Advertisements

Συνοπτικό ενημερωτικό κείμενο-πόνημα, σε σχέση με τις αξιώσεις και τα δικαιώματα Ι. Μονών και της Εκκλησίας, επί γαιών της χώρας, εν όψει κατάρτισης του κτηματολογίου

Γράφει ο Ελευθέριος Φραγκιουδάκης
Δασολόγος, Πρώην Γενικός Δ/ντής Δασών

Σχετικά με το αντικείμενο του θέματος και για να γίνει προσέγγιση στην αλήθεια και στην νομιμότητα, πρέπει να ληφθούν υποχρεωτικά υπόψη τα παρακάτω στοιχεία, προκειμένου να μην γίνονται λανθασμένες εκτιμήσεις σε βάρος του Δημοσίου συμφέροντος και του Ελληνικού Λαού. Ως γνωστόν, με βάση την Συνθήκη Ανεξαρτησίας, όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και λειτουργούν εν ονόματι του Ελληνικού Λαού. Τα στοιχεία αυτά είναι:

Α) Η Χώρα μας, συντίθεται από γαίες σταδιακά προσαρτηθείσες στο Νεοελληνικό Κράτος. Διακρίνονται π.χ. γαίες του λεγόμενου Παλαιού Βασιλείου (Στερεάς Ελλάδος, Πελοποννήσου Ευβοίας, Κυκλάδων), γαίες Κάτω Θηβαϊκού Πεδίου, γαίες Ιονίων Νήσων, γαίες Κρήτης, γαίες Δωδεκανήσου, γαίες Θεσσαλίας-Άρτας, γαίες Ηπείρου, γαίες Νέων Χωρών (Μακεδονίας-Θράκης), κ.λ.π. Για να προσαρτηθούν σταδιακά οι περιοχές αυτές, έγιναν ειδικές Συνθήκες. Οι Συνθήκες αυτές, ρητά περιέγραψαν τα δικαιώματα τόσο των αυτοχθόνων όσο και των θεωρουμένων τότε ως μεταναστών εν καιρώ πολέμου ή συνθηκολόγησης. Οι υπάρχουσες λοιπόν τότε Ι. Μονές, όταν προβάλλουν αξιώσεις επί γαιών, θα πρέπει να κάνουν ρητά αναφορά και στο πρό και στο μετά τις συνθήκες αυτές, τυχόν καθεστώς δικαιωμάτων τους επί πάσης φύσεως γαιών, μάλιστα επισυνάπτοντας στοιχεία μη δυνάμενα να αμφισβητηθούν από την διοίκηση, και την δικαιοσύνη, διαφορετικά αμαχητί, ως Ν.Π.Δ.Δ οφείλουν να σιωπούν.

Β) Επί Οθωμανικής κυριαρχίας και διαρκούντος του απελευθερωτικού αγώνα (καθεστώς υπό το οποίο υπαγόταν πολλές περιοχές της ελεύθερης πλέον Ελλάδος), οι Ι. Μονές είχαν υποστεί πολλές κακουχίες από το Τουρκικό Κράτος και τούτο επειδή περιέθαλπαν αγωνιστές ή τους ενίσχυαν οικονομικά και σε είδος (πολεμοφόδια, τρόφιμα κ.λ.π). Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η προσφορά των μοναχών στον απελευθερωτικό αγώνα, αυτό όμως δεν έχει να κάνει έναντι του Ελληνικού Λαού, στην διαφοροποίηση των Μονών τους, στην αντιμετώπιση ιδιοκτησιακής φύσεως ζητημάτων σε γαίες της Χώρας. Οι Μονές αντιμετωπιζόταν από το Οθωμανικό Κράτος, σχεδόν ως ευαγή ιδρύματα, δηλαδή όπως και τα τζαμιά τους με τα βακουφικά τους κτήματα. Δεν θεωρήθηκαν όμως κατά την απελευθέρωση, ότι τα κτήματα που εκαρπούντο, έπρεπε να αποτελέσουν κατά τις διαπραγματεύσεις, αντικείμενο ειδικής ρύθμισης, όπως απετέλεσαν τα βακουφικά κτήματα. Σε καμιά περίπτωση δεν αντιμετωπίσθηκαν ως αυτοτελείς οικονομικές ενότητες με ακίνητη περιουσία έξω από τους κανόνες του Οθωμανικού δικαίου. Μπορεί κάποιες εξ αυτών, που υπαγόταν υπό την σκέπη του Πατριαρχείου, να διεπόταν από ειδικό καθεστώς προνομίων λόγω συμφωνιών με την Υψηλή Πύλη (Σουλτάνο), στην πορεία όμως, όταν ξεκίνησε ο αγώνας της απελευθέρωσης, και με τον απαγχονισμό του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε, τα προνόμια αυτά έπαψαν να υφίστανται. Πολλές Μονές κατακάηκαν και οι μοναχοί τους αναγκάσθηκαν να διασκορπισθούν σε άλλες περιοχές όπου επικρατούσαν καλλίτερες συνθήκες από πλευράς διωγμών (π.χ οι Μοναχοί Ι. Μονής Ξενιάς, είχαν καταφύγει στο Τρίκερι, πολύ μακράν της Βρύναινας όπου ήταν το Μοναστήρι). Την κατάσταση αυτή την γνώριζε πολύ καλά ο Καποδίστριας και ο Όθωνας με το Επιτελείο του, γι’ αυτόν δε τον λόγο δεν έγινε καμιά διάκριση αντιμετώπισης των Ι. Μονών. Κατ’ αρχήν εμμέσως πλήν σαφώς, με την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους, οι Μονές αποσαφηνίσθηκε ότι υφίστανται αν έχουν δύναμη Μοναχών άνω των έξ ατόμων. Με βάση την αποδοχή αυτή διαλύθηκαν οι περισσότερες Μονές και τα περιουσιακά τους στοιχεία που ήσαν σε καθεστώς εκμετάλλευσης, υπήχθησαν σε ειδικό καθεστώς διοίκησης και διαχείρισης το 1834, από Ειδικό προς τούτο συσταθέν Ταμείο, το Εκκλησιαστικό Ταμείο. Ένα χρόνο πρίν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 23ης Ιουλίου 1833, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία ανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλος», πλήν όμως η Εκκλησία στην εποπτεία των οποίων υπαγόταν και οι μη διαλυθείσες Ι. Μονές, ήταν ανεξάρτητη από το Κράτος μόνο στα δογματικά ζητήματα. Όσον αφορά το μεταβατικό καθεστώς των γαιών (από αυτό του Οθωμανικού Κράτους σε αυτό του Νεοελληνικού), τα δύο βασικά νομοθετήματα για τους βοσκήσιμους τόπους και τα δάση, ήτοι το Βασιλικό Διάταγμα της 3/15 Δεκεμβρίου 1833 «Προσδιορισμός του φόρου της βοσκής και του δια τα Εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου…» (ΦΕΚ 40/1833) και το από 17/29 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/τος «περί ιδιωτικών Δασών», που όχι μόνο δεν έκαναν διάκριση για τα μοναστήρια αλλά αντιθέτως, όσον αφορά και τα δάση έκαναν και ειδική μνεία, είναι αψευδείς μάρτυρες, ότι η Πολιτεία θεώρησε ευθύς εξ αρχής, ότι οι Ι. Μονές της ελεύθερης Ελλάδας, αν προέβαλαν αξιώσεις σε βοσκοτόπους και δάση, όφειλαν να προσκομίσουν επίσημα Τουρκικά έγγραφα (ταπιά) με τα οποία να αποδείκνυαν εκχώρηση προς αυτές, από το επίσημο Τουρκικό Κράτος, της αποκλειστικής οιονεί νομής επικαρπίας, σε τέτοιας φύσεως εκτάσεις. Συγκεκριμένα με το Βασιλικό Διάταγμα της 3/15 Δεκεμβρίου 1833 «Προσδιορισμός του φόρου της βοσκής και του δια τα Εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου…» (ΦΕΚ 40/1833), ακόμα και στις περιπτώσεις προσκομίσεως ταπίου με το οποίο τους είχε εκχωρηθεί επί Οθωμανικής κυριαρχίας αποκλειστικό δικαίωμα εξουσίασης βοσκοτόπου, θα τους διδόταν και από το Νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα βοσκής, η δε γή του βοσκότοπου θα είχε καταγραφεί ως Εθνική (Βλ. άρθρα 1 και 2 «Άρθρο 1. Όλα τα λιβάδια, για την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις να παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.» «Άρθρο 2. Τα λιβάδια, των οποίων η επικαρπία είχε δοθεί εκ μέρους της Οθωμανικής εξουσίας είστινα ιδιώτη δια ταπίου, και τα οποία νέμεται είτε αυτός, είτε άλλος τις, εις τον οποίον εδύνατον να παραχωρήση το της επικαρπίας δικαίωμα κατά τους Τουρκικούς νόμους, μένουσι και εις το εξής εις τον νόμιμον επικαρπωτήν με δικαίωμα εμφυτευτικής επικαρπίας υπό το όνομα εθνικοϊδιόκτητα»).

Για τα δάση επίσης, είχε γίνει ειδική διατύπωση στο σχετικό από 17/29 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/γμα όσον αφορά αξιώσεις Μοναστηριών (βλ. άρθρον 2. Aξιώσεις Δήμων και Μοναστηρίων περί της ιδιοκτησίας δάσους, θεμελιούμεναι μόνον εις πολυχρόνιον και αδιάλειπτον δικαίωμα ελευθέρας ξυλεύσεως, προερχόμεναι από την ανέκαθεν αμελημένην διοίκησιν των δασών, και, επομένως, μη στηριζόμεναι εις νομικά έγγραφα, χαρακτηρίζοντα ρητώς την ιδιοκτησίαν τους, δεν εμπορούν να αναγνωρισθώσιν ούτε εμπορούν τα διϊσχυριζόμενα αυτά δικαιώματα να γένωσι παραδεκτά ως τίτλος ιδιοκτησίας, μάλιστα θεωρούνται τα δάση αυτά αναντιρρήτως ως Δημόσια. Αλλ’ εάν υπήρχον έγγραφα αποδεικνείοντα τώ όντι την ιδιοκτησίαν ενός τοιούτου δάσους και εχάθησαν εκ περιστάσεως, τότε εμπορεί να φέρη εν τώ μέσω την περί τούτου απόδειξιν ο απαιτών αυτό Δήμος, ή το Μοναστήριον, αλλά μόνον κατά το άρθρον 390 της πολιτικής Δικονομίας).

Γ) Tο Ελληνικό Κράτος όπως συγκροτήθηκε σε Οργανωμένο σύνολο εξουσιών, έλαβε οριστικές αποφάσεις για τις γαίες του απελευθερωμένου το πρώτον Βασιλείου το 1835 και με γνωστοποίηση των αποφάσεων αυτών, μέσω Φ.Ε.Κ. το 1838. Πριν να διαλυθεί η Ελληνική Επιτροπή, είχε διαπραγματευθεί κατ’ ανάθεσιν και είχε επεξεργασθεί συμφωνία μετά του Επιτρόπου της Υψ. Πόρτας Σεκίπ Εφέντη, όσον αφορά τις πωλήσεις των Οθωμανών που μετανάστευαν, όσον αφορά τις αποδείξεις των γενομένων πωλήσεων εις την Αττικήν, όσον αφορά την διαδικασία εξετάσεως των αποδεικτικών των πωλήσεων εγγράφων και των επιτρεπομένων μέσων αποδείξεως δια την περίπτωσιν απωλείας τίτλων κ.λ.π. Η συμβίβασις αυτή επικυρώθηκε δια Β.Δ/τος της 4/16 Απριλίου 1835, που δημοσιεύθηκε εις το Φ.Ε.Κ. αριθ. 15 της 27 Απριλίου 1838, αποτελείται από πέντε άρθρα και έχει αυτούσια ως κάτωθι:

Συμβίβασις της επι των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής μετά των απεσταλμένων της Υ. Πόρτας.

Η Ελληνική Επιτροπή συνδιαλεχθείσα μετά του Επιτρόπου της Πόρτας συνδιετέθη εις τα κατωτέρω:

Α. Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει έχει την επί των επαρχιών αι οποίαι εσχάτως, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 21 Ιουλίου 1832 έτους προσετέθησαν εις το Ελληνικόν Κράτος, όλα τα δικαιώματα τα οποία είχεν επ’αυτών η Οθωμανική Κυβέρνησις.

Β. Επειδή εκ των Οθωμανών, οίτινες ευρίσκονται εις μερικάς των ειρημένων επαρxιών όσοι θέλουν να αποδημήσωσιν έχουν την άδειαν να πωλήσωσιν την ήν επί της παρελθούσης εξουσίας είχον υπό κτήσιν και χρήσιν περιουσίαν των, της περιουσίας αυτής η παρελθούσα και μέλλουσα εκποίησις να τρέχη προσαρμοζομένη τω εν πληρεστάτη ενεργεία Σουλτανικώ κανουναμέ.

Γ. Τα εντός τών ορίων των διαγραφομένων εν τοις ταπουτεμεσσουκλεμέ ευρισκόμενα και ως παραρτήματα των τσιφλικίων λογιζόμενα χειμάδια εαρινά δάση και άλλα, να κρατώνται και να είναι υπό χρήσιν κατά τον τύπον εκείνον με τον οποίον ήσαν υπό χρήσιν, των εχόντων αυτά επί Οθωμανικής εξουσίας.

Δ. Ως προς την εξέτασιν της νομιμότητος των σενετίων ο Επίτροπος της Πόρτας με την Ελληνικήν Επιτροπήν θέλει έχει οδηγόν των την δικαιοσύνην και την έννοιαν του κανουναμέ.

Ε. Επειδή τα σενέτια των κατά την Αττικήν κτημάτων εχάθησαν εξ αιτίας των περιστατικών του πολέμου και πιθανώς να ηκολούθησε τούτο και ει ς άλλα μέρη, αι μαρτυρίαι αξιοτίμων ανθρώπων αμφοτέρων των μερών θέλουν ισχύει προς ανίχνευσιν της αληθείας.

Ταύτα εγκριθέντα κοινή γνώμη εγράφη εν τω παρόντι πρωτοκόλλω.

Εν Αθήναις τη 28 Μαρτίου 1835

Αναγνώστης Δελιγιάννης, Λουκάκης Αργυρόπουλος, Κ. Μ. Λεβίδης, Iωάννης Βλάχος, Δ. Γ. Φέδερ.

Η συμβίβαση αυτή, επικυρωθείσα με Βασιλικό Διάταγμα που δεν καταργήθηκε έκτοτε, επέχει μέχρι σήμερα και ισχύ αναγκαστικού νόμου του Κράτους, αφού απετέλεσε οριστική ρύθμιση στο γαιοκτητικό ζήτημα των γαιών της ελεύθερης Ελλάδος, σε μεταβατικό στάδιο, από το πρώην Οθωμανικό στο νέο Ελληνικό πλέον Κράτος, ρύθμιση που προβλεπόταν να γίνει από σχετικό Πρωτόκολλο του Λονδίνου, που εξειδίκευσε την εφαρμογή της Συνθήκης Ανεξαρτησίας (Συνθήκη Κωνσταντινουπόλεως). Η ρύθμιση αυτή, συνεπαγόταν αυτονόητα και δεσμεύσεις όσον αφορά τις Ι. Μονές και αν και ήταν έκτοτε δεσμευτική για Διοίκηση, Δικαιοσύνη και την εκάστοτε νομοθετική εξουσία, παραβλέπεται συστηματικά σε βάρος του Δημοσίου συμφέροντος και του Ελληνικού Λαού.

Δ) Είναι γνωστόν επίσης ότι στα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης, που τα όρια της πρώτης ελεύθερης Ελλάδος είχαν προσδιορισθεί στο ύψος της Σούρπης και Αμαλιάπολης του σημερινού Αλμυρού, το Υπουργείο Oικονομικών αποσαφήνιζε ότι όλα τα μετόχια των εκτός του Κράτους Μονών είχαν διαλυθεί και καθυποβληθεί στην διαχείριση του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου. Ταμείου που είχε συσταθεί τότε για την διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας των διαλυθεισών Ι. Μονών, επειδή είχαν δύναμη, μικρότερη των 6 Μοναχών. Από μερικές Μονές, φαίνεται μάλιστα ότι αυτό είχε επικροτηθεί με σχετικές επιστολές τους προς την Κυβέρνηση, μέσα στο γενικό κλίμα ευφορίας που υπήρξε για την απελευθέρωση της Χώρας αλλά και την αναγνώριση των μεγάλων οικονομικών αναγκών που αντιμετώπισε κατά την επανίδρυσή του το Κράτος. Το Ταμείο αυτό διαλύθηκε τελικά το 1841 και εν τω προσώπω του την διαχείριση και προστασία των περιουσιακών στοιχείων ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών, δια του εκάστοτε Υπουργού των Οικονομικών. Έτσι εξηγείται γιατί τo 1847, ψηφίσθηκε ο ειδικός ΝΟΜΟΣ ΝΖ΄ «Περί αποδόσεως των εν τη Ελλάδι Μετοχίων, των εν τη αλλοδαπή Μονών» που είχε αυτούσιος ως κάτωθι:

«ΟΘΩΝ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως με τά της Βουλής και Γερουσίας, διατάσσομεν.

Να αποδοθώσι μεν αμέσως εις τας εν τη Οθωμανική Επικρατεία υφισταμένας ευαγείς μονάς τα μετόχια, όσα αύται έχουσιν εντός του Βασιλείου της Ελλάδος μετά των απ’ αυτά εξαρτωμένων κτημάτων, και υπό τα βάρη των ενοικιάσεων και συμφωνιών της Κυβερνήσεως, εάν τυχόν ώσιν ενοικιασμένα κατά τον καιρόν της αποδόσεώς των, εκτός εκείνων από τας οποίας οι ενοικιασταί ήθελον παραιτηθή. Να απαιτηθώσι δε κατ’ αμοιβαιότητα τα μετόχια και τα απ’ αυτών εξαρτώμενα κτήματα, όσα αι εν τη Ελλάδι ιεραί μοναί είχον επί της επαναστάσεως εις διάφορα μέρη της Τουρκίας.

Οι Ημέτεροι Υπουργοί, ό,τε των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και ο των Οικονομικών, να δημοσιεύσωσι και εκτελέσωσι τον παρόντα Νόμον.

Αθήνησι, τη 7η Μαρτίου 1847»

Από τα ανωτέρω διαπιστώνεται ότι ο Νόμος ΝΖ΄/1847 ρύθμιζε κυρίως τα της αποδόσεως από το Ελληνικό Κράτος, στις Ι. Μονές που βρισκόταν ήδη στην Τουρκοκρατούμενη ακόμα περιοχή, των μετοχίων που είχαν στη κατοχή τους πριν την απελευθέρωση από τον Οθωμανικό ζυγό και βρισκόταν πλέον στην ήδη ελεύθερη Ελλάδα. Διαπιστώνεται ότι στον νόμο αυτό, δεν γίνεται καθόλου μνεία διαδικαστικών λεπτομερειών, δηλαδή με ποια διαδικασία θα γινόταν η απόδοση των κτημάτων, ποιο όργανο της διοίκησης θα απέδιδε τα κτήματα, κλπ. Υπάρχουν μόνο αόριστες αναφορές σε κτήματα με τη διατύπωση «… μετά των απ’ αυτά εξαρτωμένων κτημάτων …», χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε δάση και δασικές εκτάσεις ή σε βοσκήσιμους τόπους. Δεν υπάρχει σχετική διευκρίνιση, αν στην έννοια των «κτημάτων», περιλαμβάνονταν και περιοχές δασών ή βοσκοτόπων. Για τα τότε ισχύοντα, το ότι δεν περιλαμβάνονταν δάση και βοσκότοποι ήταν αυτονόητο. Ήταν αυτονόητο, επειδή με Β. Δ/γματα του 1833 και του 1836, είχαν ρυθμισθεί τα ζητήματα ιδιοκτησίας αλλά και της επικαρπίας των εκτάσεων αυτής της κατηγορίας (βοσκήσιμων γαιών και δασών αντίστοιχα), μάλιστα αδιακρίτως υπηκοότητας για αξιούντες δικαιώματα. Για τα Μοναστήρια λοιπόν που ήσαν κατά την απελευθέρωση εκτός της ελεύθερης Ελλάδος, και αξιώνουν δικαιώματα σε γαίες της ελεύθερης (τότε) Ελλάδος, είναι κρίσημο η διοίκηση να ζητά την προσκόμιση σχετικού Πρωτοκόλλου παράδοσης κτημάτων με βάση τον κατά τα ανωτέρω Νόμο ΝΖ΄/1847, Πρωτόκολλο που μάλιστα να έχει επικυρώσει το Υπουργείο Οικονομικών.

Ε) Βάσει του Ν. 4684/1930, τα κτήματα και τα κτίρια των Ι. Μονών, κηρύχθηκαν είτε «εκποιητέα» είτε «διατηρητέα περιουσία». Επειδή ο Νόμος αυτός ψηφίσθηκε με πρόταση του επί της Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού, προκειμένου βασικά να αναλάβει την διοίκηση και διαχείριση της εκποιητέας περιουσίας ο συσταθείς προσφάτως τότε Ο.Δ.Ε.Π., η σχετική εισηγητική έκθεση, δεν έλαβε βασικά υπόψη όλα όσα ήδη προαναφέρθηκαν και υπήρξαν αβλεψίες που και σήμερα ακόμα δημιουργούν τεράστια προβλήματα σε διοίκηση, σε πολίτες, στην δικαιοσύνη και στην Κτηματογραφική διαδικασία. Τα προβλήματα αυτά έχουν να κάνουν:

Ε1_ Όλες οι εγκρίσεις των δηλοποιήσεων διατητητέων και εκποιητέων περιουσιών των Ι. Μονών, που έγιναν με Π.Δ/τα που δημοσιεύθηκαν σε ΦΕΚ, στηρίχθηκαν βασικά σε σχετικές εγγραφές των Μονών σε «Κώδικές» τους. Δεν βασίσθηκαν σε δεδομένα Υποθηκοφυλακείων της Χώρας με βάσει τον ισχύοντα Κώδικα μεταγραφών του 1856. Συνεπώς ουσιαστική δημοσιότητα περιουσιακών στοιχείων σε ακίνητα δεν υπήρξε ποτέ, από το 1856 -1930, ώστε να υπάρξει δυνατότητα ελέγχου της αντικειμενικότητας των δηλοποιήσεων. Ακόμα και πολύ αργότερα, διαπιστώθηκαν από εισαγγελικές αρχές, παραποιήσεις των στοιχείων αυτών με πλαστογράφηση. Διαπιστώθηκε επίσης, ότι σχετικές αριθμητικές εγγραφές σε κάρπιμα δένδρα (π.χ 11000 ελαιόδενδρα), στην πορεία παρουσιάσθηκαν ως περιουσιακά στοιχεία και σε γαίες. Επί Οθωμανικής κυριαρχίας, είναι γνωστό ότι τα κάρπιμα δένδρα ήσαν πράγματα δεκτικά κυριότητας, το έδαφος όμως ανήκε στο Κράτος και περιήλθε μετέπειτα στο Ελληνικό Κράτος. 

Ε2_ Μεταξύ των δηλοποιηθέντων ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, δηλώθηκαν και αγριελαιόδενδρα (αμιγώς δασώδεις εκτάσεις), δάση και βοσκότοποι, χωρίς να έχει προηγηθεί ποτέ η αναγνώρισή τους είτε διοικητικά όπως προέβλεψαν τα προαναφερθέντα Διατάγματα, είτε δικαστικά σε αντιδικία με το Δημόσιο, αλλά το κυριότερο, χωρίς να περιγραφούν τα όριά τους με αποτέλεσμα να είναι δυνατή έκτοτε η υπόδειξή τους στον χώρο οπουδήποτε. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, παραχωρήσεις, αναγνωρίσεις, συμβολαιογραφικές πράξεις, που δεν καθίσταται εφικτή η ανεύρεση των ορίων των εκτάσεων εφ’ ών αναφέρονται, είναι πράξεις ανίσχυρες άμοιρες εννόμων συνεπειών και απαράδεκτες για διοίκηση και δικαιοσύνη. Κατά λογική ερμηνεία, και οι κατά τα ανωτέρω αόριστες καθ’ όρια δηλοποιήσεις των Ι. Μονών, πρέπει να είναι απαράδεκτες για διοίκηση και δικαιοσύνη, εκτός αν προσκομισθούν έγκυροι και ισχυροί τίτλοι που να είναι δεκτικοί εφαρμογής ώστε να αρθούν τα ελαττώματα των δηλοποιήσεων.

Ε3_ Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, έγιναν απαλλοτριώσεις στα πλαίσια της Αγροτικής νομοθεσίας, στις κατά τα ανωτέρω δηλοποιηθείσες από τις Ι. Μονές περιουσίες, προκειμένου να αποκατασταθούν ακτήμονες καλλιεργητές ή πρόσφυγες ή κτηνοτρόφοι. Ουδέν στοιχείο βρίσκεται, ποιος υπέδειξε τα όρια των εκτάσεων που αποτυπώθηκαν ως Μοναστηριακές. Τμήματα των εκτάσεων αυτών, επεστράφησαν ανά την Επικράτεια ως τελικά μη απαλλοτριούμενες με την ένδειξη «υπέρ ιδιοκτήτου»ή «υπέρ Μονής…». Άν και τα δικαστήρια διευκρίνισαν έκτοτε, ότι οι εγγραφές αυτές δεν αποτελούν τίτλο δεκτικό μεταγραφής κ.λ.π., δεν παύουν έκτοτε να δημιουργούν σύγχυση σε διοίκηση και στις διαδικασίες σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου οι δε Ι. Μονές τα στοιχεία αυτά τα χρησιμοποιούν ακόμα ως ερείσματα, για προβολή δικαιωμάτων.

Ε4_ Ο ΟΔΕΠ εκποίησε σημαντικό μέρος της κατά τα άνω δηλοποιηθείσης ως εκποιητέας περιουσίας, αδιακρίτως όσον αφορά την φύση των εκτάσεων (βαλτώδεις, βραχώδεις, βοσκότοποι, δάση κ.λ.π), με ενδιάμεσο φορέα συγκέντρωσης των χρημάτων και σύνταξης των σχετικών συμβολαίων, την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Έτσι βασικά βρέθηκε τρόπος αθέμιτος, να ρευστοποιηθεί δημόσια γή σε βάρος του Δημοσίου και του Ελληνικού Λαού και να δημιουργηθούν αποθεματικά υπέρ της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος που από ανεξάρτητη δογματικά, βρέθηκε ως ένας κύριος παράγοντας πίεσης και διαμόρφωσης των πραγμάτων στην Χώρα. Τους υπερθεματιστές όμως ήδη με τις πρώτες εγγραφές στο Κτηματολόγιο και την ανάρτηση και των δασικών χαρτών, τους περιμένουν εκπλήξεις και ατέρμονες ταλαιπωρίες.

ΣΤ) Μετέπειτα, το Σύνταγμα του 1952 εξουσιοδότησε την τότε Κυβέρνηση να απαλλοτριώσει γη προς όφελος των άκληρων και κτηνοτρόφων για περίοδο τριών ετών από της θέσεώς του σε ισχύ. Σε εκτέλεση αυτής της μεταβατικής διατάξεως (άρθρο 104), η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και το Δημόσιο συνήψαν μία συμφωνία η οποία κυρώθηκε από το Δημόσιο με το Διάταγμα 2185/8-10-1952. Το άρθρο 36 παρ. 5 του Διατάγματος αυτού εδήλωνε κατ’ ουσίαν ότι το Δημόσιο θα παραιτείτο του λοιπού από τα δικαιώματα που είχε δυνάμει του άρθρου 104 του Συντάγματος αναφορικά με την απαλλοτρίωση ή την αναγκαστική μίσθωση περιουσίας της Ελληνικής Εκκλησίας. Με βάση την συμφωνία, οι Μονές θα έδιναν με πώληση τα τέσσερα πέμπτα των γεωργικών κτημάτων τους και τα δύο τρίτα των βοσκοτόπων τους και θα ελάμβαναν το ένα τρίτο της αξίας τους. Αντιλαμβάνεται κανείς, ότι η κύρωση της συμφωνίας αυτής ήταν ανεπίτρεπτη με βάση τα διατρέξαντα (βλ. ανωτέρω περίπτωση Γ), χωρίς να προηγηθεί έλεγχος τίτλων. Σημασία πάντως έχει, ότι έκτοτε η έκνομη αυτή αντιμετώπιση και συναλλαγή, άνοιξε την όρεξη, και τείνει πλέον να γίνει καθεστώς. Η Εκκλησία της Ελλάδος, ανεξάρτητη ούσα μόνο δογματικά, με κάθε ευκαιρία επιδιώκει να έχει και ειδική μεταχείριση και ανεξαρτησία έναντι της Συνθήκης Ανεξαρτησίας, όσον αφορά και αξιώσεις της επί γαιών της Χώρας.

Ζ) Τέλος, ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι οι ρυθμίσεις που έγιναν τα έτη 1987 και 1988 με τους Νόμους 1700 και 1811 αντίστοιχα. Με την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1994 (10/1993/405/483-484) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, απορρίφθηκαν οι προσφυγές των Ι. Μονών που συνεβλήθησαν με το Δημόσιο κατά την Σύμβαση που κυρώθηκε με τον Ν. 1811/1988, ισχυριζόμενες ότι έγινε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν τα άρθρα 1 και 6 για τις μη συμβληθείσες Ι. Μονές. Παράλληλα αναβλήθηκε η επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Στο κείμενο της απόφασης αυτής, διαπιστώνονται σε πολλά σημεία ανακρίβειες και τούτο επειδή τα επιχειρήματα των Ι. Μονών ως προς τις αξιώσεις δικαιωμάτων τους σε γαίες της Χώρας, δεν καταγράφηκε στην απόφαση προσπάθεια να αντικρουσθούν με πληρότητα, βάσει των διατρεξάντων, εις τρόπον που να γίνει εύλογα δεκτό από το Δικαστήριο ότι αποτελούσε ομολογία του Δημοσίου. Η αδυναμία αυτή του Δημοσίου ως παθογένεια, οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι οι δικαστικοί του εκπρόσωποι δικάζουν με όσα στοιχεία τους δίνει η διοίκηση. Η διοίκηση όμως είναι γνωστό ότι υπολειτουργεί και έχει πλήρη άγνοια για τα διατρέξαντα. Ελάχιστοι υπάλληλοι γνωρίζουν και αυτοί συνδράμουν αν ερωτηθούν.

Βασικά πάντως, με τους ανωτέρω Νόμους, το Δημόσιο, άκαιρα και καταχρηστικά έναντι των διατρεξάντων, επεδίωξε να τερματισθούν οι αντιδικίες με Ι. Μονές σε αξιώσεις τους επί γαιών, κάτι που τελικά δεν επετεύχθη.

ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Οι καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί από το εμπόριο γης μέσω Μοναστηρίων είναι με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις τραγικές. Ακόμα και Δήμοι έχουν δημιουργηθεί σε τεράστιες περιοχές Δασών και δασικών βοσκοτόπων, με το πρόσχημα ότι ήσαν γαίες Μοναστηριών (π.χ. ο παλαιός Δήμος Αμαρουσίου, μετά το 1930 έσπασε και σε άλλες περιοχές και δημιουργήθηκαν αρχικά οι Κοινότητες Μελισσίων και Ν. Πεντέλης, μετά οι Δήμοι Ν. Πεντέλης και Μελισσίων και σήμερα με τον Νόμο Καποδίστρια ο Δήμος Πεντέλης. Έτσι άλλαξαν χρήση νομιμοφανώς, οι περισσότερες δασώδεις εκτάσεις του Πεντελικού, που είχαν θέα προς την Αθήνα). Οι πιο σοβαρές καταστάσεις είναι:

1ον)
Οι Υπουργοί Οικονομικών, έχουν προ πολλού χάσει την επαφή τους με τις εκτάσεις του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου. Έτσι έχουμε φθάσει στο σημείο, αν ρωτήσετε τον σημερινό Υπουργό Οικονομικών να σας πεί τι γίνεται με την περιουσία των διαλυμένων επί Όθωνα Ι. Μονών, που βρίσκονται τα ακίνητα και ποιος τα προστατεύει από τις καταπατήσεις τους, θα σας πεί ότι δεν έχει καμιά ενημέρωση και δεν γνωρίζει τίποτα. Δεν γνωρίζει τίποτα, ενώ από το 1841, στο πρόσωπο του Ταμείου αυτού, έχει προσωπικά την ευθύνη διοίκησης, διαχείρισης και προστασίας της περιουσίας αυτής που ήταν σημαντική. Μάλιστα είναι βέβαιο ότι με την κατάρτιση του Εθνικού Κτηματολογίου, ουδεμία μέριμνα θα ληφθεί για την δηλοποίηση και προστασία της περιουσίας αυτής. Αντίθετα οι καταπατητές θα την δηλοποιήσουν και θα… νομιμοποιήσουν τις καταπατήσεις τους, αποκτώντας και τίτλους με την… βούλα.

2ον)
Πολλές από τις εκτάσεις των διαλυμένων Ι. Μονών, έχουν καταπατηθεί από μη διαλυθέντα Μοναστήρια οι δε κύριοι ναοί τους που είχαν παραδοθεί από τους τότε Επισκόπους μαζί με τα παρελκόμενά τους στις πλησιέστερες μη διαλυθείσες Μονές για την συντήρησή τους και για την ετήσια λειτουργία τους εις μνήμη των Αγίων, εν μέρει έγιναν… ξανά Μονές.

3ον)
Ο Εποικισμός και το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, που ανέλαβαν μέρος αυτής της περιουσίας στην διαχείρισή τους, με ασυγχώρητα σφάλματα, έδωσαν ερείσματα να προβάλλουν δικαιώματα σε πολλές περιοχές της Χώρας, είτε Μονές είτε ιδιώτες.

4ον)
Δίκες που ανοίγουν με Ι. Μονές ανά την Επικράτεια, κυρίως για δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, μένουν σχεδόν ανυποστήρικτες από εκπροσώπιση του Κράτους, αφού η μεν διοίκηση είναι απογυμνωμένη από έμπειρο προσωπικό τα δε στοιχεία της διάσπαρτα, οι δε νομικοί του Δημοσίου, βάσει του κανονισμού λειτουργίας τους, αντικρούουν τα δικονομικά επειχειρήματα με ό,τι στοιχεία τους στέλνει… η διοίκηση.

5ον)
Η Μοναστηριακή και η Εκκλησιαστική περιουσία, τελούσε ανέκαθεν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Αυτό γινόταν πολλές φορές χωρίς την άμεση συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών. Έτσι δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται τραγικές καταστάσεις σε βάρος συμφερόντων του Δημοσίου.

6ον)
Κληροδοτήματα υπέρ Εκκλησίας ή Μονών, δωρεές κ.λ.π. τις περισσότερες φορές, φέρονται να έγιναν άτυπα και ανέλεγκτα από μέρους του Δημοσίου, ως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών όσον αφορά τα δικαιώματά του.

7ον)
Νέες Μονές ιδρύονται σταδιακά και κύρια ανεγείρονται σε δασικού χαρακτήρα εκτάσεις. Το ευτύχημα είναι, ότι πολλές εξ αυτών, ιδρύονται με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον. Ιδιοκτησιακά όμως η εξουσίαση επί γαιών παραμένει ανέλεγκτος.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Όταν το Κράτος και η κάθε εκλεγμένη Κυβέρνηση, ομιλεί- συνομιλεί για την Μοναστηριακή και Εκκλησιαστική Περιουσία, επιβάλλεται υποχρεωτικά, να μελετά με προσοχή και τα παραπάνω καταγραφέντα συνοπτικώς στοιχεία. Από τα στοιχεία αυτά, προκύπτει κατ’ αρχάς ότι δεν παρέχεται δικαίωμα στην εκάστοτε Κυβέρνηση, να προβαίνει σε διαπραγματεύσεις με τρίτους, όσον αφορά αξιώσεις τους επί γαιών της Χώρας.Τα ζητήματα αυτά έχουν εξ αρχής επιλυθεί είτε θεσμικά (βλέπε Β.Δ/τα για βοσκές και για δάση), είτε όσον αφορά τις περιοχές του λεγόμενου Παλαιού Βασιλείου, μέσω των οριστικών διαπραγματεύσεων 1835 μεταξύ Ελλάδος Τουρκίας πάνω στο γαιοκτητικό ζήτημα που δημοσιεύθηκαν το 1838, είτε μέσω Συνθηκών κατά τις επί μέρους απελευθερώσεις άλλων περιοχών της Χώρας. Προς τι λοιπόν η ειδική μεταχείριση από την Πολιτεία, των Ι. Μονών και κατ’ επέκταση της Εκκλησίας, η οποία δεν μπορούσε άλλωστε να επιζητά ποτέ κάτι τέτοιο. Ήταν Ανεξάρτητη Δογματικά, δεν ήταν Ανεξάρτητη στο να επιζητά ειδική μεταχείριση στο γαιοκτητικό ζήτημα και στις αξιώσεις της επί πάσης φύσεως γαιών. Αντιθέτως μάλιστα, διαρκούντος του απελευθερωτικού αγώνα, πολλές υποσχέσεις είχαν δοθεί σε Έλληνες κολίγες, ότι γαίες π.χ τσιφλικίων θα τους μοιρασθούν μετά την απελευθέρωση, κάτι που όχι μόνο δεν έγινε αλλά η θέση των τσιφλικάδων και των αγοραστών τσιφλικίων, ισχυροποιήθηκε έναντι των οριστικά αποφασισθέντων. Π.χ ενώ με την συμβίβαση του 1835 (βλ. Γ άρθρο «Γ. Τα εντός τών ορίων των διαγραφομένων εν τοις ταπουτεμεσσουκλεμέ ευρισκόμενα και ως παραρτήματα των τσιφλικίων λογιζόμενα χειμάδια εαρινά δάση και άλλα, να κρατώνται και να είναι υπό χρήσιν κατά τον τύπον εκείνον με τον οποίον ήσαν υπό χρήσιν, των εχόντων αυτά επί Οθωμανικής εξουσίας.»), αποδιδόταν μόνο η χρήση τους από την Πολιτεία, σύμφωνα με όσα ίσχυαν και επί Οθωμανικής κυριαρχίας, στην πορεία οι τσιφλικάδες, είχαν όλως παράνομα αντιμετωπισθεί, ως έχοντες και την κυριότητα των τσιφλικίων και τούτο ενάντια δηλαδή στην Συνθήκη Ανεξαρτησίας. Τα σφάλματα αυτά που έγιναν και γίνονται από την Πολιτεία, δεν είναι τυχαία. Έχουν χρειά πολιτικής. Ανέκαθεν, άσχετα αν αυτό δεν φαινόταν, υπήρξε στενή σχέση Κυβερνήσεων και Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι καθόλου κακό, όταν έχει να κάνει με τον θεσμικό ρόλο της Εκκλησίας διαχρονικά. Είναι πολύ κακό όμως όταν γίνεται σε βάρος του Δημοσίου συμφέροντος και σε βάρος του Ελληνικού Λαού. Στα πλαίσια π.χ της Αγροτικής και Κτηνοτροφικής νομοθεσίας, πολλές εκτάσεις απαλλοτριώθηκαν από Ι. Μονές. Αποτυπώθηκαν κατά τις απαλλοτριώσεις και δάση ή και βοσκότοποι. Πώς έγινε και καταβλήθηκαν χρήματα, χωρίς προηγούμενα να αποδείξει η κάθε Ι. Μονή, όπως προέβλεπαν οι νόμοι, ότι είχε αναγνωρίσει τις δασικού χαρακτήρα εκτάσεις ως ιδιωτικές έναντι του Δημοσίου;

Είναι βέβαιο, ότι εκτάσεις που δηλοποίησαν ως εκποιητέα ή διατηρητέα περιουσία το 1930-1934 οι εν ενεργεία Ι. Μονές της Χώρας, στην πορεία διευρύνθηκαν καθ’ όρια και κατά θέσεις, το δε Κράτος παρέμεινε θεατής, σε πολλές δε περιπτώσεις, δια των Υπηρεσιών του, υποβοήθησε τις Μονές, στο να βρούν ερείσματα προβολής δικαιωμάτων σε πολλές εκτάσεις της Χώρας. Οι Ι. Μονές, ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλουν για αξιώσεις τους επί γαιών της Χώρας, είναι ότι πολλοί χριστιανοί τους έχουν δωρήσει άτυπα, κτήματά τους. Έστω και ατύπως, οι υποτιθέμενες δωρεές εκτάσεων, δεν είναι καταγεγραμμένες, ώστε το Κράτος να έχει μια συνολική εικόνα, αλλά και για να μπορεί να διενεργήσει ελέγχους, αν πρόκειται πράγματι για ιδιοκτησίες τρίτων που δωρήθηκαν στις Μονές. Πολλές Ι. Μονές, ιδρύθησαν μετά το 1930 και ποτέ δεν έγινε συστηματικός έλεγχος από το Κράτος, όσον αφορά την φύση των γαιών που εμφανίζουν έκτοτε ως περιουσία τους και το ιδιοκτησιακό τους ζήτημα. Είναι βέβαιο, ότι εκτάσεις διαλυθεισών Ι. Μονών, έχουν καταπατηθεί στην πορεία από άλλες μη διαλυθείσες Ι. Μονές, σε βάρος του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί ο εκάστοτε Υπουργός Οικονομικών. Καμιά επαφή και εποπτεία των εκτάσεων αυτών δεν γίνεται, τουλάχιστον από το 1887 και εντεύθεν, είναι δε βέβαιον ότι και καμιά δηλοποίησή τους δεν θα γίνει στο Εθνικό Κτηματολόγιο. Οποιεσδήποτε συμφωνίες γίνονται από την Πολιτεία κατά καιρούς, με αντικείμενο την Εκκλησιαστική Περιουσία, ουδέποτε σχεδόν υλοποιήθηκαν. Ούτε και η συμφωνία με τις συμβληθείσες τελικά Ι. Μονές, με την κυρωθείσα με τον Νόμο 1811/1988 σύμβαση, έχει υλοποιηθεί. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς, αν οι συμφωνίες υποκρύπτουν κάποιο άλλο σκοπό. Αναμφίβολα, οι Ι. Μονές πρέπει να έχουν μια περιουσιακή κατάσταση τέτοια, που να τους επιτρέπει, ανάλογα με την δύναμη των Μοναχών, να εξασφαλίζουν τα μέσα διαβίωσης και εκπλήρωσης του σκοπού τους. Ως Νομικά όμως πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, έπρεπε να ελέγχονται απόλυτα από το Κράτος όσον αφορά τα περιουσιακά τους στοιχεία και όχι από την Εκκλησία, η οποία πρέπει να περιορίζεται ο ρόλος της αυστηρά στις δογματικού τύπου αρμοδιότητες, καθοδηγώντας και ελέγχοντας τις Μονές, όσον αφορά τον σκοπό ίδρυσής τους. Η Πολιτεία θα διαπιστώσει τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί σε σχέση με το γαιοκτητικό ζήτημα με τις παραλήψεις της σε σχέση με την Εκκλησία και ειδικότερα με τις ιερές Μονές, μέσα από τις εργασίες σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου της Χώρας, τα οποία και δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Για να επιλυθούν οριστικά τα προβλήματα με τις Ι. Μονές και γενικά με την Εκκλησιαστική Περιουσία, πρέπει θεσμικά το Κράτος να παρέμβει, ώστε:

1) Να γίνεται εφ’ εξής άλλη αντιμετώπιση για τα Μοναστήρια (153) που παρέμειναν ενεργά στην Πελοπόννησο-Στερεά-Κυκλάδες-Εύβοια επί Όθωνος. Τα Μοναστήρια αυτά είναι καταγεγραμμένα και πρέπει ενόψη και του Εθνικού Κτηματολογίου να κληθούν να προσκομίσουν τίτλους ή επίσημα έγγραφα, από τα οποία να θεμελιώνονται αξιώσεις επί πάσης φύσεως ακινήτων. Εξαίρεση θα γίνει μόνο για τα συμβληθέντα με την κυρωθείσα σύμβαση του Ν.1811/1988 Μοναστήρια, τα οποία όμως θα έχουν υποχρέωση να δηλοποιήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία που ισχυριζόταν ότι έχουν κατά την υπογραφή της σύμβασης.

2) Τα υπόλοιπα Μοναστήρια ανά την Επικράτεια, θα πρέπει να δηλοποιηθούν στο Υπουργείο Οικονομικών εντός τακτής προθεσμίας, με αναφορά στον χρόνο ίδρυσής τους, στην δύναμη Μοναχών, στην σύνθεση του Ηγουμενοσυμβουλίου τους, στους τίτλους προβολής δικαιωμάτων και το τυχόν κτηνοτροφικό τους κεφάλαιο, επί γαιών πάσης φύσεως, που να συνοδεύονται με τοπογραφικά διαγράμματα σε γεωγραφικό τοπ. σύστημα αναφοράς ΕΓΣΑ 87 ή με γαιοαναφορά μόνο στις συντ/νες Χ και Ψ των κορυφών των ακινήτων. Τα τοπογραφικά στοιχεία, πρέπει να σταλλούν άμεσα στις οικείες Δ/νσεις Αγροτικής Ανάπτυξης και στα οικεία Δασαρχεία, ώστε ύστερα από αυτοψία, και εντός τακτής προθεσμίας, να περιγραφεί η φύση και ο χαρακτήρας τους.

3) Στην φάση και μόνο αυτή, θα πρέπει να συσταθεί ειδική Επιτροπή ή ειδικώς προς τούτο υπηρεσία του Δημοσίου στο Υπουργείο Οικονομικών, που θα αναλάβει αφού επεξεργασθεί τα στοιχεία που συγκεντρωθούν, να τηρεί και εφαρμόζει ειδική διαδικασία (εθελοντική) εξωδικαστικού συμβιβασμού με τις Μονές, για τα ακίνητα που ενώ προβάλλονται αξιώσεις, δεν έχουν εμφανισθεί τίτλοι ή δεν υπάρχει αναγνώριση από μέρους του Δημοσίου ως όριζαν οι Νόμοι. Ο Εξωδικαστικός συμβιβασμός θα συνεπάγονται, αφ’ ενός άμεση δια του Υπουργού Οικονομικών χορήγηση για κάθε κτήμα που τελικά θα συμφωνηθεί, ειδικού ΕΘΝΟΓΑΙΟΣΗΜΟΥ*, που θα μεταγράφεται στο οικείο Υποθ/κείο και αφ’ ετέρου άμεση υλοποίηση προγράμματος αξιοποίησης του ακινήτου, βάσει αναπτυξιακής Μελέτης που θα εγκρίνεται περιβαλλοντικά και η έγκριση θα αποτελεί και έγκριση επέμβασης για υλοποίηση. Η χορήγηση ΕΘΝΟΓΑΙΟΣΗΜΟΥ, θα γίνεται βάσει κριτηρίων που θα βάζει η νομοθεσία και θα εξαρτάται από την δύναμη σε μοναχούς, τον σκοπό αξιοποίησης, και το υφιστάμενο κτηνοτροφικό κεφάλαιο.

4) Όσες από τις Ι. Μονές δεν στέρξουν στον εθελοντικό εξωδικαστικό συμβιβασμό, υποχρεωτικά θα αντιδικήσουν με το Δημόσιο όσον αφορά την προβολή δικαιωμάτων επί ακινήτων. Οι χρονικοί περιορισμοί υποβολής αγωγών, εκτιμάται ότι πρέπει να είναι ένας χρόνος για δάση, βάλτους, βοσκότοπους, αλυκές και 3 χρόνια για τις λοιπές εκτάσεις. Όσες εκτάσεις κριθούν Δημόσιες, δεν μπαίνουν στην διαδικασία χορήγησης Εθνογαιόσημου και αν σε τέτοια έκταση βρίσκεται και η Ι. Μονή, αποφασίζουν για την τύχη της Μονής από κοινού οι Υπουργοί Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών. Κατά τον χρόνο αντιδικίας, δεν προχωρά πρόγραμμα αξιοποίησης των επιδίκων ακινήτων.

5) Εφ’ εξής ουδεμία Ι. Μονή συμβάλλεται με τρίτους για γή, με σκοπό αγορά, πώληση, δωρεά, χωρίς ειδική έγκριση των Υπουργών ΥΠΕΝ, Παιδείας-Θρησκευμάτων και Οικονομικών.

*Η αναφορά στην καθιέρωση ΕΘΝΟΓΑΙΟΣΗΜΟΥ, γίνεται διότι είμαι γνώστης –μελετητής του ιδιοκτησιακού ζητήματος των γαιών της Χώρας. Η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου όπως προχωρά με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, αποτελεί ουτοπία. Αργά ή γρήγορα, θα αναδειχθούν τα τεράστια κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την μέχρι τούδε κακοδιοίκηση και κακοδιαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου και κατ’ επέκταση της κοινοκτημοσύνης του Ελληνικού λαού. Τότε η λύση είναι μόνο μία, η του εξωδικαστικού συμβιβασμού και η καθιέρωση του ΕΘΝΟΓΑΙΟΣΗΜΟΥ (βλέπε σχετικές έρευνές μου για τσιφλίκια της Αττικής).

29 Ιουλίου 2017

Ο Συντάξας

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΟΥΔΑΚΗΣ
ΔΑΣΟΛΟΓΟΣ Συντ/χος του Δημοσίου
Πρώην Γενικός Δ/ντής Δασών


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 14.8.2018

.


.

Διαβάστε επίσης:
Δασική πολιτική και τι πρέπει να γίνει, προκειμένου η χώρα να τεθεί χωρίς τις σημερινές αγκυλώσεις, σε αναπτυξιακή τροχιά

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις, Κτηματολόγιο, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , ,

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: