Ασθενείς βηματισμοί ανεπαρκούς Κτηματολογίου

 

Ες αύριον… εν τινι μέτρω

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Στις 19 Σεπτεμβρίου 1986 με το νόμο 1647 (ΦΕΚ Α’ 141) έγινε το πρώτο βήμα για την εισαγωγή στην Ελλάδα κτηματοκεντρικού συστήματος, με τη σύσταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεως Ελλάδας (ΟΚΧΕ). Επόμενα βήματα για το Εθνικό Κτηματολόγιο υπήρξαν η σύσταση της Κτηματολόγιο ΑΕ, της ΕΚΧΑ ΑΕ και ήδη του Ελληνικού Κτηματολογίου. Συσχετίζοντας τις νομοθετικές αυτές επιλογές μεταξύ τους, αναδύεται προβληματικός βηματισμός μεταξύ νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Κτηματολόγιο ΑΕ και ΕΚΧΑ ΑΕ) και αντίστοιχων δημόσιου δικαίου (ΟΚΧΕ και Ελληνικό Κτηματολόγιο). Διανύουμε την περίοδο του Φορέα (=Ελληνικό Κτηματολόγιο), ο οποίος μάλιστα άλλαξε εποπτεύον υπουργείο και από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετακινήθηκε στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Πρ.δ. 3/6/1/2021, ΦΕΚ Α’ 3). Ένα βήμα που από μόνο του επιτρέπει πολλαπλές προσεγγίσεις, κινούμενες μεταξύ αναζητήσεως αποτυχίας και συνθέματος προσδοκιών.

Χρειάστηκε να παρέλθει σχεδόν μία δεκαετία από το 1986 για να εκδοθεί ο ν. 2308/1995, με αντικείμενο την κτηματογράφηση όλης της Χώρας, μια κτηματογράφηση που βρίσκεται εδώ και είκοσι έξι χρόνια σε εξέλιξη, με αβέβαιο το χρόνο της πραγματικής ολοκληρώσεώς της. Μεταξύ άλλων, η ανεπάρκεια του Δημοσίου όσον αφορά στην υποβολή δηλώσεων, παρά το βήμα της μεταγενέστερης νομικής υποχρεώσεώς του για δήλωση των ακινήτων του, εξακολουθεί να δημιουργεί επικίνδυνες παραλείψεις ή καταστάσεις που προσβάλλουν το περιβαλλοντικό Σύνταγμά μας.

Πέρασαν δώδεκα χρόνια από το 1986 για το επόμενο βήμα, δηλαδή να εκδοθεί ένας άλλος νόμος, ο ν. 2664/1998, με αντικείμενο το Εθνικό Κτηματολόγιο, με διαφορά τριετίας από το ν. 2308/1995.

Οι παραπάνω νόμοι έχουν υποστεί πολλαπλές τροποποιήσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε να απέχουν σημαντικά από την αρχική τους έκδοση. Οι τροποποιήσεις αυτές προκαλούν τη θέσπιση διατάξεων μεταβατικού δικαίου, ενώ πολλές φορές διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, με αποτέλεσμα να αναδύεται συνεχώς ένα δυσπρόσιτο νομικό καθεστώς, Παράδειγμα η πολύπαθη προθεσμία ασκήσεως της (διορθωτικής) αγωγής του άρθρου 6, παρ. 2, ν. 2664/1998.

Άλλες νομοθετικές επεμβάσεις ταυτίζονται με «σημαντικά» βήματα, που «αναεπιταχύνουν» και «αναβελτιώνουν» το προηγούμενο νομικό καθεστώς τόσο στο πεδίο της κτηματογραφήσεως όσο και στο πεδίο λειτουργίας του Κτηματολογίου. Οι επιταχύνσεις και βελτιώσεις αυτές είναι σε έντονο βαθμό ψευδεπίγραφες, υπηρετώντας πολλές φορές πρόσκαιρες σκοπιμότητες ή την ικανοποίηση επιβαλλόμενων (κατά κανόνα ορθών) μέτρων από τη χρηματοδοτούσα Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ασθενείς βηματισμοί πραγματοποιούνται και στα πεδία του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, ενός αυτόνομου κλάδου, ο οποίος περιέχει θεσμούς και ρυθμίσεις του Εμπράγματου, Δασικού, Εποικιστικού, Περιβαλλοντικού και Κτηματολογικού Δικαίου.

Στο πεδίο του Δασικού Δικαίου οι νομοθετικοί βηματισμοί είναι ασθενείς τόσο με την έννοια της ελλείψεως επαρκούς ισχύος (= είναι αδύναμοι), όσο και με την έννοια της πάσχουσας καταστάσεως (= είναι κατάφωρα ελαττωματικοί). Ένας αδύναμος οργανισμός με ελαττωματικά όργανα καλείται να επιβιώσει ως αίτημα των καιρών. Ειδικά στο πεδίο των δασικών χαρτών  η ανακρίβεια, ή έλλειψη πληρότητας και η ασάφεια έχουν βρει εξαιρετικά γόνιμο έδαφος. Πρόσφατοι νόμοι, όπως ο ν. 4685/2020, προσφέρουν (λ.χ. στα άρθρα 48 έως 55) ένα δασοκτόνο και πολυσύνθετο βήμα. Μάλιστα, ο νόμος αυτός περιέχει πολλά στάδια εξελίξεώς του, που προϋποθέτουν χρονοβόρους αλλά και επικίνδυνους βηματισμούς, με κατεύθυνση τη διατήρηση  των δασικών αυθαιρέτων για τριάντα χρόνια, με την απλή κατάθεση μιας σχετικής αιτήσεως (μετά παραβόλου).

Οι βηματισμοί αυτοί προβάλλουν ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και συνεπώς ασταθές νομικό καθεστώς, διάρκειας – προς το παρόν – τριάντα πέντε ετών. Μία αστάθεια ήδη δεύτερης γενιάς, με πρόβλεψη παραπέρα εμπλουτισμού της. Το να προβλέψουμε, με πιθανότητα που να εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, τη σύσταση και λειτουργία ενός υγιούς Εθνικού Κτηματολογίου είναι μία απρόσφορη πρωτοβουλία.

Διακινδυνεύουμε, όμως, την ακόλουθη πρόβλεψη: Όταν η πρωτεύουσα της Ελλάδος καταστεί – ημιεπισήμως ή όχι – η Αττική με τα περίχωρά της (Βοιωτία, Εύβοια, Κορινθία), χωρίς κάποιοι υπεύθυνοι να ανησυχούν ή να λαμβάνουν τα επιβαλλόμενα μέτρα, όταν η αστικοποίηση υπερβεί την αττικοποίηση, όταν οι διάφοροι νομοθετικοί ιοί αναγκάσουν τον έλληνα νομοθέτη να αναζητήσει ένα σωτήριο εμβόλιο, τότε απομένει να προσφύγουμε σε μία εκ του νόμου ψευδεπίγραφη ολοκλήρωση του Εθνικού Κτηματολογίου. Που θα είναι, όμως, ένα ανεπαρκές Κτηματολόγιο. Σωτήρια λέμβος ενδέχεται να αποβεί η αρχή του ανοικτού Κτηματολογίου, με την οποία το ανεπαρκές και ψευδεπίγραφο Κτηματολόγιο μπορεί να μεταβληθεί σε ένα επαρκέστερο – και εν μέρει ολίγον ψευδεπίγραφο – Κτηματολόγιο.

Ες αύριον … το Εθνικό Κτηματολόγιο μετά ορθού Δασολογίου.

Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 28.02.2021


 



ΚατηγορίεςΑπόψεις, Κτηματολόγιο, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: