![]() |
Παναγιώτης Γαλάνης, Δικηγόρος, Διδάκτωρ και Μεταδιδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ, Διδάσκων Νομικής ΕΚΠΑ info@pgalanislaw.gr , www.pgalanislaw.gr |
1) Η έννοια της δημόσιας δασικής κτήσης[1]
Με την παλιά δασική νομοθεσία, τα εθνικά δασικά οικοσυστήματα αναγνωρίζονταν ως ανήκοντα στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και εδύναντο να μεταβιβαστούν. Με την εισαγωγή του Συντάγματος του 1975, η κατάσταση άλλαξε άρδην, κατά τα ως άνω εκτεθέντα. Κατ’ άρθρο 966 ΑΚ, τα δημόσια δασικά οικοσυστήματα είναι εκτός συναλλαγής πράγματα, ανεπίδεκτα εμπραγμάτων δικαιωμάτων, μεταβίβασης, κατάσχεσης, χρησικτησίας και εν γένει στερούνται εμπορικής κλπ. αξίας[2]. Σαφώς, δεν αποκλείεται η κυριότητα του Δημοσίου σε αυτά, αλλά δεν μπορεί να μεταβιβαστεί το δημόσιο δάσος ούτε να μεταβληθεί ο προορισμός του. Ειδικότερα, το άρθρο 967 ΑΚ δεν κατονομάζει ρητώς τα δασικά οικοσυστήματα ως κοινόχρηστα, ενώ το Σύνταγμα και η δασική νομοθεσία ουδέν διαλαμβάνουν περί της φύσης της δημόσιας δασικής ιδιοκτησίας, όπως δεν οριοθετείται ρητώς η δημόσια και ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου.
Το Δημόσιο ως ιδιοκτήτης δασών, προστατεύει το δασικό κεφάλαιο, ενώ την ιδιοκτησία του αυτή υπαγορεύουν οικονομικοί και δημοσιονομικοί λόγοι, αλλά και λόγοι αειφορικής εκμετάλλευσης. Ωστόσο, δεν λείπουν και οι καταχρήσεις, για κομματικούς και ταμιευτικούς λόγους, όπως και η μη υγιής παρείσφρυση της ιδιωτικής οικονομίας. Στη νομολογία και τη βιβλιογραφία, συναντώνται μάλιστα περιπτώσεις κρατικοποίησης δασών για μεγαλύτερη δασική παραγωγή, δικαιότερη κατανομή των ωφελειών, υιοθέτηση κατάλληλου και αποτελεσματικού ενιαίου συστήματος εκμετάλλευσης των δασών, στο πλαίσιο της επίτευξης του δημόσιου συμφέροντος.
Εξίσου σημαντική με τη δασική ιδιοκτησία είναι η κρατική επιτήρηση των δασών, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Δημοσίου, για την επίτευξη των αναγκών της κοινότητας (επί κοινοτικής δασοπονίας) και την εξυπηρέτηση και τυχόν άλλων αναγκών (π.χ. οδοποιία κλπ.). Μορφές κρατικής επιτήρησης είναι η κατάρτιση ετησίων πινάκων υλοτομίας, αναδάσωσης και δευτερευουσών καρπώσεων με βάση το διαχειριστικό σχέδιο που εγκρίνει η κρατική διοίκηση, αλλά και η περιουσιακή επιτήρηση.
Αξιόλογο τμήμα των δασικού ενδιαφέροντος εδαφών της Χώρας ανήκει σε ιδιώτες, σε αντίθεση με τα λοιπά κοινόχρηστα περιβαλλοντικά αγαθά (μεγάλες λίμες, ποταμοί), τα οποία κατά κανόνα ανήκουν στη δημόσια κτήση.
Η νομολογία του ΣτΕ διχάστηκε αναφορικά με το ζήτημα των δασών. Έτσι, το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ υπήγαγε αδιακρίτως τα δάση και τις δασικές εκτάσεις της χώρας στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους. Η απόφαση του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ επέτρεψε τη μεταβίβαση δημοσίων δασικών εκτάσεων προς το ΤΑΙΠΕΔ εν όψει της οικονομικής τους αξιοποίησης[3]. Έκρινε γενικώς ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγονται στο αυστηρό καθεστώς προστασίας μεν, δεν έχουν όμως σύμφωνα με το Σύνταγμα και την κοινή νομοθεσία, χαρακτήρα κοινοχρήστων πραγμάτων, αλλά αποτελούν, εφόσον ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ, στοιχεία της ιδιωτικής τους περιουσίας δυνάμενα να μεταβιβασθούν, με όλους τους περιορισμούς και τα βάρη που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία τους η εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος και της κοινής νομοθεσίας περί προστασίας δασών.
Πάντως, κρατούσα διατύπωση είναι πως τα δημόσια δάση αποτελούν δημόσια αγαθά και ανήκουν στη δημόσια κτήση είτε ως ιδιόχρηστα όταν εξυπηρετούν τη δασολογική έρευνα και διδασκαλία, είτε ως κοινόχρηστα όταν είναι ελεύθερη η χρήση τους από το κοινό[4].
Είναι εύλογο πως το δάσος βάσει και της ειδικής συνταγματικής προστασίας των δασών (άρθρο 24 του Συντάγματος), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και είτε είναι ιδιόχρηστο, όταν εξυπηρετεί, κυρίως, τη δασολογική έρευνα και διδασκαλία, είτε είναι κοινόχρηστο, όταν είναι ελεύθερη η χρήση του από το κοινό»[5].
Μάλιστα, με τη σταδιακή απεμπόληση της ανάγκης οικονομικού του προορισμού, ο προορισμός του δεν είναι η δημιουργία όσο το δυνατόν περισσοτέρων εσόδων για το Κράτος, αλλά η κοινοχρησία του, δηλαδή η απόλαυσή του ως περιβαλλοντικού αγαθού από τις παρούσες και τις μέλλουσες γενιές. Τα ίδια τα δημόσια δασικά οικοσυστήματα, ως κοινόχρηστα πράγματα, αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο του ζωτικού χώρου του ανθρώπου. Υποστηρίζεται ότι τα ιδιωτικά δασικά οικοσυστήματα διέπονται από καθεστώς «οιονεί κοινοχρησίας» που επιτρέπει, ως προς την ελευθερία απόλαυσης και χρήσης τους, την αντιμετώπισή τους από το δίκαιο όπως τα δημόσια δάση και τα κοινόχρηστα περιβαλλοντικά αγαθά.
Είναι επίσης σαφές πως κάθε προσβολή του δικαιώματος στα κοινόχρηστα αγαθά προστατεύεται όπως το δικαίωμα του ατόμου στην προσωπικότητά του.
Στα δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά, η κοινοχρησία προστατεύεται ως δικαίωμα στην κοινή χρήση. Η δε τυχόν ιδιωτική κτήση επί των περιβαλλοντικών αγαθών δεν είναι ασυμβίβαστη με το κοινωνικό δικαίωμα απόλαυσης του περιβάλλοντος. Δηλαδή στα δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά το δικαίωμα όλων εκτείνεται στην ακώλυτη πρόσβαση και χρήση τους, ενώ ως προς τα ιδιωτικά περιβαλλοντικά αγαθά το δικαίωμα όλων περιορίζεται στην (έμμεση) απόλαυση των ωφελημάτων τους[6], ως έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας[7].
Για τα ιδιωτικά δάση, μολονότι δεν υφίσταται η έννοια της κοινής χρήσης, εντούτοις αναγνωρίζεται η λεγόμενη «οιονεί κοινοχρησία», η οποία στοιχεί και στο αυστηρό συνταγματικό πλαίσιο προστασίας τους. Απαγορεύεται πάλι η μεταβολή του προορισμού τους, ενώ υφίσταται και η αυστηρή δασοπολιτική επιτήρηση του Κράτους. Επιτρέπεται η σύμφωνη με τον προορισμό τους άσκηση του δικαιώματος κυριότητας και κατά τούτο οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί συνάδουν με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ[8]. Επιτρέπεται και η μεταβίβασή τους, αλλά τότε προβλέπεται δικαίωμα προτίμησης του Δημοσίου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 72 Ν. 998/1979, προκειμένου περί ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων πέραν των πενήντα (50) στρεμμάτων, των οποίων οι ιδιοκτήτες επιθυμούν να μεταβιβάσουν ταύτα προς τρίτους δια πωλήσεως, το Δημόσιο αποκτά δικαίωμα προτιμήσεως επί ίσοις όροις για την αγορά τους.
Το δικαίωμα τούτο υφίσταται και ως προς ιδανικά μερίδια των Ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων τα οποία πωλούνται ως τοιαύτα. Το δικαίωμα προτιμήσεως δεν δύναται να ασκηθεί επί ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων που υπήχθησαν σε οικιστική περιοχή ή απετέλεσαν τοιαύτη περιοχή ή επί ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων ανηκόντων σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς δια την παραχώρηση των επί μέρους δασοτεμαχίων στα μέλη τους, εκτός αν συντρέχει περίπτωση άσκησης αυτού κατά τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (παρ. 1). Κάθε ιδιοκτήτης δάσους ή δασικής έκτασης προτιθέμενος να πωλήσει τούτο ή αυτή προς οιονδήποτε τρίτο υποχρεούται να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του αυτή περιεχούσας συνοπτική περιγραφή του προς πώληση δάσους ή δασικής έκτασης με μνείας των τίτλων κτήσεως αυτού ή της απόφασης αναγνώρισης της ιδιοκτησίας του, των στοιχείων του υποψηφίου αγοραστή και του τιμήματος στο οποίο συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί ή πώληση (παρ. 2).
Το Δημόσιο έχει και δικαίωμα εξαγοράς/ανταλλαγής/αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για λόγους διαχείρισης και δασικής/γεωργικής πολιτικής κλπ. (άρθρα 49 επ. Δασικού Κώδικα, ΝΔ 86/1969). Σε κάθε περίπτωση πώλησης δάσους ή δασικής έκτασης ο συντάσσων το συμβόλαιο υποχρεούται να ερευνήσει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου και να κάνει σχετική μνεία στο συμβόλαιο, όπως και να διαβιβάσει αντίγραφο τούτον αμελλητί στον οικείο δασάρχη (παρ. 5). Κατά το άρθρο 280 παρ. 3 Δασικού Κώδικα, απαιτείται και υπεύθυνη δήλωση – επί ποινή απολύτου ακυρότητας της δικαιοπραξίας, στον συμβολαιογράφο, υποχρεούμενος να κάνει μνεία στο συμβόλαιο – ότι ουδέποτε το Δημόσιο διεκδίκησε κυριότητα ή έτερο εμπράγματο δικαίωμα του μεταβιβάζοντος επ’ αυτής και, εφόσον ηγέρθη τοιαύτη διεκδίκηση ή αμφισβήτηση, να δηλώνεται ότι η κυριότητα του μεταβιβάζοντος ή έτερο εμπράγματο δικαίωμα κρίθηκε κατ` έναντι του δημοσίου είτε δι` απόφασης της Διοίκησης, είτε δια τέτοιας οριστικής και τελεσιδίκου των τακτικών δικαστηρίων.
Επί ανυπόστατης μεταβίβασης δημόσιου δάσους, το Δημόσιο μπορεί να καταλάβει απευθείας την έκταση, χωρίς αναγκαιότητα έγερσης αγωγής[9].
Το άρθρο 35 Ν. 998/1979 προβλέπει ειδικά για τα ιδιωτικά δάση που κάηκαν και τις δασικές εκτάσεις ή μέρη τούτων καταστραφέντα από 11 Ιουνίου του 1975, ή καταστρεφόμενα εφεξής (εκ πυρκαγιάς) δεν δύνανται να μεταβιβασθούν εν κατατμήσει, ούτε κατ’ ιδανικά μερίδια, διά δικαιοπραξίας εν ζωή επί τριάκοντα έτη από της τοιαύτης καταστροφής των. Εξαιρείται η μεταβίβαση λόγω αναγκαστικής εκτέλεσης[10]. Προσαρτάται απαραιτήτως πιστοποιητικό της αρμόδιας δασικής αρχής ότι το μεταβιβαζόμενο δεν κατεστράφη εκ πυρκαγιάς μετά την 11ην Ιουνίου 1975 και σε κάθε εφεξής περίπτωση κατά την τελευταία τριακονταετία από της 11ης Ιουνίου 1975, άλλως ή δικαιοπραξία είναι άκυρη (παρ. 2).
Με τις διατάξεις του Ν. 5024/2023 κατέστη επιτρεπτή, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, η εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ήδη δε αναμένεται, στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, η λειτουργία και της σχετικής διαδικτυακής πλατφόρμας για τη δήλωση των προς εξαγορά εκτάσεων εκ μέρους των αναγνωριζομένων ως δικαιούχων. Από τη συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 6-7 και 5 παρ. 2β’ του νόμου συνάγεται ότι η εξαγορά επιτρέπεται ακόμα και σε περίπτωση που εντός του δημοσίου ακινήτου περιλαμβάνεται έκταση δασικού χαρακτήρα, εφόσον αυτή καταλαμβάνει, κατ’ ανώτατο όριο, 20% του συνολικού εμβαδού του, καθώς και σε περίπτωση που εντός του προς εξαγορά δημοσίου ακινήτου περιλαμβάνονται, άνευ ποσοστώσεως, εκτάσεις υπαγόμενες στο εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών της περιβαλλοντικής νομοθεσίας (Ν. 3937/2011, Ν. 1650/1986). Οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 6-7 και 5 παρ. 2β’ του Ν. 5024/2023, που επιτρέπει την απόκτηση από ιδιώτες καταπατημένες κρατικές περιουσίες εντός των οποίων υπάρχουν δάση, δασικές εκτάσεις και ενδιαιτήματα, και η ανάθεση μέριμνας για την προστασία στους ίδιους τους ιδιώτες – καταπατητές, φαίνονται αντιφατικές μεταξύ τους αλλά και αντικείμενες στο Σύνταγμα, στην περιβαλλοντική, δασική, ποινική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, στη νομοθεσία για τον κοινοτικό χαρακτήρα των περιβαλλοντικών αγαθών και στις θεμελιώδεις αρχές της νομιμότητας, της ισότητας και του κράτους δικαίου που διέπουν τη σύνολη οργάνωση, λειτουργία και δράση της δημόσιας διοίκησης.
2) Η σχέση Δασολογίου – Δασικών Χαρτών – Κτηματολογίου
Οι Δασικοί Χάρτες (εφεξής: ΔΧ) προβλέφθηκαν για πρώτη φορά στο εθνικό μας δίκαιο, με τον Ν. 2664/1998 που αφορούσε κατά βάση τα ζητήματα του Εθνικού Κτηματολογίου. Ο σκοπός των ΔΧ είναι η διαχρονική αναγνώριση, οριοθέτηση και καταγραφή των δασών, των δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων – που εμπίπτουν στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας – με σύγχρονες και ακριβείς μεθόδους.
Ο Ν. 998/1979 προβλέπει ρυθμίσεις για την οριοθέτηση των δασικών εκτάσεων. Προβλέπει δε κατά τα ως άνω μία ενδικοφανή διαδικασία για τον χαρακτηρισμό δάσους. Όλες οι διαδικασίες αυτές αποσυνδέονται από εμπράγματα δικαιώματα και δη ιδιοκτησιακά ζητήματα.
Μετά το 2001, προστέθηκε ως τέταρτο εδάφιο στην παρ. 1 άρθρου 24 του Συντάγματος η υποχρέωση κατάρτισης δασολογίου. Συστηματικά η αποτελεσματική προστασία και διαχείριση του δασικού πλούτου της χώρας συνδέεται και διασφαλίζεται με την κατάρτιση του δασολογίου, στο οποίο αποτυπώνονται τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της χώρας, κατόπιν έγκυρης απογραφής τους κατά τρόπο συστηματικό και σύμφωνο με τους κανόνες της δασικής επιστήμης και τεχνικής και δεσμευτικό, τόσο για τη Διοίκηση όσο και για τους διοικούμενους[11].
Έχει κριθεί πως η παρατεταμένη παράλειψη της διοίκησης να καταρτίσει το Γενικό Δασολόγιο (που είναι ένα «σύνθετο και μείζον έργο» κατάληξη μιας σειράς διοικητικών ενεργειών), ως όφειλε με βάση το Σύνταγμα ακόμη και όταν απουσιάζει σχετική κανονιστική ρύθμιση συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Η νομολογία εξαρχής συνδέει τη δασική προστασία με το δασολόγιο και διακρίνει το δασολόγιο από εκείνη της κατάρτισης του Κτηματολογίου[12].
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία:
- με τους βασικούς Ν. 2308/1995 και 2664/1998 θεσπίσθηκε το νομικό πλαίσιο αφενός της διαδικασίας κτηματογράφησης, κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται με τη συλλογή των απαραίτητων στοιχείων η ακριβής και ασφαλής αποτύπωση της ακίνητης ιδιοκτησίας, χωρίς να κρίνεται το ζήτημα του ιδιοκτήτη ή της φύσης της έκτασης και της χρήσης της και αφετέρου της λειτουργίας του συστήματος του Εθνικού Κτηματολογίου, ως συστήματος νομικών και άλλων πληροφοριών για τα ακίνητα όλης της Επικράτειας[13].
- Η πράξη, με την οποία κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση περισσότερες περιοχές της χώρας, αποτελεί σώρευση ατομικών διοικητικών πράξεων, η προσβολή της οποίας γεννά ακυρωτική διαφορά, δεδομένου ότι δεν ενέχει αμφισβήτηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, αλλά αμφισβήτηση συμφωνίας της με τις συνταγματικές διατάξεις για την προστασία του δασικού πλούτου της Χώρας. Από πλευράς δε νομικής φύσης της διαδικασίας κτηματογράφησης έγινε δεκτό ότι αυτή συνιστά σύνθετη διοικητική ενέργεια.
- Οι ΔΧ θα πρέπει να καταρτιστούν και να κυρωθούν σύμφωνα με τα κριθέντα στη ΣτΕ Ολ 32/2013, δηλαδή χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πράξεις που έχουν εκδοθεί υπό την ισχύ των κριθέντων ως αντισυνταγματικών διατάξεων του Ν. 3208/2003.
- Η κατάρτιση δασικών χαρτών και Δασολογίου πρέπει να προηγηθεί της ολοκλήρωσης του Κτηματολογίου, όχι όμως και της κίνησης της διαδικασίας κτηματογράφησης, η οποία κατατείνει στην κατάρτιση και λειτουργία του Κτηματολογίου[14]. Διευκρινίζεται ότι η ενεργοποίηση της λειτουργίας του Κτηματολογίου κωλύεται από την έλλειψη δασικών χαρτών και την απουσία Δασολογίου. Η έλλειψη δασικών χαρτών δεν συνιστά νομικό κώλυμα για την κίνηση και πρόοδο της διαδικασίας του Κτηματολογίου, αλλά μόνο για την περαίωση της κτηματογράφησης.
- Οι δύο διαδικασίες εμφανίζουν διαφορετικούς χρόνους υλοποίησης με τη διαδικασία της κτηματογράφησης να έχει μεγαλύτερη πρόοδο έναντι εκείνης της κατάρτισης των δασικών χαρτών, των οποίων η κατάρτιση καθυστερεί.
- Οι δύο διαδικασίες κατατείνουν σε διαφορετικούς σκοπούς, η μεν πρώτη στη διασφάλιση του βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος, η δε δεύτερη στη διασφάλιση της δημόσιας πίστης και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας[15].
- Η αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία η χρονική προτεραιότητα του Δασολογίου έναντι του Κτηματολογίου έχει την έννοια του παντελούς αποκλεισμού της παράλληλης εξέλιξης των δύο διαδικασιών, θα καθυστερούσε υπερμέτρως την κτηματογράφηση της χώρας και, μάλιστα, χωρίς αποχρώντα λόγο, αφού για την προστασία των δασών αρκεί η κατάρτιση δασικών χαρτών σε χρόνο πρόσφορο, ώστε αυτοί να αποτελέσουν βάση εγγραφής ιδιοκτησιακού δικαιώματος του Δημοσίου ή μέσο ώστε να αποκρουσθεί αποτελεσματικά η εγγραφή ανύπαρκτου δικαιώματος τρίτου επ’ αυτών[16].
Η κατάρτιση των ΔΧ πρέπει να προηγείται του Κτηματολογίου, καθώς η δασική μορφή μίας έκτασης συνδέεται άρρηκτα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της. Ο Δασικός Χάρτης αποτυπώνει τη μορφολογία του εδάφους με σκοπό την εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας στις υπαγόμενες εκτάσεις μέσω του δασολογίου. Το δασολόγιο καταρτίζεται με βάση τους δασικούς χάρτες, που είναι το προαπαιτούμενό του[17] και συνιστά δηλ. την κατάληξη των δασικών χαρτών. Καταχωρούνται σε αυτά τα εμφαινόμενα στον δασικό χάρτη δάση/δασικές εκτάσεις και σημειώνονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δασικής βλάστησης των εκτάσεων. Δεν αποτελεί επ’ ουδενί απλή συρραφή των υφισταμένων δασικών χαρτών, αλλά σύνθεσή τους κατά τρόπο συστηματικό, με την προσθήκη «θεματικών και πληροφοριακών δεδομένων»[18]. Η συνθετική μάλιστα αυτή και πρωτότυπη διοικητική εργασία γίνεται με βάση τους ορισμούς του δάσους και της δασικής έκτασης[19], όπως ισχύουν. Απαιτείται επιστημονική τεκμηρίωση και συνιστά πολυεπίπεδο εγχείρημα.
Κτηματολόγιο και κατάρτιση δασικών χαρτών ως διαδικασίες διακρίνονται σαφώς. Η δασική χαρτογράφηση αποτελεί διασφάλιση βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος, το δε Κτηματολόγιο αποτελεί διασφάλιση βιώσιμου οικιστικού περιβάλλοντος αποβλέποντας, όμως, παραλλήλως και στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, χωρίς την οποία η διαμόρφωση βιώσιμου οικιστικού περιβάλλοντος δεν είναι νοητή. Συνεπώς, το τελευταίο φέρει διττή λειτουργία. Οι δύο διαδικασίες δεν μπορούν να ιεραρχηθούν με βάση τη σημασία τους, ούτε το κύρος τους, αφού αμφότερες προβλέπονται συνταγματικώς και στηρίζονται στην εφαρμογή ενιαίας πολιτικής, ενώ είναι αλληλένδετες[20].
Στο Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο, προέχον είναι όχι το προσωποκεντρικό σύστημα, αλλά το κτηματοκεντρικό. Περιέχει κανόνες αναγκαστικού δικαίου[21], ενώ εφαρμόζονται σε αυτό σημαντικοί κανόνες του διοικητικού δικαίου, όπως η αρχή της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης[22] και η αρχή της φειδούς[23]. Ταυτόχρονα, ισχύουν στο ακέραιο όλες οι αρχές του Δικαίου Περιβάλλοντος, αλλά και η αρχή της αναγνώρισης της προηγούμενης οθωμανικής νομοθεσίας ως προγενέστερης ημεδαπής, δυνάμει και των αρχών της διαδοχής κράτους.
Με τον Ν. 3818/2010 προβλέφθηκε ότι η εταιρεία “ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ” θέτει σε λειτουργία σύστημα τηλεπισκοπικής περιοδικής χαρτογράφησης του Νομού Αττικής και ενημερώνει κάθε δύο (2) μήνες, και συγκεκριμένα μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε δεύτερου μήνα από την έναρξη της λειτουργίας του συστήματος, την Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων του άρθρου 7 για κάθε νέο κτίσμα που εντοπίζεται σε γήπεδο κείμενο εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οριοθετημένου οικισμού. Το σύστημα τηλεπισκοπικής χαρτογράφησης μπορεί να επεκτείνεται και σε άλλες περιοχές της Ελληνικής Επικράτειας που πλήττονται από πυρκαγιές με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, και Ενέργειας, στην οποία καθορίζονται τα εδαφικά όρια, η χρονική διάρκεια και η περιοδικότητα των χαρτογραφήσεων (άρθρο 4 παρ. 1 και 3).
Τέλος, για τη δήλωση ιδιοκτησίας του Δημοσίου επί των εκτάσεων, νόμιμο τίτλο αποτελεί, πέραν των πράξεων χαρακτηρισμού του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, πράξεων αναδάσωσης κλπ., όπου υπάρχουν (οι οποίες αποσπασματικά εκδόθηκαν κατά το μεταβατικό καθεστώς μέχρι την κύρωση των δασικών χαρτών και τη σύνταξη του δασολογίου και καταλαμβάνουν, πάντως, κατά τρόπο περιορισμένο και μη συστηματικά αποτυπούμενο τις δασικές περιοχές της Χώρας), η κύρωση των δασικών χαρτών, επί των οποίων αποτυπώνονται με πληρότητα και ακρίβεια τα όρια και η φύση των δασικών περιοχών. Ως εκ τούτου, σε υπό κτηματογράφηση περιοχές στερούμενες δασικού χάρτη, ελλείπει ο νόμιμος τίτλος για τη δήλωση των δασικών περιοχών, επί των οποίων υφίσταται το τεκμήριο ιδιοκτησίας του Δημοσίου[24]. Εξάλλου, από καμία διάταξη του νόμου αυτού δεν διασφαλίζεται ότι, ελλειπόντων των κυρωμένων δασικών χαρτών και άλλων συναφών διοικητικών πράξεων και υφισταμένων λοιπών στοιχείων (όπως υπό κατάρτιση ή καταρτισθείς και μη κυρωθείς δασικός χάρτης ή μόνο στοιχεία αεροφωτογράφησης και χαρτογράφησης που τεκμηριώνουν τον δασικό χαρακτήρα μιας περιοχής), η δήλωση του Δημοσίου θα καταγραφεί. Η διοικητική πράξη, με την οποία χαρακτηρίζεται ή διαπιστώνεται ο δασικός χαρακτήρας έκτασης, αποτελεί και νόμιμο τίτλο του εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας επί των εκτάσεων σε περιοχές που ισχύει το ως άνω μαχητό τεκμήριο κυριότητας, η ανατροπή του οποίου εναπόκειται στον ιδιώτη που επικαλείται ίδιο δικαίωμα.
[1] Π. Γαλάνης, Δασικό Δίκαιο, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2024.
[2] Βλ. ΑΠ 572/1957.
[3] ΣτΕ 4883/2014 Τμ. Δ’, βλ. και ΣτΕ 878/2016, 1129-56/2016.
[4] ΣτΕ 805/2016.
[5] ΑΠ 1453/2010.
[6] ΑΠ 1731/2006 ΝοΒ 2007, 353.
[7] Α. Παπαθανασόπουλος, ό.π.
[8] ΟλΣτΕ 2009/2003.
[9] ΓνωμΝΣΚ 829/1979
[10] ΑΠ 609/1998, ΟλΝΣΚ 86/2013, 222/2010 κλπ.
[11] Βλ. και ΣτΕ 805-8/2016 7μ., 1203/2017, 1543/2017.
[12] ΣτΕ 2818/1997, βλ. και Πρακτικό Επιτροπής Συμμόρφωσης του ΣτΕ υπ’ αριθμ. 9/2004.
[13] ΟλΣτΕ 3829, 3831, 3832/1997.
[14] ΣτΕ 2236/2018.
[15] Βλ. και ΣτΕ 881/2019, 902/2019, 3829, 3831, 3832/1997.
[16] ΣτΕ 881/2019.
[17] ΣτΕ 1942/2017, 1975-7/2017, 685/2019.
[18] ΟλΣτΕ 3973/2009, βλ. και ΣτΕ ΕΑ 202/2005, που ανέστειλε την Εγκύκλιο που αφορούσε τον επανέλεγχο των έως τότε καταρτισθέντων δασικών χαρτών.
[19] ΟλΣτΕ 3973/2009.
[20] ΣτΕ 2236/2018 Τμ. Ε΄ επταμ. [Παρατ.: Ε.-Α. Μαριά], ΠερΔικ 4/2018, 634.
[21] ΑΠ 845/2019.
[22] ΣτΕ 92/2016.
[23] ΣτΕ 1421/2013, 1492/2013, 2814/2013, 1733/2012, 4448/2010, 293/2009.
[24] ΣτΕ 4959/2013.
Categories: Νομοθεσία
