Advertisements

Έργα αξιοποίησης υδατικών πόρων – Συμπληρωματικές γεωτρήσεις ύδρευσης Λάρισας

Παλαιά φωτογραφία της Λάρισας
[πηγή: διαδίκτυο]

Κάθε χρήση υδάτων υπόκειται στην αρχή της βιώσιμης διαχείρισης υδατικών πόρων ως ουσιώδους στοιχείου του φυσικού περιβάλλοντος. Θεμελιώδεις αρχές της βιώσιμης αυτής διαχείρισης είναι ότι γίνεται σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού (υδατικά διαμερίσματα του ν. 1739/1987) και ότι κατά τον προγραμματισμό της διαχείρισης των υδατικών πόρων λαμβάνεται υπ΄ όψη η σχέση ρεόντων και υπογείων υδάτων, η ποσότητα διαθεσίμων αποθεμάτων και η ολοκληρωμένη χρησιμοποίηση των υδάτων. Δεδομένης δε της αλληλεξαρτήσεως των υδάτων με τα ποικίλα υδάτινα οικοσυστήματα και τους υγροτόπους, η βιώσιμη διαχείριση πρέπει να περιλαμβάνει και την εκτίμηση και αξιολόγηση της συγκεκριμένης διαχείρισης σε σχέση με την ποιότητα και ποσότητα του υδάτινου οικοσυστήματος που επηρεάζει. 

Με τον ν. 1739/1987 θεσπίσθηκε διαδικασία προγραμματισμού για τη διαχείριση υδατικών πόρων και καθολική υποχρέωση προηγουμένης λήψεως διοικητικής αδείας για κάθε χρήση ύδατος στο πλαίσιο του ανωτέρω προγραμματισμού. Η υποχρέωση αυτή προηγούμενης έγκρισης προγράμματος ανάπτυξης υδατικών πόρων του ν. 1739/1987, διατηρήθηκε και μετά τη θέση σε ισχύ του νέου καθεστώτος που εισήγαγε ο ν. 3199/2003, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία 2000/60 για τα ύδατα. Μέχρι την έγκριση σχετικού Σχεδίου Διαχείρισης και Προγράμματος Μέτρων κατά τις διατάξεις του ν. 3199/2003, η εκτέλεση έργου αξιοποίησης υδατικών πόρων είναι επιτρεπτή μόνον αν εντάσσεται σε προγραμματισμό που έχει εγκριθεί κατά τον προγενέστερο ν. 1739/1987.

Κατά τη μεταβατική περίοδο ισχύος του νεότερου ν. 3199/2003, εφ΄ όσον δεν έχει εγκριθεί σχετικό Σχέδιο Διαχείρισης και Πρόγραμμα Μέτρων κατά τις διατάξεις του, είναι δυνατόν να εγκριθεί Πρόγραμμα Ανάπτυξης βάσει των αντίστοιχων ρυθμίσεων του προγενέστερου ν. 1739/1987, ώστε να μην παρεμποδίζεται κατά το μεταβατικό στάδιο η εκτέλεση έργων διαχείρισης και εκμετάλλευσης υδατικών πόρων και να τηρείται η αρχή του προγραμματισμού που είχε επιβληθεί με τον ν. 1739/1987. 

Σε κάθε περίπτωση, έργα αξιοποίησης υδατικών πόρων, των οποίων οι περιβαλλοντικοί όροι έχουν εγκριθεί χωρίς να ληφθούν υπ΄ όψη τα οικεία Σχέδια Διαχείρισης Υδάτων, δεν δύνανται να αδειοδοτηθούν, αν προηγουμένως δεν γίνει επανεξέταση της αποφάσεως των περιβαλλοντικών τους όρων σύμφωνα με τα οριζόμενα στα σχέδια αυτά.

Στο θεσπιζόμενο σύστημα προγραμματισμού εντάσσονται και οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), οι οποίες για την εκπλήρωση των σκοπών τους απαιτούν χρήση σημαντικών υδατικών πόρων. Οι επιχειρήσεις αυτές απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση λήψεως αδείας εκτέλεσης έργων αξιοποίησης υδατικών πόρων λόγω της απαιτούμενης ένταξής τους στο σύστημα προγραμματισμού, κατά το οποίο η εκτέλεση αντιστοίχου έργου επιτρέπεται μόνον εφ΄ όσον αυτό εντάσσεται σε προγράμματα ανάπτυξης υδατικών πόρων ή εναρμονίζεται με αυτά. Αν δεν είχε εγκριθεί κατ΄ άρθρο 4 του ν. 1739/1987 σχετικό πρόγραμμα, δεν είναι δυνατή η χρήση από ΔΕΥΑ υδατικών πόρων, για την οποία απαιτείται η εκτέλεση έργου αξιοποίησης.

Εφ΄ όσον η προσβαλλομένη έγκριση περιβαλλοντικών όρων συμπληρωματικών γεωτρήσεων ενίσχυσης ύδρευσης της πόλης της Λάρισας και δικτύων μεταφοράς και σύνδεσής τους με το υφιστάμενο δίκτυο της ΔΕΥΑ Λάρισας, δεν είχε επανεξετασθεί ως προς τη συμβατότητά της με το εν τω μεταξύ εγκριθέν Σχέδιο Διαχείρισης, η αρχική πλημμέλεια της εκδόσεώς της πριν την έγκριση του οικείου προγράμματος ανάπτυξης μέτρων κατά τον ν. 1739/1987 δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έχει μεταγενέστερα θεραπευθεί αυτομάτως, χωρίς την προσήκουσα διοικητική επανεξέταση με την έκδοση του Σχεδίου Διαχείρισης του οικείου υδατικού διαμερίσματος. 

Με την απόφαση 4474/2015 το Ε΄ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε επί αιτήσεως ακυρώσεως: α) της κυα 132281/1.4.2003, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου «Συμπληρωματικές γεωτρήσεις ενίσχυσης ύδρευσης της πόλης της Λάρισας και δίκτυα μεταφοράς και σύνδεσης αυτών με το υφιστάμενο δίκτυο της ΔΕΥΑ Λάρισας Ν. Λάρισας» καθώς και β) της σιωπηράς αρνήσεως του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ να ανακαλέσει την ως άνω έγκριση, κατόπιν της από 14.11.2007 σχετικής αιτήσεως ανακλήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, το φυσικό περιβάλλον, στοιχείο του οποίου αποτελούν οι υδατικοί πόροι, έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό, προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη και των επομένων γενεών. Για τον σκοπό αυτό ο συντακτικός νομοθέτης επέβαλε στα όργανα του Κράτους να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη του προστατευομένου αγαθού και να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα.

Προς υλοποίηση των σκοπών αυτών εκδόθηκε ο ν. 1739/1987 (Α΄ 201), με τον οποίο ρυθμίσθηκαν κατά τρόπο συστηματικό όλα τα συναρτώμενα με τη διαχείριση των υδατικών πόρων της Χώρας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, η Χώρα διαιρείται σε δεκατέσσερα (14) υδατικά διαμερίσματα για τη διαχείριση και τον προγραμματισμό των υδατικών πόρων (άρθρο 1 παρ. 4), προβλέπονται δε κεντρικός και περιφερειακοί φορείς διαχείρισης καθώς και προγράμματα ανάπτυξης και διαχείρισης των υδατικών πόρων της χώρας, τα οποία διακρίνονται σε μακροχρόνια εθνικά, μεσοχρόνια εθνικά, μεσοχρόνια κατά υδατικό διαμέρισμα και ειδικών σκοπών (άρθρα 3 και 4).

Με τις παρ. 2 έως και 8 του άρθρου 4 του ν. 1739/1987 ρυθμίζονται περαιτέρω ζητήματα σχετικά με το περιεχόμενο και τη διαδικασία κατάρτισης των προγραμμάτων καθεμιάς από τις ανωτέρω κατηγορίες, με τη δε παρ. 9 αυτού ορίζεται ότι: «Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των υπουργών της παρ. 3 του άρθρου αυτού, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες που αφορούν το περιεχόμενο των προγραμμάτων, τη διαδικασία υποβολής των προτάσεων και υποβολής των προγραμμάτων για έγκριση, τη διαδικασία εκπόνησης των μεσοπρόθεσμων προγραμμάτων, εθνικών και κατά υδατικό διαμέρισμα, τον τρόπο εναρμόνισης της διαδικασίας αυτής με την αντίστοιχη του δημοκρατικού προγραμματισμού καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού».

Εξ άλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 7 του ιδίου ως άνω νόμου, η εκτέλεση έργου αξιοποίησης των υδατικών πόρων επιτρέπεται, εφ΄ όσον αυτό εντάσσεται ή εναρμονίζεται με τα ισχύοντα προγράμματα ανάπτυξης υδατικών πόρων, κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 8, για την εκτέλεση κάθε έργου αξιοποίησης των υδατικών πόρων από νομικά πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονται στον δημόσιο τομέα ή από φυσικά πρόσωπα απαιτείται άδεια από την οικεία αρχή.

Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1739/1987 προβλέπεται ότι κάθε νομικό και φυσικό πρόσωπο έχει δικαίωμα χρήσεως ύδατος, το οποίο ασκείται κατόπιν ειδικής αδείας και ότι «στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 8 χορηγείται ενιαία άδεια χρήσεως ύδατος και κατασκευής του αντιστοίχου έργου». Τέλος, με τη μεταβατικού περιεχομένου διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 16 του ως άνω νόμου, ορίσθηκε ότι: «Όπου, για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού ή για τη θέσπιση των ειδικότερων ρυθμίσεων, είναι αναγκαία η έκδοση προεδρικών διαταγμάτων ή υπουργικών αποφάσεων για την εξειδίκευση ορισμένων θεμάτων, η κατάργηση των κειμένων διατάξεων επέρχεται από την έναρξη ισχύος των κανονιστικών αυτών πράξεων».

Εν συνεχεία, με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23.10.2000 για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327), επισημάνθηκε η ανάγκη συνετής και ορθολογικής αξιοποίησης των φυσικών πόρων με βάση τις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης (άρθρο 174 της Συνθήκης) και ενσωμάτωσης της προστασίας και βιώσιμης διαχείρισης των υδάτων σε άλλους τομείς κοινοτικής πολιτικής, ενώ επιδιώχθηκε η θέσπιση πλαισίου για την προστασία των εσωτερικών επιφανειακών, μεταβατικών, παράκτιων και υπογείων υδάτων, το οποίο, μεταξύ άλλων, ν΄ αποτρέπει την περαιτέρω επιδείνωση, να προστατεύει και να βελτιώνει την κατάσταση των υδάτινων οικοσυστημάτων και των χερσαίων οικοσυστημάτων και υγροτόπων, που εξαρτώνται αμέσως από αυτά και να προωθεί τη βιώσιμη χρήση του νερού βάσει μακροπρόθεσμης προστασίας των διαθέσιμων υδάτινων πόρων (άρθρο 1 παρ. 1). Σύμφωνα με την Οδηγία, η διαχείριση των υδάτων πρέπει να γίνεται σε επίπεδο περιοχής λεκανών απορροής, η οποία αντιστοιχεί στο προβλεπόμενο με τον ανωτέρω ν. 1739/1987 υδατικό διαμέρισμα.

Όπως περαιτέρω κρίθηκε, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 1737/1987, ερμηνευόμενων υπό το φως της Οδηγίας 2000/60, κάθε χρήση υδάτων υπόκειται στις αρχές και τους περιορισμούς που συνθέτουν τη βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων, οι οποίοι αποτελούν ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος.

Θεμελιώδεις αρχές της βιώσιμης διαχείρισης είναι ότι αυτή γίνεται σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού (υδατικά διαμερίσματα του ν. 1739/1987) και ότι κατά τον προγραμματισμό της διαχείρισης των υδατικών πόρων λαμβάνεται υπ΄ όψη η σχέση ρεόντων και υπογείων υδάτων, η ποσότητα διαθεσίμων αποθεμάτων και η ολοκληρωμένη χρησιμοποίηση των υδάτων, δεδομένης δε της αλληλεξαρτήσεως των υδάτων με τα ποικίλα υδάτινα οικοσυστήματα και τους υγροτόπους, η βιώσιμη διαχείριση πρέπει να περιλαμβάνει και την εκτίμηση και αξιολόγηση της συγκεκριμένης διαχείρισης σε σχέση με την ποιότητα και ποσότητα του υδάτινου οικοσυστήματος, που αυτή επηρεάζει. Επιπλέον δε στοιχείο της βιώσιμης διαχείρισης αποτελεί, κατά το Δικαστήριο, ο προσανατολισμός της ζήτησης στις χρήσεις νερού, στις οποίες αποβλέπουν τα προγράμματα ανάπτυξης της χώρας.

Σε συμφωνία με τα ανωτέρω, με τον ν. 1739/1987 θεσπίσθηκε αφ΄ ενός μεν διαδικασία προγραμματισμού για τη διαχείριση των υδατικών πόρων, αφ΄ ετέρου δε καθολική υποχρέωση προηγούμενης λήψεως διοικητικής αδείας για κάθε χρήση ύδατος στο πλαίσιο του ανωτέρω προγραμματισμού. Εν όψει δε του ότι οι φυσικοί αυτοί πόροι είναι εκ της φύσεώς τους περιορισμένοι, η τήρηση της προβλεπομένης στο άρθρο 4 του ν. 1739/1987 διαδικασίας προγραμματισμού της χρήσης και ανάπτυξης υδατικών πόρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη έκδοση του προβλεπομένου στην παρ. 9 του ιδίου άρθρου προεδρικού διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 1739/1987, η μεταβατική ρύθμιση, που εισήχθη με τη διάταξη αυτή, αφορά μόνο περιπτώσεις, στις οποίες για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου ήταν αναγκαία η έκδοση των προβλεπομένων σε αυτόν προεδρικών διαταγμάτων, τέτοια δε περίπτωση δεν συντρέχει προκειμένου περί της κατάρτισης και έγκρισης των κατά το άρθρο 4 προγραμμάτων.

Εξ άλλου, στο θεσπιζόμενο από τον νόμο σύστημα προγραμματισμού εντάσσονται κατ΄ εξοχήν και οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), δεδομένου μάλιστα ότι αυτές, για την εκπλήρωση των σκοπών τους, απαιτούν τη χρήση σημαντικών υδατικών πόρων. Οι επιχειρήσεις αυτές απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση λήψεως αδείας εκτέλεσης έργων αξιοποίησης υδατικών πόρων, προδήλως λόγω της απαιτουμένης ένταξής τους στο σύστημα προγραμματισμού, κατά το οποίο η εκτέλεση αντιστοίχου έργου επιτρέπεται μόνον εφ΄ όσον αυτό εντάσσεται σε προγράμματα ανάπτυξης υδατικών πόρων ή εναρμονίζεται με αυτά. Συνεπώς, αν δεν είχε εγκριθεί, κατά το άρθρο 4 του ν. 1739/1987, σχετικό πρόγραμμα, δεν ήταν δυνατή η χρήση από ΔΕΥΑ υδατικών πόρων, για την οποία απαιτείτο η εκτέλεση έργου αξιοποίησης.[1]

Εξ άλλου, η υποχρέωση αυτή, προηγούμενης έγκρισης προγράμματος ανάπτυξης υδατικών πόρων του ν. 1739/1987, διατηρήθηκε και μετά τη θέση σε ισχύ (μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης) του νέου καθεστώτος που εισήγαγε ο ν. 3199/2003, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία 2000/60. Ο νόμος αυτός επανέλαβε τον κανόνα, ο οποίος είχε αρχικώς επιβληθεί με τον ν. 1739/1987, ότι η εκτέλεση έργων αξιοποίησης υδατικών πόρων επιτρέπεται μόνον στο πλαίσιο σχεδιασμού και προγραμματισμού που έχει εγκριθεί κατά νόμο.

Όπως κρίθηκε, ναι μεν ορίζεται με τον νεότερο αυτό νόμο μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή των διατάξεών του που αφορούν τα Σχέδια Διαχείρισης και Προγράμματα Μέτρων, ως προς τα οποία τάσσεται στη Διοίκηση προθεσμία έως τον Δεκέμβριο του 2009 για την έγκριση του πρώτου Σχεδίου Διαχείρισης και του πρώτου Προγράμματος Μέτρων, δεν προβλέπεται όμως αναστολή της εφαρμογής ή με οποιοδήποτε τρόπο άρση του παραπάνω κανόνα κατά το μεταβατικό αυτό διάστημα, ανεξαρτήτως του ζητήματος, αν θα ήταν επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα και τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου η κατάργηση, έστω και προσωρινώς, του κανόνα αυτού, ο οποίος, όπως αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη, θεσπίσθηκε εν όψει της συνταγματικής επιταγής για τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων και επιβάλλεται με την ήδη ισχύουσα Οδηγία 2000/60/ΕΚ.

Επομένως, μέχρι την έγκριση σχετικού Σχεδίου Διαχείρισης και Προγράμματος Μέτρων κατά τις διατάξεις του ν. 3199/2003, η εκτέλεση έργου αξιοποίησης υδατικών πόρων είναι επιτρεπτή μόνον αν εντάσσεται σε προγραμματισμό που έχει εγκριθεί κατά τον προγενέστερο ν. 1739/1987.

Εξ άλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 3199/2003, με την οποία προβλέπεται ότι από την έναρξη ισχύος του καταργείται «κάθε διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις αυτού του νόμου ή ανάγεται σε θέματα που ρυθμίζονται ειδικά από αυτόν», ερμηνευομένης σε συνδυασμό προς τα άρθρα 7 παρ. 4 και 8 παρ. 4 του ιδίου νόμου, με τα οποία ορίζεται η προαναφερόμενη μεταβατική περίοδος έως τον Δεκέμβριο 2009, κατά το διάστημα αυτό και εφ΄ όσον δεν έχει εγκριθεί σχετικό Σχέδιο Διαχείρισης και Πρόγραμμα Μέτρων κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, είναι δυνατό να εγκριθεί Πρόγραμμα Ανάπτυξης βάσει των αντίστοιχων ρυθμίσεων του προγενέστερου νόμου, ώστε να μην παρεμποδίζεται κατά το προβλεπόμενο από τον νόμο μεταβατικό διάστημα η εκτέλεση έργων διαχείρισης και εκμετάλλευσης υδατικών πόρων και παραλλήλως, να τηρείται η αρχή του προγραμματισμού που είχε επιβληθεί από το έτος 1987 με τον ανωτέρω νόμο (1739/1987). Η δυνατότητα δε αυτή έγκρισης προγραμμάτων κατ΄ εφαρμογή του προγενέστερου νόμου καθ΄ όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου δεν αποκλείεται από την παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 3199/2003, κατά την οποία «οι άδειες χρήσης και έργων αξιοποίησης υδάτων, που εκδίδονται μέχρι την 1.1.2005, εκδίδονται σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα ισχύουσες διατάξεις …», δεδομένου ότι η μεταβατική αυτή ρύθμιση της παρ. 3 δεν αναφέρεται στην έγκριση προγραμμάτων, αλλά στην έκδοση των ατομικών διοικητικών πράξεων χορήγησης αδείας χρήσεως και έργων αξιοποίησης υδάτων.[2]

Ο Πηνειός ποταμός 
[πηγή: διαδίκτυο]

Το επίμαχο έργο, το οποίο αφορά τη συμπληρωματική ύδρευση του Δήμου Λάρισας, αποτελεί έργο προτεραιότητας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Οδηγία 2000/60 και εμπίπτει σε υπόγειο σύστημα υδάτων που εντάσσεται στο Μητρώο Προστατευόμενων Περιοχών του υδατικού διαμερίσματος, ήτοι καταλλήλου για την άντληση ύδατος για ανθρώπινη κατανάλωση και παρουσιάζει καλή ποιοτική και ποσοτική κατάσταση διατήρησης, σύμφωνα με το ισχύον Σχέδιο Διαχείρισης.[3]

Ωστόσο, το έργο αυτό, για το οποίο δεν έχει εκδοθεί, κατά τα ανωτέρω, άδεια χρήσης ύδατος, δεν έχει περιληφθεί στα προγραμματιζόμενα έργα του Σχεδίου Διαχείρισης, η δε ΜΠΕ εκπονήθηκε σε χρόνο απέχοντα άνω της δεκαετίας από το Σχέδιο αυτό, στηριχθείσα σε παρωχημένα υδρογεωλογικά δεδομένα (μελέτη έτους 1990, δεδομένα δοκιμαστικών αντλήσεων και ποιοτικών παραμέτρων ετών 1988-1989), χωρίς να εντάσσεται κατά τον χρόνο έκδοσής της σε πρόγραμμα ανάπτυξης υδατικών πόρων ή να στηρίζεται σε δεδομένα μελέτης συνολικής διαχείρισης των υδατικών πόρων του συγκεκριμένου υδατικού διαμερίσματος. Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη της προσβαλλομένης πράξεως έγκριση του Σχεδίου Διαχείρισης, δεν αρκεί για να θεραπεύσει την πλημμέλεια της πράξεως αυτής, η οποία εκδόθηκε χωρίς να εντάσσεται σε συνολικό σχεδιασμό των υδάτινων πόρων της περιοχής.[4]

Και ναι μεν με την κυα 146896/2014 (Β΄ 2878) προβλέπεται ότι υφιστάμενα έργα αξιοποίησης υδατικών πόρων της κατηγορίας Α΄ (όπως το επίμαχο),[5] που αφορούν απολήψεις από επιφανειακά και υπόγεια ύδατα περιοχών με εγκεκριμένο Σχέδιο Διαχείρισης, λαμβάνουν άδεια χρήσεως ύδατος, αφού προηγουμένως διενεργηθεί έλεγχος του υφισταμένου έργου ως προς τη συμβατότητά του με το οικείο Σχέδιο Διαχείρισης και επιβληθούν όροι ως προς την ελάχιστη και μέγιστη αντλούμενη ποσότητα σύμφωνα με το Σχέδιο και το Πρόγραμμα Μέτρων, χωρίς ν΄ προαπαιτείται έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ), ωστόσο η πρόβλεψη αυτή, παρά το γεγονός ότι φαίνεται να επιτρέπει τη χορήγηση άδειας χρήσης ύδατος ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή της νομιμότητας της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, στην οποία στηρίζεται, πάντως δεν μπορεί, κατά το Δικαστήριο, να θεωρηθεί ότι σκοπεί στη νομιμοποίηση εγκρίσεων περιβαλλοντικών όρων έργων αξιοποίησης υδάτων εκδοθεισών πριν την έγκριση προγράμματος ανάπτυξης υδατικών πόρων ή σχεδίων διαχείρισης, κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας.

Ως εκ τούτου, έργα αξιοποίησης υδατικών πόρων, των οποίων οι περιβαλλοντικοί όροι έχουν εγκριθεί χωρίς να ληφθούν υπ΄ όψη τα οικεία Σχέδια Διαχείρισης Υδάτων, δεν δύνανται να αδειοδοτηθούν, αν προηγουμένως δεν γίνει επανεξέταση της αποφάσεως των περιβαλλοντικών τους όρων σύμφωνα με τα οριζόμενα στα σχέδια αυτά.

Συνεπώς, εν προκειμένω, εφ΄ όσον η προσβαλλομένη κυα 132281/1.4.2003, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου «Συμπληρωματικές γεωτρήσεις ενίσχυσης ύδρευσης της πόλης της Λάρισας και δίκτυα μεταφοράς και σύνδεσης αυτών με το υφιστάμενο δίκτυο της ΔΕΥΑ Λάρισας Ν. Λάρισας» δεν είχε επανεξετασθεί ως προς τη συμβατότητά της με το εν τω μεταξύ εγκριθέν Σχέδιο Διαχείρισης, η αρχική πλημμέλεια της εκδόσεώς της πριν την έγκριση του οικείου προγράμματος ανάπτυξης μέτρων κατά τον ν. 1739/1987 δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έχει μεταγενέστερα θεραπευθεί αυτομάτως, χωρίς την προσήκουσα διοικητική επανεξέταση με την έκδοση του Σχεδίου Διαχείρισης του οικείου υδατικού διαμερίσματος. Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλομένη κυα 132281/1.4.2003 έγκρισης περιβαλλοντικών όρων.

Σοφία Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

.

Σύγχρονη άποψη της πόλης της Λάρισας από ψηλά
[πηγή: διαδίκτυο]

____________________________________

* Η απόφαση δημοσιεύεται στο περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο», τ. 1/2016, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη.

[1] Πρβλ. ΣτΕ 3841/2006, ΣτΕ Ολ 1688/2005, 2129/2003, 2316/2002.

[2] Βλ. ΣτΕ 454/2014, 2038, 1055/2012, 1987/2010, 1125/2008, 3841, 2179-2180/2006, ΣτΕ Ολ 1688/2005, ΣτΕ 2430/2008, 983/2005.

[3] Συγκεκριμένα, με την 81592/27.2.2002 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ προεγκρίθηκε η χωροθέτηση του έργου «Συμπληρωματικές γεωτρήσεις ενίσχυσης ύδρευσης της πόλης της Λάρισας και δίκτυο μεταφοράς και σύνδεσης αυτών με το υφιστάμενο δίκτυο της ΔΕΥΑ Λάρισας Ν. Λάρισας».
Ακολούθως, με την προσβαλλομένη απόφαση εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του ως άνω έργου, το οποίο συνίστατo στη διάνοιξη 6 υδρευτικών γεωτρήσεων στην περιοχή Τουρκογέφυρας Δαμασίου, εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Τυρνάβου, συνολικής παροχετευτικής δυναμικότητας 10.800.000 κ.μ./έτος και στην κατασκευή δεξαμενής συγκέντρωσης ύδατος και του αναγκαίου δικτύου μεταφοράς του στον υφιστάμενο αγωγό της ΔΕΥΑΛ.
Με την κυα 105200/12.6.2008 τροποποιήθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου λόγω μεταβολής των τεχνικών χαρακτηριστικών του και ειδικότερα μείωσης του αριθμού των γεωτρήσεων σε 5, επιμέρους μεταβολών των χαρακτηριστικών τους και μείωσης του μήκους των αγωγών μεταφοράς του ύδατος, ενώ παρατάθηκε η ισχύς των περιβαλλοντικών όρων του έργου έως 31.12.2017. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί εκπόνηση νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ), καθ΄ όσον θεωρήθηκε ότι οι ως άνω τροποποιήσεις δεν επιφέρουν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον. Εν τω μεταξύ, δημοσιεύθηκε ο ν. 3481/2006 (Α΄ 162), με το άρθρο 13 παρ. 2 του οποίου εγκρίθηκε το Σχέδιο Διαχείρισης των λεκανών απορροής Αχελώου και Πηνειού. Όπως προκύπτει από την απόφαση τροποποίησης των περιβαλλοντικών όρων του έργου και τον φάκελο αυτής, το Σχέδιο αυτό δεν ελήφθη υπ΄ όψη κατά την τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων του έργου.
Στη συνέχεια, μετά την έκδοση της υπό κρίση αιτήσεως, εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 909/2014 απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Υδάτων (Β΄ 2561), με την οποία εγκρίθηκε το Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής Ποταμών του Υδατικού Διαμερίσματος Θεσσαλίας, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 7 του ν. 3199/2003 και του άρθρου 13 της Οδηγίας 2000/60, ενώ δεν υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης πράξεως εγκεκριμένο πρόγραμμα ανάπτυξης υδατικών πόρων για το υδατικό διαμέρισμα Θεσσαλίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ν. 1739/1987.
Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, η ΜΠΕ του επίμαχου έργου στηρίχθηκε στα δεδομένα της Υδρογεωλογικής Έκθεσης της Οριστικής Μελέτης Προμήθειας Νερού και εξωτερικού δικτύου Ύδρευσης μείζονος περιοχής πόλης Λάρισας που εκπονήθηκε το 1990 από μελετητικά γραφεία, συνεκτιμήθηκαν δε και άλλες υδρολογικές μελέτες συνταχθείσες επ΄ ευκαιρία διαφόρων έργων ετών 1981 έως 1997 καθώς και δύο μελέτες των ρευμάτων λεκάνης Πηνειού (1959) και διερεύνησης υδατικού διαμερίσματος Θεσσαλίας (1988), ενώ δεδομένα ως προς τη στάθμη του υπόγειου υδροφορέα και τον ρυθμό ταπείνωσης και επαναφοράς του ελήφθησαν από τις δοκιμαστικές αντλήσεις που διενεργήθηκαν το 1988-1989, στην ίδια δε περίοδο ανάγονται και οι μετρήσεις ως προς την ποιότητα του αντλούμενου ύδατος, περιορισμένα δε στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν και από αντλήσεις του έτους 1999 όχι όμως στην άμεση περιοχή του έργου.
Ως εκ τούτου, για την εκτίμηση της ποιοτικής και της ποσοτικής κατάστασης του υδροφορέα, αλλά και την εξέταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου αυτού σε αυτόν, αλλά και στα λοιπά φυσικά οικοσυστήματα της περιοχής που εξαρτώνται από αυτόν, δεν ελήφθη υπ΄ όψη, κατά την απόφαση, μελέτη διαχείρισης των υδατικών πόρων της περιοχής, καθ΄ όσον πριν την έκδοση της προσβαλλομένης δεν βρισκόταν σε ισχύ πρόγραμμα ανάπτυξης υδατικών πόρων του συγκεκριμένου υδατικού διαμερίσματος ούτε σχετική υπό εκπόνηση μελέτη. Τούτο δε συνάγεται από σχετικό έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Φυσικού Πλούτου του ΥΠΕΚΑ προς το Δικαστήριο, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι τον Δεκέμβριο του 2008 παραδόθηκε στην Περιφέρεια Θεσσαλίας η μελέτη «Ανάπτυξη Συστημάτων και Εργαλείων Διαχείρισης Υδατικού Διαμερίσματος Θεσσαλίας» και ότι η βασική αυτή υποδομή θα μετεξελιχθεί στο άμεσο μέλλον σε διαχειριστικά σχέδια που θα συνάδουν προς τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2000/60. Η μη ύπαρξη εγκεκριμένου προγράμματος ανάπτυξης υδατικών πόρων ήταν γνωστή στο Δικαστήριο και από άλλη δικαστική ενέργεια, στο πλαίσιο υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ΣτΕ 1125/2008.

[4] Εφ΄ όσον πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων δεν είχε εγκριθεί πρόγραμμα ανάπτυξης υδατικών πόρων, κατά τους ορισμούς του ισχύοντος κατά τον χρόνο έκδοσής της άρθρου 4 του ν. 1739/1987, η προσβαλλόμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων είναι, κατ΄ αρχήν, μη νόμιμη και ακυρωτέα. Το Δικαστήριο εξέτασε περαιτέρω, εάν καλύπτεται η ως άνω πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως από τη μεταγενέστερη έγκριση του Σχεδίου Διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού Πηνειού με το άρθρο 13 του ν. 3481/2006 και του Σχεδίου Διαχείρισης λεκανών απορροής ποταμών υδατικού διαμερίσματος Θεσσαλίας με την 909/2014 απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Υδάτων.
Ειδικότερα, με το άρθρο 9 του ν. 3481/2006 προβλέφθηκε, κατά τροποποίηση του άρθρου 7 του ν. 3199/2003, ότι μέχρι την έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Διαχείρισης και Προστασίας του υδατικού δυναμικού της Χώρας και την έκδοση των οικείων Σχεδίων Διαχείρισης επιτρέπεται η υδροληψία από συγκεκριμένη λεκάνη απορροής ή η μεταφοράς ύδατος μεταξύ λεκανών με βάση εγκεκριμένο Σχέδιο Διαχείρισης των υδάτων της λεκάνης ή των λεκανών αυτών, μεταξύ άλλων, για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών ύδρευσης πόλεων και οικισμών. Ορίσθηκε δε ότι στο ως άνω σχέδιο πρέπει να τεκμηριώνεται η διαθεσιμότητα και η επάρκεια των υδατικών πόρων της λεκάνης απορροής μετά τη σχεδιαζόμενη απόληψη ποσοτήτων ύδατος καθώς και η βιώσιμη χρήση των υδάτων που θα αξιοποιηθούν στη λεκάνη απορροής όπου θα μεταφερθούν οι προς απόληψη ποσότητες με βάση την ανάγκη μακροπρόθεσμης προστασίας των διαθέσιμων υδατικών πόρων. Το Σχέδιο αυτό ισχύει μέχρι την έγκριση του πρώτου Σχεδίου Διαχείρισης της παρ. 4 του παρόντος άρθρου και ενσωματώνεται σε αυτό, λαμβάνοντας υπ΄ όψη περιβαλλοντικά κριτήρια.
Κατ΄ εφαρμογή της διάταξης αυτής εγκρίθηκε, με άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 3481/2006 το Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων των λεκανών απορροής των ποταμών Πηνειού και Αχελώου, το οποίο εκπονήθηκε για τις ανάγκες εκτροπής του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία. Ωστόσο, ανεξαρτήτως των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στο Σχέδιο αυτό με την 26/2014 απόφασης της Ολομελείας του Δικαστηρίου, τα δεδομένα της μελέτης, στην οποία αυτό στηρίχθηκε, δεν ελήφθησαν υπ΄ όψη κατά τον σχεδιασμό του επίμαχου έργου, όπως προκύπτει από την απόφαση τροποποίησης των αρχικών περιβαλλοντικών όρων του έργου και τον σχετικό φάκελο τροποποίησης.
Εξ άλλου, το σχέδιο αυτό αναφέρεται κατά βάση στις ανάγκες άρδευσης της Θεσσαλίας και όχι ύδρευσης αυτής, οι οποίες αξιολογούνται ως ουσιαστικά αμελητέες από ποσοτικής πλευράς, από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει ότι το επίμαχο έργο εντάχθηκε και αξιολογήθηκε στη μελέτη του Σχεδίου αυτού. Ήδη δε έχει παύσει να ισχύει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ν. 3481/2006, λόγω θέσεως σε ισχύ του Σχεδίου Διαχείρισης του οικείου υδατικού διαμερίσματος κατ΄ εφαρμογή των παγίων διατάξεων του ν. 3199/2003.
Με τη δε απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Υδάτων 909/2014 εγκρίθηκε το Σχέδιο Διαχείρισης λεκανών απορροής ποταμών Υδατικού Διαμερίσματος Θεσσαλίας. Στο σχέδιο αυτό, μεταξύ άλλων, παρατίθενται γενικές πληροφορίες για το υδατικό διαμέρισμα Θεσσαλίας και περιγράφονται τα φυσικά και ανθρωπογενή χαρακτηριστικά των λεκανών απορροής ποταμών του (κεφ. 5), καθορίζονται τα υδατικά συστήματα και, ειδικώς για τα υπόγεια ύδατα, αναφέρεται ο τρόπος διάκρισής τους και η τελική οριοθέτησή τους και ο αρχικός και περαιτέρω χαρακτηρισμός τους (κεφ. 7), περιγράφεται ο τρόπος ανάλυσης των σημειακών και διάχυτων πιέσεων που ασκούνται και οι επιπτώσεις των πιέσεων αυτών στα επιφανειακά υδάτινα σώματα και στα υπόγεια υδατικά συστήματα του υδατικού διαμερίσματος (κεφ. 8), παρουσιάζονται τα διαθέσιμα στοιχεία και η μεθοδολογία που ακολουθείται για την ταξινόμηση της οικολογικής και χημικής κατάστασης των επιφανειακών υδάτινων σωμάτων και της ποσοτικής και χημικής κατάστασης των υπογείων υδατικών συστημάτων, παρέχονται στοιχεία για τα δίκτυα παρακολούθησης που υλοποιήθηκαν στο παρελθόν καθώς και για το εθνικό δίκτυο παρακολούθησης των νερών που τίθεται σε λειτουργία στην Ελλάδα, παρουσιάζονται δε οι περιοχές που περιλαμβάνονται στο μητρώο των προστατευόμενων περιοχών του Υδατικού Διαμερίσματος (κεφ. 9), παρουσιάζονται οι περιβαλλοντικοί στόχοι για τα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα καθώς και για τις προστατευόμενες περιοχές, επιπρόσθετα δε παρουσιάζονται οι εξαιρέσεις από τους περιβαλλοντικούς στόχους (κεφ. 11). Επίσης παρατίθενται τα προγράμματα μέτρων, με σκοπό την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 4 της Οδηγίας (κεφ. 12) και αναφέρεται ο προγραμματισμός εφαρμογής του Σχεδίου Διαχείρισης των Υδάτων με την επισήμανση των σημείων που προτείνονται να αποτελέσουν προτεραιότητες μετά την ολοκλήρωση του σχεδίου (κεφ. 13).
Ειδικότερα, στο κεφ. 8.2 του Σχεδίου περιγράφονται τα υπόγεια υδατικά συστήματα, μεταξύ των οποίων και το υπόγειο υδατικό σύστημα Δαμασίου – Τιτάνου, με τον κωδικό GR0800070, στο οποίο ευρίσκονται οι επίμαχες γεωτρήσεις. Σύμφωνα με σχετικό από 22.4.2015 έγγραφο της Δ/νσης Υδάτων Θεσσαλίας προς το Δικαστήριο, το επίμαχο έργο δεν περιλαμβάνεται στα προγραμματιζόμενα έργα του Σχεδίου, ωστόσο, στο Παράρτημα 5, Μέρος Α, Π13, κεφ. 2.2.3 «Μέτρα για άρθρο 7 της Οδηγίας (Πόσιμο Νερό) (σελ. 94-96) αναφέρεται ότι: «Στο υδατικό διαμέρισμα μεγάλοι δήμοι δεν καλύπτουν σήμερα τις ανάγκες τους με νερό ύδρευσης καλής ποιότητας (Δήμοι Βόλου και Ν. Ιωνίας) ή τις καλύπτουν μεν σήμερα αλλά αρχίζει να διαφαίνεται πρόβλημα στο μέλλον (Δήμος Λάρισας) … Ο Δήμος Λάρισας καλύπτει σήμερα τις ανάγκες του με αντλήσεις από τα υπόγεια συστήματα του προσχωματικού κώνου Τιταρήσιου και του καρστικού Τιτάνου – Τυρνάβου. Η αύξηση των αναγκών του Δήμου σε συνδυασμό με τα σημάδια υπερεκμετάλλευσης του προσχωματικού υπόγειου υδατικού συστήματος καθιστά αναγκαία την αναζήτηση νερού σε άλλες περιοχές. Έχουν προταθεί για την κάλυψη των αναγκών εναλλακτικές λύσεις φραγμάτων στην περιοχή του άνω Ρου του ποταμού Τιταρήσιου». Επίσης, στο έγγραφο αυτό επισημαίνεται ότι η υδάτινη περιοχή επέμβασης όπου εμπίπτει το επίμαχο έργο των συμπληρωματικών γεωτρήσεων (υπόγειο σύστημα Δασίου – Τιτανίου), ανήκει στις Προστατευόμενες Περιοχές που εντοπίζονται στο Υδατικό Διαμέρισμα Θεσσαλίας σύμφωνα με το «Μητρώο Προστατευόμενων Περιοχών» που προορίζονται για την άντληση ύδατος για ανθρώπινη κατανάλωση. Το σύστημα αυτό εντάχθηκε στα προστατευόμενα συστήματα επειδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ύδρευση χωρίς προβλήματα υπερεκμετάλλευσης και με γρήγορη και άμεση επανατροφοδοσία λόγω της δομής του (καρστικοποιημένα μάρμαρα). Το σύστημα Δαμασίου – Τιτανίου αναφέρεται στο Σχέδιο ως Κύριο Υδατικό Σύστημα για την ύδρευση των Δήμων Ελασσόνας, Τυρνάβου, Λαρισαίων, Φαρκαδόνας, Παλαμά (Πίνακας 2.2.3-1, Παράρτημα 5 Μέρος Α΄ Π13).
Διαλαμβάνεται περαιτέρω, ότι στο Πρόγραμμα Μέτρων του Σχεδίου Διαχείρισης προτείνεται βασικό μέτρο με κωδικό WD08B090, που αναφέρεται στη Σύνταξη – Επικαιροποίηση Γενικών Σχεδίων Ύδρευσης από τις ΔΕΥΑ, όπου θα εντοπίζονται οι υδάτινοι πόροι που θα καλύψουν τις ανάγκες ύδρευσης σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη προοπτική, θα υιοθετούνται εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα προστασίας και θα σχεδιάζονται τα απαραίτητα εξωτερικά υδραγωγεία σε προκαταρκτικό επίπεδο και ότι το συγκεκριμένο υπόγειο σύστημα βρίσκεται σε καλή ποιοτική και ποσοτική κατάσταση χωρίς πτώση στάθμης, όπως προκύπτει και από τους σχετικούς πίνακες που παρατίθενται στο έγγραφο, σύμφωνα με τους οποίους η χημική (ποιοτική) κατάστασή του χαρακτηρίζεται καλή, χωρίς τάση ρύπανσης, με τοπικές μόνο επιβαρύνσεις, η δε ποσοτική κατάστασή του ταξινομείται επίσης ως καλή καθώς παρουσιάζει μέση ετήσια τροφοδοσία 120.000.000 κ.μ., μέσες ετήσιες απολήψεις 44.000.000 κ.μ., από τις οποίες 42.600.000 κ.μ. αφορούν στην άρδευση και μόλις 1.400.000 κ.μ. στην ύδρευση.
Εξ άλλου, κατά το ίδιο έγγραφο, το σύστημα αυτό δεν περιλαμβάνεται στα υπόγεια υδατικά συστήματα που αναμένεται να μην επιτύχουν τον περιβαλλοντικό στόχο της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για καλή κατάσταση, ενώ το έργο δεν φαίνεται να επηρεάζει την καλή ποιοτική και ποσοτική του κατάσταση. Τέλος, αναφέρεται ότι στο αναθεωρημένο Σχέδιο 2015-2020, όπου θα πρέπει να επικαιροποιηθούν όλες οι μετρήσεις και όλα τα νέα έργα του υδατικού διαμερίσματος, θα πρέπει να ενταχθεί και το επίμαχο έργο, το οποίο, όπως βεβαιώνεται από την οικεία Διεύθυνση, δεν διαθέτει άδεια εκτέλεσης έργου αξιοποίησης υδατικών πόρων σε ισχύ και συνεπώς ούτε και άδεια χρήσεως ύδατος.
Επιπροσθέτως, σε σχετικό από 4.2.2015 έγγραφο της Ειδικής Γραμματείας Υδάτων του ΥΠΑΠΕΝ επισημαίνεται ότι τα έργα που στοχεύουν στην αποτελεσματική κάλυψη της αυξανόμενης υδρευτικής ανάγκης αποτελούν έργα πρώτης προτεραιότητας για την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60, ωστόσο το γεγονός ότι τα έργα αυτά αποτελούν δράσεις του Προγράμματος Μέτρων δεν τα απαλλάσσει από την υποχρέωση περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ότι ο προγραμματισμός έργων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα ύδατα θα πρέπει να λαμβάνει υπ΄ όψη τα προβλεπόμενα στο Σχέδιο Διαχείρισης και ότι προγραμματιζόμενα ή νέα έργα που δεν εξετάσθηκαν ως προς τη συμβατότητά τους με τις κατευθύνσεις της Οδηγίας 2000/60 θα εξετάζονται ως προς τη συμβατότητά τους κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής τους αδειοδότησης.

[5] Βλ. άρθρα 2.3 περ. α΄, 4 § 3 και 7 § 1 της κυα 146896/2014 (Β΄ 2878).

.


dasarxeio.com

.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΝομοθεσία, Υδατικοί πόροι

Tags: , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: