Οργάνωση και λειτουργία Δασικών Υπηρεσιών

Νίκος Μπόκαρης
Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος
Αντιπρόεδρος Δ.Σ ΠΕΔΔΥ- Μέλος Δ.Σ ΓΕΩΤ.Ε.Ε

«Απαραίτητη προϋπόθεση  για να μειώσουμε τους κινδύνους φυσικών καταστροφών, να αξιοποιήσουμε τους δασικούς πόρους και να συμβάλλουμε στην κλιματική σταθερότητα».

Αφορμή για τη σημερινή προσέγγιση είναι η τελευταία πυρκαγιά στην Κορινθία που  σύμφωνα με το ΑΠΘ  έκαψε 64.000 στρέμματα εκ των οποίων ποσοστό 60% αφορά σε δάση 15% θαμνώδη βλάστηση και περίπου 25% αγροτικές καλλιέργειες .

Είναι γνωστό ότι οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν μία απειλή για τις σύγχρονες κοινωνίες. Ιδίως όταν δεν αντιμετωπισθούν άμεσα μέσα στο δάσος και επεκταθούν λόγω των συνθηκών (σύνθεση βλάστησης ανάγλυφο) και της έντασης του ανέμου, έχοντας υψηλό ενεργειακό φορτίο και ταχύτητα σε σημαντικά δασικά  οικοσυστήματα ή σε μικτές ζώνες οικισμών – δασών.

Στην τελευταία πυρκαγιά μας προβληματίζει το μέγεθος της ζημιάς, λόγω της χρονολογικά πρόωρης εκδήλωσης της πυρκαγιάς  η οποία, θα περίμενε κανείς, ότι με χαμηλό δείκτη επικινδυνότητας (σ.σ δεν έχει αρχίσει ακόμη η έκδοση του χάρτη επικινδυνότητας) να αντιμετωπιζόταν πιο αποτελεσματικά από το μηχανισμό δασοπυρόσβεσης. Ασφαλώς αν ψάξει κανείς λίγο βαθύτερα τις αιτίες των δυσκολιών αποτελεσματικής διαχείρισης ενός τέτοιου περιστατικού, θα κατανοήσει ότι με το υπάρχον επιχειρησιακό δόγμα (διασπορές ανάλογα με το δείκτη επικινδυνότητας), τη χρήση σχεδόν αποκλειστικά εναερίων μέσων για την αντιμετώπιση πυρκαγιών σε δάση κωνοφόρων (δάση εκτός δασοπονικής διαχείρισης) και βεβαίως το ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε  τις βραδινές ώρες της 19ης Μαΐου περίπου στις  21:44,  ήταν βέβαιο ότι οι πυροσβεστικές δυνάμεις ΔΕΝ θα μπορούσαν να καταγράψουν θετικό αποτέλεσμα τουλάχιστον σε ότι αφορά στα δάση και τις αγροτικές περιοχές που κάηκαν.

Στα παραπάνω πρέπει να συνυπολογίσουμε και τα υπόλοιπα δεδομένα που έχουν κατά την γνώμη μας σημασία στην «τύχη που θα έχει το διπλανό δάσος» όχι μόνο στην Κορινθία αλλά σε όλη τη Χώρα, όπως είναι η εναλλαγή των χρήσεων γης (γεωργικές εκτάσεις, δασικά οικοσυστήματα, χορτολίβαδα οικισμοί κλπ) που διαδέχονται η μια την άλλη σε πολύ μικρή κλίμακα και οτιδήποτε συμβαίνει στη μια κατηγορία επηρεάζει άμεσα την κατάσταση της άλλης, το κατά περίπτωση ιδιοκτησιακό τους καθεστώς (και συνεπώς τις πιέσεις που ασκούνται), τις κάθε λογής αμφισβητήσεις του χαρακτήρα των εκτάσεων από ομάδες πολιτών (βλέπετε τις αμφισβητήσεις στο περιεχόμενο των δασικών χαρτών)  που συνδέονται με την ιδιοκτησία και το γεγονός ότι παρά το ότι ρητινευόμενα δημόσια δάση έχουν παραχωρηθεί κατά κυριότητα εν τούτοις η δραστηριότητα της ρυτινοσυλλογής  έχει σε πολλές περιπτώσεις εγκαταλειφτεί με συνέπειες στην σώρευση καύσιμης ύλης, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα  πευκοδάση στη Χώρα μας βρίσκονται εκτός κάθε διαχείρισης.

Τα παραπάνω αποτελούν μέρη του ιδίου προβλήματος (των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα) και βεβαίως την κυριότερη αιτία για την εξέλιξη και το  μέγεθος των δασικών πυρκαγιών και των καταστροφών που προκαλούνται.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι  το κυριότερο χαρακτηριστικό των δασών της χαλεπίου κυρίως πεύκης, από πυρολογική άποψη,  είναι η σώρευση τεράστιας ποσότητας καύσιμης ύλης στον υπόροφο τους και αυτό σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά στη χρήση της υπαίθρου  και τη μεγαλύτερη ξηροθεμική περίοδο (ανομβρία) λόγω αλλαγών στο κλίμα, δημιουργεί τον κίνδυνο ανάπτυξης μεγάλων πυρκαγιών.

Αυτά  κατά την άποψη μας «κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου» στην πολιτεία για την ανάγκη αναθεώρησης του σχεδιασμού τόσο της πρόληψης όσο και της καταστολής των δασικών πυρκαγιών. Η αναθεώρηση  αυτή στην οποία αναφερόμαστε δεν αφορά το επίπεδο της οργάνωσης της πολιτικής προστασίας σε επίπεδο Γενικής Γραμματείας  εξάλλου είναι πολύ πρόσφατος ο νόμος 4662/2020 περί της οργάνωσης του εθνικού μηχανισμού  Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, αναδιάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση συστήματος εθελοντισμού πολιτικής προστασίας, αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού και άλλες διατάξεις.

Η πρόταση μας για σκέψη και δημόσια συζήτηση  αφορά την ανάγκη αναθεώρησης του επιχειρησιακού σχεδιασμού επιμέρους συντελεστών του συστήματος πυροπροστασίας και για το λόγο αυτό αναφερόμαστε στην οργάνωση  ενός συγχρόνου συστήματος δασοπυρόσβεσης που επιχειρησιακά θα πρέπει να έχει σαν ξεκάθαρους στόχους και ιδίως:

  • Την μείωση του αριθμού των δασικών πυρκαγιών (πρόληψη)
  • Την εκτέλεση έργων υποδομής (δρόμοι, αντιπυρικές ζώνες, διαχειριστικά μέτρα, μόνιμες διασπορές οχημάτων και επάνδρωση πυροφυλακείων),
  • Την άμεση επέμβαση στο δάσος πριν η φωτιά πάρει διαστάσεις
  • Την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού καταστολής και τον περιορισμό των ζημιών, είτε αυτές αφορούν στα δασικά οικοσυστήματα (προσβολή και περιορισμός πυρκαγιών μέσα στο δάσος), είτε στις υποδομές και στις ανθρώπινες περιουσίες (προστασία γύρω από αυτές) και τη ζωή των πολιτών.

Οι στόχοι αυτοί μπορούν να υπηρετηθούν μόνο από μια νέα προσέγγιση στον τρόπο διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών που θα περιλαμβάνει την πλήρη αναδιοργάνωση του μηχανισμού δασοπυρόσβεσης και κυρίως την αξιοποίηση όλων των συντελεστών πολιτικής προστασίας.

Όταν συζητάμε για την «πολιτική προστασία» πρέπει στο μυαλό μας να έχουμε ξεκάθαρη εικόνα για τις δυνάμεις της πολιτικής προστασίας . Ποιες είναι αυτές, σε ποια επιχειρησιακή κατάσταση βρίσκονται, τι μέσα διαθέτουν και αν έχουν συγκεκριμένο επιχειρησιακό σχέδιο (αρμοδιότητες) που υλοποιούν .

Συνεπώς θα πρέπει η πολιτεία να τα εχει ξεκαθαρίσει αυτά και να έχει φροντίσει να οργανώσει τους αναγκαίους μηχανισμούς πρόληψης και καταστολής, να τους έχει εξοπλίσει με τα κατάλληλα εργαλεία και μέσα για το σκοπό που εξυπηρετούν και να τους έχει εξασφαλίσει το πλαίσιο αρμοδιοτήτων στο οποίο θα κινούνται. 

Ας αναλύσουμε  κάποια δεδομένα.

Πρόληψη: Είναι το πρώτο επίπεδο για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Το σημαντικότερο, αποτελεσματικότερο και το λιγότερο δαπανηρό. Οι πυρκαγιές δασών πρέπει να προλαμβάνονται και για να γίνει αυτό πρέπει να λαμβάνονται συγκεκριμένα μέτρα μέσα στο δάσος, όπως:

  • Δασοκομικοί χειρισμοί των εύφλεκτων δασών της μεσογειακής ζώνης (με κατάλληλες αραιώσεις κλαδεύσεις και απομάκρυνση του εύφλεκτου υπόροφου κατά μήκος των δρόμων) ώστε να καταστούν λιγότερο εύφλεκτα και να εμποδίζεται η μετατροπή των έρπουσων πυρκαγιών σε επικόρυφες.
  • Συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου, των υδατοδεξαμενών και των υπαρχουσών υποδομών για τη στήριξη των επόμενων σταδίων του έργου της πυρόσβεσης.
  • Εκπαίδευση και συστηματική συνδρομή εθελοντών, μελών των δασικών συνεταιρισμών και αγροτών στον αντιπυρικό σχεδιασμό
  • Μέτρα και δράσεις αστυνόμευσης και επιτήρησης της περιοχής, με συνεχείς περιπολίες
  • Τον άμεσο εντοπισμό εστιών πυρκαγιάς και την άμεση επέμβαση (πρώτη προσβολη).
  • Μέτρα ενημέρωσης του κοινού και κυρίως των επισκεπτών για τους κινδύνους εκδήλωσης πυρκαγιών.

Τα παραπάνω προϋποθέτουν συγκεκριμένο πλαίσιο αρμοδιοτήτων (τι κάνει ο κάθε ένας και ποιο σχεδιασμό υλοποιεί) και επαρκή και έγκαιρη χρηματοδότηση των εμπλεκομένων φορέων. Αυτό το τονίζουμε  διότι εμπλέκονται διάφοροι φορείς (ΟΤΑ, Εθελοντές, Δασικές Υπηρεσίες) αλλά χωρίς κάποιο συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο ή κανόνες κοινού προγραμματισμού.

Εντοπισμός (άμεση αναγγελία) πυρκαγιών. Η άμεση Αναγγελία των Δασικών Πυρκαγιών είναι το δεύτερο επίπεδο και αφορά την άμεση πυρανίχνευση, την αναγγελία της πυρκαγιάς και την άμεση επέμβαση, το αργότερο σε 15 λεπτά από την εκδήλωση της πυρκαγιάς.  Συνήθως στη χώρα μας λόγω της κλίμακας των μεγεθών και της μίξης των δραστηριοτήτων (αγροτοδασικές, κυνηγοί, επισκέπτες κλπ), της αλληλοδιαδοχής χρήσεων γης (οικισμών, κατοικιών εκτός σχεδίου κλπ) κατά την άποψη μας δεν υπάρχουν προβλήματα με την αναγγελία των πυρκαγιών.

Όμως θεωρούμε ότι απαιτείται ένα ικανοποιητικό δίκτυο παρατηρητηρίων (πυροφυλακίων) μέσα στο δάσος, κατάλληλα εξοπλισμένων με όργανα κατόπτευσης, πυρανίχνευσης και επικοινωνίας, και στελεχωμένων και  παράλληλα να υπάρχει συνεχής διασπορά  ευκίνητων πυροσβεστικών μέσων που θα είναι σε θέση να βρίσκονται στην εστία της πυρκαγιάς σε διάστημα 15′ λεπτών.

Επιχειρήσεις δασοπυρόσβεσης. Το τρίτο στάδιο είναι το καθαρά επιχειρησιακό και αφορά στην δασοπυρόσβεση.  Ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το στάδιο από το οποίο κρίνεται και η αποτελεσματικότητα του αντιπυρικού σχεδιασμού, έχει η συνέργεια επίγειων (χερσαίων ) δυνάμεων και εναερίων μέσων και ο συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων

Ασφαλώς απαραίτητη προϋπόθεση για το συντονισμό είναι η συγκρότηση επιχειρησιακού οργάνου στον τόπο της πυρκαγιάς και βεβαίως  οι εμπλεκόμενοι φορείς να διαθέτουν  πυροσβεστικά μέσα  (για να συζητάμε για συνεργασία και συντονισμό)  και για να έχει νόημα η πολιτική προστασία σαν όργανο που θα κατευθύνει τα μέσα και το έμψυχο δυναμικό. Δηλαδή, θα πρέπει όλες οι δυνάμεις πολιτικής προστασίας να διαθέτουν εξοπλισμό και μέσα καθώς και τη δυνατότητα να επιχειρούν. Η αναδιοργάνωση του συστήματος πολιτικής προστασίας (που έχει γίνει) εκτιμούμε ότι δεν έχει φτάσει μέχρι το επίπεδο της αναθεώρησης και των ασκούμενων αρμοδιοτήτων (μεταξύ άλλων και της δασικής Υπηρεσίας) Επομένως βλέπουμε αυτή την προοπτική αναθεώρησης του επιχειρησιακού σχεδιασμού λογική εξέλιξη και επιβεβλημένη μετά από όσα βλέπουμε να γίνονται τα τελευταία έτη.

Η θεσμική οργάνωση του έργου της πρόληψης, της άμεσης επέμβασης και της δασοπυρόσβεσης (με χερσαία και εναέρια μέσα) θα δώσει και τις απαντήσεις που ζητά η κοινωνία στο ερώτημα:

«Τη δουλειά» στο δάσος που κινδυνεύει (προληπτική παρουσία- διασπορά μέσων) ή στο δάσος που καίγεται (οργάνωση επιχειρήσεων καταστολής) σε πραγματικό χρόνο, μέσα στο οικοσύστημα, ποιος θα την κάνει»;

Απάντηση στο ερώτημα αυτό δυστυχώς δεν δίνει η ισχύουσα σήμερα νομοθεσία και αρκεί να ανατρέξουμε στο περιεχόμενο του άρθρου 1 παρ.2 του ν.2612/1998  το οποίο κατά παράδοξο τρόπο προσδιορίζει τι ΔΕΝ κάνει η Δασική Υπηρεσία . Ουσιαστικά  δεν έχει καμία εμπλοκή  δεδομένου ότι από την υποτιθέμενη πρόληψη εξαιρεί ρητά: «την έκδοση σχετικών πυροσβεστικών  κανονισμών και διατάξεων, την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση  των πολιτών σε θέματα πυροπροστασίας του δάσους, την οργάνωση περιπόλων, όπου και όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο, την επιτήρηση των δασών με επίγεια και εναέρια μέσα, την κατανομή των πυροσβεστικών δυνάμεων, τη συνεργασία με άλλες αρχές και φορείς, τη φύλαξη της περιοχής όπου εξερράγη πυρκαγιά για τυχόν αναζωπυρώσεις, τα οποία ανήκουν στην αρμοδιότητα του Πυροσβεστικού Σώματος».

Η Δασική Υπηρεσία (υπό τη σημερινή της διάρθρωση), στα πλαίσια της αρμοδιότητάς της για την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών, δύναται, με σκοπό την ανάπτυξη του φιλοδασικού πνεύματος, να προβαίνει στις  ενέργειες που περιγράφονται στο άρθρο 21 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α’). Δηλαδή (για τους μη γνωρίζοντες) η εκτύπωση φυλλαδίων… (!!!).

Αυτό πρέπει να αλλάξει άμεσα με σχετική νομοθετική πρόβλεψη και επιπλέον να ανοίξει η συζήτηση για την ανάγκη λειτουργίας μιας καλά οργανωμένης -σύγχρονης και αποτελεσματικής δασικής υπηρεσίας, στα πρότυπα των αντίστοιχων υπηρεσιών άλλων ευρωπαϊκών χωρών, που θα μπορεί να διαχειριστεί το βάρος αυτών των κρατικών αρμοδιοτήτων (χωρίς επικαλύψεις η τεμαχισμό αντικειμένων). Ιδίως όταν τα δάση στη Χώρα μας εκτός από δημόσιο αγαθό είναι και δημόσια περιουσία. Γιατί μην ξεχνάμε αυτή την ελληνική ιδιαιτερότητα. Τα δάση στη χώρα μας είναι κατά συντριπτικό ποσοστό δημόσια και ο δασοκτήμονας (δηλαδή το ίδιο το κράτος) πρέπει να οργανώσει δομές που θα ασχολούνται με την προστασία και τη διαχείρισή τους. Αυτή η βάση προσέγγισης υπάρχει στα ομόφωνα πορίσματα των διακομματικών επιτροπών της Βουλής που παρά την συχνή βιβλιογραφική και δημοσιογραφική (και περιστασιακά και πολιτική) επίκλησή τους, δεν τα εφαρμόζουμε.

Στη βάση των όσων αναλύθηκαν παραπάνω, εκείνο που απαιτείται σήμερα (περισσότερο από ποτέ) είναι η λήψη Κεντρικής Πολιτικής Απόφασης για την αναδιοργάνωση του Δασικού Τομέα και τη επανασύνδεση των Κεντρικών και Περιφερειακών Δασικών Υπηρεσιών με το φυσικό τους αντικείμενο (δασικά χερσαία οικοσυστήματα).

Αυτός είναι ο κυρίαρχος δασοπολιτικός στόχος που πρέπει να υποστηριχτεί και στην σημερινή πολιτική ηγεσία και να τεκμηριωθεί με σοβαρότητα από όλους, χωρίς αμφιταλαντεύσεις ή δεύτερες σκέψεις και ασφαλώς χωρίς “εκπτώσεις” στις πραγματικές ανάγκες προσωπικού (αναγκαίες προσλήψεις).

Από ένα καλά οργανωμένο (δασο) διοικητικό σύστημα μπορεί η πολιτική εξουσία να έχει απαιτήσεις, αρκεί όμως να έχει φροντίσει να το οργανώσει και να το εξοπλίσει παρέχοντας του τους πόρους και τα μέσα που χρειάζονται αλλά και ξεκάθαρους στόχους δασικής πολιτικής οι οποίοι να συνδέονται με οικονομικά ή περιβαλλοντικά αποτελέσματα.

Επομένως και η παρούσα Κυβέρνηση (για να μη συζητάμε για τα λάθη του παρελθόντος) θα πρέπει να ξεκαθαρίσει την ανάγκη ύπαρξης και το χαρακτήρα των υπηρεσιών που διαχειρίζονται δημόσια αγαθά (δάση) ή τη δημόσια περιουσία ως κρατική και κύρια αρμοδιότητα και να πάρει τις αποφάσεις της συνδέοντας τις δασικές Υπηρεσίες και τους Δασολόγους –Γεωτεχνικούς με το αντικείμενο τους που με τρόπο αντιεπιστημονικό και αντισυνταγματικό αποκόπηκε με το νόμο 2612/1998.




ΚατηγορίεςΑπόψεις, Δασική Πολιτική, Δασική Υπηρεσία, Πυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: