ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ (IV)

ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ
Μια αντιπεριβαλλοντική ρύθμιση
στο Δασικό Δίκαιο

Συστηματική επεξεργασία υ.α. 153394/919/12.04.2017

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Νικόλαος Θεοφάνους
Δασολόγος

(Μέρος 4ο από τα 4α*)

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

XII. Παρεμπίπτουσες ρυθμίσεις – Διαδικασία διορθώσεως των πρώτων οκτώ περιπτώσεων «πρόδηλων σφαλμάτων»[K1-K75]

Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις αποκαταστάσεως των οκτώ πρώτων «πρόδηλων σφαλμάτων» [Κ1-Κ4]

Β. Το κείμενο για τη διαδικασία διόρθωσης υπό στοιχεία Β1 έως Β8 [Κ5]

Γ.  Πεδίο τεχνικής επεξεργασίας [Κ6]

Δ. Πεδίο νομικής επεξεργασίας [Κ7-Κ75]

XIII. Περίπτωση ένατη «πρόδηλου σφάλματος»  [Θ1-Θ71]

Α.  Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως [Θ1-Θ3]

Α1. Κείμενο υπό Α9 της υπουργικής αποφάσεως [Θ4]

Α2. Αντίστοιχο κείμενο υπό Β9 υπουργικής αποφάσεως [Θ5]

Β. Τεχνικό πεδίο επεξεργασίας [Θ6-Θ9]

Γ.  Νομικό πεδίο επεξεργασίας [Θ10-Θ68]

Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας [Θ69-Θ71]

XIV. Επίλογος  [Επ1-Επ8]

Παράρτημα

| Μέρος 1ο | – | Μέρος 2ο | – | Μέρος 3ο | – | Μέρος 4ο |

Ημερομηνία δημοσίευσης: 10.10.2017

ΧΙΙ. Παρεμπίπτουσες ρυθμίσεις – Διαδικασία διορθώσεως των πρώτων οκτώ περιπτώσεων «πρόδηλων σφαλμάτων» (υ.α. 153394/919/12.04.2017)
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις αποκαταστάσεως των οκτώ πρώτων «πρόδηλων σφαλμάτων»
Κ1 Η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση εισάγει ρυθμίσεις για την αποκατάσταση των οκτώ πρώτων «πρόδηλων σφαλμάτων»[1]. Έχει επιλεγεί ορισμένη ενιαία διαδικασία διορθώσεως των συγκεκριμένων «πρόδηλων σφαλμάτων». Κύριο χαρακτηριστικό της εισαγόμενης αποκαταστατικής διαδικασίας είναι η κατά στάδια διόρθωση, στάδια που καθορίζονται με συγκεκριμένα κριτήρια. Πρόκειται για μια εξωδικαστική διορθωτική διαδικασία με αντικείμενο τα συγκεκριμένα οκτώ «πρόδηλα σφάλματα».
Ακολουθώντας τη νομοτεχνική διάρθρωση της υπουργικής αποφάσεως 153394/919/12.04.2017, διακόπτουμε την ερμηνευτική προσέγγιση του συνόλου των «πρόδηλων σφαλμάτων», με στόχο την αντίστοιχη προσέγγιση της αποκαταστατικής διαδικασίας υπό Β1 έως Β8. Για το ένατο «πρόδηλο σφάλμα» υπάρχουν αναπτύξεις μετά την παρούσα ενότητα.
Κ2 Ο εντοπισμός των σφαλμάτων γίνεται είτε αυτεπαγγέλτως από την οικεία δασική υπηρεσία είτε κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερομένων.
Κ3 Σχετικές αρμοδιότητες απονέμονται μόνο σε δασικά όργανα. Πρόκειται για:
Το Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών.
Τη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Τη Διεύθυνση Δασικών Έργων και Υποδομών του Υ.Π.ΕΝ.
Το Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Τις ΕΠ.Ε.Α.
Τα ιδιωτικά γραφεία εκπόνησης δασικών μελετών (στο βαθμό που κατ΄ ανάθεση ασκούν αρμοδιότητες των δασικών οργάνων υπό την εποπτεία των τελευταίων).
Κ4 Ενώ πρόκειται για διόρθωση «πρόδηλων σφαλμάτων», το σχετικό κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό στοιχεία Β1 έως Β8 αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά στην κρίση, αν το επικαλούμενο ως «πρόδηλο σφάλμα» είναι πράγματι πρόδηλο.
Β. Το κείμενο για τη διαδικασία διόρθωσης υπό στοιχεία Β1 έως Β8
Κ5 Το κείμενο της υπουργικής αποφάσεως 153394/919/12.04.2017 με αντικείμενο τη διαδικασία διορθώσεως υπό στοιχεία Β1 έως Β8 έχει ως εξής:
«Η διαδικασία διόρθωσης των ανωτέρω υπό στοιχεία Β1 έως Β8 που ακολουθείται είναι η εξής:
α. Εφόσον ο δασικός χάρτης είναι θεωρημένος, αλλά όχι αναρτημένος όλες οι ανωτέρω ενέργειες εκτελούνται αυτεπάγγελτα από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών.
Ο νέος διορθωμένος δασικός χάρτης θεωρείται, καταργούμενης της προηγούμενης θεώρησης και κοινοποιείται στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρηση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησηςκαι στη Διεύθυνση Δασικών Έργων και Υποδομών του Υ.Π.ΕΝ., συνοδευόμενος από σχετική έκθεση.
β. Στην περίπτωση που ο δασικός χάρτης έχει αναρτηθεί και δεν έχει ξεκινήσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων, όλες οι ανωτέρω περιπτώσεις προωθούνται, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, με εισήγηση του τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών αναδεικνύοντας το σφάλμα, στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ζητώντας τη θετική γνωμοδότησή της.
Στη συνέχεια προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης .
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Κατόπιν της σχετικής έγκρισης, ο δασικός χάρτης θεωρείται από την Δ/νση Δασών με τα νέα στοιχεία και επαναλαμβάνεται η ανάρτηση, διατηρώντας, κατά προτίμηση, τις προθεσμίες έναρξης της υποβολής των αντιρρήσεων.
γ. Εφόσον ο δασικός χάρτης έχει αναρτηθεί και έχει ξεκινήσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων, όλες οι ανωτέρω περιπτώσεις που είτε: i. αυτεπάγγελτα διαπιστώνονται από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών, ii. διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Δ/νση Δασών, iii. έχουν υποβληθεί ως αντιρρήσεις, προωθούνται από την αρμόδια Δ/νση Δασών στην ΕΠ.Ε.Α, συνοδευόμενες από σχετικό υπόμνημα με το αιτιολογικό της υπαγωγής τους στις περιπτώσεις πρόδηλου σφάλματος.
δ. Eφόσον η ΕΠ.Ε.Α . έχει περατώσει τις εργασίες της κατά την ανάρτηση του δασικού χάρτη και έχει παρέλθει ο χρόνος λειτουργίας της και ο δασικός χάρτης βρίσκεται στο στάδιο της διόρθωσης και συμπλήρωσής του με τις αποφάσεις της, για τις περιπτώσεις που είτε: i. αυτεπάγγελτα διαπιστώνονται από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών ή ii. διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Δ/νση Δασών, η αρμόδια Δ/νση Δασών υποβάλλει εισήγηση στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναδεικνύοντας το πρόδηλο σφάλμα και ζητώντας τη γνωμοδότησή της.
Στη συνέχεια η ως άνω εισήγηση συνοδευόμενη από την γνωμοδότηση προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας με την έκδοση της σχετικής έγκρισης διορθώνεται ο δασικός χάρτης από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών κατά το τμήμα που αφορά.
Στις περιπτώσεις κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου δ, κατά τις οποίες η τροποποίηση του δασικού χάρτη έχει σαν αποτέλεσμα τη μεταβολή του θεματικού περιεχομένου του, ανακαλείται η ανάρτηση για τα εδαφικά τμήματα που αφορά η διόρθωση και ενεργείται νέα ανάρτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 19 του ν. 3889/2010, για τα τμήματα αυτά.
Τέλος, στην περίπτωση ανάθεσης σχετικών εργασιών σε ιδιωτικά γραφεία εκπόνησης δασικών μελετών κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 ή 4 άρθρου 13 ν. 3889/2010 εισήγηση με ανάδειξη των ανωτέρω πρόδηλων σφαλμάτων υποβάλλεται από τον ανάδοχο στην Διευθύνουσα Υπηρεσία, η οποία την προωθεί σύμφωνα με τα προαναφερθέντα».
Γ. Πεδίο τεχνικής επεξεργασίας
Κ6 Η ισχύς της εξεταζόμενης υπουργικής απόφασης ξεκίνησε από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 21η Απριλίου 2017 (Β΄1366). Η ανάρτηση των δασικών χαρτών του 35% της χώρας ξεκίνησε στις 13 Ιανουαρίου 2017 και συνεχίστηκε μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 2017, οπότε και αναρτήθηκαν οι δασικοί χάρτες της Διεύθυνσης Δασών Χαλκιδικής. Για την τελευταία αυτή ανάρτηση, η περίοδος υποβολής αντιρρήσεων ξεκίνησε την 28η Φεβρουαρίου 2017. Μετά από πέντε διαδοχικές παρατάσεις, η περίοδος υποβολής αντιρρήσεων για το σύνολο των αναρτημένων δασικών χαρτών ολοκληρώθηκε την 25η Σεπτεμβρίου 2017.
Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι για τους δασικούς χάρτες του 35% της χώρας, η διαδικασία διορθώσεως των πρώτων οκτώ περιπτώσεων «πρόδηλων σφαλμάτων» περιλαμβάνει μόνο τα στάδια υπό στοιχεία (γ) και (δ). Τα στάδια (α) και (β) δεν εφαρμόζονται, διότι οι συγκεκριμένοι δασικοί χάρτες θεωρήθηκαν, αναρτήθηκαν και ξεκίνησε η υποβολή αντιρρήσεων πριν τη δημοσίευση της εξεταζόμενης υ.α. Το στάδιο (α), που προβλέπει την αυτεπάγγελτη διόρθωση από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των δασικών χαρτών που θεωρήθηκαν μετά τη δημοσίευση της υ.α. ή θα θεωρηθούν μελλοντικά. Αντίστοιχα, το στάδιο (β), που προβλέπει τη διόρθωση είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, θα εφαρμοστεί στις περιπτώσεις των δασικών χαρτών που θα αναρτηθούν μετά τις 12 Οκτωβρίου και εφόσον δεν ακολουθήσει εκ νέου τροποποίηση της όλης διαδικασίας.
Για τη διαδικασία διόρθωσης των «πρόδηλων σφαλμάτων», ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπ’ αριθ. 160547/2378/ 06.10.2017 (ΑΔΑ: ΩΔ0Ι4653Π8-ΤΓΣ) εγκύκλιος του αναπληρωτή υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας με θέμα: «Διαδικασίες και χειρισμός στοιχείων μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αντιρρήσεων των αναρτημένων δασικών χαρτών». Η εγκύκλιος αναφέρει ότι οι ηλεκτρονικές εφαρμογές καταχώρισης στοιχείων, θα παραμείνουν ανοικτές για χειρισμό από τις Δ/νσεις Δασών, τα ΣΥΑΔΧ και τα οικεία Δασαρχεία και για την εισαγωγή όλων των προβλεπόμενων στοιχείων, έως και την 25η Οκτωβρίου 2017. Εντός της ανωτέρω περιόδου, θα μπορούν να καταχωρίζονται, αυτεπαγγέλτως, οποιαδήποτε εδαφοτεμάχια, για τα οποία θα διαπιστωθεί ότι συγκεντρώνουν τα κριτήρια υπαγωγής τους σε κατηγορία «πρόδηλου σφάλματος». Η σχετική διαπίστωση μπορεί να προκληθεί, ακόμα και κατόπιν υποβολής απλού αιτήματος πολίτη ή φορέα, συνοδευόμενου από τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία.
Οι Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠ.Ε.Α.), όπως αναφέρει η παραπάνω εγκύκλιος, πρέπει να έχουν συσταθεί μέχρι τις 16 Οκτωβρίου 2017 (εντός 20 ημερών από την ημερομηνία λήξης υποβολής αντιρρήσεων). Για δέκα ημέρες μετά την προθεσμία σύστασης των ΕΠ.Ε.Α., η ηλεκτρονική εφαρμογή καταχώρισης στοιχείων των εκτάσεων που θα διαπιστωθεί (αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν υποβολής αιτήματος) ότι συγκεντρώνουν τα κριτήρια υπαγωγής τους σε κατηγορία «πρόδηλου σφάλματος», θα παραμείνει ανοικτή για χειρισμό από τις Δ/νσεις Δασών, τα ΣΥΑΔΧ και τα οικεία Δασαρχεία.
Στο κείμενο της εξεταζόμενης υ.α. με αντικείμενο τη διαδικασία διόρθωσης υπό στοιχεία Β1 έως Β8 «πρόδηλων σφαλμάτων» δεν υπάρχει αναφορά για τις ηλεκτρονικές εφαρμογές καταχώρισης στοιχείων για τις εκτάσεις που συγκεντρώνουν τα κριτήρια υπαγωγής τους σε κατηγορία «πρόδηλου σφάλματος».
Στο κείμενο του τέταρτου (δ) σταδίου της διαδικασίας διόρθωσης, προβλέπεται ότι η αρμόδια Δ/νση Δασών υποβάλλει εισήγηση (ανοίγοντας εκ νέου ολόκληρη τη διαδικασία αποκατάστασης του συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος») στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναδεικνύοντας το «πρόδηλο σφάλμα» και ζητώντας τη γνωμοδότησή της. Με δεδομένο ότι η παραπάνω διαδικασία κινείται μετά την ολοκλήρωση των αποφάσεων των ΕΠ.Ε.Α. ανακύπτει το ζήτημα εάν η ηλεκτρονική εφαρμογή καταχώρισης στοιχείων θα λειτουργήσει εκ νέου, πράγμα που δεν προβλέπεται στην υ.α. Όπως, επίσης, δεν προβλέπεται στην ίδια υ.α. η λειτουργία της ηλεκτρονικής εφαρμογής καταχώρισης στοιχείων για τις επίμαχες εκτάσεις.
Δ. Πεδίο νομικής επεξεργασίας
1. Γενικά για τις εισαγόμενες ρυθμίσεις
Κ7 Η διαδικασία διορθώσεως των πρώτων οκτώ περιπτώσεων των  λεγόμενων «πρόδηλων σφαλμάτων» προσδιορίζεται στο κείμενο της υπουργικής αποφάσεως 153394/919/12.04.2017 κατά στάδια, υπό στοιχεία α έως δ, ως εξής:
α. Δασικός χάρτης θεωρημένος, αλλά όχι αναρτημένος.
β. Δασικός χάρτης αναρτημένος, χωρίς έναρξη προθεσμίας υποβολής αντιρρήσεων.
γ. Δασικός χάρτης αναρτημένος ενώ, υπάρχει έναρξη διαδικασίας υποβολής αντιρρήσεων.
δ. Περάτωση εργασιών ΕΠ.Ε.Α. κατά την ανάρτηση δασικού χάρτη.
Κ8 Από την εισαγόμενη αυτή ρύθμιση είναι φανερό ότι η υπουργική απόφαση κατανέμει τη διαδικασία διορθώσεως των πρώτων οκτώ «πρόδηλων σφαλμάτων» σε τέσσερα στάδια. Η σχετική κατανομή βασίζεται σε κριτήρια όπως η θεώρηση, η ανάρτηση, η έναρξη προθεσμίας υποβολής αντιρρήσεων, καθώς και η περάτωση των εργασιών των ΕΠ.Ε.Α.
Κ9 Πρόκειται για ένα σύνολο ρυθμίσεων που, μεταξύ πολλών άλλων, χαρακτηρίζεται από ένα «σύστημα διαδικασίας»[2], εξωδικαστικό[3], ενδοδασικό[4], λεπτομερέστατο[5], απρόθεσμο[6], αποκαταστατικό οκτώ «πρόδηλων σφαλμάτων».
Στη συνέχεια προσεγγίζουμε ερμηνευτικά καθένα από τα τέσσερα αυτά στάδια.
2. Στάδιο πρώτο (Β1 έως Β8 υπό α)
α. Οι εισαγόμενες ρυθμίσεις
Κ10 Στο πρώτο αυτό στάδιο διορθώσεως των πρόδηλων σφαλμάτων υπό Β1 έως Β8 εισάγονται οι ακόλουθες δύο ρυθμίσεις:
Ρύθμιση πρώτη (πριν τη διόρθωση): «Εφόσον ο δασικός χάρτης είναι θεωρημένος, αλλά όχι αναρτημένος όλες οι ανωτέρω ενέργειες εκτελούνται αυτεπάγγελτα από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών».
Κ11 Ρύθμιση δεύτερη: (μετά τη διόρθωση): «Ο νέος διορθωμένος δασικός χάρτης θεωρείται, καταργούμενης της προηγούμενης θεώρησης και κοινοποιείται στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρηση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και στη Διεύθυνση Δασικών Έργων και Υποδομών του Υ.Π.ΕΝ., συνοδευόμενος από σχετική έκθεση».
β. Παρατηρήσεις στις εισαγόμενες ρυθμίσεις του πρώτου σταδίου
Κ12 Η υπουργική απόφαση ρυθμίζει την αποκατάσταση των οκτώ «πρόδηλων σφαλμάτων», εφόσον ο δασικός χάρτης είναι θεωρημένος αλλά όχι αναρτημένος. Άρα πρόκειται για στάδιο που εξελίσσεται εντός της δασικής υπηρεσίας.
Κ13 Αρμοδιότητα για την αποκατάσταση παρέχεται στο Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διευθύνσεως Δασών.
Κ14 Το τμήμα αυτό οφείλει να λειτουργεί αυτεπάγγελτα. Ωστόσο, για την αυτεπάγγελτη κίνηση της σχετικής αποκαταστατικής διαδικασίας απαιτείται ο εντοπισμός του συγκεκριμένου πρώτου «πρόδηλου σφάλματος». Για τον παραπάνω εντοπισμό απαιτείται σχετική πληροφόρηση, που μπορεί να προέρχεται από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο ή από την αρμόδια δασική υπηρεσία.
Κ15 Η αυτεπάγγελτη λειτουργία αναφέρεται σε «όλες τις ανωτέρω ενέργειες». Για τον προσδιορισμό «όλων των ανωτέρω ενεργειών» θα έπρεπε να αναφερθούμε σε καθένα από τα οκτώ «πρόδηλά σφάλματα». Για λόγους οικονομίας της εξεταστέας ύλης περιοριζόμεθα στο πρώτο «πρόδηλο σφάλμα»:
Κ16 Στην περίπτωση του πρώτου «πρόδηλου σφάλματος» οι προβλεπόμενες ενέργειες είναι οι ακόλουθες:
Έλεγχος και εξασφάλιση της καλύτερης γεωμετρικής ακρίβειας του νέου χαρτογραφικού υλικού (υπό Β1, εδ. β΄).
Αυτός ό έλεγχος και αυτή η εξασφάλιση πραγματοποιούνται:
Με μετρήσεις εδάφους·
με τον προσδιορισμό και τη μέτρηση των ίδιων φωτοσταθερών στα δύο υπόβαθρα·
με τη σύγκριση μεταξύ τους·
με φωτοερμηνεία αναγνωρίζονται φωτοσημεία (ή άλλα χαρακτηριστικά αναγόμενα στη μορφολογία του εδάφους), από τα οποία εξαρτώνται οι οριογραμμές κατά τη μεταφορά τους (υπό Β1, εδ. γ).
Κ17 Όλες οι προηγούμενες ενέργειες, που εκτελούνται αυτεπάγγελτα, ανήκουν στην αρμοδιότητα του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών.
Κ18 Μετά την εκτέλεση των ενεργειών αυτών υπάρχει ένας νέος διορθωμένος δασικός χάρτης στα επίμαχα σημεία. Αυτός ο νέος χάρτης αφενός θεωρείται, αφετέρου καταργείται η προηγούμενη θεώρηση.
Κ19 Η υπουργική απόφαση προβλέπει σύνταξη σχετικής εκθέσεως, στην οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται όλες οι ενέργειες, καθώς και η διαδικασία που τηρήθηκε. Η  σχετική έκθεση πρέπει να είναι ακριβής, σαφής και πλήρης και προφανώς να βρίσκεται σε αντιστοιχία με την εκτέλεση των ενεργειών αποκαταστάσεως του πρώτου «πρόδηλου σφάλματος».
Κ20 Ακολουθούν δύο κοινοποιήσεις του νέου διορθωμένου δασικού χάρτη. Πρώτη κοινοποίηση στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρηση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης· δεύτερη κοινοποίηση στη Διεύθυνση Δασικών Έργων και Υποδομών του Υ.Π.ΕΝ.
Κ21 Σημαντικά χαρακτηριστικά του πρώτου αυτού αποκαταστατικού σταδίου είναι ότι δεν περιλαμβάνεται κανένα στοιχείο σε σχέση με τους φορείς των επίμαχων εκτάσεων, καμία πληροφόρησή τους, καθώς και καμία πρόβλεψη για τη χρονική διάρκεια της όλης αποκαταστάσεως.
Ειδικότερα, η απουσία οποιασδήποτε πληροφορήσεως συνιστά ένα σοβαρότατο κενό στην όλη σχετική αποκαταστατική διαδικασία. Το δικαίωμα στην πληροφόρηση (ως απότοκο του δικαιώματος ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας), προσλαμβάνει εδώ τη μορφή αιτημάτων των ενδιαφερομένων για να αποσπάσουν σχετική πληροφορία για την όποια διόρθωση έχει ήδη επέλθει χωρίς τη δική τους συμμετοχή στο συγκεκριμένο δασικό χάρτη[7]. Εξάλλου, το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας (ως πηγή γνώσης αλλά και ως συμμετοχή της διοικήσεως στη διάδοση της γνώσης), ανάγεται σε ένα ατομικό συμμετοχικό δικαίωμα, που θεμελιώνει αξιώσεις του φορέα του σε περίπτωση προσβολής του[8].
3. Στάδιο δεύτερο (Β1 έως Β8 υπό β)
α. Οι εισαγόμενες ρυθμίσεις
Κ22 Στο δεύτερο αυτό στάδιο διορθώσεως των «πρόδηλων σφαλμάτων» υπό Β1 έως Β8 εισάγονται οι ακόλουθες τέσσερις ρυθμίσεις:
Ρύθμιση πρώτη (διαδικασία αναδείξεως του σφάλματος)
«Στην περίπτωση που ο δασικός χάρτης έχει αναρτηθεί και δεν έχει ξεκινήσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων, όλες οι ανωτέρω περιπτώσεις προωθούνται, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, με εισήγηση του τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών αναδεικνύοντας το σφάλμα, στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ζητώντας τη θετική γνωμοδότησή της».
Ρύθμιση δεύτερη (προώθηση προς έγκριση)
Κ23 «Στη συνέχεια προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης».
Ρύθμιση τρίτη (περίπτωση διαφωνίας)
Κ24 «Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης».
Ρύθμιση τέταρτη (ενέργειες μετά την έγκριση)
Κ25 «Κατόπιν της σχετικής έγκρισης, ο δασικός χάρτης θεωρείται από την Δ/νση Δασών με τα νέα στοιχεία και επαναλαμβάνεται η ανάρτηση, διατηρώντας, κατά προτίμηση, τις προθεσμίες έναρξης της υποβολής των αντιρρήσεων».
β. Παρατηρήσεις στις εισαγόμενες ρυθμίσεις του δεύτερου σταδίου
Κ26 Το δεύτερο αυτό στάδιο αποκαταστάσεως «πρόδηλων σφαλμάτων» ρυθμίζει περιπτώσεις, που ο δασικός χάρτης έχει αναρτηθεί και δεν έχει ξεκινήσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων.
Οι περιπτώσεις αυτές κινούνται είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου.
Κ27 Απαιτείται εισήγηση του τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών, αναδεικνύοντας το σφάλμα. Η εισήγηση αυτή είναι  ένα εξαιρετικά σημαντικό κείμενο. Πρέπει να είναι ακριβής, πλήρης και σαφής και οπωσδήποτε αιτιολογημένη, σε σχέση με περιεχόμενο του συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος». Επίσης, πρέπει να ανταποκρίνεται απολύτως προς τη σημειούμενη στο δασικό χάρτη επέμβαση για διόρθωση του συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος». Στην επίμαχη υ.α. δεν εισάγεται καμία απολύτως διάταξη για την πληροφόρηση του ενδιαφερομένου για το περιεχόμενο της εισηγήσεως.
Κ28 Η προώθηση της εισηγήσεως απευθύνεται στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ζητώντας τη θετική γνωμοδότησή της. Αυτό σημαίνει ότι υποβάλλεται σχετικό αίτημα του τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης με περιεχόμενο, με βάση τη συνυποβαλλόμενη εισήγηση, να γνωμοδοτήσει θετικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την προώθηση της εισηγήσεως δεν προβλέπεται κάποια συγκεκριμένη προθεσμία.
Κ29 Ο Γενικός Διευθυντής, στη γνωμοδότησή του, αποδέχεται ή απορρίπτει το υποβληθέν αίτημα. Τόσο η αποδοχή όσο και η απόρριψη πρέπει να είναι ακριβής, πλήρης, σαφής και οπωσδήποτε αιτιολογημένη, σε σχέση με την αποκατάσταση ή μη του συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος». Δεν αποκλείονται, μάλιστα, περιπτώσεις τροποποιήσεως ή συμπληρώσεως του περιεχομένου της εισηγήσεως.
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Εφόσον ο Γενικός Διευθυντής διαφωνεί, οφείλει να παραπέμψει το θέμα στο Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Το σχετικό έγγραφο παραπομπής πρέπει να είναι αιτιολογημένο. Στην υπουργική απόφαση δεν ορίζεται ούτε ο χρόνος επεξεργασίας του αιτήματος από το Γενικό Διευθυντή ούτε ο χρόνος εντός του οποίου πρέπει να γίνει η παραπομπή. Εξάλλου, δεν ορίζεται ποια είναι η ενδεδειγμένη διαδικασία στην περίπτωση που ο Γενικός Διευθυντής στη γνωμοδότησή του συμφωνεί με το περιεχόμενο της εισηγήσεως. Επίσης, δεν ορίζεται το ζήτημα της πληροφορήσεως του ενδιαφερομένου για το περιεχόμενο της γνωμοδοτήσεως.
Κ30 Ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης οφείλει να εκδώσει απόφαση με αντικείμενο το παραπεμπόμενο σε αυτόν θέμα,  προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά. Για την απόφαση αυτή και πάλι δεν προβλέπεται σχετική προθεσμία. Με την απόφασή του ο Συντονιστής μπορεί να αποδέχεται ή να απορρίπτει τελικά τη διόρθωση του συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος». Η ίδια απόφαση πρέπει να είναι ακριβής, πλήρης και σαφής, αιτιολογημένη ως προς όλα τα σημεία, και προφανώς σε αντιστοιχία με την προτεινόμενη επέμβαση στο δασικό χάρτη. Και στην περίπτωση της αποφάσεως του Συντονιστή δεν ορίζεται στην υ.α. το ζήτημα της πληροφορήσεως του ενδιαφερομένου για το περιεχόμενο της αποφάσεως πριν από την ανάρτηση.
Κ31 Εφόσον υπάρχει σχετική έγκριση, ακολουθούν θεώρηση και νέα ανάρτηση. Ο δασικός χάρτης θεωρείται από τη Διεύθυνση Δασών με τα νέα στοιχεία (δηλαδή αυτά που συνιστούν τη διόρθωση του συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος»). Απουσιάζει και εδώ μια προθεσμία για τη συγκεκριμένη θεώρηση του δασικού χάρτη.
Κ32 Επαναλαμβάνεται η ανάρτηση. Αυτό σημαίνει ότι με τη νέα ανάρτηση αίρεται η προηγουμένη. Και για την ανάρτηση αυτή δεν εισάγεται προθεσμία.
Κ33 Διατηρούνται, κατά προτίμηση, οι προθεσμίες ενάρξεως της υποβολής των αντιρρήσεων. Πρόκειται για τη μόνη αναφορά σε προθεσμίες. Η «κατά προτίμηση» διατήρηση των προθεσμιών  ενάρξεως της υποβολής των αντιρρήσεων εντάσσεται, ως επιλογή της υπουργικής αποφάσεως, στο πεδίο μιας πρωτότυπης «νομικής προτιμήσεως». Στο πλαίσιο αυτό αφενός είναι βέβαιο ότι μια τέτοια διατήρηση των προθεσμιών είναι τόσο ανεδαφική ως στόχος όσο και απλησίαστη ως αποτέλεσμα, αφετέρου προβάλλεται ως «νομική ευχή» με συνείδηση ότι μάλλον θα παραμείνει ανεκπλήρωτη.
4. Στάδιο τρίτο (Β1 έως Β8 υπό γ)
α. Η εισαγόμενη ρύθμιση
Κ34 Στο τρίτο αυτό στάδιο διορθώσεως των «πρόδηλων σφαλμάτων» υπό Β1 έως Β8 εισάγεται η ακόλουθη  ρύθμιση:
«Εφόσον ο δασικός χάρτης έχει αναρτηθεί και έχει ξεκινήσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων, όλες οι ανωτέρω περιπτώσεις που είτε: i. αυτεπάγγελτα διαπιστώνονται από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών, ii. διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Δ/νση Δασών, iii. έχουν υποβληθεί ως αντιρρήσεις, προωθούνται από την αρμόδια Δ/νση Δασών στην ΕΠ.Ε.Α, συνοδευόμενες από σχετικό υπόμνημα με το αιτιολογικό της υπαγωγής τους στις περιπτώσεις πρόδηλου σφάλματος».
β. Παρατηρήσεις στην εισαγόμενη ρύθμιση του τρίτου σταδίου
Κ35 Το τρίτο στάδιο της αποκαταστατικής διαδικασίας των λεγόμενων «πρόδηλων σφαλμάτων» καλύπτει τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο δασικός χάρτης έχει αναρτηθεί και έχει ξεκινήσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων. Για την εφαρμογή του τρίτου αυτού σταδίου αρκεί η διαπίστωση των δύο αυτών νομικών γεγονότων, δηλαδή της αναρτήσεως και της ενάρξεως της προθεσμίας υποβολής αντιρρήσεων, χωρίς να είναι  απαραίτητη και η πράγματι υποβολή αντιρρήσεων ή ακόμη και η συγκέντρωση αριθμού ή όλων των υποβαλλόμενων αντιρρήσεων.
Κ36 Παρά τη διατύπωση του τρίτου σταδίου σε μία μόνο παράγραφο, από το περιεχόμενό της αντλούνται σημαντικά στοιχεία:
Πρώτα, καλύπτει τις περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων», που διαπιστώνονται αυτεπάγγελτα από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διευθύνσεως Δασών.
Κ37 Παραπέρα, καλύπτονται οι περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων», που διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Διεύθυνση Δασών. Αρκεί η υποβολή του αιτήματος, χωρίς να είναι απαραίτητη η επεξεργασία του ή, πολύ περισσότερο, η λήψη σχετικής αποφάσεως.
Κ38 Τέλος, καλύπτει περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων», για τις οποίες έχουν υποβληθεί αντιρρήσεις.
Κ39 Όλες αυτές οι περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων» του τρίτου αυτού σταδίου προωθούνται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών στην ΕΠ.Ε.Α.
Κ40 Η προηγούμενη – βάσει σχετικού εγγράφου – προώθηση της διορθώσεως συγκεκριμένου «πρόδηλου σφάλματος» συνοδεύεται από σχετικό υπόμνημα με το αιτιολογικό της υπαγωγής τους στις περιπτώσεις «πρόδηλου σφάλματος». Ανήκει στα θετικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως αφενός το ότι απαιτείται η συνυποβολή υπομνήματος, αφετέρου το ότι στο υπόμνημα αυτό πρέπει εντάσσεται αιτιολογία για την υπαγωγή της συγκεκριμένης περιπτώσεως σε ένα από τα διάφορα «πρόδηλα σφάλματα». Παραμένει, όμως, αδιευκρίνιστο, το ακριβές περιεχόμενο του  υπομνήματος. Για παράδειγμα, θα περιέχει ή όχι πλήρες ιστορικό του όλου ζητήματος, ιστορικό στο οποίο θα εντάσσονται όλα τα προηγηθέντα στοιχεία. Κατά την άποψή μας ένα τέτοιο πλήρες ιστορικό κρίνεται απολύτως απαραίτητο. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει η αρμόδια ΕΠ.Ε.Α., να επιβαρυνθεί με τη συγκέντρωση των στοιχείων που λείπουν, αποτεινόμενη ενδεχομένως στους ενδιαφερομένους, εφόσον, βέβαια, αυτοί έχουν τη σχετική πληροφόρηση.
5. Στάδιο τέταρτο (Β1 έως Β8, υπό δ)
α. Η εισαγόμενη ρύθμιση
Κ41 Στο τέταρτο στάδιο διορθώσεως των «πρόδηλων σφαλμάτων», υπό Β1 έως Β8, εισάγεται  (υπό το στοιχείο δ) η ακόλουθη  ρύθμιση:
«Eφόσον η ΕΠ.Ε.Α. έχει περατώσει τις εργασίες της κατά την ανάρτηση του δασικού χάρτη και έχει παρέλθει ο χρόνος λειτουργίας της και ο δασικός χάρτης βρίσκεται στο στάδιο της διόρθωσης και συμπλήρωσής του με τις αποφάσεις της, για τις περιπτώσεις που είτε: i. αυτεπάγγελτα διαπιστώνονται από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών ή ii. διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Δ/νση Δασών, η αρμόδια Δ/νση Δασών υποβάλλει εισήγηση στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναδεικνύοντας το πρόδηλο σφάλμα και ζητώντας τη γνωμοδότησή της.
Στη συνέχεια η ως άνω εισήγηση συνοδευόμενη από την γνωμοδότηση προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας με την έκδοση της σχετικής έγκρισης διορθώνεται ο δασικός χάρτης από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών κατά το τμήμα που αφορά.
Στις περιπτώσεις κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου δ, κατά τις οποίες η τροποποίηση του δασικού χάρτη έχει σαν αποτέλεσμα τη μεταβολή του θεματικού περιεχομένου του, ανακαλείται η ανάρτηση για τα εδαφικά τμήματα που αφορά η διόρθωση και ενεργείται νέα ανάρτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 19 του ν. 3889/2010, για τα τμήματα αυτά.
Τέλος, στην περίπτωση ανάθεσης σχετικών εργασιών σε ιδιωτικά γραφεία εκπόνησης δασικών μελετών κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 ή 4 άρθρου 13 ν. 3889/2010 εισήγηση με ανάδειξη των ανωτέρω πρόδηλων σφαλμάτων υποβάλλεται από τον ανάδοχο στην Διευθύνουσα Υπηρεσία, η οποία την προωθεί σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
β. Παρατηρήσεις στην εισαγόμενη ρύθμιση του τέταρτου σταδίου
β1. Γενικά
Κ42 Οι ρυθμίσεις για το τέταρτο στάδιο διορθώσεως των «πρόδηλων σφαλμάτων» αναπτύσσονται (υπό Β1 έως Β8) σε έξι εδάφια.
Κ43 Το τέταρτο στάδιο της αποκαταστατικής διαδικασίας των λεγόμενων «πρόδηλων σφαλμάτων» καλύπτει τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες «η ΕΠ.Ε.Α. έχει περατώσει τις εργασίες της κατά την ανάρτηση του δασικού χάρτη και έχει παρέλθει ο χρόνος λειτουργίας της και ο δασικός χάρτης βρίσκεται στο στάδιο της διόρθωσης και συμπλήρωσής του με τις αποφάσεις της».
Κ44 Για την εφαρμογή του τέταρτου αυτού σταδίου επιβάλλεται  η διαπίστωση των ακόλουθων τριών νομικών γεγονότων, δηλαδή:
(ι) Περάτωση των εργασιών της ΕΠ.Ε.Α. κατά την ανάρτηση του δασικού χάρτη.
(ιι) Πάροδος του χρόνου λειτουργίας της ΕΠ.Ε.Α.
(ιιι) Λειτουργία του σταδίου διορθώσεως και συμπληρώσεως του δασικού χάρτη με βάση τις αποφάσεις των ΕΠ.Ε.Α.
Με γνώμονα τις έξι ρυθμίσεις που εντάσσονται στη συγκεκριμένη ενότητα διατυπώνουμε τις ακόλουθες νομικές προσεγγίσεις.
β2. Σε σχέση με την πρώτη ρύθμιση (εισήγηση και  αίτημα γνωμοδοτήσεως)
Κ45 «Eφόσον η ΕΠ.Ε.Α. έχει περατώσει τις εργασίες της κατά την ανάρτηση του δασικού χάρτη και έχει παρέλθει ο χρόνος λειτουργίας της και ο δασικός χάρτης βρίσκεται στο στάδιο της διόρθωσης και συμπλήρωσής του με τις αποφάσεις της, για τις περιπτώσεις που είτε: i. αυτεπάγγελτα διαπιστώνονται από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών ή ii. διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Δ/νση Δασών, η αρμόδια Δ/νση Δασών υποβάλλει εισήγηση στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναδεικνύοντας το πρόδηλο σφάλμα και ζητώντας τη γνωμοδότησή της».
Κ46 Η συγκεκριμένη ρύθμιση του τέταρτου σταδίου εφαρμόζεται για τις περιπτώσεις που:
Είτε διαπιστώνονται αυτεπάγγελτα από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διευθύνσεως Δασών·
Είτε διαπιστώνονται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στην οικεία Διεύθυνση Δασών.
Κ47 Η αρμόδια Διεύθυνση Δασών υποβάλλει εισήγηση με αντικείμενο τη διόρθωση ή μη του επίμαχου «πρόδηλου σφάλματος» στο δασικό χάρτη. Με την εισήγηση αυτή πρέπει να αναδεικνύεται το «πρόδηλο σφάλμα». Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προσεγγίζονται στο κείμενο της εισηγήσεως όλα τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του συγκεκριμένου πρόδηλου σφάλματος.
Κ48 Παραπέρα, με την ίδια εισήγηση  η αρμόδια Διεύθυνση Δασών υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, για να γνωμοδοτήσει.
Μετά την εισήγηση η υπουργική απόφαση επιβάλλει γνωμοδότηση, που πρέπει να συνταχθεί από το επόμενο ιεραρχικά δασικό όργανο. Η γνωμοδότηση μπορεί να συμπίπτει με το περιεχόμενο της εισηγήσεως, αλλά μπορεί και να διαφοροποιείται από αυτήν ή ακόμη και να αντιτίθεται προς αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, η γνωμοδότηση επιβάλλεται να είναι ακριβής, πλήρης και σαφής και να ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του επίμαχου «πρόδηλου σφάλματος».
Κ49 Μέχρι εδώ η υπουργική απόφαση εισάγει το σχήμα «διαπίστωση σφάλματος -> εισήγηση γνωμοδότηση».
Ακολουθούν η προώθηση προς έγκριση (δεύτερη ρύθμιση),  η επίλυση της διαφωνίας (τρίτη ρύθμιση) και, τέλος, η έγκριση και η διόρθωση του δασικού χάρτη (τέταρτη ρύθμιση).
β3. Σε σχέση με τη δεύτερη ρύθμιση (προώθηση προς έγκριση)
Κ50 «Στη συνέχεια η ως άνω εισήγηση συνοδευόμενη από την γνωμοδότηση προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης».
Κ51 Εισήγηση και γνωμοδότηση προωθούνται προς έγκριση.
Η προώθηση γίνεται στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Αυτός μπορεί να συμφωνεί ή όχι με τη γνωμοδότηση. Εάν εισήγηση και γνωμοδότηση συμπλέουν και ο Γενικός Διευθυντής συμφωνεί, εκδίδει εγκριτική απόφαση. Ερώτημα υπάρχει εάν απαιτείται εδώ απόφαση του Συντονιστή. Σε περίπτωση διαφωνίας, το θέμα παραπέμπεται προς επίλυση στο Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Κ52 Για όλη αυτή τη διαδρομή δεν υπάρχει καμία προθεσμία για την προώθηση του θέματος από το ένα όργανο στο άλλο.
β4. Σε σχέση με την ρύθμιση τρίτη ρύθμιση (περίπτωση διαφωνίας)
Κ53 «Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης».
Κ54 Στην παραπάνω περίπτωση διαφωνίας το παραπεμπόμενο θέμα επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοικήσεως. Η απόφαση αυτή πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη, ακριβής, πλήρης και σαφής. Η ίδια απόφαση μπορεί να αποδέχεται ή να απορρίπτει είτε την ύπαρξη συγκεκριμένου  «πρόδηλου σφάλματος» (εν όλω ή εν μέρει) ή να διαφωνεί με τον τρόπο αποκαταστάσεως του σφάλματος.
Κ55 Και στην περίπτωση αυτή λείπει και πάλι οποιαδήποτε προθεσμία.
Β5. Σε σχέση με την τέταρτη ρύθμιση (διόρθωση δασικού χάρτη)
Κ56 «Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας με την έκδοση της σχετικής έγκρισης διορθώνεται ο δασικός χάρτης από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Δ/νσης Δασών κατά το τμήμα που αφορά».
Κ57 Εφόσον υπάρχει σχετική απόφαση εγκρίσεως για διόρθωση του επίμαχου «πρόδηλου σφάλματος», ακολουθεί η προβλεπόμενη στην έγκριση διόρθωση του δασικού χάρτη από το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διευθύνσεως Δασών «κατά το τμήμα που αφορά».
Κ58 Η υλοποίηση της αποκαταστατικής διορθώσεως από το αρμόδιο Τμήμα συνιστά ένα εξαιρετικά σημαντικό νομικό γεγονός, το  οποίο ενδιαφέρει άμεσα το Εμπράγματο Δίκαιο του ΑΚ, το Δασικό Δίκαιο, το Εποικιστικό Δίκαιο, το Περιβαλλοντικό Δίκαιο καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Κ59 Αυτονόητο είναι ότι πρέπει να υπάρχει πλήρης ταύτιση του περιεχομένου της εγκριτικής αποφάσεως προς την επεμβατική διόρθωση του δασικού χάρτη.
Κ60 Υπάρχουν σχετικά τα εξής ζητήματα:
Δεν προβλέπεται ρύθμιση για την περίπτωση που η διορθωτική επέμβαση στο δασικό χάρτη δε συμπίπτει με το περιεχόμενο της εγκριτικής αποφάσεως για αποκατάσταση του επίμαχου «πρόδηλου σφάλματος». Η πλήρης αυτή ταύτιση είναι λογικό προηγούμενο κάθε επιγενόμενης ενέργειας.
Κ61 Η έλλειψη της παραπάνω ταυτίσεως σηματοδοτεί την ύπαρξη ενός νέου «δευτεροβάθμιου» σφάλματος, που πρέπει να αποκατα- σταθεί είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε ενδιαφερομένου. Τη σχετική αρμοδιότητα πρέπει να αναγνωρίσουμε στο τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διευθύνσεως Δασών.
Κ62 Δεν εισάγεται προθεσμία εντός της οποίας το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διευθύνσεως Δασών οφείλει να πραγματοποιήσει τη διόρθωση.
Κ63 Δεν ορίζεται τι θα συμβεί, σε περιπτώσεις εφαρμογής διατάξεων του Περιβαλλοντικού Δικαίου (με την επιφύλαξη της ακόλουθης πέμπτης ρυθμίσεως).
Κ64 Απουσιάζει οποιαδήποτε ρύθμιση που σχετίζεται με εφαρμογές του Κτηματολογικού Δικαίου. Για παράδειγμα, υποβολή (νέας;) δηλώσεως κατά το άρθρο 2 ν. 2308/1995, καθώς και (νέα;) καταχώριση κατά το άρθρο 12 ν. 2664/1998.
Κ65 Πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο παράλληλης εξετάσεως του επίμαχου «πρόδηλου σφάλματος» με διατάξεις είτε εξωδικαστικής προστασίας είτε δικαστικής προστασίας του Κτηματολογικού Δικαίου.
β6. Σε σχέση με την Πέμπτη ρύθμιση (νέα ανάρτηση δασικού χάρτη)
Κ66 «Στις περιπτώσεις κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου δ, κατά τις οποίες η τροποποίηση του δασικού χάρτη έχει σαν αποτέλεσμα τη μεταβολή του θεματικού περιεχομένου του, ανακαλείται η ανάρτηση για τα εδαφικά τμήματα που αφορά η διόρθωση και ενεργείται νέα ανάρτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 19 του ν. 3889/2010, για τα τμήματα αυτά».
Κ67 Όταν προς αποκατάσταση του επίμαχου «πρόδηλου σφάλματος» επέρχεται μεταβολή του θεματικού περιεχομένου του δασικού χάρτη, προβλέπονται οι ακόλουθες έννομες συνέπειες:
Ανάκληση της προηγούμενης αναρτήσεως για τα εδαφικά τμήματα που αφορά η διόρθωση.
Ενέργεια νέας αναρτήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 19 του ν. 3889/2010, για τα τμήματα αυτά.
Β7. Σε σχέση με την έκτη ρύθμιση (περίπτωση αναθέσεως σε ιδιωτικά γραφεία)
Κ68 «Τέλος, στην περίπτωση ανάθεσης σχετικών εργασιών σε ιδιωτικά γραφεία εκπόνησης δασικών μελετών κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 ή 4 άρθρου 13 ν. 3889/2010 εισήγηση με ανάδειξη των ανωτέρω πρόδηλων σφαλμάτων υποβάλλεται από τον ανάδοχο στην Διευθύνουσα Υπηρεσία, η οποία την προωθεί σύμφωνα με τα προαναφερθέντα».
Κ69 Και πάλι η δυνατότητα προσφυγής σε ιδιωτικά γραφεία για την εκπόνηση δασικών μελετών με αντικείμενο τις ενέργειες για αποκατάσταση «πρόδηλων σφαλμάτων».
Κ70 Εφόσον υπάρχει σύννομη ανάθεση σε ιδιωτικό γραφείο, απαιτείται σύνταξη εισηγήσεως  από αυτό με ανάδειξη του σχετικού «πρόδηλου σφάλματος». Η εισήγηση αυτή – που πρέπει να είναι ακριβής, πλήρης και σαφής – υποβάλλεται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία. Ακολουθεί προώθηση προς έγκριση κατά προβλεπόμενα στις παραπάνω διατάξεις.
6. Παρατηρήσεις στις εισαγόμενες ρυθμίσεις των τεσσάρων σταδίων αποκαταστάσεως «πρόδηλων σφαλμάτων»
Κ71 Η υπουργική απόφαση για την αποκατάσταση  των «πρόδηλων σφαλμάτων» επιλέγει τον ενιαίο τρόπο αντιμετωπίσεως διορθωτικών επεμβάσεων για αποκατάσταση των πρώτων οκτώ «πρόδηλων σφαλμάτων»[9]. Η επιλογή αυτή δεν είναι απροσμάχητη. Θα μπορούσε να επιλεγεί ένας διαφορετικός τρόπος αποκαταστατικής διαδικασίας. Κατά την άποψή μας, αυτός θα έπρεπε να στηρίζεται περισσότερο στην ιδιοσυστασία κάθε «πρόδηλου σφάλματος»[10] και λιγότερο στην τήρηση της ιεραρχίας μεταξύ των διάφορων δασικών οργάνων.
Κ72 Για παράδειγμα, το «πρόδηλο σφάλμα» για τις διαβαθμισμένες περιοχές[11] πρέπει να αποκαθίσταται κατά τρόπο διαφορετικό από τα «πρόδηλα σφάλματα» με αντικείμενο τις χορτολιβαδικές εκτάσεις[12].
Κ73 Εξάλλου, και η εισαγόμενη κατανομή της αποκαταστατικής διαδικασίας σε τέσσερα στάδια[13], σε συνδυασμό με τη διαπίστωση των τριών νομικών γεγονότων που αναφέρονται παραπάνω[14], θεμελιώνεται σε διατάξεις που εισάγουν έξι ρυθμίσεις, όπως αυτές ήδη επισημάνθηκαν[15]. Η παραπάνω αποκαταστατική διαδικασία, που δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του ένατου «πρόδηλου σφάλματος», είναι απρόθεσμη. Μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει την όλη αποκατάσταση σε μεγάλη χρονική διάρκεια, στο πλαίσιο της οποίας δεν αποκλείεται καθόλου μια ή περισσότερες νέες νομοθετικές επεμβάσεις.
Στη σημασία του χρονικού ορίζοντα από την έκδοση μιας δασικής πράξης αναφέρεται ρητά η νομολογία:
«…εάν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της πράξεως με την οποία ορισμένη έκταση χαρακτηρίσθηκε ως μη δασική, ο ενδιαφερόμενος να χρησιμοποιήσει την πράξη ενώπιον άλλης δημόσιας αρχής για την έκδοση π.χ. αδείας, συνεπαγόμενης επέμβαση στην έκταση αυτή, δύναται να ζητήσει την έκδοση νέας πράξεως χαρακτηρισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Η επάνοδος δε του δασάρχη, στην περίπτωση αυτή, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη ανάκληση ή τροποποίηση της προγενέστερης πράξεώς του, εφόσον η διαπίστωση για τον δασικό ή μη χαρακτήρα της εκτάσεως δεν γίνεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα του χρόνου εκδόσεως της προγενέστερης πράξεως χαρακτηρισμού, αλλά με βάση την υφιστάμενη κατά τον χρόνο υποβολής του νέου αιτήματος πραγματική κατάσταση (βλ. ΣΕ 3268/2014, 2889/2014 επτ, 3798/2011 ).
Για τους ίδιους λόγους, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την έκδοση, κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979, πράξεως περί χαρακτηρισμού ορισμένης εκτάσεως ως μη δασικής, δεν αποκλείεται η έκδοση από το αρμόδιο όργανο πράξεως με την οποία η έκταση αυτή κηρύσσεται αναδασωτέα, εφόσον διαπιστώνεται αιτιολογημένα ότι επιγενομένως, μετά δηλαδή την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού, η αρχικώς μη δασική έκταση απέκτησε δασική μορφή, με την ανάπτυξη δασικής βλαστήσεως, και ακολούθως, λόγω πυρκαϊάς ή παράνομης εκχερσώσεως ή άλλης επεμβάσεως, απώλεσε τον δασικό της χαρακτήρα, χρήζουσα ως εκ τούτου αναδασώσεως…»[16].
Κ74 Απαιτείται συνδυασμός των παραπάνω ρυθμίσεων, κατά περίπτωση, με διατάξεις του Εμπράγματου Δικαίου του ΑΚ, του Δασικού Δικαίου, του Περιβαλλοντικού Δικαίου[17], του Εποικιστικού Δικαίου, καθώς και του Κτηματολογικού Δικαίου.
Κ75 Δεν είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί ερμηνευτικά  κάθε ένας από τους παραπάνω συνδυασμούς, μεταξύ άλλων, διότι υφέρπουν πλείστα όσα ζητήματα. Ενδεικτικά, προσεγγίζουμε την υποχρέωση υποβολής (διορθωτικής) δηλώσεως σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 2308/1995. Η προσέγγιση αυτή ποικίλει ανάλογα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο του επίμαχου «πρόδηλου σφάλματος» και ανάλογα με το στάδιο εντοπισμού κατά την ανάπτυξη της αποκαταστατικής διαδικασίας. Μάλιστα, επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες το εξεταζόμενο «πρόδηλο σφάλμα» περιέχει περισσότερα του ενός σκέλη[18], ή σε περιπτώσεις που εντοπίζεται μεταβολή της ταυτότητας του  ακινήτου ή της νομικής καταστάσεως που το διέπει.         
XΙΙΙ. Περίπτωση ένατη «πρόδηλου σφάλματος»
Α. Γενικά για τις ισχύουσες ρυθμίσεις της περιπτώσεως
Θ1 Το ένατο λεγόμενο «πρόδηλο σφάλμα» ρυθμίζεται, όπως και τα προηγούμενα οκτώ, σε δύο κείμενα, ένα υπό το Α9 και ένα υπό το Β9. Και τα εννέα «πρόδηλα σφάλματα» εμφανίζονται σε δασικούς χάρτες που έχουν δημοσιοποιηθεί μέσω της αναρτήσεώς τους.
Θ2 Όπως είναι γνωστό, μετά την ανάρτηση του δασικού χάρτη που περιέχει «πρόδηλο σφάλμα» η δασική νομοθεσία εισάγει τη δυνατότητα ασκήσεως αντιρρήσεων. Έτσι, δεν αποκλείεται καθόλου να συνυπάρχουν εν κινήσει δύο διαδικασίες: η διαδικασία των αντιρρήσεων και η διαδικασία αποκαταστάσεως του «πρόδηλου σφάλματος».
Θ3 Σημειωτέο ότι η αποκατάσταση του ένατου «πρόδηλου σφάλματος» δεν εντάσσεται στην κοινή αποκαταστατική διαδικασία υπό Β1 έως Β8.
Α1: Κείμενο υπό Α9 της υπουργικής αποφάσεως
Θ4 Το υπό Α9 κείμενο της υπουργικής αποφάσεως 153394/ 919/12.04. 2017 έχει ως εξής:
  – Ειδικά σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοίκησης πριν την κύρωση του δασικού χάρτη.
Α2:  Αντίστοιχο κείμενο υπό Β9 της υπουργικής αποφάσεως
Θ5 Σε σχέση με την ένατη αυτή περίπτωση «πρόδηλων σφαλμάτων» ορίζονται στην υπουργική απόφαση (υπό Β9) τα ακόλουθα:
«9. Ειδικά σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοίκησης πριν την κύρωση του δασικού χάρτη.
Για τις περιπτώσεις που δεν συμπεριλήφθηκαν πράξεις της διοίκησης (σχέδιο πόλης, πράξη χαρακτηρισμού, έγγραφα πληροφοριακού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 998/1979, κλήρος εποικισμού κ.λπ.), εκ παραδρομής, που οφείλονταν να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο δασικό χάρτη και πριν την κύρωσή του: α. εάν έχει υποβληθεί αντίρρηση, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 5.6 Συνοδευτικού Τεύχους της 146776/2459/21.10.2016 απόφασης Αναπληρωτή Υπουργού Π.ΕΝ. (ΦΕΚ 3532 Β’), υποβάλλοντας η αρμόδια Διεύθυνση Δασών εισήγηση στην ΕΠ.ΕΑ, πιστοποιώντας τα στοιχεία της διοικητικής πράξης για την υπαγωγή της έκτασης στη διοικητική πράξη και η ΕΠ.Ε.Α. εκδίδει σχετική απόφαση έγκρισης υπαγωγής και διόρθωσης του δασικού χάρτη, β. εάν δεν έχει υποβληθεί αντίρρηση και παράλληλα δεν έχει συσταθεί η ΕΠ.Ε.Α., μπορεί κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου η ίδια ανωτέρω υπηρεσία να εισηγηθεί στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναδεικνύοντας την παράληψη και ζητώντας τη θετική γνωμοδότησή της, προκειμένου να συμπεριληφθεί η πράξη στον δασικό χάρτη.
Η εισήγηση προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Κατόπιν τούτου, εκδίδεται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών πράξη τροποποίησης του δασικού χάρτη κατά το συγκεκριμένο τμήμα, η οποία είναι ισχυρή έναντι του περιεχομένου του δασικού χάρτη και ενσωματώνεται σ’ αυτόν μετά την περαίωση της εξέτασης των αντιρρήσεων, προκειμένου να συμπεριληφθεί στην ολική κύρωσή του.
Σε κάθε περίπτωση που έχει υποβληθεί αντίρρηση με περιεχόμενο που την εντάσσει σε κατηγορία πρόδηλου σφάλματος, το οποίο βεβαιώνεται με την απόφαση της ΕΠ.Ε.Α., το καταβληθέν τέλος επιστρέφεται στον δικαιούχο».
Β. Πεδίο τεχνικής επεξεργασίας
Θ6 Η τοποθέτηση στο δασικό χάρτη των τελεσίδικων διοικητικών πράξεων της δασικής υπηρεσίας (πράξεις χαρακτηρισμού, αποφάσεις κήρυξης αναδασωτέων εκτάσεων, οριστικά παραχωρητήρια, κ.α.), ειδικά για τις περιπτώσεις όπου οι διοικητικές πράξεις δεν συνοδεύονται με τοπογραφικά διαγράμματα σε κρατικό σύστημα συντεταγμένων (π.χ. ΕΓΣΑ ’87), γίνεται με ευθύνη της οικείας Διεύθυνσης Δασών. Όταν την κατάρτιση του δασικού χάρτη την έχει αναλάβει ιδιωτικό γραφείο εκπόνησης δασικών μελετών, η οικεία Διεύθυνση Δασών χορηγεί τα στοιχεία αυτά σε ψηφιακή μορφή. Σε περίπτωση μη χορήγησής τους εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, αίρεται η υποχρέωση του αναδόχου να τα συμπεριλάβει στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη.
Θ7 Γενικά, πριν από το 2000, τόσο τα τοπογραφικά διαγράμματα της δασικής υπηρεσίας όσο και αυτά των μηχανικών που συνόδευαν τις αιτήσεις των πολιτών για έκδοση διοικητικών πράξεων δεν είχαν ως υπόβαθρο αναφοράς κρατικό σύστημα συντεταγμένων. Η μη ύπαρξη συντεταγμένων σε ένα τοπογραφικό διάγραμμα (έλλειψη γεωαναφοράς) καθιστά δύσκολο τον ακριβή προσδιορισμό των οριογραμμών της έκτασης επί του εδάφους, ειδικά σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν σταθερά σημεία (κτίσματα, δρόμοι, κ.α.), τα οποία εμφανίζονται στο τοπογραφικό αλλά και στους πρόσφατους ορθοφωτοχάρτες.
Θ8 Υπάρχουν διοικητικές πράξεις που το τοπογραφικό διάγραμμα απεικονίζει την έκταση σε πολύ μικρή κλίμακα, χωρίς να εμφανίζεται κανένα άλλο στοιχείο που θα βοηθούσε να εξαρτηθεί το πολύγωνό της από σταθερά σημεία του εδάφους. Στο απόσπασμα χάρτη Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) της ευρύτερης περιοχής, που υποχρεωτικά συνόδευε το τοπογραφικό διάγραμμα κατά την έκδοση της διοικητικής πράξης, η απεικόνιση της έκτασης συχνά εμφανίζεται ως μια μεγάλη τελεία ή ως μικρό γεωμετρικό σχήμα. Τότε, ο εντοπισμός της έκτασης γινόταν με την παρουσία του ιδιοκτήτη που υποδείκνυε και τα όρια της έκτασης επί του εδάφους. Σήμερα, τα όρια τέτοιων εκτάσεων είναι δύσκολο και σε πολλές περιπτώσεις αδύνατον να εντοπιστούν και να αποτυπωθούν με ακρίβεια στους δασικούς χάρτες. Το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο σε παλιές διοικητικές πράξεις που η έκταση δεν έχει αποτυπωθεί σε χάρτη ΓΥΣ.
Θ9 Η σωστή απεικόνιση στους δασικούς χάρτες όλων των τελεσίδικων διοικητικών πράξεων, που έχει εκδώσει μέχρι σήμερα η δασική υπηρεσία και αφορούν πράξεις χαρακτηρισμού, κηρύξεις αναδασωτέων εκτάσεων, οριστικά παραχωρητήρια, εγκεκριμένες εκχερσώσεις δασικών εκτάσεων κ.α., αποτελεί υποχρέωσή της. Η εργασία αυτή, που πρέπει να πραγματοποιηθεί με ιδιαίτερη προσοχή και ακρίβεια, χωρίς να είναι σίγουρο και το θετικό αποτέλεσμα, απαιτεί υπεράνθρωπη προσπάθεια εκ μέρους των υπαλλήλων της εντός στενότατων χρονικών περιθωρίων. Για το λόγο αυτό, ορισμένες Διευθύνσεις Δασών καλούν όσους πολίτες διαθέτουν τελεσίδικες διοικητικές πράξεις τους και το επιθυμούν, να αποστείλουν τις συντεταγμένες των κορυφών των ακινήτων τους στο σύστημα ΕΓΣΑ 87, προκειμένου να βοηθηθεί η υπηρεσία στην ορθή και έγκαιρη αποτύπωσή τους και να αποφευχθεί μελλοντική ταλαιπωρία τους, μετά την ανάρτηση των δασικών χαρτών, με υποβολή αντιρρήσεων στις Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων[19]. 
Γ. Πεδίο νομικής επεξεργασίας
1. Γενικά
Θ10 Επανερχόμενοι στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις των «πρόδηλων σφαλμάτων» – μετά τις αναπτύξεις της προηγούμενης αποκαταστατικής διαδικασίας – εξετάζουμε τις διατάξεις που ρυθμίζουν το ένατο «πρόδηλο σφάλμα».
Θ11 Το ένατο «πρόδηλο σφάλμα» ρυθμίζεται, όπως και καθένα από τα προηγούμενα, σε δύο κείμενα,  υπό το Α9 και υπό το Β9. Υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για σφάλματα που εμφανίζονται σε δασικούς χάρτες, που έχουν δημοσιοποιηθεί, κυρίως στις περιπτώσεις των δασικών χαρτών που έχουν αναρτηθεί.
Θ12 Η ένατη περίπτωση πρόδηλου σφάλματος μπορεί να φέρει το τον τίτλο «παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοικήσεως», πριν την κύρωση του δασικού χάρτη.
Θ13 Είναι γνωστό ότι μετά την ανάρτηση των δασικών χαρτών, που περιέχουν τις περιπτώσεις του ένατου «πρόδηλου σφάλματος», παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αντιρρήσεων[20]. Συνεπώς, είναι δυνατό να κινούνται παράλληλα δύο διαδικασίες: αφενός η διαδικασία της εξετάσεως των αντιρρήσεων, αφετέρου η διαδικασία της αποκαταστάσεως του «πρόδηλου σφάλματος».
2. Οι κατ΄ ιδίαν όροι
α. Γενικά
Θ14 Κατά την εξέταση των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του ένατου «πρόδηλου σφάλματος», πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των δύο κειμένων: αφενός του κειμένου υπό το Α9, αφετέρου του κειμένου υπό το Β9 (παράτιτλου και κειμένου).
Θ15 Υπό Α9 ορίζεται «ειδικά σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοίκησης πριν την κύρωση του δασικού χάρτη».
Υπό Β9 ο παράτιτλος επαναλαμβάνει αυτολεξεί το κείμενο υπό Α9. Για το κείμενο υπό Β9 ακολουθούν ερμηνευτικές προσεγγίσεις παρακάτω.
Η παραπάνω ταύτιση κειμένων είναι ένα θετικό γεγονός: Είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται μια τέτοια ταύτιση κειμένων στο κείμενο της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως.
β. Η κοινή νομοτυπική μορφή (Α9 και παράτιτλου Β9)
Θ16 Στοιχεία της κοινής νομοτυπικής μορφής είναι τα ακόλουθα: «διαδικασία κατάρτισης δασικού χάρτη», «οποιαδήποτε προφανής», «ειδικά σφάλματα», «πράξεις της διοικήσεως», «παράλειψη απεικονίσεως», «πριν την κύρωση του δασικού χάρτη». Ειδικότερα:
β1. «διαδικασία κατάρτισης δασικού χάρτη»
Θ17 Η διαδικασία καταρτίσεως του δασικού χάρτη[21] περιλαμβάνει πολλά στάδια[22], αναφέρεται σε εκτάσεις δασικού χαρακτήρα[23] και θεμελιώνεται σε μεγάλο βαθμό σε δασικά όργανα[24] (ειδικότερα σε ποικίλες αποφάσεις τους ή άλλα έγγραφα, όπως λ.χ. υπομνήματα, εισηγήσεις και γνωμοδοτήσεις), βάσει συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων.
Νομολογία:
«…με τις ρυθμίσεις του ν. 998/1979 (Α΄ 289), σκοπήθηκε η συνολική ρύθμιση της προστασίας των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα και προβλέφθηκε η κατάρτιση δασικών χαρτών, η μέχρι τη δημιουργία δασολογίου προσωρινή διοικητική επίλυση αμφισβητήσεων ως προς το δασικό χαρακτήρα εκτάσεως από δασικά διοικητικά όργανα και η κήρυξη δασικών εκτάσεων ως αναδασωτέων….»[25] .
β2. «οποιαδήποτε προφανής»
Θ18 Όπως ήδη έχουμε επισημάνει[26],  με τον όρο «προφανής» η υπουργική απόφαση αποσκοπεί στο να εντάξει κάθε ρυθμιζόμενη περίπτωση σφάλματος στα «πρόδηλα σφάλματα». Εξεταστέο παραμένει, εάν η θέση του συγκεκριμένου στόχου συνδυάζεται με το περιεχόμενο του περιγραφόμενου σφάλματος.
Θ19 Έτσι, το «προφανές» του σφάλματος ανάγεται σε κυρίαρχο κριτήριο κάθε μιας από τις εννέα περιπτώσεις «πρόδηλων σφαλμάτων». Πρόκειται για ένα τεχνικό νομικό όρο, που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Θ20 Χαρακτηριστικό είναι ότι σε άλλο σημείο γίνεται χρήση του όρου «προφανέστατα»[27]. Εντύπωση προκαλείται από τον υπερθετικό βαθμό, που επιλέγει η υπουργική απόφαση. Εάν εμμείνουμε στη γραμματική ερμηνεία, είναι φανερό ότι κατά την υπουργική απόφαση δεν κρίνεται επαρκές το «προφανώς». Πρόκειται για μια διαβάθμιση  που μπορεί να προκαλεί σύγχυση, μάλιστα χωρίς σοβαρό λόγο αναντιστοιχίας προς τον παράτιτλο του Β3, καθώς και προς τη διατύπωση του Α3.
β3. «ειδικά σφάλματα»
Θ21 Η υπουργική απόφαση χρησιμοποιεί τον όρο «ειδικά σφάλματα», προκειμένου να ενταχθούν σε αυτόν περιπτώσεις σφαλμάτων «που οφείλονται σε παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοίκησης πριν την κύρωση του δασικού χάρτη». Ο όρος αυτός μπορεί να αποκτήσει εννοιολογικό περιεχόμενο, μόνο αν συσχετισθεί στο συγκεκριμένο πεδίο με πράξεις διοικήσεως που δεν απεικονίζονται στο δασικό χάρτη πριν από την κύρωσή του. Για τις πράξεις αυτές διοικήσεως υπάρχει μια ενδεικτική αναφορά στο κείμενο υπό Β9 της υπουργικής αποφάσεως. 
β4. «πράξεις της διοικήσεως»
Θ22 Όπως ήδη αμέσως παραπάνω έχει σημειωθεί, οι πράξεις διοικήσεως υπό το Β9 προσφέρουν εννοιολογικό περιεχόμενο στον όρο «ειδικά σφάλματα»,
Ως πράξεις διοικήσεως αναφέρονται ενδεικτικά:
Τα σχέδια πόλης· οι πράξεις χαρακτηρισμού· τα έγγραφα πληροφοριακού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 998/1979· καθώς και ο κλήρος εποικισμού.
β5. «παράλειψη απεικονίσεως»
Θ23 Τόσο στο κείμενο υπό Α9 όσο και στον παράτιτλο υπό Β9 η υπουργική απόφαση ενσωματώνει την «παράλειψη απεικονίσεως». Αυτή συνιστά ένα νομικό γεγονός, με το οποίο η υπουργική απόφαση συνδέει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες. Ωστόσο, αντίθετα με το κείμενο υπό Β9, δεν υπάρχει το στοιχείο της εκ παραδρομής παραλείψεως στα κείμενα υπό Α9 και Β9. Σημειωτέο ότι η υπουργική απόφαση εντάσσει την εκ παραδρομής παράλειψη στο κείμενο υπό το Α1. Η παράλειψη απεικονίσεως συγκεκριμένης διοικητικής πράξης είναι ένα πολύ σοβαρό νομικό γεγονός, το οποίο εντάσσεται στη ρυθμιστική εμβέλεια ποικίλων πεδίων του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, όπως είναι το Δασικό Δίκαιο, το Εποικιστικό Δίκαιο, το Περιβαλλοντικό Δίκαιο, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
β6. «πριν την κύρωση του δασικού χάρτη»
Θ24 Τα ειδικά σφάλματα, που οφείλονται σε παράλειψη απεικονίσεως πράξεων της διοικήσεως, καλύπτουν μόνο τις περιπτώσεις πριν από την κύρωση του δασικού χάρτη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κυρώσεις δασικών χαρτών είναι ελάχιστες μέχρι σήμερα, οι ρυθμίσεις γΙα το ένατο «πρόδηλο σφάλμα» θα έχουν ευρύ πεδίο εφαρμογής. Βέβαια μετά τις κυρώσεις των δασικών χαρτών, τα τυχόν εντοπιζόμενα αντίστοιχα σφάλματα θα πρέπει να υπαχθούν στις υπάρχουσες ρυθμίσεις εκτός της ρυθμιστικής εμβέλειας της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως, τουλάχιστον με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.
γ. Το κείμενο της υπουργικής αποφάσεως υπό Β9
γ1. Στοιχεία της νομοτυπικής μορφής
Θ25 Η αποκαταστατική διαδικασία διορθώσεως του «ένατου σφάλματος» έχει ως αντικείμενο «περιπτώσεις που δεν συμπεριλήφθηκαν πράξεις της διοίκησης (σχέδιο πόλης, πράξη χαρακτηρισμού, έγγραφα πληροφοριακού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 998/1979, κλήρος εποικισμού κ.λπ.), εκ παραδρομής, που οφείλονταν να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο δασικό χάρτη και πριν την κύρωσή του:…».
Θ26 Ο όρος «πράξεις της διοίκησης» μπορεί να ταυτίζεται ή όχι με το γνωστότερο όρο «διοικητικές πράξεις».
Θ27 Χρήσιμα στοιχεία για την κατανόηση του όρου αυτού μπορεί να αντληθούν από το πεδίο του Κτηματολογικού Δικαίου. Σχετικές διατάξεις είναι οι ακόλουθες:
Άρθρο 12, παρ. 1, ν. 2664/1998: Στα κτηματολογικά φύλλα καταχωρίζονται:
α)…
β) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 2 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα: αα) επιδικάσεις, ββ) προσκυρώσεις, όπως ιδίως οι συντελεσμένες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι κυρωμένοι αναδασμοί, οι πράξεις εφαρμογής ρυθμιστικών και πολεοδομικών σχεδίων και μελετών ή μεταφοράς συντελεστή δόμησης, καθώς και οι τυχόν ανακλητικές αυτών διοικητικές πράξεις και γγ) περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων των συμβολαιογράφων, που έχουν ως αντικείμενο την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο.
γ) Οι κάθε είδους παραχωρήσεις του Δημοσίου, με τις οποίες μεταβιβάζεται κυριότητα ή συνιστάται περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, καθώς επίσης η πράξη παραχώρησης από την αρμόδια αρχή της νομής ακινήτων σε δικαιούχους από αναδασμό μετά την περάτωση των εργασιών του αναδασμού και πριν από την κύρωσή του.
………………
ιστ) Όλες οι δικαιοπραξίες, δικαστικές αποφάσεις και διοικητικές πράξεις, οι οποίες εγγράφονται, με βάση την κείμενη εκάστοτε νομοθεσία, στα βιβλία που τηρούνται στα Υποθηκοφυλακεία.
Θ28 Στο άρθρο 12, παρ. 2, ορίζονται τα ακόλουθα:
«2. Στο τμήμα του κτηματολογικού φύλλου που αφορά στα βάρη και στις δεσμεύσεις της κυριότητας ή της εξουσίας διάθεσης του κυρίου εγγράφεται και η κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και η απόφαση διενέργειας αναδασμού. [εδ. α΄]
Η εγγραφή αυτή εμπεριέχει την πράξη με την οποία κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή αποφασίστηκε η διενέργεια αναδασμού και την επίπτωσή τους σε όλο ή σε μέρος του ακινήτου στο οποίο αφορά το κτηματολογικό φύλλο. Αν αρθεί ή ανακληθεί η απαλλοτρίωση ή ο αναδασμός, καταχωρίζεται στα κτηματολογικά φύλλα η διοικητική πράξη με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη άρση ή ανακαλείται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή ο αναδασμός. [εδ. β΄]
Το ίδιο ισχύει και για τα ρυθμιστικά ή πολεοδομικά σχέδια και μελέτες πριν από την εφαρμογή τους, καθώς και για κάθε άλλη διοικητική πράξη ή διαδικασία που έχει επίπτωση σε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων ή επάγεται δέσμευση της εξουσίας διάθεσης αυτών». [εδ. γ’]
Θ29 Το κείμενο της υπουργικής αποφάσεως παραπέμπει ρητά:
στα σχέδια πόλης,
στις πράξεις χαρακτηρισμού,
στα έγγραφα πληροφοριακού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 998/1979,
καθώς και στον κλήρο εποικισμού[28] κ.λπ.
Θ30 Λαμβάνοντας υπόψη την ενδεικτική αναφορά, κατά τη γνώμη μας, εντάσσονται στην ευρύτατη αυτή κατηγορία:
α) οι συντελεσμένες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι κυρωμένοι αναδασμοί, οι πράξεις εφαρμογής ρυθμιστικών και πολεοδομικών σχεδίων και μελετών ή μεταφοράς συντελεστή δόμησης, καθώς και οι τυχόν ανακλητικές αυτών διοικητικές πράξεις. [άρθρο 12, παρ. 1, υπό β, ββ, ν. 2664/1998].
Θ31 β) Οι κάθε είδους παραχωρήσεις του Δημοσίου, με τις οποίες μεταβιβάζεται κυριότητα ή συνιστάται περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο[29], καθώς επίσης η πράξη παραχώρησης από την αρμόδια αρχή της νομής ακινήτων σε δικαιούχους από αναδασμό μετά την περάτωση των εργασιών του αναδασμού και πριν από την κύρωσή του. [άρθρο 12, παρ. 1, υπό γ, ν. 2664/1998].
Θ32 γ) η πράξη με την οποία κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή αποφασίστηκε η διενέργεια αναδασμού[30] και την επίπτωσή τους σε όλο ή σε μέρος του ακινήτου στο οποίο αφορά το κτηματολογικό φύλλο. Αν αρθεί ή ανακληθεί η απαλλοτρίωση ή ο αναδασμός, καταχωρίζεται στα κτηματολογικά φύλλα η διοικητική πράξη με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη άρση ή ανακαλείται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή ο αναδασμός [άρθρο 12, παρ. 2, εδ. β΄, ν. 2664/1998].
Θ33 δ) τα ρυθμιστικά ή πολεοδομικά σχέδια και μελέτες πριν από την εφαρμογή τους[31], καθώς και κάθε άλλη διοικητική πράξη ή διαδικασία που έχει επίπτωση σε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων ή επάγεται δέσμευση της εξουσίας διάθεσης αυτών[32] [άρθρο 12, παρ. 2, εδ. γ΄, ν. 2664/1998].
γ2. Παράλειψη απεικονίσεως πράξεων της διοικήσεως
Θ34 Στη συνέχεια η υπουργική απόφαση υπό Β9 αναφέρεται στο εξής στοιχείο-διατύπωση: «…περιπτώσεις που δεν συμπεριλήφθηκαν πράξεις  της διοίκησης (…) εκ παραδρομής, που οφείλονταν να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο δασικό χάρτη και πριν την κύρωσή του…». Το συγκεκριμένο ένατο «πρόδηλο σφάλμα» προϋποθέτει παράλειψη απεικονίσεως των παραπάνω πράξεων διοικήσεως, οι οποίες έπρεπε να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο δασικό χάρτη και πριν την κύρωσή του.
Η παραπάνω παράλειψη απεικονίσεως πρέπει να οφείλεται σε «παραδρομή».
γ3. «εκ παραδρομής»
Θ35 Η «εκ παραδρομής» παράλειψη απεικονίσεως αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο στη συγκεκριμένη νομοτυπική μορφή του κειμένου υπό το Β9. Σε σχέση με το στοιχείο της «παραδρομής» πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Θ36 Την «παραδρομή» η υπουργική απόφαση ενσωματώνει και σε κείμενα προηγούμενων «πρόδηλων σφαλμάτων».
Στο «πρώτο «πρόδηλο σφάλμα» υπό Α1: «…παράλειψη, εκ παραδρομής, της αποτύπωσης σαφώς δασικής έκτασης εντός ευρύτερης άλλης μορφής (αγροτικής κ.λπ.) και το αντίστροφο»
Θ37 Στο τέταρτο «πρόδηλο σφάλμα», υπό Β4:  «Διορθώνονται τα λάθη που έχουν παρεισφρήσει προφανώς εκ παραδρομής (π.χ. διαφορά στο εμβαδόν του πολυγώνου από το πραγματικό, λάθος ένδειξη landtype κ.λπ.) στη βάση δεδομένων…».
Θ38 Στο έκτο «πρόδηλο σφάλμα», υπό Β6: «…Στις περιπτώσεις που, λόγω παραδρομής, συμπεριλήφθηκαν στους δασικούς χάρτες εκτάσεις ως υπαγόμενες στις παραγράφους 5α’, 5β’ άρθρου 3 ν. 998/1979, ενώ ευρίσκονται προφανώς επί πεδινών και ομαλών εδαφών…».
Θ39 Η «εκ παραδρομής» παράλειψη απεικονίσεως πρέπει να συνδυασθεί με το κοινό – για όλα τα «πρόδηλα σφάλματα» – κείμενο υπό Α, σύμφωνα με το οποίο:
«Καθορίζεται πρόδηλο σφάλμα στη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη οποιαδήποτε προφανής – τεχνικού χαρακτήρα απόκλιση ή εσφαλμένη τεχνική απόδοση των οριογραμμών που παρατηρείται πάνω στα φωτογραμμετρικά υπόβαθρα και προκύπτει είτε από μετρήσεις εδάφους ή φωτοερμηνευτικής απόδοσης του θεματικού περιεχομένου του χάρτη, που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα, που παρουσιάζεται σ’ αυτά,…».
Θ40 Επαναλαμβάνουμε και εδώ τα ακόλουθα σε σχέση με την παραδρομή:
Ο όρος «παραδρομή» δηλώνει περισσότερο απροσεξία ή αβλεψία και λιγότερο αμέλεια ή απερισκεψία. Βέβαια, η παραδρομή μπορεί να έχει ποικίλες έννομες συνέπειες, μερικές από τις οποίες δεν είναι μόνο δυσάρεστες, αλλά, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να καταστούν επικίνδυνες.
Η παραδρομή εστιάζεται στην αποτύπωση σε δασικό χάρτη και ειδικότερα σε «παράλειψη αποτυπώσεως» σε δασικό χάρτη ορισμένης εκτάσεως, ο νομικός χαρακτηρισμός της οποίας είναι ζήτημα σημαντικό.
Η παράλειψη αποτυπώσεως σε δασικό χάρτη συνέχεται με την (κύρια) υποχρέωση της δασικής υπηρεσίας να αποτυπώνει με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα, εκτάσεις σε δασικούς χάρτες. Η συγκεκριμένη ένατη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος»  υπερβαίνει τα όρια αυτής της υποχρεώσεως. Η αποτύπωση «παραλείπεται». Σημειωτέο ότι, η παράλειψη συνδέεται με παραδρομή. Αλλιώς, τα πράγματα καθίστανται πολύ σοβαρά, διότι θα ανατρέξουμε σε μορφές υπαιτιότητας, που βέβαια δεν εντάσσονται στη συγκεκριμένη ένατη περίπτωση «πρόδηλου σφάλματος» και για το λόγο αυτό αποφεύγουμε την εξέτασή τους.
Θ41 Όπως ήδη έχει σημειωθεί, η υπουργική απόφαση 153394/919/12.04.2017, συνδυάζει το «προφανές» του «πρόδηλου σφάλματος» με την «παραδρομή».
Το ζήτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο είναι δυνατό μια τέτοια παράλειψη να είναι «προφανής». Κατά τη γνώμη μας, προφανής παράλειψη αποτυπώσεως μιας εκτάσεως σε δασικό χάρτη πολύ δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται να συνεκτιμηθούν οι ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως[33].
γ4. «που οφείλονταν να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο δασικό χάρτη και πριν την κύρωσή του»
Θ42 Οι συγκεκριμένες πράξεις της διοικήσεως έπρεπε, κατά την ισχύουσα δασική νομοθεσία, να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο δασικό χάρτη και πριν την κύρωσή του
3. Τρόπος αντιμετωπίσεως του ένατου πρόδηλου σφάλματος κατά την υπουργική απόφαση υπό Β9
α.  Γενικά
Θ43 Η αποκαταστατική διαδικασία διορθώσεως του ένατου σφάλματος ρυθμίζεται με βάση την υποβολή ή μη υποβολή αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου του δασικού χάρτη. Ανήκει στα θετικά στοιχεία της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως το ότι εισάγονται ρυθμίσεις αποκαταστάσεως του ένατου «πρόδηλου σφάλματος» με κριτήριο την υποβολή ή η μη αντιρρήσεων.
β. Περίπτωση υποβολής αντιρρήσεων
Θ44 Σε σχέση με την περίπτωση υποβολής αντιρρήσεων προκειμένου να αποκατασταθεί το ένατο «πρόδηλο σφάλμα» ορίζονται τα ακόλουθα:
«α. εάν έχει υποβληθεί αντίρρηση, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 5.6 Συνοδευτικού Τεύχους της 146776/2459/21.10.2016 απόφασης Αναπληρωτή Υπουργού Π.ΕΝ. (ΦΕΚ 3532 Β’), υποβάλλοντας η αρμόδια Διεύθυνση Δασών εισήγηση στην ΕΠ.ΕΑ, πιστοποιώντας τα στοιχεία της διοικητικής πράξης για την υπαγωγή της έκτασης στη διοικητική πράξη και η ΕΠ.Ε.Α. εκδίδει σχετική απόφαση έγκρισης υπαγωγής και διόρθωσης του δασικού χάρτη».
Θ45 Στην παρ. 5.6 του Συνοδευτικού Τεύχους της 146776/2459/21.10.2016 απόφασης Αναπληρωτή Υπουργού Π.ΕΝ. (ΦΕΚ 3532 Β’) ορίζονται τα ακόλουθα:
«5.6 Αποκατάσταση σφαλμάτων που οφείλονται σε παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοίκησης πριν την κύρωση του Δ.Χ.
Για τις περιπτώσεις που θα διαπιστωθεί ότι δεν συμπεριελήφθησαν πράξεις της διοίκησης (σχέδιο πόλης, πράξη χαρακτηρισμού, κλήρος εποικισμού κ.λπ.), εκ παραδρομής, που οφείλονταν να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο Δασικό Χάρτη και πριν την κύρωσή του, η Δ/νση Δασών ή η ΕΚΧΑ Α.Ε. συλλέγει τα στοιχεία της διοικητικής πράξης από την αρμόδια υπηρεσία, και εισηγείται σχετικά με υπόμνημα στην ΕΠ.Ε.Α. για τη διόρθωση του δασικού χάρτη.
Η ΕΠ.Ε.Α. εξετάζει και κρίνει την επιχειρηματολογία και την εγκυρότητα των στοιχείων και τελικά αποφαίνεται σχετικά, εκδίδοντας ανάλογη απόφαση.
Εάν κατά την εξέταση των αντιρρήσεων των παραπάνω περιπτώσεων διαπιστωθεί από την ΕΠ.Ε.Α. ότι στον αναρτημένο δασικό χάρτη, παραλείφθηκαν να απεικονιστούν ισχύουσες διοικητικές πράξεις, που όφειλαν να είναι αποτυπωμένες σε αυτόν, αυτή ενημερώνει το φορέα που διενεργεί την ανάρτηση, ώστε αυτός να αναζητήσει τα σχετικά στοιχεία από την αρμόδια υπηρεσία και να τα προωθήσει συνοδευόμενα από υπόμνημα στην ΕΠ.Ε.Α. προς έκδοση σχετικής απόφασης».
5.7 Υποστήριξη ΕΠ.Ε.Α.
Η ΕΠ.Ε.Α. υποστηρίζεται τεχνικά από το Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της οικείας Διεύθυνσης Δασών και από το ιδιωτικό γραφείο δασικών μελετών κατηγορίας 24 άρθρου μόνου Π.δ. 541/1978 (ανάδοχος) σε περίπτωση ανάθεσης των σχετικών εργασιών».
Θ46 Μεταξύ άλλων, αξίζει να επισημανθούν τα ακόλουθα σημεία:
Η συλλογή των διοικητικών πράξεων επαφίεται είτε στην οικεία Διεύθυνση Δασών είτε στην ΕΚΧΑ ΑΕ. Δεν ορίζεται, όμως, ποιο από τα δύο όργανα φέρει το βάρος να κινηθεί η σχετική διαδικασία.
Θ47 Δεν ορίζεται καμία προθεσμία για τις σχετικές κινήσεις από ένα όργανο σε άλλο.
Θ48 Είναι γνωστό ότι η διαδικασία ενώπιον των ΕΠ.Ε.Α. είναι χρονοβόρα, κυρίως λόγω των πολλαπλών αρμοδιοτήτων της, μεταξύ των οποίων και η προσφυγή σε άλλα όργανα[34].
γ. Περίπτωση μη υποβολής αντιρρήσεων
Θ49 Σε σχέση με τις περιπτώσεις που δεν έχουν υποβληθεί αντιρρήσεις προκειμένου να αποκατασταθεί το ένατο «πρόδηλο σφάλμα» ορίζονται τα ακόλουθα:
«β. εάν δεν έχει υποβληθεί αντίρρηση και παράλληλα δεν έχει συσταθεί η ΕΠ.Ε.Α., μπορεί κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου η ίδια ανωτέρω υπηρεσία να εισηγηθεί στην Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναδεικνύοντας την παράληψη και ζητώντας τη θετική γνωμοδότησή της, προκειμένου να συμπεριληφθεί η πράξη στον δασικό χάρτη».
«Η εισήγηση προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Σε περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή, το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Κατόπιν τούτου, εκδίδεται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών πράξη τροποποίησης του δασικού χάρτη κατά το συγκεκριμένο τμήμα, η οποία είναι ισχυρή έναντι του περιεχομένου του δασικού χάρτη και ενσωματώνεται σ’ αυτόν μετά την περαίωση της εξέτασης των αντιρρήσεων, προκειμένου να συμπεριληφθεί στην ολική κύρωσή του.
Σε κάθε περίπτωση που έχει υποβληθεί αντίρρηση με περιεχόμενο που την εντάσσει σε κατηγορία πρόδηλου σφάλματος, το οποίο βεβαιώνεται με την απόφαση της ΕΠ.Ε.Α., το καταβληθέν τέλος επιστρέφεται στον δικαιούχο».
Θ50 Στην παρούσα περίπτωση και πάλι εισάγεται μια άλλη πολύπλοκη διαδικασία, που απαιτεί την άσκηση πολλών αρμοδιοτήτων ποικίλων οργάνων.
Σημείο εκκινήσεως είναι η αίτηση του ενδιαφερομένου προς την οικεία Διεύθυνση Δασών. Ακολουθούν:
Ενέργειες της οικείας Διευθύνσεως δασών βάσει της αιτήσεως.
Έγγραφο-εισήγηση στη Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και ταυτόχρονο αίτημα προς θετική γνωμοδότηση της τελευταίας.
Η παραπάνω εισήγηση προωθείται προς έγκριση στο Γενικό Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Αντιμετωπίζεται η περίπτωση διαφωνίας του Γενικού Διευθυντή.
Το θέμα παραπέμπεται και επιλύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Με βάση την απόφαση του Συντονιστή η αρμόδια Διεύθυνση Δασών εκδίδει πράξη τροποποιήσεως του δασικού χάρτη κατά το συγκεκριμένο τμήμα.
Η τροποποιητική αυτή πράξη είναι ισχυρή έναντι του περιεχομένου του δασικού χάρτη και ενσωματώνεται σ’ αυτόν μετά την περαίωση της εξετάσεως των αντιρρήσεων, προκειμένου να συμπεριληφθεί στην ολική κύρωσή του.
Θ51 Η παραπάνω απρόθεσμη αποκαταστατική διαδικασία του ένατου «πρόδηλου σφάλματος» είναι δυσεφάρμοστη. Πολύ περισσότερο όταν στο τελευταίο στάδιό της προβλέπει ότι η τροποιητική αυτή ενσωματώνεται στο δασικό χάρτη «μετά την περαίωση της εξέτασης των αντιρρήσεων». Στην περίπτωση αυτή, τίθεται το ζήτημα πότε κατά το Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο επέρχεται «περαίωση της εξέτασης των αντιρρήσεων»[35].
4. Συνταγματικότητα της ρυθμίσεως
Θ52 Η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως του ένατου «πρόδηλου σφάλματος» βρίσκεται, κατά την άποψή μας, σε άμεση συνάρτηση με τη γενικότερη θέση που ακολουθείται για τη συνταγματικότητα ολόκληρης της συγκεκριμένης υπουργικής αποφάσεως με αντικείμενο τα λεγόμενα «πρόδηλα σφάλματα».
Θ53 Από την προηγούμενη προσέγγιση των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του ένατου «πρόδηλου σφάλματος» προκύπτει ότι υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, που, κατά την άποψή μας, εμπεριέχουν αντισυνταγματικότητα, δηλαδή αντιτίθενται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας. 
5. Χαρακτηρισμός ως πρόδηλου σφάλματος
Θ54 Στο πλαίσιο του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου ο χαρακτηρισμός ενός σφάλματος ως «πρόδηλου δασικού σφάλματος», προβάλλει την παρουσία ενός νέου τεχνικού νομικού όρου, ο οποίος εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Θ55 Όπως δόθηκε ήδη η ευκαιρία να επισημάνουμε, υπάρχουν περιπτώσεις, όπου ο χαρακτηρισμός ενός σφάλματος ως «προδήλου» κρίνεται απρόσφορος. Στις περιπτώσεις αυτές η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία αποκαταστάσεως του σφάλματος, κατά τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί, αφού λείπουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Θ56 Το συγκεκριμένο ένατο «πρόδηλο σφάλμα»,  αναφερόμενο σε ένα σύνολο διοικητικών πράξεων – ακριβέστερα πράξεων της διοικήσεως –  που η απεικόνισή τους στο δασικό χάρτη παραλείπεται, έχει ευρύτατο πεδίο εφαρμογής. Το να χαρακτηρίζεται εκ των προτέρων ως πρόδηλο σφάλμα μια τόσο ευρεία κατηγορία περιπτώσεων είναι, κατά τη γνώμη μας, σφάλμα νομοθετικής επιλογής. Η άρση αυτής της νομοθετικής επιλογής ή η ουσιαστική άμβλυνσή της είναι ζήτημα νομοθετικής επεμβάσεως. Σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται προσεκτική μελέτη κάθε συγκεκριμένης πράξης της διοικήσεως, η απουσία της οποίας από την απεικόνιση στο δασικό χάρτη χαρακτηρίζεται ως «πρόδηλο σφάλμα».
Θ57 Άλλο είναι το ζήτημα ότι οι παραπάνω πράξεις της διοικήσεως πρέπει αναμφισβήτητα να απεικονίζονται στους δασικούς χάρτες. Αυτό, όμως, δε σημαίνει καθόλου ότι εντάσσονται στην κατηγορία των «πρόδηλων σφαλμάτων».
Θ58 Η αποκατάσταση των παραπάνω μη πρόδηλων σφαλμάτων θα επιτευχθεί με βάση την ισχύουσα δασική νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, παράλληλα και το Εμπράγματο Δίκαιο του Αστικού κώδικα, το Εποικιστικό, το Περιβαλλοντικό, καθώς και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Θ59 Πρέπει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός κινείται στο πεδίο της δασικής νομοθεσίας και διαφέρει από τα πρόδηλα σφάλματα του Κτηματολογικού Δικαίου.
6. Σημασία για το Εμπράγματο Δίκαιο του ΑΚ και για το Κτηματολογικό Δίκαιο
Θ60 Όλες οι πράξεις της διοικήσεως που μπορεί να ενταχθούν κατά την κείμενη νομοθεσία στη νομοτυπική μορφή του ένατου «πρόδηλου σφάλματος», ενδιαφέρουν άμεσα τόσο στο Αστικό Δίκαιο του ΑΚ όσο και το Κτηματολογικό Δίκαιο.
Θ61 Σε σχέση με το Εμπράγματο Δίκαιο του ΑΚ το ενδιαφέρον εστιάζεται στην έννοια του ακινήτου, στην ταυτότητά του καθώς και στη νομική του κατάσταση. Η επίμαχη έκταση πριν από τη διόρθωση του ένατου πρόδηλου σφάλματος και μετά από αυτήν αναφέρεται σε διαφορετικά ακίνητα. Διαφορετική είναι και ταυτότητα του ακινήτου. Κατά κανόνα επηρεάζεται και η νομική του κατάσταση.
Θ62 Άλλο κυριότητα, νομή και κατοχή στην έκταση πριν τη μεταβολή λόγω διορθώσεως και άλλο μετά την επελθούσα μεταβολή. Το ίδιο ισχύει και για τα κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές που υπήρχαν στην έκταση πριν τη μεταβολή και υπάρχουν μετά από αυτήν. Έτσι, μετά τη μεταβολή, ανάλογα με την περίπτωση, είτε προστίθενται κτίρια, κτίσματα ή άλλες κατασκευές στην επίμαχη έκταση είτε αφαιρούνται. Αποτέλεσμα αυτών των συνοδών μεταβολών είναι ότι αναδύεται μια νέα κατάσταση πραγμάτων, η προσέγγιση της οποίας πρέπει να γίνει με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Θ63 Αντίστοιχα ζητήματα -μάλιστα με πιο έντονη μορφή- παρουσιάζει η όλη κατάσταση στο πεδίου του Κτηματολογικού Δικαίου.
Θ64 Επαναλαμβάνουμε και εδώ τις ακόλουθες θέσεις:
Στο κτηματολογικό πεδίο η κατάσταση πριν τη μεταβολή, που επιφέρει η διόρθωση του ένατου «πρόδηλου σφάλματος» μπορεί να αφορούσε σε ακίνητο πριν την κτηματογράφηση, σε κτηματογραφούμενο ακίνητο (κατά τη διάρκεια της κτηματογραφήσεως) ή ακόμη σε κτηματογραφημένο ακίνητο (μετά την ολοκλήρωση της κτηματογραφήσεως). Μετά την επελθούσα μεταβολή, η νέα κατάσταση πραγμάτων μπορεί να επήλθε σε οποιοδήποτε από τα προηγούμενα στάδια.
Θ65 Έτσι, ανάλογα με το αν η μεταβολή της εκτάσεως επέρχεται πριν την κτηματογράφηση, αντικείμενο δηλώσεως κατά το άρθρο 2 ν. 2308/1995 είναι η διορθωμένη (νέα) έκταση.
Αν η μεταβολή της εκτάσεως έγινε κατά στάδιο της κτηματογραφήσεως, επιβάλλεται νέα δήλωση, διότι πρόκειται για νέα ακίνητο που δε συμπίπτει με το προηγούμενο.
Τέλος, εάν η μεταβολή της εκτάσεως έγινε μετά την ολοκλήρωση τη κτηματογραφήσεως, κατά κανόνα, πρέπει να αναμένεται ή έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, προκειμένου να καταχωρισθεί ως νέο ακίνητο.
Θ66 Παραπέρα, το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί και στις περιπτώσεις που η μεταβολή επέρχεται κατά το στάδιο λειτουργούντος Κτηματολογίου. Στο πεδίο αυτό εξεταστέο παραμένει, αν συντρέχει περίπτωση πρώτης εγγραφής ή μεταγενέστερης εγγραφής.
Θ67 Στην όλη αυτή προηγηθείσα αλυσίδα ενδεχόμενων περιπτώσεων δεν αποκλείεται καθόλου να συντρέχουν αντιδικίες μεταξύ ενδιαφερόμενων, οπότε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχει κίνηση διαδικασιών εξωδικαστικής ή δικαστικής διαδικασίας επιλύσεως των διαφορών.
Θ68 Από την προηγηθείσα εντελώς συνοπτική προσέγγιση καθίσταται προφανές ότι οι επιπτώσεις της μεταβολής λόγω διορθώσεως που οφείλεται στην ένατη περίπτωση διορθώσεως πρόδηλου σφάλματος είναι εξαιρετικά σημαντικές και εκτός του πεδίου των διατάξεων που διέπουν τους δασικούς χάρτες.
Δ. Πεδίο συνδυαστικής επεξεργασίας
Θ69 Το ένατο «πρόδηλο σφάλμα», που καθορίζεται στη διαδικασία καταρτίσεως του δασικού χάρτη από την υπουργική απόφαση (υπό Α), περιέχει όρους τόσο δασικούς, τοπογραφικούς όσο και νομικούς. Τέτοιοι είναι οι όροι και οι διατυπώσεις:
«διαδικασία κατάρτισης δασικού χάρτη»,
«οποιαδήποτε προφανής»,
«ειδικά σφάλματα»,
«πράξεις της διοικήσεως»,
«παράλειψη απεικονίσεως»,
«πριν την κύρωση του δασικού χάρτη»,
«περιπτώσεις που δεν συμπεριλήφθηκαν πράξεις της διοίκησης (σχέδιο πόλης, πράξη χαρακτηρισμού, έγγραφα πληροφοριακού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 998/1979, κλήρος εποικισμού κ.λπ.)»,
«εκ παραδρομής»,
«που οφείλονταν να είναι αποτυπωμένες στον ήδη αναρτημένο δασικό χάρτη και πριν την κύρωσή του:…».
Θ70 Οι παραπάνω όροι του ένατου «πρόδηλου σφάλματος» υπό Α1, που ενδεικτικά αναφέρονται για λόγους συντομίας χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι όροι υπό το Β1, περιέχονται σε ένα νομοθέτημα, όπως είναι η εξεταζόμενη υπουργική απόφαση. Συνεπώς είναι τεχνικοί νομικοί όροι, για τον καθορισμό των οποίων αφενός απαιτείται η προσφυγή στις ειδικές επιστήμες (δασολογία, τοπογραφία), αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι την τελική αρμοδιότητα έχει η νομική επιστήμη, κυρίως μέσω των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων.
Θ71 Η συνταγματική θεώρηση όλων των νομοθετημάτων – συμπεριλαμβανομένων και των υπουργικών αποφάσεων, βέβαια και της ερμηνευτικής δεινότητας των ποικίλων εγκυκλίων που «δεσμεύουν» τα δασικά όργανα-  επιβάλλει αφενός τη συνεκτίμηση του Περιβαλλοντικού Δικαίου, αφετέρου την συνεφαρμογή του Κτηματολογικού Δικαίου.
XIII. Επίλογος 
Επ1 Σε γενικές γραμμές έχουμε τη γνώμη ότι λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες αναρτήθηκαν οι δασικοί χάρτες (πίεση χρόνου, δραματική υποστελέχωση των δασικών υπηρεσιών, βομβαρδισμός επεμβάσεων στη δασική νομοθεσία, κ.α.) εμπεριέχουν παραλείψεις και σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν άμεσα για να προχωρήσει αδιάκοπα η πορεία των δασικών χαρτών[36].
Επ2 Η τακτική που ακολουθείται από το αρμόδιο Υπουργείο, κατά τη γνώμη μας, είναι απρόσφορη για την αποκατάσταση των λεγόμενων «πρόδηλων σφαλμάτων» με τη συγκεκριμένη μέθοδο. Ίσως η πρόσφατη μαζική ανάρτηση να απαιτούσε καλύτερη οργάνωση και προετοιμασία. Έφερε στην επιφάνεια σωρεία προβλημάτων πολλά εκ των οποίων οφείλονται στις παραλείψεις δεκαετιών της διοικήσεως και στη χαώδη κατάσταση της δασικής νομοθεσίας, όπου κάθε 2-3 χρόνια αλλάζουν οι ορισμοί και οι τεχνικές προδιαγραφές καταρτίσεως των δασικών χαρτών. Μάλιστα, τα έτη 2016 και 2017 πρωταγωνιστούν σε σχετική νομοθετική παραγωγή, με εξαγγελία και για το έτος 2018.
Επ3 Από τις παραπάνω εννέα κατηγορίες «πρόδηλων σφαλμάτων», εκείνες που προβληματίζουν ιδιαίτερα είναι η με αριθμό 6, που αφορά της πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις, καθώς και η ένατη, που ρυθμίζει τις «πράξεις της διοικήσεως». Υπό κανονικές συνθήκες, ο προσδιορισμός αυτών των χορτολιβαδικών εκτάσεων, σύμφωνα με το π.δ. 32/2016, αλλά και η διόρθωση των λοιπών σφαλμάτων θα μπορούσε να προχωρήσει ομαλά. Οι συνθήκες όμως που επικρατούν δεν είναι κανονικές και επηρεάζουν το έργο των δασικών υπηρεσιών. Το ιδιαίτερα αρνητικό κλίμα στην κοινωνία και η υποχωρητικότητα της πολιτικής ηγεσίας δημιουργούν συνθήκες που δεν επιτρέπουν αισιοδοξία για την ομαλή, περαιτέρω πορεία των δασικών χαρτών. Υπάρχουν σοβαρότατοι κίνδυνοι σε σχέση με τους δασικούς χάρτες, με επικρατέστερο τον κίνδυνο να γείρει η πλάστιγγα υπέρ των καταπατητών και κατά του περιβάλλοντος.
Επ4 Η κύρωση των δασικών χαρτών πρέπει να ολοκληρωθεί όσο το δυνατόν συντομότερα, με πληρότητα, ακρίβεια και σαφήνεια. Στην παρούσα φάση χρειάζεται σοβαρότητα και καθαρό μυαλό.
Επ5 Δεν πρέπει να αποπροσανατολιζόμεθα. Η όλη ρύθμιση των «πρόδηλων σφαλμάτων» αναφέρεται σε δασικούς χάρτες και αυτοί καλούνται να συμβάλλουν στη σύνταξη δασολογίου, το οποίο θα επιτρέψει τη δημιουργία του δασικού Κτηματολογίου. Είναι, κατά την άποψή μας, λάθος στόχος να ερμηνεύουμε τη ρύθμιση των «πρόδηλων σφαλμάτων» ως ένα μέσο για να μειωθεί ο δασικός πλούτος της χώρας. Ένας τέτοιος στόχος τόσο ως νομοθετική επιλογή όσο και ως αποτέλεσμα προσκρούει στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3 Συντ[37].
Επ6 Τα δικαστήρια για πολλοστή φορά αποφαίνονται ότι τα δάση τελούν σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς.
Νομολογία:
«…τα δάση, ως φυσικό κεφάλαιο και κατ’ εξοχήν περιβαλλοντικό αγαθό, τελούν σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς, ειδικώς δε τα δημόσια δάση αποτελούν δημόσια αγαθά και ανήκουν στη δημόσια κτήση είτε ως ιδιόχρηστα είτε ως κοινόχρηστα, όταν είναι ελεύθερη η χρήση τους από το κοινό (ΣτΕ 805/2016 επταμ., πρβλ. 2959/2006 επταμ., 2855/2003 Ολομ. κ.ά., Α.Π. 1417/2010, 1453/2010). Για την προστασία, εξάλλου, του αγαθού αυτού, ο συνταγματικός νομοθέτης επιβάλλει, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, στον κοινό νομοθέτη, αλλά και την Διοίκηση, να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα και αναγκαία, προληπτικά ή κατασταλτικά, νομοθετικά, κανονιστικά και ατομικά μέτρα, που να διασφαλίζουν την αποτελεσματική του προστασία και την αέναη διατήρησή του, βασική δε συνιστώσα της προστασίας αυτής συνιστά, ήδη κατά ρητή συνταγματική επιταγή, η σύνταξη και τήρηση του Δασολογίου της χώρας, στο οποίο θα αποτυπώνονται κατά τρόπο ακριβή και οριστικό τα δάση και οι δασικές εκτάσεις…»[38].
Επ7 Στην όλη ερμηνεία της επίμαχης υπουργικής αποφάσεως, πέρα από τις διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαίου, κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το Περιβαλλοντικό Δίκαιο. Η προστασία του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την αξία και την προσωπικότητα του ανθρώπου[39], ανάγονται σε αγαθά που δεν επιτρέπεται να αγνοούνται κατά την ερμηνεία των διατάξεων της υπουργικής αποφάσεως 153394/919/12.04.2017 για τα «πρόδηλα σφάλματα» στους δασικούς χάρτες.
Επ8 Συγγενές πεδίο μπορεί να αναζητηθεί ακόμη και στην αστική προστασία του περιβάλλοντος. Η αποδοχή της έννοιας του  «ζωτικού χώρου» σε θεωρία και νομολογία συμπλέει, από τη φύση των πραγμάτων, με την αστική προστασία του περιβάλλοντος[40]. Αυτή η προστασία είναι αρωγός στην ερμηνεία της εξεταζόμενης υπουργικής αποφάσεως.
| Μέρος 1ο | – | Μέρος 2ο | – | Μέρος 3ο | – | Μέρος 4ο |
*Η ανάπτυξη των θεμάτων της υ.α. για τα πρόδηλα σφάλματα πραγματοποιήθηκε σε τέσσερα διαδοχικά μέρη.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Οι περιθωριακοί αριθμοί της συγκεκριμένης ενότητας δηλώνονται με το στοιχείο Κ (= κείμενο ενιαίο για αποκατάσταση των πρώτων οκτώ «πρόδηλων σφαλμάτων»).

[2] Επιλέγουμε τον όρο «σύστημα διαδικασιών», προκειμένου να δηλώσουμε τη σύνθεση ποικίλων στοιχείων που βρίσκονται μεταξύ τους σε αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση.

[3] Προφανώς δεν αποκλείεται η δικαστική επίλυση των αναφυόμενων ζητημάτων.

[4] Ενδοδασικό, με την έννοια της απονομής σχετικών αρμοδιοτήτων αποκλειστικά σε δασικά όργανα, που βρίσκονται μεταξύ τους σε ιεραρχική οργάνωση.

[5] Το «λεπτομερέστατο» μπορεί να συνιστά επιεική έκφραση, καθότι πρόκειται για ένα δυσπρόσιτο και εν πολλοίς δυσεφάρμοστο σύστημα αποκαταστάσεως «πρόδηλων σφαλμάτων» που μπορεί να αποδειχθεί αναποτελεσματικό.

[6] Η άσκηση των αρμοδιοτήτων από όργανο σε όργανο και από το ένα στάδιο στο επόμενο δεν υπακούει σε ορισμένες προθεσμίες, με αποτέλεσμα να διατρέχει η όλη αποκαταστατική ρύθμιση σοβαρότατο κίνδυνο μακροπρόθεσμης εξελίξεως.

[7]. Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (- Παναγοπούλου-Κουτνατζή), Ερμ Συντ (2017) άρθ. 5Α αρ,. 4-5.

[8]. Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (- Παναγοπούλου-Κουτνατζή), Ερμ Συντ (2017) άρθ. 5Α αρ. 7-9.

[9] Για το ένατο «πρόδηλο σφάλμα» βλ. παρακάτω περιθ. αριθ. Θ1 επ.

[10] Στην ιδιοσυστασία αναφέρεται και η ΣτΕ 4254/2014, (υπό 8) ως εξής: «….Οι κρίσεις των προβλεπομένων στις ανωτέρω διατάξεις οργάνων, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πρέπει, εν όψει των συνεπειών του χαρακτηρισμού, να είναι προσηκόντως αιτιολογημένες, από πλευράς, ιδίως, της μορφολογίας του εδάφους, του είδους, της συνθέσεως, της πυκνότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της βλαστήσεως, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου…. από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, θεσπίζουν διαδικασία για την έγκυρη διαπίστωση ότι ορισμένη έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα, μετά από εξέταση της μορφολογίας του εδάφους, του είδους, της συνθέσεως και της πυκνότητας της φυομένης βλαστήσεως, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της εκτάσεως, των τυχόν επελθουσών αλλοιώσεων ή καταστροφών της βλαστήσεως, καθώς και κάθε άλλου χρήσιμου για τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως στοιχείου, μετά δηλαδή από εξέταση της κρίσιμης για τον χαρακτηρισμό πραγματικής καταστάσεως…».

[11] Βλ. παραπάνω περιθ. αριθ. Ε3 επ.

[12] Βλ. παραπάνω περιθ. αριθ. Στ1 επ. και Ζ1 επ.

[13] Για τα τέσσερα αυτά στάδια βλ. παραπάνω περιθ. αριθ.  Κ7 επ.

[14] Βλ. σχετικά περιθ. αριθ. Κ44.

[15] Για τις διατάξεις βλ. περιθ. αριθ. Κ 45 επ.

[16] ΣτΕ 4254/2014, (υπό 8).

[17] Βλ. σχετικά ΣτΕ 2929/2011 (υπό 6 και 7). ΣτΕ 2924/2011, (υπό 6 και 7).

[18] Βλ. σχετικά παραπάνω περιθ. αριθ. Β34, Γ33 και Δ33.

[19] Βλ. σχετικά τις ανακοινώσεις της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου και της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων σε: Dasarxeio.com, 26/06/2017 και 12/07/2017 αντίστοιχα.

[20] Όπως ήδη έχει σημειωθεί, οι παρατάσεις στις προθεσμίες υποβολής αντιρρήσεων καλά κρατούν. Ήδη ισχύει η – για πολλοστή φορά νέα ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 2017. Μάλιστα, η ημερομηνία αυτή ισχύει και για τις αιτήσεις διορθώσεως «πρόδηλων σφαλμάτων», καθώς και για τις αιτήσεις εξαγοράς ή εγκρίσεως επεμβάσεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η καταληκτική αυτή ημερομηνία είναι δεσμευτική και αποτελεί την τελευταία παράταση που δίνεται, καθώς η μερική κύρωση του χάρτη πρέπει να έχει ολοκληρωθεί, έως τις 20 Νοεμβρίου 2017. Τονίζεται επίσης ότι η 25η Σεπτεμβρίου 2017 είναι καταληκτική ημερομηνία τόσο για τους κατοίκους της Ελλάδας, όσο και αυτούς του εξωτερικού, λόγω της παραπάνω αναγκαιότητας.
Επισημαίνονται οι ακόλουθοι λόγοι για τους οποίους εισάγεται η νέα παράταση: Η παράταση αυτή δίνεται για τη βέλτιστη εξυπηρέτηση και ενημέρωση των πολιτών, αλλά και για να υπάρχει επάρκεια χρόνου, ώστε να αποσταλούν τα όρια οικισμών και οικιστικών πυκνώσεων από τους ΟΤΑ. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν για κάθε μια από τις προηγούμενες παρατάσεις καθώς και για την τελευταία.
Με την παράταση θα δοθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του ηλεκτρονικού εργαλείου, που έχει δημιουργηθεί από την ΕΚΧΑ Α.Ε., για την αίτηση «πρόδηλου σφάλματος». Η δημιουργία και εφαρμογή εύχρηστων εργαλείων για τους πολίτες, σε εφαρμογή της σχετικής ΥΑ, εντάσσονται στην πολιτική του ΥΠΕΝ για την εξυπηρέτηση του πολίτη και τη μείωση του κόστους.
Τέλος, η παράταση δίνεται ώστε να υπάρξει δυνατότητα ενημέρωσης όλων των αγροτών των οποίων οι εκτάσεις αλληλεπιδρούν με τους δασικούς χάρτες και είναι ενταγμένες στο ΟΣΔΕ, ώστε να προχωρήσουν, εφόσον το επιθυμούν, στη χρήση των παραπάνω εργαλείων, καθώς και για να ολοκληρωθεί η έκδοση των απαραίτητων αποφάσεων και εγκυκλίων που θα βοηθήσουν στην καλύτερη χρήση αυτών: Dasarxeio.com , 06/06/2017.
Σύμφωνα με το αρμόδιο υπουργείο: «υποβλήθηκαν 110.411 αντιρρήσεις. Από αυτές 17.111 έχουν υποβληθεί ατελώς, ενώ για 15.365 αντιρρήσεις εκκρεμεί η πληρωμή». «Θα συσταθούν άμεσα οι επιτροπές εξέτασης αντιρρήσεων που θα εξετάσουν τις αντιρρήσεις, ενώ παράλληλα ξεκινά η νέα ανάρτηση χαρτών στο 17% της χώρας από τις 12 Οκτωβρίου, ενώ αύριο ολοκληρώνεται και ο διαγωνισμός για την ανάθεση της κατάρτισης δασικών χαρτών στο 46% της χώρας. Τέλος, εντός του 2017 θα αναρτηθεί σε διαβούλευση ο νόμος για τις οικιστικές πυκνώσεις, για την πλήρη εφαρμογή των δασικών χαρτών σε όλη την ελληνική επικράτεια».

[21] Για τις μεταβολές της σχετικής νομοθεσίας βλ. Δ. Παπαστερίου, Ο δασικός χάρτης ως προϋπόθεση του Δασικού Κτηματολογίου, σε ΤιμΤομ Καλτσίκη, σ. 165 επ. Τον ίδιο, ΚτημΔασΔ, § 26 (Α), 1 επ.· § 26 (Β), αρ. 1 επ. Τον ίδιο, Εξελίξεις στην έννομη τάξη: Το Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο, σε ΕΝΟΒΕ 73, σ. 73 επ. Τον ίδιο, Αναρτήσεις δασικών χαρτών, σε Dasarxeio.com , 12/03/2017. Τον ίδιο, Δασικός νόμος Απρ 2017 (I) – Συστηματική παρουσίαση και λίγες παρατηρήσεις,  σε Dasarxeio.com , 23/04/2017. Τον ίδιο, Επανακαθορισμοί στους δασικούς χάρτες, σε Dasarxeio.com , 02/05/2017. Τον ίδιο, Δασικός νόμος Απρ 2017 (ΙΙ) – Συστηματική παρουσίαση και λίγες παρατηρήσεις, σε Dasarxeio.com , 03/05/2017. Τον ίδιο, Στην «κοσμογονία» των δασικών χαρτών: Και πάλι βελτιώσεις, σε Dasarxeio.com , 15/05/2017. Τον ίδιο, Οικιστικές πυκνώσεις, σε Dasarxeio.com , 23/05/2017.

[22] Στάδια ρυθμίσεως των δασικών χαρτών: Κατάρτιση → θεώρηση ↔ ανάρτηση ↔ αντιρρήσεις ↔ κύρωση ↔ δημοσίευση ↔ οριστικοποίηση ↔ αναμόρφωση ↔ εκ νέου κύρωση ↔ εκ νέου δημοσίευση ↔ κατάρτιση δασολογίου.

[23] Ο όρος «εκτάσεις δασικού χαρακτήρα» είναι ένας όρος με ευρύ περιεχόμενο, στον οποίο εντάσσονται, πέρα από τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, και άλλες εκτάσεις με δασική βλάστηση, λόγου χάρη οι χορτολιβαδικές εκτάσεις όπως ορίζονται στο νόμο.
Κατά τη ΣτΕ 452/2014, ΝΟΜΟΣ, «…«…από το συνδυασμό των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της Χώρας υπάγονται σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς για να διατηρείται η κατά προορισμό χρήση τους και μόνο κατ’ εξαίρεση παρέχεται η δυνατότητα στον κοινό νομοθέτη να επιτρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, επεμβάσεις που μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν το δασικό χαρακτήρα τους και ειδικότερα, μόνο αν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλουν την επέμβαση. Προκειμένου δε να επιχειρηθεί η, κατά τα ανωτέρω, κατ’ εξαίρεση μόνο και υπό ειδικούς όρους επιτρεπόμενη επέμβαση σε δασική έκταση που είχε κατά το παρελθόν κηρυχθεί αναδασωτέα, πρέπει, όπως έχει κριθεί, προηγουμένως να έχει αρθεί κατά νόμιμο τρόπο η εν λόγω αναδάσωση (ΣτΕ 2971, 2972/2010 κ.ά.)…». Επίσης: ΣτΕ 1104/2006, (υπό 9). ΣτΕ 4446/2005, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1286/2009, (υπό 6). ΣτΕ 3107/2015, (υπό 8). ΣτΕ 92/2016, (υπό 9). ΑΠ 136/2015, (ποιν.). ΜΠρΧαλκ 644/2002, ΑρχΝ 2003 90.
Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 10, αρ. 55 επ.

[24]. Για τα όργανα Δασικού Δικαίου βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 5, αρ. 4 επ.

[25]  ΣτΕ 1184/2014, ΝΟΜΟΣ.

[26] Βλ. παραπάνω υπό περιθ. αριθ. Α12-Α13.

[27] Βλ. παραπάνω περιθ. αριθ. Γ25.

[28] Για τις περιπτώσεις Εποικιστικού Δικαίου βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 14, αρ. 49, υποσημ. 78. Τον ίδιο, ΕποικΔ, § 20, αρ. 19 και 20. Κουμάνη, Η έκτακτη χρησικτησία επί τμήματος κλήρου ως νόμιμη βάση για τη διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής, Αρμ 2009 1287.

[29] Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 14, αρ. 64-67.

[30] Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 14, αρ. 67.

[31] Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 14, αρ. 136.

[32] Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 14, αρ. 137.

[33] Έτσι και παραπάνω υπό περιθ. αρ. Β12.

[34] Βλ. σχετικά νέο άρθρο 18, παρ. 3, εδ. α΄, ν. 3889/2010, σύμφωνα με το οποίο «Για την επίλυση νομικών και τεχνικών ζητημάτων μείζονος σημασίας που ανακύπτουν κατά το στάδιο της εξέτασης των αντιρρήσεων, η ΕΠ.Ε.Α. μπορεί να ζητεί γνωμοδότηση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή το Τεχνικό Συμβούλιο Δασών, αντίστοιχα». Σχετικά. Δόθηκε η ευκαιρία [Παπαστερίου, Στην «κοσμογονία» των δασικών χαρτών: Και πάλι βελτιώσεις, περιθ. αριθ. 42 έως 45, σε Dasarxeio.com , 15/05/2017] να διατυπώσουμε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Επειδή πρέπει να τηρείται αυστηρότατα η διοικητική ιεραρχία, εισάγεται το ακόλουθο επίτευγμα «αντιγραφειοκρατικών» ρυθμίσεων προς υποβοήθηση του έργου των ΕΠ.Ε.Α.
Διαπίστωση από ΕΠ.Ε.Α. ζητημάτων μείζονος σημασίας ↔ Αδυναμία επιλύσεως από ΕΠ.Ε.Α. ↔ Αίτημα ΕΠ.Ε.Α. ↔ Διαβίβαση αιτήματος στο Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης ↔ Διαβίβαση από αυτόν στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας ↔ Υποβολή από τον Υπουργό στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή στο Τεχνικό Συμβούλιο Δασών.
Πρόκειται για ένα εκπληκτικό δείγμα «ιεραρχικής επικοινωνίας» εξωδικαστικών οργάνων(!). Στο νόμο δεν αντιμετωπίζεται το ζήτημα της χρονικής διάρκειας αυτής της νομοθετικής συλλήψεως (δεν ορίζονται καν ενδεικτικές προθεσμίες), ούτε των επιπτώσεων στους δασικούς χάρτες, ούτε της αλυσιδωτής καθυστερήσεως στη σύσταση Δασικού Κτηματολογίου. Μάλιστα, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα προθεσμιών, αποφεύγεται και η ρύθμιση των παρατάσεών τους.
Ο νόμος στο σημείο αυτό δε ρυθμίζει την αντίστροφη πορεία: Δηλαδή την πορεία από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή από το Τεχνικό Συμβούλιο Δασών μέχρι τις ΕΠ.Ε.Α. Συνεπές προς την προηγηθείσα πορεία θα είναι να τηρηθεί η μετακύλιση του πορίσματος κατά αντίστοιχο τρόπο.
Σε κάθε περίπτωση, ο θεσμός των ΕΠ.Ε.Α. εξελίσσεται σε ένα σημαντικό όργανο και στον τομέα των δασικών χαρτών και γενικότερα του δασολογίου.
Επίσης, για τις ΕΠ.Ε.Α. βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 26 Β), αρ. 54 έως 69.

[35]. Για τις αντιρρήσεις αυτές βλ. Παπαστερίου. ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 109-114∙ § 11 (Β), αρ. 37α επ. Για τις Τεχνικές Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων βλ. Παπαστερίου. ΚτημΔασΔ, § 11 (Β), αρ. 78 -102. Σύμφωνα με το άρθρο 18 ν. 3889/2010, όπως ισχύει, προβλέπεται συμμετοχή και  δικηγόρων στις ΕΠ.Ε.Α.

[36] Οι περιθωριακοί αριθμοί του Επιλόγου δηλώνονται με το «Επ».

[37] Βλ. σχετικά τις ποικίλες προσεγγίσεις του δασικού φαινομένου σε Παπαστερίου, Εξελίξεις στην έννομη τάξη: το Κτηματολογικό δασικό Δίκαιο, σε ΕΝΟΒΕ 73, σ. 92-100.

[38] ΣτΕ 1203/2017, (υπό 9): «…οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 998/1979, όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303), οι οποίες τροποποιούσαν τον ορισμό του δάσους, όπως αυτός είχε δοθεί από το ν. 998/1979 υπό το αρχικό του περιεχόμενο, και προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, ποσοτικά κριτήρια για την αναγνώριση σε μία έκταση δασικού χαρακτήρα, όπως ελάχιστο εμβαδόν (0,3 εκτάρια) και πυκνότητα (25%), αφενός μεν καταργήθηκαν με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3818/2010 (Α΄ 17), αφετέρου δε κρίθηκαν ως μη εναρμονιζόμενες με το συνταγματικό ορισμό του δάσους και, επομένως, αντισυνταγματικές με την 32/2013 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά το μέρος που επιχειρούσαν, κατά τα προαναφερόμενα, συρρίκνωση των εννοιών του δάσους και της δασικής εκτάσεως…».

[39] Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 19, αρ. 149 επ.

[40] ΑΠ 43/2016. Ενδεικτικά: Καράκωστας, Περ&Δικ3, σ. 273 επ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 19, αρ. 194 επ.

——–  ——–

.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 10.10.2017

.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  

ΣΥΜΒΟΛΑ ΔΑΣΙΚΩΝ ΧΑΡΤΩΝ

Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Advertisements