Επιστροφή στην πρόληψη ή καταστροφή χωρίς επιστροφή

Γιώργος Ευτυχίδης,
Δασολόγος

Οι υποκείμενες πολιτικές ασθένειες της διαχείρισης των πυρκαγιών οδηγούν τα δάση, την κοινωνία και την οικονομία της χώρας στη διασωλήνωση. Η πρόληψη γίνεται αντιληπτή μόνο όταν πρόκειται να διαφυλάξουμε το κράτος από την ευθύνη της απώλειας ανθρώπινων ζωών. Εθνικό σχέδιο υπάρχει μόνο για την καταστολή των πυρκαγιών ενώ παραγνωρίζεται διαχρονικά η ανάγκη διαχείρισης του κινδύνου και των επιπτώσεών τους στο πλαίσιο σχεδιασμού της πρόληψης σε εθνικό επίπεδο. 

Παρά την αλήθεια του ισχυρισμού, οι έντονες και μεγάλης έκτασης καταστροφικές πυρκαγιές του 2021 δεν έχουν αποκλειστική αιτία την κλιματική αλλαγή. Σε πολύ μεγάλο βαθμό οφείλονται στις πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών για τη διαχείριση των πυρκαγιών και ειδικότερα στον επιχειρησιακό διαχωρισμό της πρόληψης από την καταστολή, την πριμοδότηση της καταστολής και την ανυπαρξία διαχείρισης των Μεσογειακών δασών στις περιοχές με διαχρονικό κίνδυνο πυρκαγιών. Αυτές οι καταστάσεις αποτελούν τα χρόνια υποκείμενα νοσήματα που απειλούν ανά πάσα στιγμή να στείλουν το περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία ..στην εντατική, την εποχή του «ιού» της κλιματικής αλλαγής. Εάν δεν «εμβολιάσουμε» τα ελληνικά δάση με την απαιτούμενη ετήσια δόση πρόληψης, η «εντατική» της πυρόσβεσης δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί όσες «κλίνες» Canadair και αν θα διαθέτει.

Το παράδοξο των δασικών πυρκαγιών είναι ότι όσο περισσότερο τις καταστέλλεις τόσο πιο καταστροφικές γίνονται. Κι αυτό επειδή τα μεσογειακά δάση είναι ζωντανοί οργανισμοί που παράγουν διαρκώς βιομάζα η οποία προετοιμάζεται από το κλίμα και τις καιρικές συνθήκες για να αποτελέσει κάποια στιγμή τροφή για την πυρκαγιά. Έτσι η αυστηρή καταστολή προκαλεί στο δάσος μια «αυτοάνοση» κατάσταση που αυξάνει τις διαθέσιμες για την  πυρκαγιά ποσότητες δασικών καυσίμων. Για να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα του δάσους και να ελαχιστοποιήσουμε τις ζημιές από τις πυρκαγιές θα πρέπει προληπτικά να σχεδιάσουμε το τοπίο και τη βλάστηση έτσι ώστε να προσφέρει μικρά και συχνά γεύματα στη φωτιά! Τέτοια, που η συμπεριφορά της να είναι ελέγξιμη από τον μηχανισμό της καταστολής ακόμη και σε ακραίες συνθήκες.

Η υιοθέτηση από την ελληνική πολιτεία της τυφλής και επιθετικής καταστολής της φωτιάς, που είναι η βασική αρχή της αστικής πυρόσβεσης, έχει μεσο- μακροπρόθεσμα αντίθετα αποτελέσματα στις δασικές πυρκαγιές. Καταπολεμάμε τη φωτιά όταν οι συνθήκες είναι  ευνοϊκές για πυρόσβεση, εξασφαλίζοντας χειρότερες συνθήκες από πλευράς φορτίου καυσίμου στην επόμενη πυρκαγιά, όταν οι συνθήκες θα είναι αντίξοες.

Στην Ελλάδα οι τελευταίες δύο δεκαετίες χαρακτηρίζονται από την αδιαφορία της πολιτείας για την αντιμετώπιση των αναγκών της πρόληψης και από πολιτικές έμφασης και πριμοδότησης της καταστολής σε επίπεδο θεσμικών παρεμβάσεων και διάθεσης πιστώσεων. Στο συνολικό απολογισμό των τελευταίων 20 χρόνων οι δαπάνες για την  πυρόσβεση, που σε μεγάλο βαθμό είναι εξαρτημένη από την εντατική χρήση των εναέριων  μέσων, αυξάνονται διαχρονικά ενώ οι αντίστοιχες για την πρόληψη έχουν σχεδόν μηδενιστεί.

Κάνοντας μια απλή σύγκριση της παρακάτω εικόνας που δίνουν τα στατιστικά των τελευταίων δεκαετιών θα δούμε ότι οι συνολικές εκτάσεις που καίγονται ανά εικοσαετία είναι περίπου οι ίδιες παρότι και η πολιτική διαχείρισης άλλαξε (Ν.2612/1998) και οι χρηματοδοτήσεις πολλαπλασιάστηκαν. Η κατανομή όμως στα χρόνια είναι διαφορετική καθώς οι δύο τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζονται από μείωση της καμμένης έκτασης τις χρονιές με ήπιες συνθήκες και εκτίναξη της καμμένης έκτασης στις δύσκολες χρονιές. Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα επομένως δεν τεκμαίρουν σε καμία περίπτωση ότι η επένδυση στην πολιτική αυτή έχει αποδειχθεί αποδοτική.

Η διαχείριση της βλάστησης, ιδίως σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, είναι το κύριο μέτρο για τον μετριασμό της συμπεριφοράς της φωτιάς στα δάση, απαιτεί όμως συστηματική και συνεπή εφαρμογή και όχι πυροσβεστικού τύπου παρεμβάσεις εν μέσω της αντιπυρικής περιόδου. Όπως δήλωσε ο Υφυπουργός ΠΠ «.. εάν στην Ιπποκράτειο Πολιτεία δεν είχαμε κάνει τους καθαρισμούς, η φωτιά θα έτρεχε και δεν θα είχαμε καταφέρει να την  ανασχέσουμε στη Μαλακάσα. Εάν δεν την είχαμε ανασχέσει στη Μαλακάσα, η φωτιά δεν ξέρουμε πού θα είχε καταλήξει περνώντας στον Κάλαμο και στον Ωρωπό. Εάν δεν είχαμε  κάνει τους καθαρισμούς στους Θρακομακεδόνες, θα είχαμε χάσει τετραπλάσιο αριθμό  σπιτιών. Εάν δεν είχαμε κάνει τους καθαρισμούς στο Τατόϊ – μπορεί να φαίνεται οξύμωρο αυτό – δεν θα είχαμε τη δυνατότητα την πρώτη πυρκαγιά να την ανασχέσουμε, σε ένα δάσος που ήταν επί χρόνια, δεκαετίες, ασυντήρητο». Ο Υφυπουργός ΠΠ αναφέρονταν στο πρόγραμμα «Δρυάδες», ένα πρόγραμμα καθαρισμών της βλάστησης σε 21 στοχευμένες  περιοχές μίξης δάσους-οικισμών με αφορμή τις ζημιές που είχε προκαλέσει η κακοκαιρία της «Μήδειας», διάρκειας 40 ημερών που ξεκίνησε τον Ιούνιο (!) του 2021. Οι «Δρυάδες»  χρηματοδοτήθηκαν με εντολή του Πρωθυπουργού (!) και υλοποιήθηκαν από τη ΓΓΠΠ, χωρίς όμως, όπως ομολογεί ο Υφυπουργός ΠΠ, να είναι αρμοδιότητά της (!). Για μια ακόμη φορά η Δασική Υπηρεσία (φάντασμα πλέον του τότε εαυτού της) είδε την πολιτεία να αμφισβητεί αυταρχικά τον τεχνικό και επιστημονικό της ρόλο. Το 1998 με το Πυροσβεστικό Σώμα για την  καταστολή και το 2021 με την ΓΓΠΠ για την πρόληψη. Εάν το κράτος κρίνει μία δημόσια  υπηρεσία ανεπαρκή την καταργεί ή την αναμορφώνει. Είναι πολιτικά άτοπο να παίρνονται αποφάσεις που φέρνουν υπηρεσίες και φορείς σε ευθεία αντιπαράθεση.

Από την άλλη μεριά, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πόσα σπίτια και υποδομές θα είχαν σωθεί εάν ένα ανάλογο πρόγραμμα διαχείρισης της βλάστησης δεν είχε γίνει για να πληρωθούν .. τα σπασμένα της «Μήδειας» αλλά σχεδιάζονταν επιχειρησιακά και  υλοποιούνταν συστηματικά. Για την ώρα περιμένουμε να εξελιχθούν οι «Δρυάδες» σε ένα 5ετές πρόγραμμα καθαρισμών κάνοντας αρχή από τον Οκτώβριο του 2021 με χρηματοδότηση 300 εκατομμυρίων, σύμφωνα με τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού. Ακόμη βέβαια δεν γνωρίζουμε εάν την υλοποίηση του προγράμματος θα αναλάβουν αρμόδιοι ή αναρμόδιοι για την πρόληψη, που δεν γνωρίζουμε τελικά και ποιοι είναι, αλλά ελπίζουμε ότι το πάθημα έχει γίνει πλέον μάθημα!

Φυσικά στη σημερινή κατάσταση όπου, με την πολιτική της τακτοποίησης και την ανοχή στην αυθαίρετη δόμηση, έχουν μέσα σε δεκαετίες δημιουργηθεί διάσπαρτες και εκτεταμένες εστίες κινδύνου σε πολλές δασικές περιοχές, η ενίσχυση της δασοπυρόσβεσης είναι  αναγκαία. Προφανώς όμως δεν μπορεί να είναι αρμοδιότητα της ΓΓΠΠ ή της Πυροσβεστικής ο σχεδιασμός των δραστηριοτήτων στο δασικό χώρο, η διαχείριση της ανθεκτικότητας του δάσους στις διαταραχές που αναμένεται να ενταθούν με την κλιματική αλλαγή ούτε η εφαρμογή προγραμμάτων διαχείρισης και μείωσης της βλάστησης. Πολλώ δε μάλλον δεν θα πρέπει η αξιολόγηση και επιλογή των δασικών ειδών, στη συζήτηση που έχει ανοίξει για τη θωράκιση της περιμέτρου των χωριών και των οικισμών της μικτής ζώνης, να γίνει με επιχειρησιακά κριτήρια χωρίς επιστημονική και οικολογική τεκμηρίωση. Σε αντίθετη περίπτωση η δασική υπηρεσία θα πρέπει να καταργηθεί.

Είναι ανάγκη να κατανοήσουμε όλοι πλέον ότι οι δασικές πυρκαγιές είναι ένα πολυδιάστατο ζήτημα και η διαχείρισή τους δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστικό αντικείμενο μιας και μόνο υπηρεσίας. Εδώ και είκοσι χρόνια μιλάμε για ενιαίο φορέα δασοπροστασίας, πάντα όμως μετά από μία καταστροφική χρονιά. Έτσι δυστυχώς ένα όραμα πολλών χρόνων έχει καταντήσει φαντασίωση για εξαγορά πολιτικού χρόνου μετά την καταστροφή. Και όμως, για τη διαχείριση των πυρκαγιών απαιτείται μια ισορροπημένη διεπιστημονική συνεργασία περισσότερων φορέων με γνώση και εμπειρία σε θέματα δημόσιας ασφάλειας, δασικής διαχείρισης, περιβαλλοντικής προστασίας, σχεδιασμού χρήσεων γης και οικονομικής  ανάπτυξης. Σημαντική προϋπόθεση είναι να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με τεκμηριωμένο μεσο-μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και όχι με αποσπασματικά, εποχιακά μέτρα. Θα πρέπει για τον σκοπό αυτόν να συνδεθεί η πρόληψη και η καταστολή σε ένα ενιαίο εθνικό  επιχειρησιακό σχέδιο με τη συμμετοχή, τη συνεργασία και τη συνέργεια όλων των εμπλεκόμενων φορέων με την παρακολούθηση και τον συντονισμό ενός ενιαίου μηχανισμού.

Είναι αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας να λύσει τον γόρδιο δεσμό του Ν. 2612/98 με τον οποίο έχει δέσει το μέλλον των ελληνικών δασών και να βρει την κατάλληλη επιχειρησιακή συνδετική ύλη για τη συνεργασία μεταξύ του Πυροσβεστικού Σώματος και μιας σύγχρονης  καθετοποιημένης αλλά ανοικτής νέας Δασικής Υπηρεσίας, σχεδιασμένης για να διαχειριστεί την προσαρμογή των ελληνικών δασών στις συνθήκες της κλιματικής αλλαγής. Με τον ίδιο τρόπο που η κυβέρνηση στήριξε και στηρίζει τον δυναμικό μετασχηματισμό της Πολιτικής  Προστασίας θα πρέπει να οραματιστεί και να εξελίξει τη Δασική Υπηρεσία σε ένα σύγχρονο επιστημονικό οργανισμό που θα εξασφαλίσει την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα των  ελληνικών δασών και του φυσικού περιβάλλοντος στις νέες συνθήκες. Η πρόκληση αυτή δεν  αφορά δημόσιες υπηρεσίες αλλά την ίδια την κοινωνία και το μέλλον της χώρας.

…….




ΚατηγορίεςΑπόψεις, Δασική Υπηρεσία, Πυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: