Πυρκαγιές και πλάνες

Κίμων Χατζημπίρος*
athensvoice.gr

Φέτος το καλοκαίρι οι πολύ υψηλοί τόνοι για τις φωτιές των δασών μείωσαν τη δημοφιλία της κυβέρνησης κατά μερικά εκατοστά. Παράλληλα, πλήθος από πρόχειρες και παραπλανητικές παρεμβάσεις βρήκαν την ευκαιρία να επιπλεύσουν στον ωκεανό της δημοσιότητας. Οι ψύχραιμες, ορθολογικές, τεκμηριωμένες προσεγγίσεις, οι μόνες χρήσιμες για κατανόηση και αντιμετώπιση μιας φυσικής καταστροφής, περνούν στα ψιλά γράμματα όσο διαρκεί η υστερία και λησμονούνται όταν το θέμα φύγει από την επικαιρότητα. Θερινός πανικός και χειμερινή αμνησία είναι χαρακτηριστικά φαινόμενα, συνδεδεμένα με τον επιφανειακό τρόπο που προσεγγίζεται το πρόβλημα, τόσο από άρχοντες, τοπικούς ή κεντρικούς, όσο και από πολίτες και μέσα ενημέρωσης.

Αξιόπιστα δεδομένα για τις δασικές πυρκαγιές και τις καμένες εκτάσεις της χώρας κατά τα τελευταία 65 χρόνια είναι διαθέσιμα και επιτρέπουν την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Δείχνουν ότι παλιότερα (1957- 1976) οι εκτάσεις που καίγονταν ετησίως ήταν περιορισμένες, δεν ξεπερνούσαν τα 250 τετραγωνικά χιλιόμετρα (τ.χλμ.), παρόλο που τα μέσα πυρόσβεσης ήταν πολύ λιγότερα. Πώς εξηγείται; Κυριότερος λόγος είναι μάλλον η συνεχής παρουσία ανθρώπων που εκμεταλλεύονταν και φρόντιζαν το δάσος, καλλιεργούσαν ορεινούς αγρούς και διαχειρίζονταν βοσκοτόπια. Αυτοί είχαν οικονομικό συμφέρον από τις δασικές εκτάσεις και, ταυτόχρονα, εμπειρική γνώση για να προστατεύσουν τις πηγές βιοπορισμού τους. Οι εμπρησμοί, είτε ήταν απόπειρες οικοπεδοποίησης περιοχών με εμπορική αξία είτε μέθοδος μετατροπής πυκνών θαμνώνων σε βοσκοτόπια, είχαν περιορισμένη συμβολή στην αύξηση των καμένων εκτάσεων. Αργότερα, η γρήγορη οικονομική ανάπτυξη επέφερε σταδιακή εγκατάλειψη της υπαίθρου και αναζήτηση καλλίτερου βιοπορισμού σε άλλες δραστηριότητες. Ειδικότερα η μείωση της ρητίνευσης και της ξύλευσης στα πευκοδάση είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την χρόνια συσσώρευση εύφλεκτης ύλης που τροφοδοτούσε μεγάλες πυρκαγιές. Δημιουργήθηκαν ευνοϊκές προϋποθέσεις, ώστε τυχαίες, εξ αμελείας ή, ακόμα περισσότερο, σκόπιμες αναφλέξεις να καίνε μαζικά την συσσωρευμένη ύλη σε μεγάλες δασικές εκτάσεις, όταν ευνοούσαν οι καιρικές συνθήκες. Πάντως, οι εμπρησμοί με σκοπό την οικοπεδοποίηση είχαν αποδώσει επί χρόνια, αλλά δύσκολα αποδίδουν σήμερα, αφού, με τις μοντέρνες τεχνικές καταγραφής των χρήσεων γης, έχουν μειωθεί τα περιθώρια παράνομων αλλαγών. Διάφοροι άλλοι κακόβουλοι εμπρησμοί, που καταγγέλλονται χωρίς στοιχεία, δεν αποκλείονται, αλλά παραμένουν αναπόδεικτοι.

Από το 1977 παρατηρείται μόνιμη και σημαντική αύξηση των καμένων εκτάσεων. Παραμένουν συνήθως κάτω από τα 500 τ.χλμ. ετησίως, αλλά κάθε λίγα χρόνια τα ξεπερνούν και πλησιάζουν τα 1000, ενώ αρχίζουν να εμφανίζονται χρονιές με καμένες εκτάσεις πάνω από 1000 τ.χλμ. (538 το 1977, 814 το 1981, 1054 το 1985, 1106 το 1988, 714 το 1992, 540 το 1993, 579 το 1994, 524 το 1997, 929 το 1998, 1450 το 2000, 2257 το 2007, 599 το 2012 και ίσως πάνω από 1200 το 2021). Χειρότερη χρονιά, με μεγάλη διαφορά, είναι το 2007, οπότε κάηκε, μεταξύ άλλων, το 1/7 της Πελοποννήσου. Γιατί αυξάνονται πολύ οι καμένες εκτάσεις ορισμένες χρονιές; Πιθανώς, επειδή έχουν καεί λίγες εκτάσεις τα αμέσως προηγούμενα χρόνια (π.χ. 2001-2006, 2013-2020), με αποτέλεσμα να συσσωρευθεί εύφλεκτη ύλη και, τελικά, με την συμβολή των κατάλληλων μετεωρολογικών συνθηκών, να ξεσπάσουν καταστροφικότερες πυρκαγιές. Το έχει επισημάνει ακριβώς ο καθηγητής Οικολογίας Νίκος Μάργαρης, που έγραφε το 1999: «Η πλειονότητα των δασών μας έχουν μετατραπεί σε “γηροκομεία”, στα οποία η πιθανότητα εμφάνισης πυρκαγιάς μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο και όχι μόνο. Η συνεχής συσσώρευση ξύλων, δηλαδή καύσιμης ύλης, σε αυτά δημιουργεί ακόμη ένα πρόβλημα, μια και με περισσότερα “καύσιμα” η ένταση της φωτιάς είναι ισχυρότερη και η δυνατότητα ελέγχου μικρότερη, οπότε οι καταστροφές γίνονται ανυπολόγιστες».

Ένας επιπλέον αρνητικός παράγων, που φαίνεται τα τελευταία χρόνια να παίζει σημαντικό ρόλο, είναι η επίδραση της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής. Π.χ. ο φετινός παρατεταμένος καύσωνας ήταν από τους σφοδρότερους και μεγαλύτερους σε διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών και, σίγουρα, επιδείνωσε το φαινόμενο των πυρκαγιών. Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι, μετά από 13 χρόνια (2008-2020) με σχετικά λίγες καμένες εκτάσεις, άρα με σημαντική συσσώρευση καύσιμης ύλης, σε συνδυασμό με πολύμηνη ξηρασία και πρωτοφανή καύσωνα μεγάλης διάρκειας (10 ημέρες), πολλές από τις πυριτιδαποθήκες των πιο εύφλεκτων δασών έδωσαν καταστροφικές πυρκαγιές, οι οποίες ήταν πολύ δύσκολο να σβηστούν.

Βέβαια δεν καίγονται όλα τα δάση συχνά. Οι δασικές πυρκαγιές συμβαίνουν, με συχνότητα λίγων δεκαετιών, κυρίως στις εύφλεκτες εκτάσεις που καλύπτονται από χαλέπιο και τραχεία πεύκη (σε χαμηλά υψόμετρα, παραλιακές περιοχές και νησιά) ή από θαμνώδη μεσογειακή βλάστηση (πουρνάρια, φρύγανα κ.λπ.). Οι δύο αυτές κατηγορίες οικοσυστημάτων έχουν μάθει να συμβιώνουν με περιοδικές πυρκαγιές, που βοηθούν τα συγκεκριμένα δασικά είδη να νικούν στον ανταγωνισμό με άλλα είδη. Κάποια στιγμή καίγονται, αναγεννούνται εύκολα και γρήγορα μετά την φωτιά, ύστερα από 10-20 χρόνια είναι σε πλήρη ανάπτυξη και έτοιμα να… ξανακαούν. Μόνο αν η φυσική αναγέννηση της βλάστησης καταστραφεί τα πρώτα χρόνια από βόσκηση ή από νέα φωτιά, τότε η πυρκαγιά θα επιφέρει μονιμότερες βλάβες σε αυτά τα δασικά οικοσυστήματα.

Τα τελευταία χρόνια, η ποσοτική αύξηση των μέσων πυρόσβεσης είναι αναμφισβήτητη, αλλά το αποτέλεσμα, όσον αφορά την κατάσβεση μεγάλων δασικών πυρκαγιών, δεν είναι ανάλογο. Ο δημόσιος φορέας πυρόσβεσης εμφανίζει αξιόλογα χαρακτηριστικά, όπως εντιμότητα και αυταπάρνηση, αλλά και σημαντικά ελαττώματα:

  1. Ενώ από χρόνια έχει αναλάβει την ευθύνη κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών, δεν φρόντισε να μάθει και εξακολουθεί να αγνοεί πλήρως τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες του δασικού περιβάλλοντος.
  2. Διατηρεί ένα παραδοσιακό, σχεδόν αποκλειστικό ενδιαφέρον μόνο για το δομημένο περιβάλλον, χαρακτηριστική είναι η συνήθης διατύπωση «δεν απειλούνται κατοικημένες περιοχές».
  3. Αρνείται να αλλάξει τους παραδοσιακούς τρόπους παρέμβασης και να αξιοποιήσει στις δασικές πυρκαγιές μοντέρνες μεθόδους, όπως π.χ. το αντιπύρ. Χαρακτηριστική ήταν και η κατηγορηματική άρνηση του επικεφαλής στρατηγού, το 2004, να αξιοποιήσει το αποτελεσματικό τεχνικό σύστημα πυρόσβεσης που μόλις είχε εγκατασταθεί στο εύφλεκτο δάσος Σχινιά Μαραθώνα.

Η ποιότητα των παρεμβάσεων από διάφορους «ειδήμονες» ή φορείς, τόσο κατά την δραματική περίοδο των πυρκαγιών, όσο και μετά, ήταν, επιεικώς, κατώτερη των περιστάσεων. Φορέας, υποτίθεται αξιόπιστος, συνέκρινε τις καμένες εκτάσεις του 2021 με τον χαμηλό μέσο όρο καμένων εκτάσεων της περιόδου 2008-2020, για να προβάλει το συμπέρασμα ότι φέτος η αύξηση της συνολικής καμένης έκτασης είναι μεγάλη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η άποψη αυτή, βολική για εντυπωσιασμό, έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και προκάλεσε έντονες ανησυχίες. Δεν δείχνει όμως παρά την πλήρη έλλειψη γνώσης σχετικά με την κατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων και, ειδικότερα, σχετικά με την συσσώρευση εύφλεκτης ύλης που συνδέεται με την περιοδικότητα των μεγάλων δασικών πυρκαγιών. Η χρήση του μέσου όρου καμένων εκτάσεων της περιόδου 2008-2020 είναι αυθαίρετη και αντιεπιστημονική.

Οι φορείς που έχουν αρμοδιότητα για τα δάση και την πυρόσβεση έκριναν σκόπιμο, με την ευκαιρία της πρόσκαιρης δημοσιότητας, να προβάλουν συντεχνιακές απόψεις. Οι μεν επανέλαβαν το μόνιμο αίτημα να αναλάβουν και πάλι την δασοπυρόσβεση. Οι δε πρόβαλαν το άθροισμα των καμένων εκτάσεων 40 ετών, για να δείξουν πόσο τεράστιο είναι το πρόβλημα, αγνοώντας πλήρως την δυνατότητα αναγέννησης και την οικολογική διαδοχή των δασών. Άλλοι πάλι διεκδίκησαν μερίδιο στον εντυπωσιασμό ισχυριζόμενοι ότι το δάσος δεν θα αναγεννηθεί, εφόσον οι κλίσεις του εδάφους είναι μεγάλες. Πώς, άραγε, κατάφερε να φυτρώσει, μετά τις προηγούμενες πυρκαγιές, το δάσος στις μεγάλες κλίσεις;

Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας συναγωνίστηκαν σε εντυπωσιασμό, ξεκινώντας και από λανθασμένες αντιλήψεις που έχουν επικρατήσει ευρέως. Πρόβαλαν ότι «η Ελλάδα ξέμεινε από οξυγόνο», όταν, κατά την επιστήμη, κανένας κίνδυνος αποξυγόνωσης του αέρα δεν υφίσταται. Επαναλαμβάνουν αδιάκοπα ότι «καίγονται παρθένα δάση», όταν, κατά τους ειδικούς επιστήμονες, τα εύφλεκτα πευκοδάση είναι δευτερογενή, έχοντας καεί εκατοντάδες φορές επί χιλιάδες χρόνια. Ισχυρίζονται ότι «είναι πρωτοφανής, άνευ προηγουμένου, η οικολογική καταστροφή», όταν, σύμφωνα με τα δεδομένα, το 2007 κάηκαν σχεδόν διπλάσιες εκτάσεις, ενώ τα έτη 1985, 1988 και 2000 οι καταστροφές ήταν παρόμοιες με το 2021.

Είναι αναμενόμενο τα μέσα μαζικής επικοινωνίας να αξιοποιούν τις πυρκαγιές για να εντυπωσιάσουν, αφού το κοινό διψάει πολύ περισσότερο για έντονα συναισθήματα και συγκινήσεις, παρά για αντικειμενική πληροφόρηση, κριτική ανάλυση και ορθολογικές προτάσεις. Η ζωηρή εικόνα των πυρκαγιών και η αγανακτισμένη αίσθηση ότι «πάλι καίνε τα δάση» παίζουν κοινωνικό ρόλο προκαλώντας μαζική υστερία, τροφοδοτώντας την οργή, την απελπισία, τους φόβους για αόρατους εχθρούς και τον δημοφιλή πεσιμισμό για το μέλλον του κόσμου ή της χώρας.

Μια ορθολογική πολιτική για την διαχείριση των δασικών πυρκαγιών έχει μικρές πιθανότητες να εφαρμοσθεί, αφού σκοντάφτει σε κοινωνικές και πολιτικές δυσκολίες. Πάντως, θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη ταυτόχρονα τα εξής:

  • Τα πεύκα χαμηλού υψομέτρου και η θαμνώδης βλάστηση είναι εύφλεκτα οικοσυστήματα και πιθανότατα θα καούν προσεχώς. Η προσπάθεια πρέπει να αποσκοπεί στον μέγιστο δυνατό περιορισμό της έντασης, της έκτασης και της συχνότητας των πυρκαγιών τους.
  • Η πυρόσβεση στις δασικές εκτάσεις να εκτελείται μεν από τον αρμόδιο φορέα, αλλά υπό την καθοδήγηση πολύ έμπειρων δασολόγων.
  • Οι δράσεις για πρόληψη των δασικών πυρκαγιών να εστιάζουν κυρίως στη μείωση της καύσιμης ύλης. Επεμβάσεις όπως αντιπυρικές λωρίδες είναι πολύ δαπανηρές και λίγο αποτελεσματικές. Σκόπιμο να φυτεύονται προστατευτικές ενδιάμεσες ζώνες με λιγότερο εύφλεκτα δασικά είδη, ιδίως για την προστασία των γειτονικών οικισμών. Οι αναδασώσεις, που είναι επίσης πολύ δαπανηρές επεμβάσεις, να γίνονται μόνο εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία φυσικής αναγέννησης. Οι αναδασώσεις με εύφλεκτα πεύκα πρέπει να περιορισθούν.
  • Η μείωση της καύσιμης ύλης στα εύφλεκτα πευκοδάση, από την στιγμή που παραδοσιακές δραστηριότητες όπως η ρητίνευση έχουν παρακμάσει, να επιδιώκεται κυρίως με επιδοτούμενη αραίωση δένδρων και απομάκρυνση ξύλου, σύμφωνα με επιστημονική καθοδήγηση.

Πιθανώς, στο μέλλον, το σημαντικότερο μέτρο για τον έλεγχο των δασικών πυρκαγιών θα αποδειχθεί ο μετριασμός της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής.

athensvoice.gr

*Κίμων Χατζημπίρος
Καθηγητής ΕΜΠ, διδάσκει Οικολογία και Περιβαλλοντική Πολιτική. Εργάστηκε ως ερευνητής στη Γαλλία και ως μελετητής περιβαλλοντικών θεμάτων στην Ελλάδα. Συμμετείχε στη διαχείριση ερευνητικών προγραμμάτων της ΕΕ. Διετέλεσε Πρόεδρος του Εθνικού Πάρκου Σχινιά Μαραθώνα. Αρθρογραφεί στον ημερήσιο τύπο και σε περιβαλλοντικά περιοδικά. Συγγραφέας επιστημονικών βιβλίων και ερευνητικών δημοσιεύσεων.

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/contributors/kimon-hatzimpiros»



ΚατηγορίεςΠυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: