Σχετίζονται τελικά οι καταστροφικές φωτιές με την κλιματική αλλαγή;

Σύμφωνα με την WWF την τελευταία εικοσαετία, στην Ελλάδα εκδηλώνονται κάθε χρόνο περίπου 10.000 πυρκαγιές υπαίθρου και καίγονται κατά μέσο όρο 534.121 στρέμματα. Μάλιστα το μεγαλύτερο ποσοστό εξ αυτών οφείλεται σε ανθρώπινη αμέλεια.

Τις τελευταίες μέρες η χώρα ήρθε αντιμέτωπη με δεκάδες εστίες φωτιάς σε όλη σχεδόν την έκταση της. Δάση καταστράφηκαν, ζώα κάηκαν ζωντανά, άνθρωποι έχασαν τις περιουσίες τους και με σιγουριά πια μπορούμε να μιλήσουμε για μια τεράστια οικολογική καταστροφή, η οποία συνεχίζεται όσο υπάρχουν ενεργά μέτωπα.

Αυτή η διαπίστωση, βρίσκει σύμφωνο και τον καθηγητή του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Φίλιππο Αραβανόπουλο, ο οποίος μιλώντας στην Parallaxi, τόνισε ότι δε μπορεί να κάνει κάποια πρόβλεψη για το θέμα του μεγέθους της καταστροφής, γιατί είναι σε εξέλιξη, αλλά παρόλα αυτά θα είναι πάρα πολύ μεγάλη.

«Απ’ ότι βλέπω θα θυμίζει την περίοδο του 2007 που είχαμε επίσης πολύ μεγάλες πυρκαγιές, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο και την Εύβοια, όπως και τώρα. Είναι από τα μέρη που πλήττονται πιο συχνά, καθώς έχουν πολύ πυκνή βλάστηση. Μιλάμε για μια πολύ μεγάλη καταστροφή, ίσως τη μεγαλύτερη της δεκαετίας».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η επικίνδυνη περίοδος για το ξέσπασμα μεγάλων πυρκαγιών, θα είναι μέχρι και τον Σεπτέμβρη. «Μπορεί τελικά να ξεπεράσουμε ακόμα και τις τιμές του 2007, που ήταν τιμές ρεκόρ. Τότε είχαμε πολύ μεγάλες πυρκαγιές με πολύ μεγάλες καταστροφές».

Οι πυρκαγιές και η κλιματική αλλαγή

Η κλιματική αλλαγή είναι εδώ και απειλεί το περιβάλλον παγκοσμίως. Ποια είναι η σχέση της όμως με την εκδήλωση πυρκαγιών και την κατάσβεσή τους;

«Πρέπει να κάνουμε μια διάκριση μεταξύ αιτίου και αφορμής. Η κλιματική αλλαγή μπορεί να είναι το μακροπρόθεσμο αίτιο. Δηλαδή θερμαίνεται η ατμόσφαιρα, ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες, το καλοκαίρι έχουμε πολλούς καύσωνες, μειώνεται η φυλλική υγρασία, ξερένεται δηλαδή το δάσος και μετά είναι πιο εύκολο να πάρει φωτιά. Αλλά αυτού το είδος το αίτιο, διαφέρει από την αφορμή. Η αφορμή είναι ανθρώπινη αμέλεια ή ίσως εμπρησμός και διαφέρει και από το ζήτημα της αντιμετώπισης των πυρκαγιών. Δηλαδή δε μπορούμε να λέμε για παράδειγμα ότι ευθύνεται η κλιματική αλλαγή και να σηκώνουμε τα χέρια ψηλά. Δεν είναι κάτι που έρχεται ‘εξ΄ουρανού’ και δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Απ’ ότι φαίνεται η έννοια της καταστολής δεν είναι η βέλτιστη, έτσι εκτιμώ.

»Οπωσδήποτε η έννοια της κλιματικής αλλαγής δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα και οπωσδήποτε αυτό που θα κάνει είναι να αυξήσει τις περιόδους καύσωνα και των μεγάλων ξηρασιών και άρα να αυξήσει τον κίνδυνο των πυρκαγιών. Από την αύξηση του κινδύνου των πυρκαγιών, μέχρι το σημείο ότι γίνονται πυρκαγιές και καίνε για μεγάλο χρονικό διάστημα και το κράτος βρίσκεται σε αδυναμία ελέγχου, αυτή η αδυναμία νομίζω δε μπορεί να αποδοθεί στην κλιματική αλλαγή. Δε μπορούμε να λέμε δηλαδή ότι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής δε μπορούμε να ελέγξουμε τις πυρκαγιές. Δεν είναι αίτιο με την έννοια της αιτιολόγησης, είναι αίτιο που αφορά την αύξηση της πυκνότητας και την αύξηση δυσκολίας κατάσβεσης κι αυτό είναι γεγονός».

Ο ρόλος της ανθρώπινης δραστηριότητας

«Οι περισσότερες πυρκαγιές είναι εξ’ αμελείας. Κάποιος πηγαίνει στο δάσος να κάνει μια εργασία, οι λεγόμενες θερμές εργασίες, δηλαδή να κάψει κλαδιά, να καπνίσει μελίσσια ή ακόμα και να κάνει αντίστοιχες εργασίες στο σπίτι του (πχ οξυγονοκόλληση)», σημειώνει ο καθηγητής.

Μια πυρκαγιά μπορεί να προκληθεί και από φυσικά αίτια, όπως για παράδειγμα, από έναν κεραυνό ή μια ανάφλεξη μέσα στο δάσος από ένα σπασμένο γυαλί, ωστόσο αυτό το φαινόμενο δεν είναι τόσο συχνό, όσο αυτό της αμέλειας.

«Αυτό έχει να κάνει και με το ότι πλέον σε αυτή τη χώρα με την αστυφιλία, υπάρχουν πάρα πολλοί ‘αγρότες του Σαββατοκύριακου’. Πηγαίνουν λόγου χάριν στο χωρίο καίνε κλαδιά και επειδή δεν έχουν εμπειρία για το πόσο γρήγορα μπορεί να εξαπλωθεί η φωτιά ή πως να τη σβήσουν, τους ξεφεύγει. Η κατάσταση αυτή τη περίοδο είναι δύσκολη, είναι η αλήθεια».

Πως θα επιτευχθεί η αποκατάσταση των δασών

Η αποκατάσταση των κατεστραμμένων δασών γίνεται με δυο τρόπους, σύμφωνα με τον κ. Αραβανόπουλο.

«Ο πρώτος τρόπος είναι να αναγεννηθεί το δάσος φυσικά, αυτό θα χρειαστεί γύρω στα 15 χρόνια για να έχει τη μορφή που είχε. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να υπάρχουν πολλά σπέρματα στο έδαφος, ιδίως από τα πευκοδάση που καίγονται τώρα και να μην υπάρξει βόσκηση μετά, γιατί θα καταστρέψει το νέο δάσος. Αν γίνουν όλα αυτά, σε 15 – 20 χρόνια τα δέντρα θα έχουν αναπτυχθεί τόσο ώστε να πούμε ότι θα έχουμε δάσος. Για να αποκτήσουμε ωστόσο τα ‘ώριμα’ δάση που καίγονται αυτή τη στιγμή, θα χρειαστούν 50 χρόνια, ίσως και περισσότερα.

Σε πολλές περιπτώσεις δε θα πετύχει η φυσική αναγέννηση, είτε διότι το δάσος που κάηκε είναι νεαρό και δεν πρόλαβε να κάνει σπέρματα και άρα να τροφοδοτήσει τη νέα προσπάθεια, είτε γιατί η βόσκηση θα καταστρέψει τα φυτά, είτε για άλλους λόγους ανταγωνισμού των φυτών στη νέα συστάδα κοκ.

Για όλους αυτούς του λόγους θα χρειαστεί να γίνει τεχνητή αναδάσωση. Εδώ είναι που τα ‘χαλάμε’. Δηλαδή θα πρέπει να δοθούν ειδικά κονδύλια, είναι μεγάλη η δαπάνη, αλλά είναι η μόνη λύση για να ξανά έχουμε δάσος. Γιατί χωρίς δάσος, σιγά σιγά θα αυξάνεται η διάβρωση του εδάφους κάθε χειμώνα, από πλημμύρες και διάφορα τέτοια φαινόμενα και άμα χάσουμε το έδαφος μετά ότι και να πάμε να κάνουμε, θα δυσκολευτούμε πάρα πολύ να αναδασώσουμε. Είναι ένα πολύ σύνθετο θέμα, που μπορεί με τις καλύτερες συνθήκες να μας δώσει ένα δάσος σε καμία 20ετία, αλλά πιθανώς να χρειαστεί ανθρώπινη παρέμβαση και αν δε συμβεί, σιγά σιγά θα πάμε σε μια άλλη μορφή βλάστησης λιγότερο οικολογικά αποδεκτή αν θέλετε, λιγότερο οικονομικά αποδεκτή, χωρίς δάση με θαμνώνες, με μικρότερη κατακράτηση υδάτων, εδάφους, χωρίς παραγωγή προϊόντων κοκ.

»Η πιο σωστή λύση είναι να περιμένουμε 2-3 χρόνια για να δούμε αν θα πετύχει η φυσική αναγέννηση, παρακολουθώντας πολύ στενά όλες αυτές τις περιοχές, εφαρμόζοντας μεθοδολογίες όπως λέμε βιοπαρακολούθησης, παρατηρώντας δηλαδή πως εξελίσσεται το φυσικό περιβάλλον στις περιοχές αυτές. Αν μετά τη διετία – τριετία δούμε ότι έχουμε προβλήματα με τη φυσική αναγέννηση, θα πρέπει οπωσδήποτε να επέμβουμε με τεχνητές αναδασώσεις. Θε πρέπει βέβαια να χρησιμοποιηθεί και το κατάλληλο υλικό. Δηλαδή να χρησιμοποιήσουμε τους κατάλληλους φυσικούς πόρους, τους σωστούς γενετικούς πόρους, υλικό από παρόμοιες συνθήκες, συστάδες, δάση, σύμφωνα με αυτά που λέει η επιστήμη.

Δηλαδή δε μπορούμε να πάμε να κάνουμε ένα δάσος και να φυτέψουμε οποιοδήποτε φυτό. Είναι πολύ σημαντικό και αυτό, να γίνει τεχνητή αναδάσωση και να γίνει σωστά, για να μην έχουμε αποτυχία της αναδάσωσης. Χρειάζεται άμεση παρέμβαση σε πολλαπλά επίπεδα για να παρακολουθούμε πως εξελίσσεται μετά την πυρκαγιά η φυσική αναγέννηση με σωστό τρόπο, έτσι ώστε αν δεν πετύχει αυτή, να πετύχει η τεχνητή αναδάσωση.

»Το πρόβλημα που έχουμε με την κλιματική αλλαγή είναι ότι οι μεγάλες φωτιές (που αγγίζουν μέχρι και τους χίλιους βαθμούς) γίνονται όλο και πιο συχνά. Παλιότερα γινόταν για παράδειγμα κάθε τριάντα – σαράντα χρόνια. Προλάβαινε το δάσος να κάνει σπέρματα, να ωριμάσει για να διασκορπιστούν και να ξανά φτιαχτεί το επόμενο δάσος. Αν όμως οι πυρκαγιές γίνονται ανά δέκα χρόνια, το δάσος δεν προλαβαίνει να κάνει σπέρματα και δεν έχουμε φυσική αναγέννηση. Ιδιαίτερα στην Αττική που έχουμε τρομακτικές πυρκαγιές πάρα πολύ συχνά, αυτός ο κίνδυνος ελλοχεύει. Φτάνουμε σε ένα σημείο που με τις επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές το νέο δάσος δεν έχει φτάσει ακόμα να ωριμάσει και να δημιουργήσει νέα σπέρματα. Καίγεται και δε μένει τίποτα στο νέο δάσος».

Οι πυρκαγιές στο εξωτερικό και σε ασυνήθιστα μέρη της χώρας

Παράλληλα με τις καταστροφικές πυρκαγιές της Ελλάδας, σε εξέλιξη βρίσκονται μέτωπα στη Σιβηρία, με καπνούς να φθάνουν μέχρι το Βόρειο Πόλο, αλλά και στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ. «Είναι βέβαιο ότι οφείλεται στην κλιματική αλλαγή η αύξηση πυρκαγιών σε περιοχές που δεν εκδηλωνόταν ποτέ όπως στη Σιβηρία».

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στη χώρα μας με κάποιες πυρκαγιές όπως για παράδειγμα αυτή στο Σμόλικα, όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής.

«Είναι άμεσα σχετιζόμενες με την κλιματική αλλαγή, αυτά τα δάση παλιά δεν καιγόταν ή καιγόταν πολύ σπάνια. Αυτές οι πυρκαγιές για μένα είναι πολύ ανησυχητικές, ίσως περισσότερο από αυτές που βλέπουμε σε Αττική, Πελοπόννησο και Εύβοια, γιατί τα είδη των δασών στον Σμόλικα, δεν είναι πυρόφυλλα, δεν είναι συνηθισμένα στη φωτιά και εκεί πέρα υπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία στη δημιουργία δάσους, με ότι συνεπάγεται αυτό».

Την ίδια ώρα, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι σε αυτές τις ορεινές περιοχές, το έργο της κατάσβεσης δυσχεραίνει, καθώς η πρόσβαση είναι πιο δύσκολη, αλλά και η παρουσία των πολιτών είναι μικρότερη, αρά είναι πιθανό να μη γίνονται τόσο γρήγορα αντιληπτές.

Ο ρόλος της πρόληψης στην προστασία του περιβάλλοντος

«Δυστυχώς δε σωζόμαστε με την καταστολή. Εκεί όπου πρέπει να εστιάσουμε και σαν πολίτες και σαν πολιτεία, όπου μπορούμε να παρέμβουμε, είναι η πρόληψη», τονίζει ο Φίλιππος Αραβανόπουλος.

«Όπως πάρα πολύ καλά συζητάμε ως κοινωνία την πρόληψη στις ασθένειες, με τα διάφορα μέτρα που παίρνουμε, όποια κι αν είναι αυτά, έτσι θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πολύ σοβαρά ότι δεν είναι δυνατό να προχωρήσουμε με τέτοιο περιβάλλον κλιματικής αλλαγής και να εστιάζουμε στην καταστολή. Αυτό που χρειάζεται είναι πρόληψη. Με ένα κλάσμα των κονδυλίων που δίνονται για την καταστολή, μπορούμε να κάνουμε πολύ καλή πρόληψη».

«Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει πάω στο δάσος, το καλλιεργώ, το καθαρίζω, ασκώ διαχείριση, παίρνω διαχειριστικά μέσα και αυτό είναι σε μια τέτοια κατάσταση που αν πάρει φωτιά, μπορεί να σβηστεί πιο εύκολα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Οι φωτιές ξεκινούν από το έδαφος, έρπονται όπως λέμε, για να ανέβει πάνω στην κώμη των δέντρων (στην κορυφή) πρέπει να βρει καύσιμη ύλη πχ θάμνους ή μικρά δέντρα. Αν εμείς έχουμε κάνει καθαρισμούς και έχουμε φροντίσει να απομονώσουμε την επιφάνεια του εδάφους από την ψηλή φυλλωσιά των δέντρων, δε θα ανέβει πάνω. Αν ανέβει, τη ‘χάσαμε’ τις περισσότερες φωτιές. Αν μείνει κοντά στο έδαφος μπορούμε να τη σβήσουμε εύκολα.

Η πολιτεία, πρέπει να εστιάσει στην πρόληψη, να ανοίξει και να συντηρήσει δρόμους, να χρησιμοποιήσει τις υδατοδεξαμενές που υπάρχουν μέσα στα δάση και ουσιαστικά μένουν αχρησιμοποίητες ή δεν είναι σε λειτουργία», καταλήγει ο ίδιος.

* Η συνέντευξη του καθηγητή του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Φίλιππου Αραβανόπουλου, παραχωρήθηκε στην Parallaxi στις 10/8.

Αναδημοσίευση από: parallaximag.gr

 



ΚατηγορίεςΠυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: