Κλιματική αλλαγή και δασικές πυρκαγιές

Γιώργος Ευτυχίδης,
Δασολόγος

Εισαγωγή

Τα στατιστικά του ευρωπαϊκού συστήματος πληροφόρησης για τις δασικές πυρκαγιές (EFFIS) δείχνουν ότι μέχρι τις αρχές Αυγούστου του 2022 τόσο ο αριθμός των πυρκαγιών όσο και οι καμένες εκτάσεις έχουν αυξηθεί κατά 300% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2021. Αντίστοιχα φαίνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι η έναρξη της περιόδου με σημαντικό αριθμό εκδήλωσης πυρκαγιών έχει ήδη μετακινηθεί προς τον Φεβρουάριο. Σίγουρα η απόκλιση αυτή συνδέεται με αλλαγές στις συνθήκες που καθορίζουν την εμφάνιση και τις επιπτώσεις των πυρκαγιών. Τα υποκείμενα αίτια του προβλήματος, τα οποία είναι διαφορετικά από τις τυπικές αιτίες εκδήλωσης των πυρκαγιών, συνδέονται μεταξύ άλλων με τη χωροταξία, τον περιφερειακό σχεδιασμό, το κλίμα, τη διαχείριση του αγροδασικού χώρου, τις οικονομικές και περιβαλλοντικές πολιτικές αλλά και την αντίληψη του κινδύνου, την παιδεία και την ενημέρωση των πολιτών. Η απορρύθμιση του κλίματος, που αποτυπώνεται στον όρο «κλιματική αλλαγή», είναι ένα από τα σοβαρά υποκείμενα αίτια των δασικών πυρκαγιών το οποίο μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε σημαντικότατες και μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις εάν δεν διαμορφωθούν άμεσα κατάλληλες πολιτικές και στρατηγικές προσαρμογής.

Στην Ελλάδα, οι πυρκαγιές έχουν οξυνθεί ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980 σαν αποτέλεσμα των πιέσεων που ασκούνται εδώ και δεκαετίες στα δασικά οικοσυστήματα με την έντονη και άναρχη αστικοποίηση των δασικών περιοχών. Το παραδοσιακό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας περιλαμβάνει δύο φάσεις, αυθαιρεσία στην αρχή και νομιμοποίηση στη συνέχεια! Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, την τελευταία δεκαετία οι μηχανισμοί αυτορρύθμισης των δασών δοκιμάζονται εκτός από τους εντεινόμενους ρυθμούς «αξιοποίησης» και αστικοποίησης και από τις διαταραχές του κλίματος.

Όλα τα φυσικά οικοσυστήματα και οργανισμού διαθέτουν μηχανισμούς ανθεκτικότητας και αυτορρύθμισης που τους επιτρέπουν να προσαρμόζονται σε περιοδικές διαταραχές. Η ανάπτυξη της ζωής σε κάθε περιοχή έχει επιλέξει τα είδη και τις διαδικασίες που μπορούν να ανταποκριθούν στις υπάρχουσες συνθήκες και να ανακάμπτουν μετά από κάθε παροδική διαταραχή. Κάθε οικοσύστημα βέβαια λειτουργεί σε ένα ορισμένο πλαίσιο συνθηκών, η υπέρβαση των ορίων του οποίου (κατ’ έλλειψη ή καθ’ υπερβολή) μπορεί να το οδηγήσει σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις ακόμη και σε πλήρη κατάρρευση.

Στις μεσογειακές περιοχές, όπου ο παράγοντας νερό είναι ο βασικός ρυθμιστής για την επιβίωση και την ανάπτυξη της βλάστησης, τα φυσικά οικοσυστήματα έχουν αναπτύξει φυσιολογία που τα βοηθάει να προσαρμόζονται σε περιβάλλον με μικρό ύψος βροχοπτώσεων. Για τον λόγο αυτόν ακόμη και μικρές διαχρονικές διαφορές στο ύψος της βροχής κατά τη χειμερινή περίοδο μπορεί να μεταβάλουν εντυπωσιακά τη σύνθεση και τη μορφή της βλάστησης σε μία περιοχή. Η ζώνη της Μεσογείου διαθέτει μεγάλη ποικιλία τοπίων, κλιματικών συνθηκών, οικοσυστημάτων και ειδών. Πολλά από αυτά αντανακλούν εύθραυστες φυσικές ισορροπίες οι οποίες έχουν επιτευχθεί στο βαθμό που οι ρυθμοί των αλλαγών στο περιβάλλον ήταν μέσα στα όρια ελαστικότητας των αντίστοιχων οικοσυστημάτων. Η περιστασιακή έστω μεταβολή του κλίματος απειλεί να καταστρέψει πολλές απο αυτές τις ισορροπίες και να οδηγήσει σε γρήγορη υποβάθμιση τους φυσικούς πόρους και τα δασικά οικοσυστήματα σε πολλές περιοχές του πλανήτη, στον κατάλογο των οποίων η περιοχή της Μεσογείου βρίσκεται στις πρώτες θέσεις.

Το σύγχρονο μοντέλο ανάπτυξης της Ελληνικής κοινωνίας έχει αποκλείσει εδώ και δεκαετίες τα δάση απο την παραγωγική μηχανή της οικονομίας. Τα περισσότερα ξυλοπαραγωγά δάση έχουν υποβαθμιστεί, κάθε παλιότερος σχεδιασμός για αναβάθμιση τους έχει περιθωριοποιηθεί, καθώς το δάσος εντάσσεται διαχρονικά στους πολιτικούς σχεδιασμούς όχι σαν φυσικός πόρος αλλά σαν χώρος προς «αξιοποίηση» κάθε μορφής, συνήθως ξένης ή αποξενωμένης από τον τοπικό παράγοντα και με επιδερμική περιβαλλοντική αξιολόγηση. Παράλληλα η χωροταξική αναρχία και η έλλειψη θεσμικών υποδομών όπως το δασολόγιο και το δασικό κτηματολόγιο βάζει σε κίνδυνο όχι μόνο τον βιολογικό πλούτο της χώρας, αλλοιώνοντας και κατακερματίζοντας τους υπάρχοντες οικοτόπους, αλλά και τη ζωή και τις περιουσίες των πολιτών όπως έχουν έρθει να επιβεβαιώσουν οι πυρκαγιές των τελευταίων χρόνων.

Τα σενάρια για τις αλλαγές του κλίματος εμπεριέχουν μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας, εφόσον συνδέονται με τις ποσότητες του CO2 που θα απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα από τις ανθρώπινες δραστηριότητες τις επόμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC), ακόμη και αν εφαρμοστούν άμεσα πολιτικές διαχείρισης για τον περιορισμό των εκπομπών του CO2 κατά 50%, με την επίδραση της ήδη υπάρχουσας κατάστασης η θερμοκρασία θα αυξηθεί ενδεικτικά κατά 1,5οC μέχρι τα μέσα περίπου του αιώνα.

Αυτό σημαίνει για το άμεσο μέλλον μεγαλύτερες και εντονότερες ξηρές περιόδους και αύξηση της χωροχρονικής διάστασης του δυναμικού των πυρκαγιών. Το δυναμικό των πυρκαγιών θα μεγαλώνει δηλαδή χρόνο με τον χρόνο και το φαινόμενο θα επεκτείνεται σε περιοχές όπου τα προηγούμενα χρόνια οι πυρκαγιές δεν αποτελούσαν πρόβλημα.
Ο σχεδιασμός της προστασίας των δασών από τις πυρκαγιές για τις επόμενες δεκαετίες χρειάζεται επομένως να εστιάσει στη διαχείριση του αγροτικού και δασικού χώρου. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις συνθήκες που αναμένεται να δημιουργήσει η αύξηση της θερμοκρασίας και η μείωση των βροχοπτώσεων στην κατάσταση των φυσικών οικοσυστημάτων της χώρας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με διαχειριστικές μεθόδους η δυναμική της συγκέντρωσης εύφλεκτης καύσιμης ύλης στα ελληνικά δάση.

Η αλλαγή του κλίματος στην Ελλάδα

Οι προβλέψεις για τις κλιματικές αλλαγές στη Νότια Ευρώπη, τον Μεσογειακό χώρο και ειδικότερα για την Ελλάδα είναι αρκετά δυσοίωνες και εναρμονίζονται σε γενικές γραμμές με τις παγκόσμιες τάσεις αύξησης της θέρμανσης του πλανήτη (Ακύλας κα, 2005).

Το καλό σενάριο των κλιματικών μοντέλων εκτιμά για τη χώρα μας αύξηση της μέσης θερμοκρασίας κατά 1-2οC μέχρι το 2030, η οποία αναμένεται να ενταθεί ιδιαίτερα (διαφορά 3-5 οC) μέχρι τα τέλη του αιώνα, παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις στα πιο απαισιόδοξα σενάρια. Κοινός παρονομαστής στις εκτιμήσεις για την κλιματική αλλαγή είναι η αύξηση της θερμοκρασίας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Η αύξηση αυτή προβλέπεται να είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη αύξηση στη Βόρεια Ευρώπη ενώ οι θερμοκρασίες του χειμώνα αναμένεται ότι θα αυξηθούν πολύ λιγότερο και σχεδόν ομοιόμορφα στο Βορρά και τον Νότο της Ευρωπαϊκής ηπείρου. Η αύξηση της θερμοκρασίας συνεπάγεται ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος ότι η αυξητική περίοδος για τη βλάστηση θα μεγαλώσει, γεγονός που δυνητικά σημαίνει μεγαλύτερη παραγωγή βιομάζας. Επειδή όμως οι συνθήκες ανάπτυξης σε πολλές περιπτώσεις θα γίνουν οριακές, με έντονο υδατικό στρες σε όλη τη διάρκεια της αυξητικής περιόδου, η μορφή της βλάστησης που θα προσαρμοστεί στις συνθήκες θα αποκτήσει ποιοτικά περισσότερο πυρόφιλα χαρακτηριστικά.

Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το γεγονός ότι οι προβολές των μοντέλων για ορισμένες περιοχές δείχνουν σημαντική αύξηση της διάρκειας των κυμάτων του καύσωνα κατά τη θερινή περίοδο ενώ σε άλλες επιδείνωση των χειμερινών κυμάτων ψύχους, συνθήκες που συνεπάγονται αύξηση της ποσότητας νεκρής βιομάζας, μικρών ιδίως διαστάσεων, που είναι αυτή που συμβάλλει στην εξάπλωση των πυρκαγιών. Κατά συνέπεια το φορτίο της εύφλεκτης δασικής βιομάζας αναμένεται, χωρίς τον κατάλληλο διαχειριστικό σχεδιασμό και τους απαραίτητους δασοκομικούς χειρισμούς, να αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο σημαντικά και να συμβάλλει στη δριμύτητα της συμπεριφοράς των μελλοντικών πυρκαγιών.

Αντίθετα με τη θερμοκρασία, η εικόνα για τις βροχοπτώσεις που δίνουν τα κλιματικά μοντέλα για την ευρύτερη γεωγραφική μας περιοχή δεν είναι ιδιαίτερα σαφής. Το γεγονός αυτό μπορεί να συνδεθεί με τη θέση της χώρας μας στο όριο της μεταβατικής ζώνης μεταξύ υποτροπικών και ευκράτων περιοχών. Η κατανομή των βροχών στην Ελλάδα καθορίζεται από τα βαρομετρικά συστήματα στη Μεσόγειο και οποιαδήποτε μετατόπιση της μέσης πορείας των συστημάτων αυτών θα μεταβάλει τα τοπικά κλιματικά χαρακτηριστικά σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.

Οι γενικές εκτιμήσεις των κλιματικών μοντέλων συγκλίνουν στην πρόβλεψη ότι τα επόμενα 20-50 χρόνια οι βροχές θα μειωθούν στο χώρο της Μεσογείου κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου. Ορισμένα από τα μοντέλα αυτά προβλέπουν αύξηση της χειμερινής βροχόπτωσης, κυρίως στις βορειότερες περιοχές. Αντίθετα σε νοτιότερες περιοχές φαίνεται να μειώνονται οι βροχές κατά τον μήνα Δεκέμβριο ( τον βροχερότερο με τα σημερινά δεδομένα μήνα) σε ποσοστά που φτάνουν το 30-4Ο% στην Αττική και 20-30% στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Στη Δυτική Ελλάδα εκτιμάται ότι η μείωση των βροχών μπορεί να φτάσει 30-40%. Μειώσεις τέτοιων επιπέδων θα έχουν σημαντικές συνέπειες στην ευφλεκτικότητα της βλάστησης, τη συμπεριφορά και τις επιπτώσεις των πυρκαγιών στην περιοχή αυτή. Οι βροχοπτώσεις του Ιουλίου προβλέπονται ιδιαίτερα μειωμένες ακόμη και στη Βόρειο Ελλάδα με επιπτώσεις στο πυρικό περιβάλλον της περιοχής και επιμήκυνση της περιόδου πυρκαγιών.

Θα πρέπει να προσέξουμε ότι τα σενάρια αυτά δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους την επίδραση που θα έχει η καταστροφή των δασών και η αποδάσωση μεγάλων περιοχών στις τοπικές κλιματικές αλλαγές. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένας ανατροφοδοτούμενος κύκλος κρίσης που ενδέχεται να επηρεάσει ακόμη περισσότερο την τρωτότητα των δασικών οικοσυστημάτων, τα οποία θα εξελίσσονται στις νέες ακραίες, με τα σημερινά δεδομένα, περιβαλλοντικές συνθήκες. Οι καταστάσεις αυτές προσδιορίζουν ένα περιβάλλον ανάπτυξης με έντονες και ακραίες κλιματικές μεταβολές οι οποίες θα κάνουν πολύ δύσκολη την προσαρμογή και την αυτορύθμιση των οικοσυστημάτων.

Τα πυροκλιματικά σενάρια

Είδαμε ότι τα σενάρια που προκύπτουν από τα γενικά κλιματικά μοντέλα συμφωνούν στο γεγονός της αύξησης της θερμοκρασίας αλλά διαφοροποιούνται στις προβλέψεις τους για το μέλλον των βροχοπτώσεων στη μεσογειακή περιοχή και την Ελλάδα. Παρόλο που τα περισσότερα από αυτά εκτιμούν μείωση των βροχών τους καλοκαιρινούς μήνες και την εξέλιξη του κλίματος σε τύπους περισσότερο ξηρούς, υπάρχουν ορισμένα τα οποία προβλέπουν, μικρή έστω ,αύξηση των βροχοπτώσεων κατά τη χειμερινή περίοδο.

Σημαντικό είναι να αντιληφθούμε ότι οποιοδήποτε από τα σενάρια αυτά (θερμό/ξηρό ή θερμό/υγρό) και εάν επαληθευτεί η βλάστηση, σαν βιολογικός μηχανισμός, θα προσαρμοστεί στις αλλαγές αυτές. Η προσαρμογή της βλάστησης όμως θα επηρεάσει σημαντικά το καθεστώς και τη μορφή των μελλοντικών πυρκαγιών. Γι’ αυτό θα παραστεί ανάγκη αναθεώρησης του σχεδιασμού τόσο της διαχείρισης των δασών όσο και της δασοπροστασίας σε εθνική κλίμακα σε στρατηγικό και τακτικό επίπεδο. Θα πρέπει να μετακινηθεί άμεσα το κέντρο βάρους της διαχείρισης των πυρκαγιών από τη δασοπυρόσβεση που είναι σήμερα στην προληπτική διαχείριση του δάσους στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται.

Στην περίπτωση επαλήθευσης του θερμού/ξηρού σεναρίου η ανθεκτικότητα των δασών στη χώρα μας θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο λόγω της μείωσης της βροχόπτωσης. Μία άμεση συνέπεια του σεναρίου αυτού μπορεί να είναι η επέκταση της παρουσίας και εκδήλωσης πυρκαγιών σε νέες οικολογικές ζώνες, όπως σε δάση ψυχρόβιων κωνοφόρων ,όπου μέχρι σήμερα οι πυρκαγιές είναι λίγες ή σπάνιες και η εξάπλωσή τους σχετικά δύσκολη (Campbell & Flanningan, 2000). Σε αυτές τις συνθήκες, ιδιαίτερα προβλήματα προστασίας θα υπάρξουν για Εθνικούς Δρυμούς, Πάρκα και περιοχές Natura από τις πυρκαγιές και όχι μόνο.

Μέσα στη νέα κλιματική πραγματικότητα, οι πυρκαγιές που αποτελούν συχνό φαινόμενο στους θαμνώνες και τα πευκοδάση της ευμεσογειακής και παραμεσογειακής ζώνης βλάστησης θα επεκταθούν ενεργητικά και στην ορεινή ζώνη των παραμεσόγειων κωνοφόρων (ελάτη, μαύρη πεύκη). Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η πυρική δραστηριότητα θα επεκταθεί σε όλες τις περιοχές από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι περίπου τα 1500μ. υψόμετρο. Ειδικά οι χωρολογικοί τύποι των ορεινών βιοτόπων στη Νότια Ελλάδα και την Πελοπόνησο πολύ σύντομα θα αντιμετωπίσουν σημαντικά προβλήματα από τις επιπτώσεις της αύξησης της θερμοκρασίας και της μείωσης των βροχών. Ήδη σοβαρές πυρκαγιές καταγράφονται τις τελευταίες δεκαετίες σε υψόμετρα πάνω από τα 1000μ. στο Μαίναλο, τον Ταΰγετο, τον Ελικώνα και την Πάρνηθα. Χαρακτηριστική είναι και η φετινή πυρκαγιά στη Βάλια Κάλντα. Πρόκειται συνήθως για πυρκαγιές που ξεκινούν από χαμηλότερες ζώνες και εφόσον δεν ελεγχθούν έγκαιρα εξαπλώνονται σε μεγαλύτερα υψόμετρα, κάτι που δεν ήταν σύνηθες στο παρελθόν. Τα δάση ελάτης και μαύρης πεύκης, τα οποία βρίσκονται στα όρια της γεωγραφικής τους εξάπλωσής στη χώρα μας, έχουν βρεθεί τις τελευταίες δεκαετίες πολύ έντονα στο επίκεντρο της επέκτασης της δραστηριότητας των πυρκαγιών. Σημαντικό είναι λοιπόν να υπάρξει κατάλληλος σχεδιασμός ώστε οι πυρκαγιές μεγάλης κλίμακας να περιορίζονται πριν περάσουν στην ορεινή ζώνη επειδή οι οικολογικές τους συνέπειες στη ζώνη αυτή έχουν σοβαρή πιθανότητα να είναι μη αναστρέψιμες.

Το πρόβλημα που δημιουργείται στην Ελλάδα στα λεγόμενα ορεινά μεσογειακά κωνοφόρα αφορά κυρίως την ελάτη και τη μαύρη πεύκη επειδή τα είδη αυτά δεν είναι προσαρμοσμένα στη συχνή παρουσία και έντονη δραστηριότητα της φωτιάς. Η μαύρη πεύκη διαθέτει χονδρό φλοιό και είναι σχετικά προσαρμοσμένη σε πυρκαγιές εδάφους, οι οποίες διευκολύνουν τη φυσική αναγέννησή της. Δεν αντέχει όμως σε επικόρυφες πυρκαγιές και δεν αναγεννάται φυσικά μετά από αυτές επειδή καίγεται ο σπόρος της. Η ελάτη επειδή έχει λεπτό φλοιό και οι σπόροι της δεν προστατεύονται μέσα σε ξυλώδεις κώνους δεν προσαρμόζεται ούτε στις πυρκαγιές εδάφους ούτε σε επικόρυφες πυρκαγιές.

Πέρα από την προσαρμοστικότητα των δασικών ειδών η οποία θα δοκιμαστεί στις νέες κλιματικές συνθήκες, αλλαγές αναμένονται και στα χαρακτηριστικά της δασικής καύσιμης ύλης. Λόγω της αύξησης της ξηρότητας του κλίματος η σχέση νεκρής/ζωντανής φυτικής βιομάζας θα μεγαλώσει σημαντικά με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ποσότητα και η ευφλεκτικότητα της βλάστησης σε όλους τους τύπους δασών. Η αύξηση του φορτίου της δασικής καύσιμης ύλης θα αυξήσει τη σοβαρότητα των πυρκαγιών και θα συμβάλλει στη δυσκολία κατάσβεσής τους εάν δεν υπάρχει κατάλληλος διαχειριστικός σχεδιασμός και δεν εφαρμοστούν προληπτικά δασοκομικά μέτρα. Η διαχείριση θα πρέπει να εστιάζει τόσο στη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης πυρκαγιάς όσο και στη μείωση του φορτίου και τον έλεγχο της κατανομής του στο χώρο ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ο ρυθμός εξάπλωσης και να υποστηριχθεί η αποτελεσματική επέμβαση του μηχανισμού της πυρόσβεσης.

Το θερμό/ξηρό σενάριο συνδέεται με περισσότερο γρήγορες πυρκαγιές στους θαμνότοπους και τις αγροδασικές εκτάσεις ενώ στα υψηλά δάση με την αύξηση της θερμικής έντασης, τη δριμύτητα και τη διάρκεια των πυρκαγιών.

Η περίπτωση του θερμού/υγρού σεναρίου θα συμβάλλει στην αύξηση της πυκνότητας της βιομάζας και την επέκταση της δασικής βλάστησης σε περιοχές που καλύπτονται σήμερα από θαμνότοπους και λιβάδια στις περιοχές με τις πλέον κατάλληλες κλιματεδαφικές συνθήκες. Η ένταση και το μέγεθος των πυρκαγιών στο σενάριο αυτό θα αυξηθεί σημαντικά (Erpicum κα, 2008).

Παρόλο που τα γενικά κλιματικά σενάρια δεν προβλέπουν δραματικές αλλαγές στη σύνθεση και την κατανομή της βλάστησης του πλανήτη, τα στοιχεία δείχνουν ότι η περιοχή της Μεσογείου θα είναι από τις πλέον επιβαρυμένες από τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών (Dankers και Hiederer, 2008). Οι εκτιμήσεις που συνδέονται με τις προβλέψεις των μοντέλων συγκλίνουν σε σημαντικές διαφοροποιήσεις στη μορφή και τη συμπεριφορά των πυρκαγιών τις επόμενες δεκαετίες. Προσομοιώσεις που έγιναν για την εκτίμηση της δραστηριότητας των πυρκαγιών σε περιοχές με βλάστηση μεσογειακού τύπου κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα χρησιμοποιώντας τα δύο παραπάνω σενάρια (θερμό/ξηρό και θερμό/υγρό) έδειξαν αύξηση της πυρικής δραστηριότητας αν και τα προβλήματα στο κάθε σενάριο είναι διαφορετικού τύπου. Στο θερμό/ξηρό σενάριο οι πυρκαγιές τείνουν να γίνουν πιο συχνές και η ετήσια καμμένη έκταση να αυξηθεί. Το σενάριο αυτό ευνοεί την επέκταση των χορτολιβαδικών εκτάσεων, στις οποίες το μεγαλύτερο μέρος της βιομάζας είναι υπόγειο και έτσι το σύστημα επανακάμπτει γρήγορα μετά την πυρκαγιά. Οι πυρκαγιές στις χορτολιβαδικές εκτάσεις από την άλλη πλευρά έχουν μεγάλη ταχύτητα εξάπλωσης και έτσι το θερμό/ξηρό σενάριο ταυτίζεται με πολλές και γρήγορες πυρκαγιές, με ένταση που καθορίζεται κυρίως από την ταχύτητα του ανέμου. Λαμβάνοντας υπ’όψιν τις εκτιμήσεις των μοντέλων για παρατεταμένους και συχνούς καύσωνες, σαν συνέπεια των αλλαγών στο κλίμα, οι πυρκαγιές στις εκτάσεις αυτές εκτός από γρήγορες θα έχουν πιθανόν και αυξημένη ένταση. Στο σενάριο που βασίζεται στην υπόθεση διπλασιασμού των εκπομπών CO2 στην ατμόσφαιρα, η σημαντικότερη επίπτωση από την αντίστοιχη διαταραχή του κλίματος στη συμπεριφορά των πυρκαγιών είναι η αύξηση του αριθμού των γρήγορων πυρκαγιών.

Στο θερμό/υγρό σενάριο αντίθετα εκτιμάται ότι θα υπάρξει αύξηση της φυτοκάλυψης και της υγρασίας με συνέπεια τη δημιουργία συνθηκών μειωμένο ρίσκου για τη δραστηριότητα των πυρκαγιών. Οι ευνοϊκές συνθήκες υγρασίας θα δημιουργήσουν κατάλληλες προϋποθέσεις παραγωγής βιομάζας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η αποδόμηση όμως της παραγόμενης βιομάζας -ακόμη και στις ευνοϊκές αυτές συνθήκες- δεν θα είναι εύκολη λόγω της έντονης ξηρασίας των θερινών μηνών που δεν εξαιρείται και σε αυτό το σενάριο. Το αποτέλεσμα θα είναι με την πάροδο του χρόνου να υπάρξουν μεγάλες συγκεντρώσεις βιομάζας στα δάση που εάν δεν τις διαχειριστούμε κατάλληλα μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλες, έντονες και μεγάλης διάρκειας πυρκαγιές. Έτσι η εικονική αρχικά μείωση της δραστηριότητας των πυρκαγιών σε ετήσια βάση θα ισοσκελιστεί με επεισόδια μεγάλης έκτασης που θα προκληθούν σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας ή στην περίπτωση αδυναμίας ελέγχου της πυρκαγιάς στα πρώτα της στάδια. Η εκτίμηση αυτή αποτυπώνεται στο φαινόμενο των πυρκαγιών μεγάλης κλίμακας που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα σαν συνέπεια της αντιστροφής της πτωτικής τάσης της βροχόπτωσης στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα και την παράλληλη διατήρηση της τάσης αύξησης της θερμοκρασίας (Ακύλας κ.α., 2005).

Σημαντική επίδραση στην εκδήλωση και τη συμπεριφορά των πυρκαγιών έχουν οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και οι καύσωνες. Ιδιαίτερα, τα διαστήματα αμέσως μετά τον καύσωνα λόγω της αύξησης της έντασης των ανέμων και της αφυδατωμένης βλάστησης είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα τόσο για την εκδήλωση όσο και για την δριμύτητα της συμπεριφοράς της πυρκαγιάς. Στα σενάρια της κλιματικής αλλαγής οι καύσωνες σχετίζονται με την αστικοποίηση, τη βιομηχανοποίηση και τις ποσότητες του CO2 που απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα του πλανήτη. Η αποτυχία ελέγχου στις εκπομπές του CO2 , κάτι που δεν θεωρείται απίθανο, θα οδηγήσει μελλοντικά σε αύξηση των καυσώνων σε συχνότητα, ένταση και διάρκεια. Οι εκτιμήσεις είναι ότι ακόμη και αν περιοριστούν οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου σε σημαντικό βαθμό η συχνότητα των καυσώνων θα τετραπλασιαστεί ενώ η αποτυχία μείωσης των εκπομπών (διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης) συνεπάγεται αύξηση των επεισοδίων καύσωνα κατά 500% (Dankers και Hiederer, 2008).

Στο νέο πυρικό περιβάλλον που αναμένεται να διαμορφώσει η διαταραχή του κλίματος, η αύξηση της θερμοκρασίας είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για την εκτίμηση της δραστηριότητας των πυρκαγιών τις επόμενες δεκαετίες. Η δραστηριότητα αυτή θα επηρεαστεί από την προβλεπόμενη, από τα περισσότερα σενάρια, αύξηση της έντασης των ανέμων κατά τις καλοκαιρινές περιόδους. Οι συνθήκες αυτές είναι αναμενόμενο να οδηγήσουν σε πολλαπλασιασμό του αριθμού των πυρκαγιών που θα ξεφεύγουν από τον έλεγχο του μηχανισμού αρχικής προσβολής (Fried, 2005).

Συμπεράσματα

Η επίκληση της πρόληψης για την προστασία των δασών από τις πυρκαγιές δεν αποτελεί ούτε πανάκεια ούτε αυτοσκοπό. Απαιτείται ολοκλήρωση της αντιπυρικής προστασίας στο σχεδιασμό της διαχείρισης του δάσους και ολιστική προσέγγιση για την ανάπτυξη οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων των πολιτών με τα δάση μέσα στις νέες και δυναμικές συνθήκες που προκύπτουν από τις αλλαγές στο κλίμα.

Τα βασικότερα προβλήματα στην προστασία των δασών από τις πυρκαγιές εντοπίζονται στη διαχρονική έλλειψη σχεδιασμού προστασίας και ανάπτυξης του δασικού χώρου, στο έλλειμα της διαχείρισης των δασών και στην αναποτελεσματικότητα του συντονισμού των επιχειρήσεων εξ’ αιτίας της πολυπλοκότητας που παρουσιάζει η διαχείριση κυρίως των συμβάντων πολύ μεγάλης κλίμακας. Οι πυρκαγιές αυτής της μορφής συνδέονται με την διαταραχή του κλίματος καθώς οι συνθήκες που διαμορφώνουν οι περιβαλλοντικές αλλαγές ενισχύουν το δυναμικό των πυρκαγιών και ωθούν τη συμπεριφορά τους σε επίπεδα πολύ πιο πάνω από τις δυνατότητες του οποιουδήποτε μηχανισμού δασοπυρόσβεσης.

Επιπλέον η διαχρονικά άναρχη ανάπτυξη και οικοδομική δραστηριότητα στη ζώνη των πυρόφιλων μεσογειακών δασών στη χώρα μας, με τη δημιουργία ζωνών μείξης δασών-οικισμών, είναι μια σημαντική παράμετρος που υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της δασοπυρόσβεσης σε τέτοιες περιοχές. Στις περιοχές αυτές αυξάνεται η πιθανότητα εκδήλωσης των πυρκαγιών λόγω της ανθρώπινης παρουσίας ενώ οι δυνάμεις της πυρόσβεσης είναι υποχρεωμένες να ασχοληθούν με την προστασία των περιουσιών και των ανθρώπων που κινδυνεύουν και όχι με την ανάσχεση ή τον περιορισμό της εξάπλωσης της πυρκαγιάς. Βέβαια λόγω της μεγάλης διασποράς των στοιχείων που πρέπει να προστατευτούν και του μεγάλου χρόνου παραμονής της φωτιάς σε πολλαπλά σημεία η αποτελεσματικότητα είναι περιορισμένη. Χαρακτηριστικό είναι ότι η μαξιμαλιστική διαχείριση και η υπερπροστασία της βλάστησης στις περιοχές αυτές οδηγεί σε υπερσυγκέντρωση εύφλεκτης φυτικής βιομάζας η οποία κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες συνεπάγεται πυρκαγιές με μεγάλη ένταση και δύσκολη αντιμετώπιση (Brown κα, 2004). Στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής, η διαχείριση των υπαίθριων πυρκαγιών στη μεικτή ζώνη δασών-οικισμών αποτελεί ένα κρίσιμο πρόβλημα ασφάλειας για τους πληθυσμούς των περιοχών αυτών, το οποίο δεν θα μπορέσουμε να διαχειριστούμε μόνο στη βάση των προληπτικών εκκενώσεων.

Οι συνέπειες της διαταραχής του κλίματος οι οποίες προκύπτουν από την ερμηνεία των στοιχείων που παρέχουν οι εκτιμήσεις των κλιματικών μοντέλων για αύξηση της θερμοκρασίας και μείωση των καλοκαιρινών (τουλάχιστον) βροχών απαιτούν σχεδιασμό και οργάνωση και δεν αντιμετωπίζονται με έκτακτα μέτρα και αποφάσεις. Η βλάστηση προσαρμοζόμενη, με τους φυσικούς της μηχανισμούς, στο νέο περιβάλλον θα οδηγήσει σε μία «νέα τάξη» μελλοντικών πυρκαγιών με κύρια χαρακτηριστικά την συχνότερη στη διάρκεια του χρόνου, την ευκολότερη ανάφλεξη, την αύξηση της ταχύτητας εξάπλωσης, την αύξηση της θερμικής έντασης και το αποτύπωμα της καμένης έκτασης. Οι νέες αυτές πυρκαγιές που στη χώρα μας, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, βιώνουμε έντονα τα τελευταία χρόνια απαιτούν επανασχεδίαση της προσέγγισης της προστασίας του δάσους από τις πυρκαγιές. Θα χρειαστεί επιστημονική συλλογική προσπάθεια με την αξιοποίηση της τεχνολογίας και πολιτική διορατικότητα για να ενταχθεί η ολοκληρωμένη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών στο πλαίσιο μίας σύγχρονης περιβαλλοντικής στρατηγικής, με στόχο να κατανοήσουμε τις αλλαγές στο πυρικό περιβάλλον που διαμορφώνει απορρύθμιση του κλίματος και να ανταποκριθούμε αποτελεσματικά στην ανάγκη να κάνουμε τα δάση ανθεκτικά στα νέα δεδομένα ,αναπτύσσοντας μια νέα σχέση με τα δασικά οικοσυστήματα .. όπως παλιά.

Ευχαριστίες

Η παρούσα εργασία παρουσιάζει απόψεις και προσεγγίσεις που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ερευνητικού έργου FirEUrisk, το οποίο υποστηρίζεται από την Ε.Ε., στο πλαίσιο της Σύμβασης Χρηματοδότησης Νο. 101003890 του Προγράμματος Horizon 2020 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Βιβλιογραφία

Ακύλας Ε., Λυκούδης Σ. Και Λάλας Δ., 2005. Κλιματική αλλαγή στον Ελλαδικό χώρο. Ανάλυση παρατηρήσεων: τάσεις των τελευταίων εκατό ετών. Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. Αθήνα 2005.

Brown T.J, Hall B.L., and Westerling A.L., 2004. The impact of twenty-first-century climate change on wildland fire danger in the Western United States: An application perspective. Climatic Change 62: 365-388, Kluwer Academic Publishers 2004

Campbell, I.D., and Flannigan, M.D., 2000. Long-term perspectives on fire-climate-vegetation relationships in the North American boreal forest. In: Fire, Climate Change and Carbon Cycling in North American Boreal Forests. Edited by Kasischke, E. and Stocks, B.J, Springer-Verlag. pp. 151-172.

Dankers R., and Hiedered R., 2008. Extreme temperatures and Precipitation in Europe: Analysis of a high-resolution climate change scenario. European Commission, JRC/lnstitute for Environment and Sustainability. Luxemburg: Office for Official Publications of the European Communities, 2008 -66 pp. EUR-Scientific and Technical Research series -ISSN 1018-5593

Erpicum M., Fettweis X., Mabille G., and Francoi L., 2008. Automatic 1958-2007 daily weather patterns classification applied to an analysis of climatic conditions of wildfires in eastern Belgium. Geophys. Res. Abstracts, vol.10, European Geosciences Union

Fried J., 2005. Fanning the flames: Climate change stacks odds against fire suppression. Science Findings. Issue 74/ July 2005. USDA, Pacific Northwest Research Station. Portland, OR.

Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 07.08.2022



ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα, Δασική Έρευνα, Πυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: