Αποκατάσταση καμένων δασών μαζί ή χωρίς τα δάση;

Του Παναγιώτη Α. Καλλίρη,
Δασολόγου, Δ/ντη Δασών Κορινθίας

Η παρούσα εργασία συντάχθηκε προκειμένου να συμβάλει στον κύριο σκοπό του workshop που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 14-15 Οκτωβρίου 2013, στο ξενοδοχείο Divani Caravel με θέμα «Aποκατάσταση δασικού οικοσυστήματος & τοπίου μετά από φυσικές καταστροφές η άλλες επεμβάσεις.  Eπίδειξη καλών πρακτικών», που ήταν η σύνταξη ενός εγχειριδίου, με οδηγίες, βασικές αρχές, προδιαγραφές και επίδειξη καλών πρακτικών για την αποκατάσταση υποβαθμισμένου δασικού οικοσυστήματος και τοπίου μετά από πυρκαγιά ή από εξορυκτικές δραστηριότητες.

Εισαγωγή

Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι το φυσικό περιβάλλον και ο πολιτισμός που αναπτύσσεται σε αυτό πάνε μαζί. Η υποβάθμιση του ενός έφερε αργά ή γρήγορα και την υποβάθμιση και καταστροφή του άλλου. Στα χρόνια που ζούμε δεν αντιμετωπίζουμε απλά μόνο μια οικονομική κρίση. Η απύθμενη και ατέρμονη οικονομική κρίση που βιώνουμε που προσβάλει ευθέως τα θεμελιώδη δικαιώματα των ανθρώπων και την προσωπικότητα τους, θεμελιώνει είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι μια εξίσου βαθειά πολιτική, κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση. Εάν αυτό δεν τεθεί ως λιαν σοβαρή παράμετρος της παρούσας συνάντησης τότε κινδυνεύουμε να χάσουμε πολύτιμο χρόνο σε μια κουλτουριάρικη συζήτηση χωρίς κανένα ουσιαστικό και πρακτικό αποτέλεσμα. Εισηγούμαι να συμπληρωθεί στον τίτλο της.

Θεωρώ ότι θα συμφωνήσετε όλοι σας πως η υποβάθμιση ενός φυσικού – δασικού οικοσυστήματος από οποιαδήποτε αιτία είναι μια «κρίση». Μια κρίση που δεν σταματά την στιγμή που ολοκληρώνεται η υποβάθμιση αλλά προεκτείνεται στο βάθος του χρόνου με ανυπολόγιστες – πολλές φορές – συνέπειες για την ποιότητα ζωής των έμβιων όντων που ζουν εντός η πλησίον αυτών. Μια κρίση που πρέπει κάποιος να διαχειρισθεί.

Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι στα χρόνια που θα’ ρθουν το φυσικό περιβάλλον, δηλαδή τα φυσικά οικοσυστήματα του τόπου μας, θα δεχτούν ίσως την μεγαλύτερη επίθεση υποβάθμισης που έχουν δεχτεί μέχρι σήμερα έχοντας ως αποτέλεσμα να βρεθούν σε κατάσταση κρίσης. Περιβαλλοντικές αξίες και αγαθά, δηλαδή η «αφάγωτη» προίκα του Ελληνικού λαού, θα βγουν  στο σφυρί και θα εκποιηθούν. Στο όνομα της οικονομικής κρίσης και της πολυπόθητης ανάπτυξης οι περιβαλλοντικές  αρχές θα υποχωρήσουν. Είναι γνωστό ότι στο όνομα αυτών έχουν γίνει τα μεγαλύτερα περιβαλλοντικά εγκλήματα. Όποιος το αμφισβητεί ας βγει στην ταράτσα του ξενοδοχείου που βρισκόμαστε και να κοιτάξει γύρω του. Θα συμφωνήσει αμέσως μαζί μου. Για να συμβεί αυτό θα γίνει προσπάθεια φίμωσης και υποτίμησης του λόγου των ειδικών επιστημόνων, που θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε γενικά «περιβαλλοντολόγους». Το ίδιο ,φυσικά, θα συμβεί και με τις αντίστοιχες υπηρεσίες και φορείς. Ήδη ξεκίνησε. Ο μπαμπούλας της οικονομικής ύφεσης  και καταστροφής θα είναι η μόνιμη απειλή. Και είμαι πολύ ανήσυχος.

Υπό  αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, ότι καταθέσουμε σε αυτήν την ημερίδα λαμβάνει ιδιαίτερη αξία. Δεν φτάνει να απαντήσουμε μόνο στο ερώτημα του «τι πρέπει να γίνει» αλλά του «τι μπορεί να γίνει».

Εκπαιδεύτηκα μαζί με πολλούς αξιόλογους συναδέλφους της γενιάς μου να αντιμετωπίζω ή πιο σωστά να διαχειρίζομαι «φυσικές καταστροφές» και συγκεκριμένα «δασικές πυρκαγιές» στο στάδιο της πρόληψης και της καταστολής, των συνεπειών τους και της αποκατάστασης. Δηλαδή «κρίσεις». Άσχετα αν η Ελληνική πολιτεία ακύρωσε τις γνώσεις, τις ικανότητες και τις δεξιότητες που είχαμε αποκτήσει με πολύ κόπο και μας «πέταξε» στον «πάγκο».

Υπάρχουν μερικά βασικά βήματα/αρχές/κανόνες που παγκόσμια και διαχρονικά αποτελούν δοκιμασμένα και επιτυχημένα εργαλεία και σε αυτά εκπαιδεύονται και στηρίζονται όλοι οι διαχειριστές κρίσεων. Και θα συμφωνήσετε ότι η υποβάθμιση ενός δασικού οικοσυστήματος είναι εν δυνάμει μια εξελισσόμενη «κρίση» που πρέπει κάποιος να διαχειρισθεί.

Το πρώτο είναι να αναγνωρίσεις καλά το μέγεθος και τις παραμέτρους του προβλήματος που καλείσαι να διαχειριστείς. Ειδικότερα, χρειάζεται να προβλέψεις την εξέλιξη του στον χωροχρόνο. 

Το δεύτερο είναι να καταμετρήσεις πολύ καλά τις δυνάμεις σου, τις δυνατότητες σου και τα μέσα που διαθέτεις για να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα. 

Το τρίτο είναι να σχεδιάσεις καλά την δράση σου για την αντιμετώπιση του προβλήματος στον χωροχρόνο και να βρεις ή να δημιουργήσεις τα διαχειριστικά σου εργαλεία για να πετύχεις. Στις μέρες μας τα GIS και οι υπάρχουσες βάσεις δεδομένων είναι μερικά από τα πιο πολύτιμα εργαλεία που θα χρειαστούμε, αλλά όχι το μόνο. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε ότι το σημαντικότερο εργαλείο μας είναι το μυαλό και η εμπειρία μας , τα οποία και είναι αναντικατάστατα.

Το τέταρτο είναι να εφαρμόσεις σταδιακά τον σχεδιασμό στον χωροχρόνο, δοκιμαστικά στην περίπτωση των αναδασώσεων, αν κριθεί ότι πρέπει να γίνουν . Να καταγράφεις την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού σου και τον  διορθώσεις, αν χρειαστεί.

Το πέμπτο είναι να σχεδιάσεις  αλλαγή του σεναρίου διαχείρισης  στην περίπτωση που τα πράγματα είτε εξ αίτιας του λανθασμένου σχεδιασμού είτε εξ’ αιτίας απρόβλεπτων παραμέτρων εξελιχτούν αρνητικά και διαφορετικά από τα αναμενόμενα και να ξεκινήσεις πάλι  από την αρχή λαμβάνοντας υπόψη  τα νέα δεδομένα.

Έτσι θα επιτύχουμε την μεγίστη αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα με το μικρότερο δυνατό κόστος. Αν ο υπεύθυνος διαχειριστής της κρίσης δεν εφαρμόσει τα παραπάνω δεν είναι απλά αδαής, είναι επικίνδυνος και πρέπει να αντικατασταθεί.

Τις ίδιες αρχές και βήματα εκτιμώ ότι πρέπει να εφαρμόσουμε και στην αποκατάσταση ενός υποβαθμισμένου δασικού οικοσυστήματος. Γιατί ακριβώς αυτό καθεαυτό το υποβαθμισμένο από οιαδήποτε αιτία οικοσύστημα βρίσκεται σε κρίση και παράγει αρνητικά αποτελέσματα με άμεσο κίνδυνο την υποβάθμιση της ζωής των έμβιων όντων που είναι υποχρεωμένα να διαβιούν σε αυτό, όπως προαναφέρθηκε.

Η αποκατάσταση

Η αποκατάσταση και προστασία ενός κατεστραμμένου δασικού οικοσυστήματος – τοπίου πρέπει να αποτελεί ευγενή πρόθεση και πρόταση κάθε πολιτισμένης κοινωνίας σε κάθε γωνία του πλανήτη. Άλλωστε,  αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα  κριτήρια για την εκτίμηση της ποιότητας ενός πολιτισμένου  λαού και κράτους. Στο άρθρο 24 και στο άρθρο 117 του Συντάγματος των Ελλήνων η προστασία και αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων κατοχυρώνονται όχι ως πρόταση καλής συμπεριφοράς απέναντι στον τόπο μας αλλά ως πολιτική και ηθική υποχρέωση του κράτους και των πολιτών. Το πόσο αυτές οι αρχές εφαρμόζονται στην πράξη από το κράτος και τους πολίτες είναι κάτι που απαιτεί αρκετή συζήτηση.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας μου πίστευα, όπως και πολλοί άλλοι, ότι οι πυρκαγιές αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο και απειλή για τα φυσικά δασικά μας οικοσυστήματα και κατ’ επέκταση για τον πολιτισμό μας. Μετά από τριάντα και πλέον χρόνια στην δουλειά του δασολόγου της πράξης που έμαθε να διαβάζει όχι τα βιβλία αλλά την φύση και την κοινωνία, ξέρω ότι αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Οι δασικές πυρκαγιές μπορεί πράγματι να είναι απειλή για τις τοπικές κοινωνίες που από εγκληματική αμέλεια τους κράτους δεν έχουν εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζουν φυσικές καταστροφές, για τους οικισμούς που αναπτύχτηκαν φυσικά ή βίαια ανάμεσα σε δασικά οικοσυστήματα νόμιμα ή παράνομα και ενδεχομένως και για άλλου είδους εγκαταστάσεις, όπως στρατόπεδα, ξενοδοχεία, κάμπινγκ, κατασκηνώσεις , κλπ αλλά όχι πάντα για τα φυσικά αυτοφυή δασικά μας οικοσυστήματα και σε αυτήν την  εργασία θα κατανοήσετε το «γιατί».

Προσωπικά, πιστεύω ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τα ελληνικά δάση είναι η ίδια η πολιτεία που αν και συνταγματικά κατοχύρωσε με βασικές αρχές την προστασία τους πρακτικά με σειρά νόμων και πρακτικών που αποπνέουν μια διαρκή βούληση νομιμοποίησης των καταπατήσεων και των παράνομων επεμβάσεων ακυρώνει καθημερινά τις συνταγματικές αρχές. Εκπαίδευσε και εκπαιδεύει την κοινή γνώμη στην αντίληψη ότι οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση κάποτε θα νομιμοποιηθεί. Αυτό είναι το μήνυμα των καιρών.

Στα πλαίσια αυτά πρέπει να δεις κανείς και την διαρκή υποβάθμιση της δασικής Υπηρεσίας Δεν είναι άμοιρη των ευθυνών της η ίδια η δασική Υπηρεσία και κάποιοι  δασολόγοι που έτυχε να υπηρετήσουν σε ηγετικές ή άλλες θέσεις. Δεν κάνανε όλοι καλά την δουλειά τους για διαφόρους λόγους. Πολλοί όμως συνάδελφοι από ιδρύσεως της Δασικής Υπηρεσίας κατέστρεψαν την υγεία τους για να εκπληρώσουν τα καθήκοντα τους κάτω υπό πραγματικά αντίξοες συνθήκες. Αυτό είναι αλήθεια. Κανείς όμως από την πολιτεία δεν επιβράβευσε κάποιον από αυτούς. Αντίθετα πολλοί έντιμοι υπάλληλοι υποβαθμίστηκαν, αποθαρρύνθηκαν και διώχθηκαν γιατί ακριβώς θέλησαν να κάνουν καλά την δουλειά τους. Με άλλα λόγια γιατί δεν ήσαν «διαθέσιμοι» και γιατί «δεν έριξαν νερό στο κρασί τους». Μακάρι να αλλάξει κάποτε αυτό, αλλά μάλλον είναι πολύ δύσκολο έως ανέφικτο.

Ο νομός  Κορινθίας ως όμορη περιοχή της Αττικής, δηλαδή ως Ελντοράντο της συνομοταξίας των οικοπεδοφάγων,  δεν γλύτωσε την υποβάθμιση, δηλαδή  την οικοπεδοποίηση και τις πυρκαγιές των τελευταίων τριάντα χρονών. Σε αυτήν την περίοδο κάηκε  το 60% των υψηλών δασών της χαλεπίου πεύκης, το 40% των δασών της μαύρης πεύκης και το 30% των δασών των αειφύλλων πλατυφύλλων μας. Μαζί φυσικά υποβαθμίστηκε και η τοπική δασική υπηρεσία. Σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως την δεκαετία του ‘80 και του ‘90, προχωρήσαμε σε σοβαρές προσπάθειες αποκατάστασης τους πάντα με πρίσμα τις αρχές της δασικής οικολογίας και της μεγίστης οικονομικότητας. Σήμερα, οι δασικοί υπάλληλοι που εργάστηκαν για το σκοπό αυτό πρέπει να νιώθουν υπερήφανοι και έχουμε χρέος να τους το αναγνωρίσουμε δημόσια. Υπήρξαν, βεβαία, και κάποιες περιπτώσεις αποτυχίας εξ αιτίας κλιματικών παραγόντων ελλιπούς σχεδιασμού, ελλιπούς παρακολούθησης, εποπτείας  και απειρίας. Αυτές όμως δεν  μπορούν να μειώσουν την άξια εκείνων των προσπαθειών αλλά πρέπει να καταγραφούν και να αποφευχθούν τα επόμενα χρόνια ακριβώς λόγω του ότι οι πόροι για την δασοπονία θα μειώνονται συνεχώς.

Βασικές αρχές αποκατάστασης[1] καμένων δασικών οικοσυστημάτων.

Είναι κοινώς παραδεκτό στους Έλληνες δασοπονούντες ότι η αποκατάσταση των καμένων δασικών οικοσυστημάτων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ποτέ ευκαιριακά γιατί πολύ απλά τα φυσικά δασικά οικοσυστήματα μας δεν είναι αποτέλεσμα όπως οι γεωργικές καλλιέργειες ανθρωπίνων παρεμβάσεων, αλλά φυσικών διεργασιών και οικολογικών εξελίξεων. Είναι φυσικά αλήθεια ότι η σημερινή τους μορφή και κατάσταση, καλή ή κακή, σε πολλές περιπτώσεις είναι αποτέλεσμα αντίστοιχου χειρισμού και διαχείρισης των κοινωνιών που αναπτύχτηκαν κοντά τους.

Είμαι πεπεισμένος ότι σε αρκετές περιπτώσεις το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε να μας οδηγήσει το ίδιο το οικοσύστημα. Δηλαδή να αφήσουμε να ξεκινήσει πρώτο την αποκατάσταση και μετά,  αν μπορούμε,  να το υποβοηθήσουμε κάνοντας πολύ προσεκτικά βήματα. Εάν αποφασίσουμε εμείς πριν απ’ αυτό, τότε αν δεν διαθέτουμε την γνώση και την εμπειρία στο συγκεκριμένο οικοσύστημα, κινδυνεύουμε όχι απλά να σπαταλήσουμε άδικα χρήματα του Ελληνικού λαού, αλλά  να προκαλέσουμε μακροπρόθεσμα – ίσως- μεγαλύτερη καταστροφή από αυτήν που προηγήθηκε .Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που την βίαια καταστροφή ακολούθησε μια ακόμη πιο βίαια και βιαστική αποκατάσταση. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί.

Μακροχρόνιες παρατηρήσεις στα ελληνικά φυσικά δασικά οικοσυστήματα απέδειξαν ότι η φύση ακολουθεί μια θαυμαστή διαδικασία αποκατάστασης της φυσικής βλάστησης που σίγουρα οι περισσότεροι έχετε δει όταν περνάτε μέσα από καμένες περιοχές. Πρώτα μέσα στις στάχτες ριζοβλαστάνουν -όπου υπάρχουν- τα λεγόμενα υδροχαρή είδη, δηλαδή τα πλατάνια, οι μοσχοϊτιές, οι ψευδακακίες κ.λπ. Αμέσως μετά τα αείφυλλα πλατύφυλλα, δηλαδή τα πουρνάρια, οι κουμαριές και τα σχίνα. Ενάμιση μήνα μετά τη φωτιά μέσα από το καμένο χώμα, από τις ρίζες των καμένων κορμών ξεφυτρώνουν μαζί με τα κυκλάμινα, τους κρόκους και τις  ανεμώνες, φρέσκες, μικρές, δροσερές παραφυάδες, κολορίζια δηλαδή των αείφυλλων πλατύφυλλων ειδών ακόμη και έπειτα από περίοδο παρατεταμένης ξηρασίας. Αμέσως μετά τα αγκαθωτά φρύγανα, οι αφάνες, οι ασφόδελοι και τα θυμάρια. Μετά οι ετήσιες και πολυετείς πόες. Και αφού αυτά μέσα σε ένα χρόνο καλύψουν το χώμα δημιουργώντας μια τέλεια προστασία από τη διαβρωτική δράση των βροχών, ανάμεσα τους φυτρώνουν δειλά τα πρώτα λίγα πεύκα της χαλεπίου.

Διερεύνηση της βιοποικιλότητας

Την επόμενη χρονιά, το έδαφος έχει προστατευθεί περισσότερο, σκιάζεται και είναι πιο δροσερό και τα πεύκα φυτρώνουν συνεχώς έως και πέντε και έξι χρόνια μετά τη φωτιά. Και το οικοσύστημα σταδιακά αποκαθίσταται σταθερά μέσα από μια οικολογική ευγενή επιλογή και μείξη ειδών. Την ονομαζόμενη βιοποικιλότητα που είναι διαφορετική για κάθε περιοχή, κλίση υψόμετρο και έδαφος. Και το κυριότερο μέσα σε αυτά τα υπό «ανέγερση» φυσικά οικοσυστήματα,  δεκάδες είδη της άγριας ενδημικής πανίδας και ορνιθοπανίδας αρχίζουν και βρίσκουν τροφή και καταφύγιο. Ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος ακολουθώντας αρχαίες μαγικές συνταγές θεμελιώνουν το δικαίωμα της ζωής μας στον καμένο τόπο. Μια κοσμογονία ξαπλώνεται αθόρυβα σπιθαμή προς σπιθαμή και ένα μοναδικό θαύμα συντελείται.

Πρέπει να διευκρινίσω για να μην παρεξηγηθώ ότι αναφέρομαι αποκλειστικά στα λίαν ξηροθερμικά περιβάλλοντα, δηλαδή στα δάση της χαλεπίου και τα δάση των αείφυλλων πλατύφυλλων. Σε άλλα περιβάλλοντα – σταθμούς (όπως π.χ της ελάτης ή της μαύρης πεύκης κλπ) ή σε πολυκαμένες επιφάνειες  τα πράγματα είναι διαφορετικά και απαιτούν εντελώς διαφορετικούς δασοκομικούς χειρισμούς. Όμως όπως θα παρακολουθήσετε σε ορισμένες περιοχές η φυσική αναγέννηση και της κεφαλληνιακής ελάτης και της μαύρης πεύκης μας έχει εκπλήξει. Στα αυτά τα δασικά εδάφη του νομού μας φυτρώνουν εύκολα μόνο δύο πράγματα. Τα πεύκα και οι αυθαίρετες κατοικίες, οι αυθαίρετοι  οικισμοί και οι καλλιέργειες. Εξαρτάται από την πολιτεία να επιλέξει τι μας συμφέρει περισσότερο.

Προσωπικά θεωρώ κορυφαία την διερεύνηση και αποτύπωση της βιοποικιλότητας. Πρέπει λοιπόν, πριν σχεδιάσουμε οποιαδήποτε αποκατάσταση να σκύψουμε πρώτα πάνω στο έδαφος. Αξιοποιώντας αεροφωτογραφίες και ιστορικές αναφορές να  εντοπίσουμε την οικολογική ιστορία – διαδοχή των ειδών στον συγκεκριμένο τόπο-σταθμό. Τεράστια σημασία έχει να προσδιορίσουμε και να καταγράψουμε σε χάρτες την  βιοποικιλότητά[2]σε όλα τα επίπεδα της, δηλαδή:

Το πρώτο επίπεδο που είναι εκείνο της “γενετικής βιοποικιλότητας”. Η γενετική βιοποικιλότητα εκφράζει το εύρος των κληρονομικών καταβολών ενός συγκεκριμένου είδους. Όσο μεγαλύτερο είναι το εύρος αυτό, τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα επιβίωσης του είδους απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις (stress) όπως επιδημίες, κλιματικές αντιξοότητες κ.λπ.

Το δεύτερο επίπεδο που είναι αυτό της βιοποικιλότητας των ειδών φυτών και ζώων. Η βιοποικιλότητα αυτή εκφράζεται με τον αριθμό (πλήθος) των ειδών φυτών και ζώων που απαντούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή

Το τρίτο επίπεδο που είναι γνωστό ως βιοποικιλότητα οικοσυστημάτων ή φυτοκοινωνιών (habitats) και εκφράζεται με τον αριθμό (πλήθος) των συνδυασμών ειδών φυτών και ζώων (οικοσυστημάτων) που συναντώνται σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Ο αριθμός των οικοσυστημάτων και ο τρόπος κατανομής τους στο χώρο, δηλαδή το μωσαϊκό των τύπων οικοσυστημάτων, χαρακτηρίζει και δίνει τη σφραγίδα του στο τοπίο της περιοχής.

Το τέταρτο επίπεδο που είναι εκείνο της βιοποικιλότητας των τοπίων, το οποίο εκφράζεται με τον αριθμό ή το πλήθος των τύπων τοπίων που εμφανίζονται σε μια περιοχή.

Με αλλά λόγια, να καταγράψουμε και να σχεδιάσουμε τη φυσική αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος  που κάηκε ή καταστράφηκε ακόμη και από μια νόμιμη επέμβαση υποβοηθώντας το και όχι αντικαθιστώντας το. Μια προσπάθεια σ’ αυτόν τον τομέα θα δώσει καλύτερο λειτουργικό περιβαλλοντικό και αισθητικό αποτέλεσμα και τουλάχιστον θα αποτρέψει να σκορπιστούν χρήματα άδικα, ειδικά στην περίοδο που περνάμε.

Προστασία του εδάφους

Συμβολή των «κορμοδεμάτων», «κορμοπλεγμάτων» και «κορμοφραγμάτων» στην προστασία του εδάφους και αποκατάστασης της δασικής βλάστησης.

Όπως είναι γνωστό σε όλους μας το πρώτο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι να  συγκρατήσουμε το έδαφος και τους σπόρους στα δασικά εδάφη που κάηκαν. Εκτιμάται ότι χρειάζονται περίπου 350 χρόνια για να «φτιάξει» η φύση (το οικοσύστημα) ένα εκατοστό, δηλαδή 10 χιλιοστά, έδαφος και μέσα στον πρώτο χρόνο μετά την πυρκαγιά, εάν δεν προστατευθεί  θα χάσουμε με την διάβρωση τα 6 από τα 10 χιλιοστά.

Ο πιο απλός και αποτελεσματικός τρόπος – όπου αυτό είναι δυνατόν – σε κλίσεις από 10-40% , μετά την απομάκρυνση της καμένης βλάστησης (αν κάηκε δάσος ) είναι η απλή άροση κατά τις χωροσταθμικές (με riper). Με αυτό τον τρόπο εμποδίζουμε το νερό των βροχών να κυλήσει ελεύθερα σε μεγάλες αποστάσεις, αποτρέπουμε τις πλημμύρες και το διηθούμε στο έδαφος ώστε να κρατήσουμε την σχετική υγρασία στο μεγαλύτερο δυνατό επίπεδο για να δώσουμε την ευκαιρία στους σπόρους των ειδών της περιοχής που υπάρχουν κατά εκατομμύρια στο έδαφος να φυτρώσουν.

Φυσική αναγέννηση σε περιοχή πάνω από το Λουτράκι

Την δεκαετία του 1980 κάναμε πολλές προσπάθειες να αναδασώσουμε, να φυτέψουμε δηλαδή  πολλά και διάφορα είδη δένδρων στις καμένες εκτάσεις των πευκοδασών του νομού Κορινθίας. Σε ορισμένες επιφάνειες αναμοχλεύσαμε το έδαφος  αμέσως μετά την φωτιά π.χ. πάνω από το Λουτράκι στα Γεράνεια και φυτέψαμε πάνω από 20 είδη δασικών δένδρων από τα οποία δεν πιάσανε παρά ελάχιστα. Στις επιφάνειες όμως που αναμοχλεύσαμε πριν τον πρώτο χειμώνα πολύ γρήγορα αναπτύχθηκαν  πυκνές νεοφυτείες μέσα από τα φρύγανα και τους θάμνους. Σήμερα, κάνοντας τον απολογισμό μας διαπιστώσαμε ότι αν απλά είχαμε αναμοχλεύσει το έδαφος διαθέτοντας πολύ λίγα χρήματα, θα είχαμε στο συγκεκριμένο περιβάλλον ένα εύρωστο και γενετικά προσαρμοσμένο στον συγκεκριμένο τύπο-σταθμό δάσος χαλεπιου πεύκης.

Ο άλλος τρόπος είναι τα γνωστά σε όλους μας και πολυσυζητημένα «κορμοδέματα» και «κορμοφράγματα». Κλαδοπλέγματα ή μάλλον «κλαδοδέματα» κατασκευάσαμε στο Λουτράκι το 1986 χωρίς επιτυχία. Κλαδοφράγματα δεν έχουμε κατασκευάσει ποτέ. «Κορμοδέματα» και «κορμοφράγματα» κατασκευάσαμε σε αρκετές περιοχές μετά από πυρκαγιές με αλλού  θετικά ως επι το πλείστον αποτελέσματα και σε άλλες περιπτώσεις με ελάχιστα. Άλλωστε τα έργα αυτά όπως και όλα τα ορεινά δασοτεχνικά έργα δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά εργαλείο για την υποβοήθηση της αναγέννησης ενός κατεστραμμένου δάσους από οποιοιδήποτε αιτία. Αν χάσουμε το χώμα τότε δεν θα ξαναέχουμε ποτέ δάσος. Το κριτήριο επιτυχίας είναι ένα και μοναδικό: Η επιμελής επιλογή της σωστής θέσης και η επιμελής, καλλιτεχνική θα έλεγα, κατασκευή και προσαρμογή στο έδαφος. Φαίνονται πράγματι πολύ απλά έργα, αλλά πιστέψτε με  δεν είναι. Απαιτούνται γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες, όπως και για κάθε σωστό έργο.

Κλαδοπλέγματα κοντά στο Λουτράκι (1986)

Κορμόφραγμα

Υλοτομίες μετά τις πυρκαγιές για την απομάκρυνση των δένδρων. Θετική ή αρνητική ενέργεια;

Σύμφωνα με τον Ντάφη (2007) έχει διαπιστωθεί ότι με τις υλοτομικές εργασίες που γίνονται έστω και για την κατασκευή των έργων που προαναφέρθηκαν, εκτός από την αντιδιαβρωτική και αντιπλημμυρική δράση των συγκεκριμένων έργων, το επιφανειακό έδαφος αναμοχλεύεται και σπάει η υδατόφοβη κρούστα της που δημιουργείται στο έδαφος μετά την πυρκαγιά και θάβονται χιλιάδες σπόροι από όλα  τα είδη που υπήρχαν πριν την πυρκαγιά. Έτσι, πιο εύκολα προσλαμβάνουν υγρασία και αναβλαστάνουν τα σπερμοφυή είδη. Παράλληλα, διευκολύνουν την κατείσδυση του νερού δια του εδάφους ώστε να εμπλουτιστούν οι υπόγειοι υδροφορείς και οι πηγές.

Αναδασώσεις

Με τον όρο αναδάσωση (reforestastion)[3] εννοούμε το σύνολο έργων και εργασιών που αποσκοπούν στην επανίδρυση του δάσους όπου αυτό καταστράφηκε για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία προκειμένου να αποφύγουμε τις σοβαρότατες οικολογικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που συνεπάγονται την καταστροφή των δασικών φυσικών ή τεχνητών οικοσυστημάτων.

Με τον όρο δάσωση εννοούμε την ίδρυση ενός νέου δάσους για λόγους οικολογικής ανόρθωσης ,προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας ζωής ή για λόγους καθαρά οικονομικούς -παραγωγικούς.

Ήμαστε εν τέλει πεπεισμένοι  ότι για τα καμένα πευκοδάση ο καλύτερος χειρισμός είναι η υποβοήθηση της αποκατάστασης της φυσικής διαδικασίας και όχι η βίαιη αποκατάσταση της.

Για τις κατά επανάληψη καμένες επιφάνειες των δασών της χαλεπίου Πεύκης η καλύτερη μέθοδος είναι η δημιουργία μικρών διάσπαρτων συστάδων στους ιδανικότερους τόπους- σταθμούς. Οι συστάδες αυτές σε λίγα χρόνια θα δώσουν πολύτιμους σπόρους και η φύση θα συνεχίσει την δουλειά που ξεκινήσαμε. Να εμπλουτίσουμε την περιοχή με σπόρους και δένδρα  όχι μόνο πεύκων αλλά και θάμνων και φρύγανων και αγριολούλουδων και όσο το δυνατόν περισσότερων ειδών από αυτά που αναγνωρίζουμε στην περιοχή. Είναι προτιμότερο να σπείρουμε νωρίς το φθινόπωρο σπόρους από τα είδη που προϋπήρχαν στην περιοχή.

Βέβαια δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναφτιάξουμε το δάσος που καταστράφηκε εύκολα. Και ούτε η δική μας γενιά θα προλάβει να το δει όπως το γνώρισε. Όμως  μια προσπάθεια σ’ αυτόν τον τομέα θα δώσει καλύτερο, λειτουργικό, περιβαλλοντικό και αισθητικό αποτέλεσμα και τουλάχιστον θα αποτρέψει να σπορπιστούν  χρήματα άδικα .

Οι πλούσιες θεωρητικές γνώσεις της Δασικής Οικολογίας, της Δασοκομίας, της Αρχιτεκτονικής Τοπίου, της Εδαφολογίας, της Συστηματικής και Δασικής Βοτανικής σίγουρα πρέπει να επιστρατευτούν σ’ αυτόν τον αγώνα. Πρώτα από όλα όμως θα πρέπει να επιστρατευτεί η δασολογική ευαισθησία, η παρατηρητικότητα, η εμπειρία. Οι εφαρμοστές δασολόγοι είτε το θέλουν είτε όχι πρέπει να δουλέψουν ερευνητικά . Μόνο που το εργαστήριο τους είναι ολόκληρα βουνά και δασικά οικοσυστήματα.

Όπως προαναφέραμε η αναδάσωση είναι μια σύνθετη εργασία και πρέπει να συνδυασθούν  πολλές μεταβλητές και σταθερές παράμετροι  ώστε να επιτευχθεί ο κατά το δυνατόν τιθέμενος δασοπονικός  σκοπός της. Απαιτούνται και εδώ γνώσεις δεξιότητες και ικανότητες όπως και για κάθε σωστό έργο. Και δεν τις διαθέτουν όλοι. Προσοχή.

Τα χαρακτηριστικά στάδια μιας επιτυχούς με ορθολογικά με οικονομικοτεχνικά κριτήρια αναδάσωσης είναι:

  1. Ο καθορισμός της υπό αναδάσωσης επιφάνειας και η ακριβής χαρτογράφηση, εμβαδομέτρησή και η κατά το δυνατόν οριοθέτησή της.
  2. Ο εσωτερικός αποτερματισμός μη δασικών γαιών.
  3. Η σύνταξη οικονομικοτεχνικής μελέτης σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Γενικής Γραμματείας δασών.
  4. Ο εντοπισμός ιδιαίτερων κατηγοριών εδαφών.
  5. Η σύνταξη χρονοδιαγράμματος εργασιών και ο προγραμματισμός αυτών.
  6. Ο εντοπισμός και η εξασφάλιση κατάλληλου φυτευτικού υλικού (σπόροι ή φυτάρια). (Εξαρτάται  αν αποφασισθεί να γίνει σπορά ή να φυτευτούν φυταρια γυμνόριζα ή βολόφυτα ).
  7. Η επιλογή του τρόπου υλοποίησης του σκοπού της μελέτης (εργολαβικά ή με αυτεπιστασία)
  8. Ο προγραμματισμός και η εξασφάλιση των αναγκαιουσών πιστώσεων.
  9. Η κατασκευή έργων υποδομής υποστήριξης της αναδασωτικής προσπάθειας.
  10. Η προετοιμασία τους εδάφους της αναδασωτέας επιφάνειας.
  11. Η σπορά ή φύτευση του κατάλληλου φυτευτικού υλικού.
  12. Η προστασία, περιποίηση και καλλιέργεια του εγκατασταθέντος φυτευτικού υλικού.
  13. Η παρακολούθηση έρευνα και καταγραφή  της εξέλιξης των νέων δασικών συστάδων.

Τα χαρακτηριστικά στάδια μιας επιτυχούς με ορθολογικά με οικονομικοτεχνικά κριτήρια παραγωγής φυτευτικού υλικού στα φυτώρια  είναι: 

  1. Η επιλογή του καταλληλότερου δασοπονικού είδους ή ειδών που θα σπαρεί ή θα φυτευτεί στο φυτώριο.
  2. Η αναζήτηση ή συγκέντρωση σπόρων ή συλλογή τους σπόρων με άριστες γενετικές καταβολές
  3. Η συντήρηση και προετοιμασία των σπόρων πριν την σπορά ή την φύτευση για την παραγωγή αρίστων φυταρίων στο φυτώριο που ομολογουμένως πρέπει να έχει παρόμοια οικολογικά χαρακτηριστικά με την υπό αναδάσωση επιφάνεια.
  4. Η προετοιμασία τους εδάφους του φυτωρίου.
  5. Η σπορά ή φύτευση του κατάλληλου φυτευτικού υλικού.
  6. Η προστασία, περιποίηση και καλλιέργεια του εγκατασταθέντος φυτευτικού υλικού μέχρι το στάδιο μεταφύτευσης στην υπό αναδάσωση επιφάνεια.
  7. Η ασφαλής εμφύτευση συσκευασία και ταχύτατη μεταφορά στην υπό αναδάσωση επιφάνεια.
  8. Η παρακολούθηση έρευνα και καταγραφή της εξέλιξης των νέων δασικών συστάδων ώστε να υπάρξουν αρχεία γενετικού υλικού.

Στον τομέα της εξασφάλισης ανθεκτικών ειδών σε προσβολές, σημαντική είναι μεταξύ άλλων η ίδρυση του σποροπαραγωγού και ίσως και κλωνοπαραγωγού κήπου κυπαρισσιού Μογκοστού στο Σούλι Κορινθίας το 2004 ,ανθεκτικού στον μύκητα seiridium cardinale. Κρατιέται με το ζόρι ζωντανός χάρις στις προσπάθειες του Δασαρχείου Κορίνθου. Μόνο ο Δρ Παναγιώτης Τσόπελας μας συνέτρεξε όταν τον καλέσαμε με τις πολύτιμες συμβουλές του. Κάνεις άλλος. Κάποια φορά θα σας πω την ιστορία του.

Περισσότερα στην δασική βιβλιογραφία.

Να είστε πάντα καλά.

Παν. Καλλίρης

ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΡΜΟΦΡΑΓΜΑ στην καμένη περιοχή της μεγάλης πυρκαγιάς της Κινέτας του Δασαρχείου Μεγάρων.
Καμένα κλαδιά και σπασμένα τμήματα καμένων κορμών που παρασύρθηκαν πιθανότατα από ισχυρή βροχόπτωση βρήκαν εμπόδιο σε ιστάμενα καμένα δένδρα εντός της κοίτης συμβάλλοντος ρέματος σχημάτισαν από μόνα τους ένα εντελώς φυσικό κορμοσωρό – κορμόφραγμα που πίσω του δηλαδή στα ανάντη του έχει κατακρατηθεί τεράστιος λιθοσωρός που αλλιώς θα παρασύρετο στα κατάντη και θα εναποτίθετο σε αγροτικές ή οικιστικές περιοχής.
Είναι αλήθεια ότι «η φύση δεν γνωρίζει ανάγνωση ώστε να διαβάζει τις επιθυμίες και τις προσταγές μας. Γνωρίζει όμως γραφή και έχει γράψει τις απόψεις της». (Hans Leibundgut[4]) Να ένα χαρακτηριστικό δείγμα.

 

———–

[1] Μέρος του κειμένου αυτού που ακολουθεί και παρεμβάλλεται στην παρούσα εργασία,  αποτελεί μέρος ευρύτερης εργασίας με τίτλο  «Η αποκατάσταση – αναβλάστηση των καμένων δασών» που ανακοινώθηκε στην «Ημερίδα που Εργατοϋπαλληλικού κέντρου Αθήνας της Δευτέρας 18-1-1999 (Ξενοδοχείο Τιτάνια)»  με θέμα «Η σωτηρία των δασών της Αττικής μια επιτακτική κοινωνική ανάγκη» -Η  ίδια σχεδόν εργασία δημοσιεύθηκε στην  εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»  της 30-08-06 σελ. 11

[2] Πηγή ΥΠΑΑΤ http://www.minenv.gr

[3] ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ –ΔΑΣΩΣΕΙΣ Σ.Ντάφης, Λ. Ρωμανάς, Γ.Χ΄΄. Φιλιππίδης, Σ. Βέργος. Υπ. Γεωργίας, ΠΡΟΔΡΟΜΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ μσ-84-04 Λουτρά Θέρμης – Βασιλικά Μάρτιος 1985
[4] Από την Δασοκομική του αείμνηστου καθηγητή μου Σπύρου Ντάφη. Ο Hans Leibundgut (γεννημένος στις 28 Ιουνίου 1909 στο Neuravensburg , † 26 Μαρτίου 1993 στο Uitikon ) ήταν Ελβετός δασικός επιστήμονας και καθηγητής στην ETH Ζυριχη Θεωρείται καθοριστικός εκπρόσωπος της σχεδόν φυσικής δασοκομίας και ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της έρευνας στη ζούγκλα .ETH Ζυρίχη.Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας Της Ζυρίχης, ένα από τα πλέον διάσημα τεχνικά πανεπιστήμια του κόσμου. Θεωρείται το αντίστοιχο του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) για την Ευρώπη.
Πηγή: Βικιπέδια. https://de.wikipedia.org/wiki/Hans_Leibundgut

———–



ΚατηγορίεςΈργα - Προκηρύξεις, Δασική Υπηρεσία, Πυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: