσσι παράγει ξύλο υψηλής ποιότητας λόγω της μεγάλης περιεκτικότητάς του σε ελαιορητίνες, συστατικά που προσδίδουν στο ξύλο μεγάλη αντοχή σε προσβολές μυκήτων, εντόμων, αλλά και εξαιρετικό άρωμα που διαρκεί. Είναι ξυλεία άριστης ποιότητας για δομικές κατασκευές (στέγες, πατώματα, έπιπλα, κουφώματα, μπαλκόνια, σκάλες, εξωτερικές κατασκευές, ξύλινες κατοικίες), για ξυλοναυπηγική (κατάρτια, σκελετός καϊκιών). Αποτέλεσε πρώτη ύλη για δομικές κατασκευές και την ξυλοναυπηγική από την αρχαιότητα μέχρι τη δεκαετία του 1970. Η στέγη του Παρθενώνα και όλων των ναών της αρχαιότητας κατασκευάζονταν από κυπαρίσσι και κέδρο. Τα ανάκτορα του Μίνωα και όλα τα κτίρια της Μινωικής εποχής κατασκευάζονταν με τοιχοποιία από ξύλινο σκελετό κυπαρισσιού και χτίσιμο με αργολιθοδομή. Σε όλες τις περιόδους μέχρι και πρόσφατα το κυπαρίσσι αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα είδη ξύλου για δομικές κατασκευές. Υπήρχαν εκτεταμένα φυσικά δάση κυπαρισσιού, τα οποία σιγά σιγά περιορίσθηκαν δραματικά λόγω της έντονης υλοτόμησης, εκτός από μικρές εκτάσεις σε Κρήτη, Σάμο, Κω κ.α. Η συμπεριφορά του είδους αυτού στην πυρκαϊά είναι καλύτερη σε σχέση με το πεύκο, σύμφωνα με τη θέση ειδικών επιστημόνων γι αυτό και φυτεύεται κατά μήκος αντιπυρικών ζωνών.

Η στέγη του Παρθενώνα ήταν κατασκευασμένη από κυπαρίσσι

Σήμερα δυστυχώς για δομικές κατασκευές εισάγουμε ξυλεία πολύ χαμηλότερης ποιότητας και έχουμε εγκαταλείψει τις αναδασώσεις ή και την άσκηση πολιτικής που να ενισχύει την καλλιέργεια φυτειών κυπαρισσιού, δραστηριότητα που την εφαρμόζουν άλλα κράτη (Ιταλία, Ισπανία, κ.α.). Στην Ελλάδα εισάγουμε λεύκη, μοριοσανίδες λεύκης, φυτεύουμε τα κυπαρίσσια στα κοιμητήρια, και καίμε την ξυλεία του στα τζάκια. Το αστικό πράσινο των εγκαταστάσεων των Ολυμπιακών Αγώνων δημιουργήθηκε με εισαγωγή και φύτευση πανάκριβων κυπαρισσιών ανθεκτικών στην προσβολή από τον αναφερθέντα μύκητα από την Ιταλία, πολλά εκ των οποίων νεκρώθηκαν στη συνέχεια από έλλειψη φροντίδας.

Οι χώρες από τις οποίες εισάγουμε ξυλεία (κυρίως Δασική πεύκη, λάρικα, ερυθρελάτη) για κάθε δένδρο που υλοτομούν φυτεύουν δύο και τρία δένδρα.

Οι σημαντικές αυτές έρευνες και διαπιστώσεις πρέπει να αποτελέσουν δεδομένα για να αλλάξει η δασική πολιτική και σταδιακά να εφαρμοσθούν στην πράξη.

Καιρός να μελετήσουμε τη σκοπιμότητα αναδασώσεων με τα δύο αυτά είδη, τόσο σε εκτάσεις του δημοσίου όσο και σε ιδιωτικές, κοινοτικές, μοναστηριακές κ.α. Ένας περίπατος στην περιοχή του περιαστικού δάσους Καισαριανής στον Υμηττό, μας δίνει την ευκαιρία να θαυμάσουμε τη ομορφιά του λυγερόκορμου κυπαρισσιού και του μεικτού δάσους πεύκου – κυπαρισσιού.

Περισσότερες πληροφορίες επάνω στη σπουδαιότητα του ξύλου κυπαρισσιού θα βρείτε στις ακόλουθες ανακοινώσεις:

(α) Το ξύλο κυπαρισσιού ως δομικό προϊόν

(β) Τύποι κορμοκατοικιών απο ελληνική ξυλεία


 



ΚατηγορίεςΔασικά προϊόντα, Δασική Πολιτική

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: