Εγκατάσταση ΑΠΕ σε δάση, δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις: το χρονικό ενός ακανθώδους νομικού προβλήματος

 

Παναγιώτης Γαλάνης,
Δικηγόρος Περιβαλλοντικού – Πολεοδομικού Δικαίου,
Υπ. Δρ. Νομικής ΕΚΠΑ
panagiotisgln@gmail.com

Το παρόν άρθρο επισκοπεί το νομικό πλαίσιο (νομοθεσία και νομολογία) εγκατάστασης πάσης φύσεων έργων ΑΠΕ (Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας) σε δάση, δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις και την εξέλιξη αυτού στον χρόνο. Η προσέγγιση αυτή είναι αμιγώς νομική και δεν εξετάζει την περιβαλλοντική παράμετρο.

1. Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ): γενική εισαγωγή

Ένας πολύ σημαντικός κύκλος περιπτώσεων επεμβάσεων σε δασικά οικοσυστήματα σήμερα αφορά τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (εφεξής ΑΠΕ). Το ενδιαφέρον ενασχόλησης με τις ΑΠΕ συνδέεται με την ανάγκη διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού (σε σχέση με παλιότερα) με μείωση της εξάρτησης από την εισαγωγή ορυκτών καυσίμων και με ανάπτυξη μοντέλων πράσινης οικονομίας.

Κατά το νόμο θεωρούνται ΑΠΕ οι μη ορυκτές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, π.χ. ηλιακή ενέργεια, αιολική ενέργεια, βιομάζα, ενώ ως αιολικά πάρκα νοούνται αυτά που περιέχουν τουλάχιστον 3 ανεμογεννήτριες, ήτοι είναι πηγές για τις οποίες η φύση, παρά την κατανάλωση, διατηρεί ανεξάντλητα αποθέματα.

Στο διεθνές επίπεδο, η ανάγκη καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής και η αγωνία για την αντιστροφή της υπερθέρμανσης του πλανήτη, κατέτειναν στη διοργάνωση συνδιασκέψεων, στη δημιουργία soft law και στην παραγωγή νομοθετικών κειμένων[1], όπως εκφράζεται ήδη με το παλαιότερο Πρωτόκολλο του Κυότο, κυρωθέν με το Ν. 3017/2002 σε συνδ. με το άρθρ. 28 παρ. 1 Σ). Γίνεται φανερό ότι η νομοθετική καθυστέρηση στη χώρα μας θέσπισης ρυθμίσεων για τις ΑΠΕ κάμφθηκε λόγω της ανάληψης ενωσιακών δεσμεύσεων, προς συμμόρφωση στο κάθε φορά ισχύον παράγωγο ενωσιακό δίκαιο. Τίθενται περαιτέρω ενδεικτικοί στόχοι προς υλοποίηση από τα κράτη-μέλη. Η παραγόμενη ενέργεια πρέπει να είναι σαφής, βάσει αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων.

2. Η νομολογία για την εγκατάσταση ΑΠΕ σε δασικά οικοσυστήματα και η ακτινοβολία της[2]

H εγκατάσταση ΑΠΕ σε δάση ή δασικές εκτάσεις απαιτεί την ύπαρξη νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης, την τήρηση της φειδούς, την ύπαρξη διοικητικής αιτιολογίας περί υπερέχουσας σημασίας αναγκών που κρίνονται ικανοποιητέες και περί μη ύπαρξης εναλλακτικής λύσης[3], απαιτείται άρα εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αποκλειομένης της συλλήδβην και in abstracto απόρριψης όλων των έργων ΑΠΕ, πράγμα που γίνεται με συνεκτίμηση των ιδιαίτερων συνθηκών της περιοχής αλλά και των χαρακτηριστικών εκάστου έργου.

Είναι εξίσου προφανές ότι οι ΑΠΕ δεν θεωρούνται μικρό έργο (κατ’ άρθρ. 58 παρ. 3 Ν. 998/79) ούτε έργο υποδομής και εγκατάστασης δικτύου ηλεκτρισμού (58 παρ. 2)[4], ενώ ειδικά δε τα αιολικά πάρκα μπορούν να θεωρηθούν μεγάλα δημόσια έργα. Όλα τα ως άνω απορρέουν από το άρθρο 24 παρ. 1 Σ, το οποίο συνηγορεί στο ότι η χρήση των ΑΠΕ εντάσσεται σε μία προφανή λογική βιώσιμης ανάπτυξης. Επίσης, όπως προβλέπεται στο άρθρ. 45 παρ. 1 Ν. 998/79, η γενική καθιερωθείσα απαγόρευση κάμπτεται μεταξύ άλλων και για «την κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ…», αλλά απαιτείται πάντοτε και η αυτονόητη περιβαλλοντική δικλίδα, δηλαδή η περιβαλλοντική αδειοδότηση[5].

Πολύ σημαντική κρίνεται και η διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 4 στο Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΠΧΣΑΑ), για επέμβαση στις ευαίσθητες περιοχές που προέβλεψε ρητά ότι είναι δυνατή η εγκατάσταση αιολικών σταθμών σε αναδασωτέες εκτάσεις, και συντελέσθηκε έτσι ένα σπουδαίο βήμα για την άρση της νομικής αμφιβολίας.

Ωστόσο, η νομολογία ασχολήθηκε παλαιόθεν με την εγκατάσταση ΑΠΕ σε δασικά οικοσυστήματα πάσης φύσεως.

Η νομολογιακή ιστορία του ζητήματος διακρίνεται σε δύο φάσεις που εναργώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν μετάβαση από το «άβατο της προστασίας» στον αναγκαίο ρεαλισμό, όπως θα αποδειχθεί εν συνεχεία.

Στην πρώτη φάση, πριν το 2008 (προ του Ειδικού Πλαισίου), η ΣτΕ ΕΑ 561/2004 έκρινε ότι η εγκατάσταση του σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας συνεπάγεται έντονη διατάραξη του οικοσυστήματος της περιοχής και αλλοίωση της μορφής της[6] και γι’ αυτό χορηγήθηκε αναστολή εκτέλεσης απόφασης εγκατάστασης αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε έκταση δασική αναδασωτέα (του Δήμου Τροιζήνας), χαρακτηρισθείσα ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και αυτονοήτως προστατευτέα. Αυτό συνάδει με την πάγια γραμμή ότι, εξαιτίας της απόλυτης προστασίας τους, επέμβαση στις αναδασωτέες εκτάσεις επιτρέπεται στο απολύτως απαραίτητο μέτρο και μόνο μετά την πραγματοποίηση της αναδάσωσης, αφού ανακτήσει πλήρως τη δασική μορφή της η καταστραφείσα έκταση (άρα απαιτούνταν πρώτα άρση της αναδάσωσης).

Με την ΣτΕ (Ε’) 2474/2011 εισαγόμαστε στη δεύτερη φάση. Η απόφαση αφορούσε (μείζονα) επέμβαση σε αναδασωτέα έκταση με τη δημιουργία σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και προέβη αρχικά με έναν πολύ καινοτόμο (ή επικίνδυνο;) τρόπο στην ερμηνεία της πρόθεσης του συνταγματικού νομοθέτη, κάμπτοντας για πρώτη φορά την απόλυτη προστασία, προς την κατεύθυνση της εκπλήρωσης υπέρτερων δημόσιων σκοπών που άλλως θα ματαιώνονταν ολότελα, αν αναμενόταν πρώτα να αναδασωθεί πλήρως η καταστραφείσα έκταση. Η διαχείριση της ισορροπίας ενεργειακού εφοδιασμού (ως έκφανσης της οικονομικής ανάπτυξης) και περιβαλλοντικής προστασίας, που έως τότε επικεντρωνόταν απλά στο πρόβλημα του επιτρεπτού της χορήγησης αδειών (άδεια παραγωγής, έγκριση περιβαλλοντικών όρων) για τη δημιουργία έργου ΑΠΕ σε αναδασωτέα έκταση έως την έκδοση της πράξης άρσης, (αφού είχε αναδημιουργηθεί η βλάστηση) τίθεται σε νέα βάση και μεταφέρεται στη συνταγματικότητα της πραγματοποίησης πριν καν την άρση ή έτι περαιτέρω χωρίς να απαιτείται καν η έκδοση της πράξης αυτής[7]. Η εναργής νομολογιακή διατύπωση συμπληρώνεται με την απαίτηση «εξαιρετικών» περιπτώσεων (ιδιαίτερα επιθετικός και ρητός προσδιορισμός) και για έργο που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, ενώ θέτει με επίσης επιθετική διατύπωση την «απόλυτη ανάγκη» και επιτακτικότητα της ύπαρξης του έργου, σε τέτοιο βαθμό, ώστε η μη δημιουργία του στον προσήκοντα χρόνο να οδηγούσε με βεβαιότητα στη ματαίωση του δημόσιου σκοπού μείζονος σημασίας. Με την επόμενη απαίτηση ειδικής αιτιολογίας για την έγκριση επέμβασης, που περιέχει τη δικαιολόγηση της ιδιαίτερης σημασίας του έργου και την αναγκαιότητα εκτέλεσής του στην αναδασωτέα έκταση πριν την άρση της αναδάσωσης, η πλειοψηφία συμπληρώνει τη νομική «φαρέτρα» προστασίας της αναδασωτέας έκτασης, ολοκληρώνοντάς τη με την αναφορά ότι δεν υφίσταται μεταβολή του δασικού χαρακτήρα της έκτασης, ενώ και η πρόκληση της βλάβης είναι προσωρινή, διότι το πάρκο θα λειτουργήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και μετά απ’ αυτό θα ακολουθήσει αποκατάσταση του δασικού χαρακτήρα και η εγκατάσταση ΑΠΕ θα περιορισθεί στην απολύτως αναγκαία για τον σκοπό αυτό περιοχή. Τα επιχειρήματα αυτά είναι καταρχήν ορθά, διεξοδικά και εμπεριέχουν σαφή, προοδευτικά και ρητά στοιχεία. Το ζητούμενο της διατήρησης αμετάβλητης της μορφής καθίσταται δεδομένο και αυτό το πιστοποιεί τόσο η διάρκεια λειτουργίας του έργου ΑΠΕ όσο και η απόληξη ενός εκτενούς συλλογισμού στάθμισης κόστους-οφέλους που δεν είναι άλλη από την μη κατάφαση βλάβης, αλλά ωφέλειας, τόσο βραχυχρόνιας όσο και μακροχρόνιας για την έκταση και για το περιβάλλον εν γένει. Το ηπιότερο μέσο εδώ υλοποιείται άρα σε συμφωνία με την αρχή της αναγκαιότητας, ως ειδικότερης έκφανσης της αναλογικότητας του μέτρου, αφού οι ΑΠΕ είναι φιλικές προς το περιβάλλον πηγές ενέργειας[8]. Έτσι, διαφοροποιείται σε σχέση με την προηγούμενη νομολογία, που απαιτούσε στο ελάχιστο απαιτούμενο περιεχόμενο της αιτιολογίας της πράξης έγκρισης επέμβασης, να αιτιολογείται ειδικώς, αν το έργο ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί σε περιοχή μη δασική[9], ενώ, τέλος, το αρνητικό ή μη της επίπτωσης στο σκοπό της αναδάσωσης και η λήψη αντισταθμιστικών μέτρων πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της ΜΠΕ, αποκλείοντας έτσι το ενδεχόμενο να εισαχθεί γενική, αποφθεγματική διάταξη που να αποκλείει τις ΑΠΕ από αναδασωτέες εκτάσεις[10]. Υπήρξε, βέβαια, και η αυστηρή γνώμη της μειοψηφίας, προσηλωμένη στο παρελθόν και στην «ταμπέλα» απόλυτης προστασίας, περί απαγόρευσης οιασδήποτε επέμβασης πριν την πραγματοποίηση του σκοπού της αναδάσωσης. Βεβαίως, το ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, για να κρίνει αυτή, λόγω σπουδαιότητας, απόφαση για την οποία θα γίνει εκτενής ανάλυση κάτωθι. Παρόμοια πάντως έκρινε και η επιτροπή αναστολών του ΣτΕ: Η απόφαση ΕΑ του ΣτΕ υπ’ αριθμ. 68/2011 μνημονεύει χαρακτηριστικά τα έργα εγκατάστασης σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ως έργα που κατ’ εξαίρεση (κατά σαφή απόκλιση) δύνανται να εκτελεστούν σε αναδασωτέα έκταση και οδηγείται τελικά στην απόρριψη της αίτησης, εφόσον για το επίμαχο έργο είχαν τεθεί όροι (και άρα υπήρχαν εχέγγυα) για τη μείωση των συνεπειών από την εκτέλεσή του και την αποτροπή της βλάβης, αλλά και όροι προστατευτικοί και αποκαταστατικοί της δασικής βλάστησης, ενώ είχε εκπονηθεί και ειδική δασοτεχνική μελέτη δασικού περιβάλλοντος[11].

Η αδιαμφισβήτητα, όμως, ιστορικής σημασίας απόφαση ήταν η ΟλΣτΕ 2499/2012, που πραγματοποίησε νομολογιακή θετική στροφή για αιολικό πάρκο σε αναδασωτέα έκταση, σε αντίθεση πάντα με την προ του 2011 νομολογία. Η έντονη αγωνία του δικαστή διαγράφεται στον εκτενέστατο συλλογισμό, που αναλύει διεξοδικά τις συνθήκες του έργου και τις επιταγές που πρέπει να τηρηθούν και συνάδει με το ότι η δοθείσα λύση είναι απλώς ανεκτή, όχι επιδοκιμαστέα επ’ ουδενί. Με όμοιο συλλογισμό με την απόφαση του Ε’ Τμήματος, η Ολομέλεια επικαλείται τις ίδιες νομικές βάσεις και προβαίνει σε εξέταση των συνταγματικών σκοπών, ερμηνεύοντας με κριτικό πνεύμα το γράμμα του άρθρ. 117 παρ. 3 Σ, και αποφαίνεται τη μη ύπαρξη πρόθεσης ματαίωσης των ουσιωδών σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ενώ ορίζει ότι η πραγματοποίηση του έργου θα γίνει μόνο στα τμήματα που είναι αναγκαία[12], απαιτώντας επιπρόσθετες διαδικαστικές εγγυήσεις, που κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας περισώζουν την άκριτη και άμετρη ενδεχόμενη μελλοντική εφαρμογή της νομολογηθείσας λύσης (π.χ. κρίνεται απαραίτητη η χορήγηση άδειας κατ’ άρθρ. 8 παρ. 1, 2 Ν. 3468/2006 για εγκατάσταση και επέκταση άδειας με την προηγούμενη εγκριτική πράξη του διοικητικού οργάνου που θεσπίζει όρους επέμβασης και αποκατάστασης). Ανακύπτει φυσικά η ανάγκη ειδικής αιτιολογίας[13], ενώ διευκρινίζεται ότι η άδεια επέμβασης είναι προτιμητέα από την άρση της αναδάσωσης, γιατί δε μεταβάλλει το νομικό χαρακτήρα της έκτασης, αλλά παρέχει προσωρινή δυνατότητα επέμβασης για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα[14].

Ωστόσο, η απόφαση δεν είναι επ’ ουδενί ανεπίδεκτη κριτικής. Η ερμηνεία μίας διατυπωμένης με αναντίρρητη και αναμφίλεκτη σαφήνεια (ως προς το γράμμα της) διάταξης όπως αυτής, έχει – κατά τη μειοψηφία – ως συνέπεια ότι δεν είναι αυτή δεκτική έτερης ερμηνείας και δη εν τοιαύτη εκτάσει και με τελολογική ερμηνεία είναι ανεπίτρεπτη η υπέρβαση του σαφούς γράμματος (που δεν θεσπίζει εξαίρεση αντίστοιχη της παρ. 1 άρθρ. 24 τελευταίο εδ. Σ) προκειμένου να εναρμονιστεί με άλλη συνταγματική (και όχι διάταξη τυπικού νόμου!) διάταξη, που μάλιστα θεσπίζει απόλυτη απαγόρευση και προστασία. Η μειοψηφία ταυτίζει αυτή την ερμηνεία με άσκηση αναθεωρητικής εξουσίας εκ μέρους του δικαστή, που όχι μόνο ανεπίτρεπτη είναι, αλλά συνιστά και θρυαλλίδα στο συνταγματικό πολίτευμα. Ωστόσο, κατά την εδώ υποστηριζόμενη γνώμη, το γράμμα δεν πρέπει να έρχεται σε ρήξη με το πνεύμα της διάταξης. Ιδωμένη υπό αυτό το πρίσμα, η απόφασή μας αποτιμάται θετικά, ως υποδεικνύουσα το δρόμο ή έστω δίνοντας οδηγίες για να εξερευθεί αυτός – σε μία εποχή κρίσης – για την αναπτυξιακή μεν πολιτική, τηρώντας όμως τις περιβαλλοντικές επιταγές[15]. Είναι απόρροια ενός συλλογισμού στέρεου, ακριβούς, ρεαλιστικού και πραγματιστικού (αλλά επ’ ουδενί αρριβιστικού ή ωφελιμιστικού με τη θυσία ενός περιβαλλοντικού αγαθού στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης!). Η υιοθέτηση μιας άτεγκτης περιβαλλοντικής στάσης θα οδηγούσε – κατά τον συλλογισμό αυτό – στην προσήλωση σε πεπαλαιωμένες ενεργειακές λύσεις και με οικολογικά παραστρατήματα που θα κόστιζαν μεγάλα ποσά για να αποσοβηθούν.

Η εξέταση της μεταγενέστερης νομολογίας του ΣτΕ επί παρόμοιων τεθέντων ζητημάτων καταδεικνύει πλέον με ενάργεια την νομολογιακή μεταστροφή και παγίωση. Βεβαίως, επί αντίστοιχων αλλά όχι ταυτόσημων θεμάτων απεφάνθη και το ΝΣΚ με τη Γνωμοδότηση 113/13 σχετικά με τη δυνατότητα εγκατάστασης φωτοβολταϊκού πάρκου, όπου όμως κρίθηκε ότι είναι μεν δυνατή η εγκατάσταση μικρών υδροηλεκτρικών έργων, αλλά όχι φωτοβολταϊκών, γιατί αφενός το συναφές ειδικό χωροταξικό πλαίσιο ομιλεί στο γράμμα του για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών (και όχι φωτοβολταϊκών) που διαφέρουν από τα εν λόγω έργα, και αφετέρου ο δασάρχης, μόλις ολοκληρωθεί η αναδάσωση, θα κατατάξει την έκταση ως δάσος ή δασική έκταση[16]. Επιτρέπει τα φωτοβολταϊκά μόνο στις δασικές εκτάσεις και «επιτρέπει τα μικρά υδροηλεκτρικά παντού, εκτός από εθνικούς δρυμούς και αισθητικά δάση». Όμως, από τη θεωρία ασκήθηκε εύλογη κριτική, δεδομένου ότι παραγνωρίζει ότι ο δασικός χαρακτήρας της έκτασης πριν χάσει τη μορφή της είναι δεδομένος, άρα δε χρειάζεται ο προηγούμενος χαρακτηρισμός της αναδασωτέας ως δάσους ή δασικής έκτασης.

Οι μεταγενέστερες αποφάσεις μνημονεύουν την απόφαση-σταθμό της Ολομέλειας του ΣτΕ 2499/2012 και δομούν το συλλογισμό τους πάνω στην ίδια μείζονα πρόταση (ίδια νομική βάση), ενώ επίσης δε φαίνεται να υποχωρούν από τις αυστηρές γραμμές της δασικής προστασίας ως προς τις αναδασωτέες εκτάσεις.

Η δε ΣτΕ (Ε’) 3012/2015 τονίζει ότι ναι μεν δεν απεκλείετο η εγκατάσταση αιολικών σταθμών εντός αυτών, όμως απαιτείται ειδική αιτιολογία για την εγκατάσταση[17]. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι η απαίτηση ειδικής αιτιολογίας για όλες γενικά τις διοικητικές πράξεις είναι υπερβολική και διευκολύνει την εύρεση λόγων ακύρωσης και την όξυνση των δικαστικών διαμαχών, ενώ δε φαίνεται να συνάδει με την νομική δέσμευση της διοικητικής πράξης που μπορεί να ανακληθεί ακόμα και ούσα μη νόμιμη.

3. Η ύστερη νομοθετική μεταβολή. Οι επιτρεπτές επεμβάσεις κατά τον Ν. 4280/2014

Με βάση τη νέα στοχοθεσία που διέπει το Ν. 4280/2014 (Γ τμήμα του), όπως φαίνεται και από την αιτιολογική του έκθεση, υποστηρίζεται ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης σε ήπιο βαθμό, που αποσκοπεί να υλοποιήσει την ανέκαθεν αιτούμενη ασφάλεια δικαίου[18]. Ειδικά τις αναδασωτέες εκτάσεις διαλαμβάνει το άρθρ. 46 του νόμου. Ως κανόνας τίθεται η γενική απαγόρευση επεμβάσεων σε αυτές, ενώ ακολούθως εισάγεται δέσμη εξαιρέσεων (9 νυν, 3 πρώην καθεστώτος), συναρτώμενη με το ζήτημα της άρσης που πλέον δεν απαιτείται. Ο νόμος μάλιστα για να θεμελιώσει τις ρυθμίσεις του, επικαλείται ρητώς τη νομολογία του ΣτΕ για τις ΑΠΕ (2499/2012), με προβληματικό τρόπο, αφού η μνημονευθείσα απόφαση, όπως προειπώθηκε, αναφέρεται στην πραγματοποίηση του έργου πριν την ανάκτηση της δασικής μορφής, σε ένα μέρος της έκτασης (ενώ το υπόλοιπο θα διατεθεί για τον σκοπό της αναδάσωσης), και όχι βέβαια με τη μεταβολή του χαρακτήρα της έκτασης, αλλά μόνο την εκτέλεση του έργου και δη της συγκεκριμένης δραστηριότητας και αφού πάντοτε προηγηθεί η ειδική άδεια ως διαδικαστική δικλίδα. Ο Ν. 4280/2014 ανοίγει – κατά την εδώ υποστηριζόμενη γνώμη – τον ασκό του Αιόλου, επεκτείνοντας υπέρμετρα τις περιπτώσεις επιτρεπτών επεμβάσεων.

Γενικότερα το πρόβλημα της γενίκευσης της νομολογίας για τις ΑΠΕ κινδυνεύει λόγω κατάχρησης από τη νομολογία και τον νομοθέτη να καταστεί «δαμόκλειος σπάθη» της προστασίας των αναδασωτέων εκτάσεων, στο βαθμό που και μόνη η επίκληση της απόφασης 2499/2012 παρέχει επαρκές έρεισμα εξαγωγής ενός συμπεράσματος περί του επιτρεπτού, χωρίς όμως να ταυτίζονται οι όροι και τα έργα σε κάθε περίπτωση. Οι επικριτές των τελευταίων αποφάσεων μας οδηγούν στο να επανεξετάσουμε εγγύτερα, διεξοδικότερα και κυρίως όχι αφηρημένα, αλλά σε κάθε περίπτωση που άγεται ενώπιον των δικαστηρίων, αν το έργο αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα της αναγέννησης της καταστραφείσας βλάστησης. Αυτό θα κριθεί από την εξέταση ενός πλέγματος τόσο διατάξεων (εθνικών, ενωσιακών κλπ.) που να το επιτρέπουν, όσο και από τη μελέτη του φακέλου και ιδίως της ΜΠΕ ώστε να διαπιστωθεί αν το συγκεκριμένο πάντοτε έργο πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις υλοποίησης. Μόνο έτσι θα αποφευχθεί η πιθανότητα άμετρης γενίκευσης της νομολογηθείσας λύσης και συνακόλουθης «κατακρεούργησης» ενός τόσο ευαίσθητου περιβαλλοντικού αγαθού, όπως τα δάση και δη οι αναδασωτέες εκτάσεις που προορίζονται να γίνουν ξανά δάση[19].

4. Επισκόπηση πρόσφατης νομολογίας

Η πιο πρόσφατη νομολογία διέπεται από τα εξής χαρακτηριστικά[20]:

  1. Φαίνεται να παγιοποιεί τις προϋποθέσεις του επιτρεπτού της επέμβασης («το αναγκαίο» της επέμβασης και ο περιορισμός της στα τμήματα που απαιτείται μόνο)
  2. Η κατάφαση της εξαιρετικής σημασίας των ΑΠΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη, και τη διασφάλιση της επάρκειας του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας, κυρίως την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, που αποτελεί αντικείμενο διεθνούς δεσμεύσεως της χώρας και ζήτημα έντονου κοινοτικού ενδιαφέροντος,
  3. Την υπογράμμιση – σε συνδυασμό με το χαρακτήρα της άδειας επέμβασης – σε αντίθεση με την άρση της αναδασώσεως, ότι η επέμβαση με εγκατάσταση ΑΠΕ δεν συνεπάγεται μεταβολή του νομικού χαρακτήρα της αναδασωτέας εκτάσης, αλλά μόνο προσωρινή δυνατότητα επεμβάσεως για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, με την υποχρέωση αποκαταστάσεως του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως μετά την παύση λειτουργίας της δραστηριότητας, διατηρουμένου του προστατευτικού χαρακτήρα της αναδασώσεως».

Το μέλλον θα δείξει κατά πόσο η νομολογία αυτή θα παγιοποιηθεί και τι συνέπειες θα υπάρξουν σε νομικό, αλλά κυρίως σε περιβαλλοντικό επίπεδο.

———————

[1] Φορτσάκης Θ./Φαραντούρης Ν., Το Δίκαιο της Ενέργειας, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 141, 143, www.espon.eu.

[2] Γαλάνης Π., Επιτρεπτές επεμβάσεις σε αναδασωτέες εκτάσεις: με το βλέμμα στο παρελθόν ή στο μέλλον, ΠερΔικ 1/2019, σελ. 13-23, βλ. και Γαλάνης Π., Η νομική προστασία των αναδασωτέων εκτάσεων, https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/el/browse/2673332.

[3] Γαλάνης Π., Η αιτιολογία της απόφασης αναδάσωσης κατά τη νομολογία, QUALEX –Νομική Βιβλιοθήκη (ανάρτηση: 27.4.2020).

[4] Φορτσάκης Θ./Φαραντούρης Ν., ό.π., σελ. 226.

[5] Γαλάνης Π., Η περιβαλλοντική αδειοδότηση: θεωρία και πράξη – Συμπίλημα Ι (θεμέλια, αρχές, ισχύον νομικό πλαίσιο εγχώριο και ενωσιακό), QUALEX – Νομική Βιβλιοθήκη (ανάρτηση: 13/1/2021).

[6] ΣτΕ ΕΑ 561/2004, ΠερΔικ 4/2004, σελ. 521, σκ. 4.

[7] ΣτΕ 2474/2011.

[8] Γαλάνης Π., Αναδάσωση και δικαίωμα στην ιδιοκτησία κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ και των εθνικών δικαστηρίων, αφιέρωμα στο ΠερΔικ (αφιέρωμα υπό τον καθηγητή κ. Κ. Χρυσόγονο), ΠερΔικ 2/2020, σελ. 202-214.

[9] ΣτΕ2474/2011Τμ. Ε

[10] Παπασταματίου Π., 2020: Υπάρχει χώρος για την αιολική ενέργεια, ΝκΦ, Οκτώβριος 2010, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://nomosphysis.org.gr

[11] ΣτΕ ΕΑ 431/2004, ΠερΔικ 4/2004, σελ. 521, σκ. 6.

[12] ΣτΕ Ολ 2499/2012, ΠερΔικ 2/2012, σελ. 298, σκ. 10, 11

[13] βλ. πρόσφατη δημοσίευση σε www.pgalanislaw.gr.

[14] ΣτΕ Ολ 2499/2012.

[15] αναφορά στο σχολιασμό της ΣτΕ Ολ 2499/2012 (παρατ. Χολόγκιτας Ν.), ΠερΔικ 4/2012, σελ. 695 επ.

[16] Σιούτη Γλ., Ο θρίαμβος της λογικής…ό.π., , σελ. 98, 99, βλ. πρόσφατη δημοσίευση σε www.pgalanislaw.gr.

[17] ΣτΕ 3012/2015 και ΣτΕ 513/2016 (Τμ. Ε΄).

[18] Ν. 4280/2014 «…Ρυθμίσεις Δασικής Νομοθεσίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 159/8.8.2014), Μαριά Ε.-Α, Η φιλοσοφία του νέου κεφαλαίου για τις επιτρεπτές επεμβάσεις εις Περιβάλλον – Δημόσιες Συμβάσεις (Συνέδριο), εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2014, σελ. 238.

[19] ΣτΕ 1941/2013.

[20] ΣτΕ 2579/2018.


Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η Οδηγία 2004/35 ΕΚ για την περιβαλλοντική ευθύνη και η προβλεπόμενη έννομη προστασία

Περιβαλλοντική αδειοδότηση και Οδηγία για τους οικοτόπους (Οδηγία 92/43/ΕΚ) – Δίκτυο Natura 2000: γενική επισκόπηση

Προστασία των υδάτων κατά το ισχύον εθνικό νομικό πλαίσιο: Σύνταγμα και Ν. 3199/2003

 



ΚατηγορίεςΑ.Π.Ε., Δασικά Οικοσυστήματα, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: