Και τώρα τι κάνουμε με τις καταπατημένες Δημόσιες Εκτάσεις;

Διαμαντής Σταγγίδης,
Δασολόγος

Με δύο διαδοχικές αποφάσεις του το ΣτΕ κονιορτοποίησε τις νομοθετικές απόπειρες όλων των κυβερνήσεων που απεγνωσμένα προσπαθούν να τακτοποιήσουν τους χιλιάδες καταπατητές δημοσίων εκτάσεων κάθε μορφής.

Πρόκειται για τη νέα απόφαση του ΣτΕ (709/2020), που βάζει «τέλος» στην εξαγορά δημοσίων εκτάσεων από ιδιώτες, η οποία  ακυρώνει νόμο του 2012 και την πρόσφατη άλλη απόφαση του ΣτΕ (710/2020), που έκρινε αντισυνταγματική τη νομοθετική ρύθμιση του 2017 για την εξαγορά καταπατημένων και εκχερσωμένων δασικών εκτάσεων από αγρότες που τις καλλιεργούν.

Η κάθε μία από τις δύο αποφάσεις του ΣτΕ και συνδυαστικά  μεταξύ τους,  προκαλούν μεγάλες ανατροπές στις ακολουθούμενες διαδικασίες ολοκλήρωσης των δασικών χαρτών, στις νέες πρωτοβουλίες τακτοποίησης δασικών αυθαιρέτων και στις επιδοτήσεις αγροτικών προϊόντων, που καλλιεργούνται σε δασικές εκτάσεις γεωργικής χρήσης.

Όταν πρωτοακούσαμε για την απόφαση του ΣτΕ (710/2020) που αφορά τις εξαγορές δασικών εκτάσεων θεωρήσαμε πως το ΣτΕ όπως μας έχει συνηθίσει προέταξε το περιβαλλοντικό όφελος πάνω από όλα.

Όμως μέσα στο σκεπτικό της απόφασης ΣτΕ 643/2019 που ήταν ο προπομπός για την παραπάνω απόφαση της ολομέλειας, αναφέρεται πως θα μπορούσε να είναι αποδεκτές κατ΄εξαίρεση οι  επεμβάσεις ακόμη και σε καείσες ή παρανόμως αποψιλωθείσες δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα  εξυπηρετούσαν ανάγκες με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική η οικονομική σημασία. Όμως ο τρόπος που επιλέγει το κράτος να δικαιώσει τους καταπατητές δίνοντας τους την ευκαιρία να τα εξαγοράσουν χωρίς κανένα άλλο κριτήριο δεν είναι αποδεκτός και δεν συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος. Προσωπικά θεώρησα πως το ΣτΕ χρησιμοποίησε τα παραπάνω σαν επιπλέον επιχειρήματα για να προτάξει πάντα την προστασία του Περιβάλλοντος.

Και σχεδόν απανωτά ήρθε  η νέα απόφαση της  Ολομέλειας του ΣτΕ που  ακυρώνει την διάταξη εκείνη του νόμου 4061/2012  που παρέχει τη δυνατότητα στους αυθαιρέτως κατέχοντες δημόσια κτήματα -όχι δασικά- να εξαγοράσουν τις εκτάσεις αυτές.

Με την απόφαση αυτή γίνεται ξεκάθαρο πως το πρόβλημα για το ΣτΕ είναι οι διαδικασίες που επιλέγει το κράτος για να «ξεφορτωθεί» εκτάσεις που του ανήκουν, αποσυνδέοντας το δικαίωμα εξαγοράς των δημοσίων εκτάσεων από πρόσωπα τα οποία δικαιούνται  αποκατάστασης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να παραβιάζονται οι συνταγματικές αρχές της ισότητας των πολιτών και του κράτους δικαίου, καθώς επιβραβεύουν τους καταπατητές της δημόσιας περιουσίας, παρέχοντάς τους έτσι το δικαίωμα να αποκτήσουν νόμιμο τίτλο κυριότητας. Επίσης θέτει τους καταπατητές «που έδρασαν αυθαιρέτως σε πλεονεκτική θέση έναντι όσων δεν προέβησαν αυτογνωμόνως σε αποψίλωση δασικών εκτάσεων» δημιουργώντας αδικαιολόγητη ευμενή μεταχείριση τους.

Φυσικά το κράτος μπορεί να διαθέτει την περιουσία του όπως  επιθυμεί, αλλά πάντα με δίκαιο τρόπο. Οι δημόσιες καταπατημένες εκτάσεις είτε δασικές είτε αγροτικές ανήκουν σε όλους. Συνεπώς δεν μπορεί να επιβραβεύεται όποιος πρόλαβε πρώτος να κάνει την καταπάτηση, αποκλείοντας τους διστακτικότερους και κυρίως τους νομιμόφρονες. Καθώς επίσης αποκλείοντας αυτούς που δεν είχαν καν τα οικονομικά μέσα για να καταλάβουν να εκχερσώσουν και να καλλιεργήσουν παρανόμως μια δημόσια έκταση. Χωρίς να συνυπολογίζεται το αν ο καταπατητής είχε την οικονομική ανάγκη που θα δικαιολογούσε τέτοιες ενέργειες. Χωρίς να εξετάζεται το σύνολο της περιουσίας του καταπατητή, χωρίς να κρίνεται απαραίτητο να είναι και ο ίδιος αγρότης.

Είναι μόνιμη επωδός το επιχείρημα πως πρόκειται για φτωχούς ακτήμονες που το έκαναν για να ζήσουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτοί δεν θα μπορούσαν καν να αναλάβουν το κόστος των εργασιών που απαιτούνται για την μετατροπή  των δασικών εκτάσεων σε αγροτικές. Και κατόπιν η διεκδίκηση συνεχίζει να γίνεται για «συναισθηματικούς λόγους» από τους απογόνους τους, οι οποίοι δεν είναι καν αγρότες και συνήθως είναι κάτοικοι αστικών περιοχών που δεν γνωρίζουν καν που βρίσκονται οι εκτάσεις αυτές. (Αντίστοιχα ισχύουν και για τα παράνομα κτίσματα αλλά δεν θα επεκταθώ σε αυτά.)

Πολύ σωστά λοιπόν το ΣτΕ βάζει φρένο στην άδικη αυτή διαδικασία με την οποία το κράτος επιβραβεύει τους θρασύτερους των πολιτών. Η τακτοποιήσεις που μέχρι τώρα επιδιώκει να κάνει το κράτος δεν συνιστούν επ’ ουδενί επίκληση εξαιρετικής ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική, ή έστω οικονομική σημασία που θα δικαιολογούσε την αυθαίρετη εκχέρσωση ή κατάληψη.

Θα πρέπει να περάσουμε σε ένα νέο τρόπο αντιμετώπισης του φαινομένου των καταπατήσεων. Θα πρέπει να δημιουργήσει το κράτος μια τράπεζα γης με όλες τις εκτάσεις αυτές (ήδη είναι καταγεγραμμένες) για να έχει την δυνατότητα να τις μισθώνει κατά προτεραιότητα σε ακτήμονες κατ’ επάγγελμα αγρότες και για όσο διάστημα απαιτείται, ενισχύοντας την αγροτική οικονομία.  Θεωρώ πως κάτι τέτοιο θα ήταν αποδεκτό από το ΣτΕ.

Προσωπικά θα θεωρούσα δίκαιο στην τράπεζα αυτή να υπαχθούν και όλες οι εγκαταλειμμένες ιδιωτικές εκτάσεις που δεν καλλιεργούνται από αδιαφορία των ιδιοκτητών τους, αλλά θα πρέπει να γίνει με προσεκτικό τρόπο διότι θα προσέκρουε στο συνταγματικό δικαίωμα της Προστασίας της ιδιοκτησίας.

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΑπόψεις, Δασικοί Χάρτες, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: