Advertisements

Παραμύθι είμ’ εγώ, παραμύθι τι να πω.

kalikantzaroi1

Σε κείνον ετούτο τ’ αναμμένο παραγώνι έφερνε άλλης λογής μηνύματα. Από την ζεστή άχνη που ξεφυσούσε το καμένο ξύλο έβγαινε η πικρή μυρωδιά του καιρού που πάλιωσε, όπως ένα μάτσο ξερό βασιλικό.Ήτανε μια μεθυστική ευωδιά, πυκνή από νοσταλγίες και θυμήματα αλλοτινά.

«Τα παγανά» του Στρατή Μυριβήλη

Ανάμεσ’ από τούτες τις φλόγες πρόβελναν, μία μία, μορφές που τις πίστευε σβησμένες. Έβγαιναν αχνισμένες από την αντάρα της λησμονιάς. Περνούσαν από μπροστά του κούφιες, ανάλαφρες. Άπλωναν με καημό τα χέρια, όπως κάνουν τα φαντάσματα που δεν μπορούν πια να μιλήσουν. Έτσι σα να του γύρευαν την δικαίωση της ύπαρξής τους. Δεν του γύρευαν πολύ πράμα. Ένα σημάδι αναγνώρισης μονάχα, ένα μυστικό διάνεμα με τη ματιά, με το παίξιμο του φρυδιού, πως τα ζει ακόμα σε μια γωνιά της καρδιάς του, πως δεν χάθηκαν για πάντα μέσα του. Γιατί ήταν ο στερνός της γενιάς του, ο στερνός της εποχής του ήταν. Αν γινόταν αυτό, να πεθάνουν και μέσα στην καρδιά του, για πάντα θα πέθαιναν πια, χωρίς ελπίδα. Αυτό το έλεος του γύρευαν. Ύστερα να ν’ αποτραβηχτούν πάλι πίσω στην πένθιμη ακρογιαλιά της Αχερουσίας, όπως οι σκιές που μίλησαν με τον Οδυσσέα. Βέβαια, όπως εκείνες και τούτες έπρεπε να πιουν αίμα από την θυσία για να μιλήσουν.

Από την Ήπειρο, από την ψιλή Πίνδο ροβολούσαν κι έρχονταν.

Ανάμεσό τους ελάχιστες κρατούσαν στα χαρακτηριστικά τους κείνο το γαλήνεμα της ειρήνης που δίνει η δικαιωμένη ζωή.

Οι πιο πολλές από αυτές τις μορφές σχεδιάζονταν αυστηρές, βασανισμένες, με τα μάτια βουλιαγμένα βαθιά, και κει στο βάθος τους, σα μέσα από πηγάδι, κοίταζε καρτερικά η λαβωμένη ψυχή, που δεν ξέρει το γιατί σταυρώθηκε.

Όλες είχαν σφραγισμένο το μέτωπο με τη βαθιά ρυτίδα, του πόνου την όρθια ρυτίδα. Ήταν σφυροκοπημένες βάρβαρα από την σκληρή ζωή του χωριού, όπου όλα είναι αγώνας και μάχη. Μάχη ανημέρευτη κι ασίγαστος παραδαρμός. Με τη γης και με το νερό, με την πέτρα και με το χιόνι, με το Κράτος που δεν έχει καρδιά, με το δέντρο, με τα θεριά. Και με τον άνθρωπο, το πιο σκληρό μέσα σε όλα τα θεριά.

Από εκεί ψηλά , από την ιερή Ήπειρο, έρχονταν τούτες οι προσωπίδες που μόρφαζαν με πίκρα, οι μυρουδιές που σηκώνονταν από τ’ άγρια τσαλαπατημένα μυριστικά κι από τα κεραμιδένια θεμιατά. Τούτοι οι απόηχοι, που χιμούσαν από τα κατάραχα και σέρνανε την πένθιμη βουή τους μέσα στις λαγκαδιές και μέσα στους καιρούς.

Ήταν οι τρομερές φωνές από τ’ αστροπελέκια, που ορμούν, σταυραετοί της φωτιάς, πηδούν από σύννεφο σε σύννεφο, ξεσκίζουν από πάνου ως κάτου τη νύχτα και γκρεμίζουνται με φλογισμένες φτερούγες. Τσακίζουνται τα μαύρα έλατα. Βογγούν και πέφτουν. Φωνές από κρεμάμενα νερά, που τραγουδούν, αιώνες, το κυκλικό έπος της κοσμογονίας, σα να τραγουδά ένας λαός με όλα του τα στόματα, με τους προγόνους και τους απογόνους. Φωνές από τα δέντρα που τα πιλατεύει το δρολάπι, από τα αγρίμια που ρυάζουνται πεινασμένα, με το στόμα γεμάτο σκοτάδι, από τ’ αγριοπούλια τ’ ουρανού που κράζουν σκληρά και λυπητερά πάνου από τις κοφτερές μασσέλες των κορυφογραμμών.

Και μαζί μ’ αυτά σκοποί παραπονιάρικοι απο γάμους και μοιρολόγια, από κάλαντα, νανουρίσματα και τροπάρια βυζαντινά.

Και πάνω απ’ όλα, να σαλεύει μιαν ασώπαστη θάλασσα από φωνές σιγανές, παρακαλεστικές, από ανθρώπους ταπεινούς, δαμασμένους από την φτώχεια, κουρασμένους να σηκώνουν τη ζωή τους στη ράχη σαν βαριά κατάρα. Κάνουν τον σταυρό τους, σκύβουν κι ανεβαίνουν τις κακοτράχαλες ράχες λαχανιασμένοι, και δε γέλασε ποτές τ’ αχείλι τους.

Ακόμα βόγγοι πνιγμένοι , από γυναίκες νέες και άνανθες, από ζωντανά του σπιτιού πολύ φορτωμένα, πολύ πληγιασμένα, που βαριανασαίνουν κι αναστενάζουν τη νύχτα πάνω στον ύπνο τους, γιατί ονειρεύονται τα βάσανά τους σαν ανθρώπινα πλάσματα. Και σαν ανάψει στον ουρανό τ’ αστέρι των Μάγων, ετούτα τα άγια ζωντανά της φάτνης πιάνουν και μιλούν μες στα μεσάνυχτα με ανθρώπινη λαλίτσα και λένε συναμεταξύ τους τον μεγάλο καημό της υποταγμένης κι απαραπόνετης ζωής, και λένε το παράπονό τους για τους ανθρώπους . Οι γυναίκες παραφυλάγουν, μπαμπουλωμένες μέσα στο σκοτάδι, ν’ ακούσουν το θάμα και να φρίξουν.

Κάτι χειμωνιές απάνθρωπες ήταν, όταν η νύχτα πέφτει καταπάνω στο χωριό και το καπακιάζει σα μαύρο κεφαλοπάνι. Γεμίζει πηχτό σκοτάδι τα μάτια και τρομάρα τις καρδιές.

Τότες ξαπολυούνται οι χιονάδες από τις κορφές, τελώνια αδάμαστα. Μανιασμένοι χύνουνται, λυχνίζουν μπροστά τους ντάμπιες το χιόνι. Στο πέρασμά τους όλα χάνουν την μορφή, το χρώμα, τον ήχο τους. Καπλαντίζουν τα διάσελα, κρύβουν τα μονοπάτια, στήνουν παγίδες του χάρου πάνου από τους γκρεμούς, θάβουνε ζα και ανθρώπους.

Είναι τ’ ανεμοσούρια.

Με σφυριχτά κατηφορίζουν στο χωριό, που τρεμολογά, κουκουλωμένο μέσα στη σκοτεινιά, με τα λυχνάρια του σβηστά, με αναμμένα τα παραγώνια.

Οι άνθρωποι ακούν το ποδοβολητό μέσα στα στενά σοκάκια, που κοκάλωσαν οι παγωμένες λάσπες στις λακκούβες και τρίζουν.

Τα δαιμόνια του κακού χιμούν καταπάνω στα καλύβια, αρπούν από τις στέγες τις πλάκες από σκιστόπετρα και πετροβολούν μανιασμένα τις κλειδομανταλωμένες πόρτες, τους διαβάτες και τα έρμα ζα που ξώμειναν.

Κάθε τόσο γίνουνται κάτι αδειανά από σιωπή, έτσι σαν τρύπες μέσα στη βουή της κοσμοχαλασιάς. Όπου ξαφνικά ακούγεται μεγάλη χλαπαταγή, σα μεγάλοι καθρέφτες που πέφτουν από ψηλά και θρυματίζονται. Είναι όγκοι από κρύσταλλα, που ξεκολνάν, γκρεμίζουνται από τ’ αποπλάκια της στέγης, από τις κρέμασες και τη φτερωτή του νερόμυλου.

Με μιας ύστερα φωνές άγριες, σκληρές και ουρλιάσματα πυκνά, πολλά, γεμίζουν τον αγέρα, τρυπώνουν από την χαμηλή καμινάδα, από τις φαρδιές χαραμάδες της πόρτας, από τα παραθυρόφυλλα που ποτές δεν σοφελιάζουν. Χύνεται μια πένθιμη μουσική από αμέτρητους ζουρνάδες και πίφερα. Από το δάσος έρχεται, και τότες πια τίποτα άλλο δεν ακούγεται από τούτο το μοιρολόι της γης. Μπαίνει μέσα στο κορμί απ’ όλες τις αιστήσεις, ξεσκίζει την ψυχή από απελπισία και σε κάνει να παρακαλείς γονατιστός μπροστά στο κόνισμα πότε να φέξει ο Θεός, να ιλαρώσει πια τούτος ο κόσμος από την αγριάδα.

Οι λύκοι κατεβαίνουν κοπάδι πεινασμένο και σαν αρχίσουνε να ξύνουν με τα νύχια τις μανταλωμένες έμπασες, τα ζωντανά σηκώνουν πιθαμή την τρίχα, ξεφυσούν και σμίγουν τα κεφάλια, να παρηγοριούνται από τα ζεστά χνώτα και την συντροφική τρομάρα. Κανένας δεν ξέρει να ξεχωρίσει αν είναι οι βοριάδες, οι πεθαμένοι, για τα τσακάλια που κλαιν έτσι μες’ από την παγωμένη καρδιά της νύχτας.

Τα ρέματα φυσούν από παντού, τρυπώνουν σαν τα κρύα φίδια, χώνουνται κάτω από το κατώφλι. Ανασηκώνουν τις αντρομίδες και κλαδίζουν τα ρίγητα ανάμεσα στ’ ανατριχιασμένα σκέλια.

Πήζει το νερό μέσα στα κανάτια και τα τσακίζει.

Ο γερο-ακαδημαϊκός αφήνεται σύψυχος σε τούτη την μαγεία. Νικημένος από την νοσταλγία, παραδίνεται στο θάμα που βγαίνει από τις φλόγες και τον αλλοπαίρνει. Ένα χέρι, όλο προσεχτική στοργή, κουναρίζει απαλά την ψυχή του, που γέρασε κι έγινε πιο τρυφερή, μυγιάγγιχτη, σαν κορμί που έχασε την επιδερμίδα.

Τα λέει και τ’ ανιστορεί ένα- ένα. Ξεμακραίνει προς τα πίσω, προς τα ψηλά προς τα πολύ μακρινά.

Ξαναβρίσκει πάλι κείνο το φαρδύ, το απέραντο χωριάτικο παραγώνι το πατρικό. Ήταν αστόλιστο και μαύρο. Κρέμουνταν κρέπια οι γυαλιστερές καπνιές από τ’ απελέκητα αγκωνάρια της καμινάδας. Πόσο απλόχωρο λοιπόν πρέπει να ταν για να χωρά μέσα στην πεντάφαρδη αγκαλιά του όλα τα παιδιά, όλα τα στοιχειά, όλα τα μάγια.

Αρχίζει να δηγάται τώρα ένα -ένα κείνα τα περιστατικά, πούναι το παραμύθι της ζωής του. Έτσι όπως η Μπάμπω, που την παρακαλούσανε να τους πει ένα παραμύθι, και κείνη κουνούσε το κεφάλι κ’ έλεγε πικρά:

Παραμύθι είμ’ εγώ

παραμύθι τι να πω.

Ήταν πολλή δυστυχία εκεί πάνω.

Φτώχεια που τσιμπά το πετσί και κόβει τις κλειδώσεις σαν ξαπλώνουν οι άνθρωποι να κοιμηθούνε στο πάτωμα από κοκκινόχωμα πατημένο, με λίγο φαΐ στην κοιλιά, με τιποτένια σκέπαση στην πλάτη και με τις μουδιασμένες σαραντοποδαρούσες να τρυπώνουν ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών.

Όμως μέσα στη θλίψη του χειμώνα πως φεγγοβολούσαν από τις κεροδοσιές, πως βούιζαν χαρωπά με τις καμπάνες και τα κουδουνάκια τους οι νύχτες με τις μεγαλογιορτάδες του Δεκέμβρη και του Γενάρη, κείνες οι μαγικές νύχτες του Δωδεκάμερου!

Με αγωνία τις λαχτάριζαν όλοι μικροί μεγάλοι, πότε και πότε να κατέβουν από τα ουράνια πάνου στο σφιχτό χιόνι, παράξενα ξωτικά παγώνια του Θεού, με νύχια από γυαλί, με την φτερωσιά ανοιχτή που να σκεπάζει τον ορίζοντα, όλο φωσάκια χρωματιστά που κινιούνται,όλο μάτια φλογερά, και με τα κρύσταλλα των δέντρων να κουδουνίζουν πάνω στα παγωμένα κλαδιά σαν πολυέλαιοι της εκκλησιάς!

Έρχονταν μία – μία οι οι θεϊκές νύχτες, διάβαιναν σέρνοντας πάνω στις βουνοπλαγιές τα άσπρα πέπλα και τις τρεμουλιάρικες συναστεριές. Νύχτες μακριές, ατέλειωτες, η καθεμιά σαν ένας χρόνος. Όμως περνούσαν κι έφευγαν άψε-σβήσε, και κανένας δεν μπορούσε να τις κρατήσει από την στραφτερή φτερούγα μηδέ μιάν ώρα παραπάνω.

Έφευγαν κι άφηναν πίσω τους ρόδια κρεμαστάρια και ελιόκλωνα δροσερά, κοπάδια αγγέλους που έψελναν τροπάρια για την Παρθένο, φαναράκια αναμμένα στους δρόμους, περιστέρια χρυσά, τέρατα και πεντάμορφες.

Άφηναν και τα παγανά, τους Καλικάντζαρους τους μαγαριστάδες. Ήταν ακόμη κ’ οι Σαράντα Δράκοι και οι Αραπάδες, που την νύχτα άσπριζε το μάτι τους στο σκοτάδι, και μιαν αραπίνα δράκισσα, που πάνιζε τον φούρνο με τα βυζιά της. Ξέχωρη, γουστόζικη παρέα, πήγαιναν οι Σπανοί, που έκαναν όλο ανακεφαλάδες, και στο τέλος έβρισκαν τον μπελά τους. Αυτοί, όλος ο κόσμος τους έπαιρνε στο ψηλό, που ήταν αγαθούληδες και απλοί σαν τα μωρά.

Ψηλά, μέσ’ από την γαλατιάν αντάρα που βόσκιζε στις βουνοκορφές και χυνότανε πηχτή από τα διάσελα, διάβαιναν φτερωμένες κ’ οι άγριες Φάρισσες. Κείνες οι μαγικές φοράδες, που πετάνε σαν τον άνεμο παν’ από τα σύννεφα και βλέπει κανείς μονάχα τα ασημένια καλιγοκάρφια τους να σπιθίζουν την νύχτα αμάμεσα στ’ άστρα.

Χώρια κείνα τα κασιδιαράκια, τόσο συμπαθητικά, που στα κρυφά ήταν βασιλόπουλα μασκαρεμένα στα ζητιάνικα ρούχα. Σκέδιο ήταν, έτσι για να μην τα γνωρίσει κανείς, ώσπου να γίνει βολετό να μπούνε στη δούλεψη της ακατάδεχτης Πεντάμορφης.

Η σιχαμερή κασίδα στο κεφάλι δεν ήταν παρά μια τεντωμένη βοϊδόφουσκα. Από κάτω κρύβουνταν, σφιχτά πατημένα, τα φουντωμένα μαλλιά. Κάτ’ από το τρύπιο καποτί η καρδούλα τους έλιωνε μυστικά από την αγάπη. Και κάθε πρωί, σαν ξυπνούσε η Πεντάμορφη, έβρισκε στο κατώφλι της ένα πανέρι δροσινά φρούτα και λουλούδια, τόσο τεχνικά ξομπλιασμένα, που σάστιζε ο νους της ποιος να τα συγύριζε με τόση πιδεξιοσύνη.

Αυτές οι νύχτες της Πίνδος, οι σκληρές και εξαίσιες.

Έμπαινε το Δωδεκάμερο, κι ως που να φωτιστούν τα νερά, όλοι τους μικροί – μεγάλοι, να περιμένουν πια κάθε βράδυ το πότε θάρθουν και στο σπίτι τους τα Παγανά.

Γιατί οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν την νύχτα των Χριστουγέννων στον απάνω κόσμο και γεμίζουν την Ελλάδα. Παίρνουν την άδεια από τον Χριστό και βγαίνουν να δουν την χαρά της γης και να σκάσουν από το κακό τους.

Μα ήταν κι ένας άλλος λόγος που τους ξαμολούσε έτσι η Θεία Χάρη. Εκεί κάτου στα τάρταρα, που βρυάζουν μαντρακωμένοι χρόνον – καιρό, είναι ριζωμένο το Δέντρο της Γης. Μες από το χάος το σκοτεινό βυζαίνουν οι ρίζες του την αιώνια νύχτα και θεριέβουν. Ανεβαίνει όρθιος ο στοιχιωμένος κορμός του, που κρατά ψηλά στα κλωνιά, καρπό μοαναδικό, τούτη τη Γης που κατοικούμε.

Οι καλικάντζαροι το ξέρουν, ξύνουνται πάνω στη φλούδα του ολοχρονίς, κι άλλο δεν κάνουν παρά να το ροκανίζουν ένα – γύρω με τα σκυλόδοντά τους. Και καλά να το κόψουν, να πέσει η Γης να ψιχουλιαστεί, στάχτη και πούλμπερη να σκορπίσει στους τέσσερους αγέρηδες.

Και κει που το δέντρο κοντολογά πια να φαγωθεί- λίγο ακόμη θέλει και θα ραγίσει η κολόνα του- ακούγεται ο μεγάλος αχός από τις χριστουγεννιάτικες καμπάνες, ως εκεί κάτου στα τάρταρα ακούγεται!

Είναι η άγια νύχτα που όλα τα παγανά χαίρουνται το λεύτερο ν’ ανέβουνε στο φως, να δουν τα εγκόσμια.

Ξετρελαμένα από το μεγάλο μαντάτο, αφήνουνε στη μέση το δέντρο και χιμούν κατά τον Απάνω Κόσμο. Από τα ξεροπήγαδα βγαίνουν κι από τις σπηλιές, από τα λαγούμια τα υπόγεια κι από τις τρύπες ανεσκαλώνουν, που έχουν σκαμμένες τα τυφλοπόντικα και τα σκαθάρια. Δώδεκα μέρες έχουν το λεύτερο να χαρούν τον Απάνω Κόσμο, και μόλις φωτιστούν τα νερά τρυπώνουν και χάνουνται πίσω στης Γης τ’ άνταφα.

Εκεί ρίχνουνται πάλι με μανία στο Δέντρο της Γης, όμως σ’ αυτό το αναμεταξύ έθρεψε και θέριεψε πάλι ο ροκανισμένος κορμός του από την Χάρη του Θεού, που όλα τα ζυγιάζει, τα συνταιριάζει και ισορροπεί.

Εκεί πάνου στα Ψηλά Αλώνια οι καλικάντζαροι ερχότανε κάθε χρόνο. Έτσι που ήταν ασυνήθιστοι στο φως, όλη μέρα παραμόνευαν κρυμμένοι στα σκοτεινά φαράγγια, στις λυκοφωλιές και μέσα στους χαλασμένους νερόμυλους. Όμως μόλις βράδιαζε ξεχύνονταν στους δρόμους και στα τρίστρατα, στα σπίτια και στα ντάμια, να πειράζουν τους Χριστιανούς. Τα μάτια τους γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι σαν κωλοφωτιές ανάμεσα στα χαμόδεντρα. Ήτανε παίδεμα για τις νοικοκυρές.

Κατουρούσαν κ’ έσβηναν τις φωτιές, τσάκιζαν τα κανάτια, σκόρπαγαν τη στάχτη και μαγάριζαν τα φαγώσιμα, τ’ αλεύρια και τα παστρικά ρούχα.

Ήταν τζουτζέδες στο μπόι, όμως δυνατοί, τσαχπίνηδες και βρωμόγλωσσοι. Φορούσαν πατατούκες από τσουβαλόπανο, καπότες από κατσικότριχα με σουβλερό κουκούλι. Βαστούσαν και γκλίτσες ψηλές – ψηλές, για να βάζουν τρικλοποδιές στους διαβάτες. Κάτ’ από την καβαδάκρη της καπότας φαινόταν το ένα τους ποδάρι να κουτσαίνει, γαϊδουρινό. Πιάνονταν ένα γύρω αγκαλιαστά, έβγαζαν τη γλώσσα τους στο φεγγάρι και χόρευαν στ’ αλώνια. Σα συντύχαιναν τη νύχτα κανέναν μεθύστακα που ξώμεινε στη ταβέρνα, τον έσερναν μέσα στο χορό τους ως που να πέσει μπαϊλτισμένος στο χιόνι.

Έτσι βρήκανε το Νάσο Τσότρα σκασμένο στο πλάτωμα ίσα-ίσα μέσα στο χοροστάσι. Το χιόνι τον κουκούλωσε, οι καλικάντζαροι το ‘χανε σωριάσει πάνω στην πρισμένη κοιλιά του. Ήταν πεθαμένος, νταούλι, σαν τον βρήκαν, όμως γελούσε το μούτρο του και στο χέρι κρατούσε ακόμη το μαντήλι του χορού.

Βρήκανε και τον Πάνο Βάχλα ξυλιασμένο, με πιασμένη μιλιά. Τον έτριψαν με το ρακί και με το χιόνι, ήρθε με τα πολλά στα συγκαλά του, και μίλησε – όπως ο Λάζαρος την τρίτη μέρα – σαν του αποδιάβασε ο παππάς την ευκή.

Τότες λοιπόν άνοιξε τα μάτια, κοίταξε ένα γύρω του συχωριανούς και κουνούσε το κεφάλι. Ύστερα έκανε το σταυρό του και δηγήθηκε το πως τον έπιασαν τα παγανά και τον συνεπήρανε στον χορό τους. Από τις δέκα η ώρα ως που χάραξε η αυγή χόρευαν χωρίς αναπαμό.

Και κει που χόρευαν να και κράζει τ’ ορνίθι.

-Άσπρος πετεινός λαλεί! Φώναξε ο πρώτος καλικάντζαρος

-Άσπρος είναι κι ας λαλεί!

Και δώσ’ του να χορεύουν.

Πέρασε κάμποση ώρα

Μαύρος πετεινός λαλεί! Λέει ένας άλλος παγανός

-Μαύρος είναι κι ας λαλεί!

Κι ο χορός, κορδόνι.

Και κειδά, σαν πήρε πια να γαλανίζει κατά την ανατολή, ξανακούστηκε ένας κόκορας:

-Κίκιρι-κουκου!

-Κόκκινος πετεινός λαλεί, λέει τρομαγμένος ο πρώτος καλικάντζαρος.

Οι άλλοι παρατάν με μιας το χορό, ανεμοσκορπίστηκαν αλαλιασμένοι.

-Κόκκινος πετεινός λαλεί

Κάτου Κόσμος μας καλεί!

Τον άφησαν σύξυλο και χάθηκαν καπνός, μηδέ ήταν μηδέ φάνηκαν.

Έπεσε ο Πάνο Βάχλας χάμου, ξεθεωμένος από την κούραση και το ρακί. Και το χιόνι να πέφτει ολοένα. Εκεί τον βρήκαν μισοπεθαμένο οι χωριανοί και τον συνέφεραν.

Τέτοιες δουλειές σκάρωναν οι μαγαρισμένοι. Όμως η μεγάλη ξεφαντωσιά τους ήταν σαν λάχαινε να ξεμοναχιάσουν καμιά γυναίκα τ’ απόβραδο. Την έσερναν ανάμεσα στα τουφωτά πουρνάρια, την στρίμωχναν σε κανένα νερόμυλο ή σε κανά παράμερο χάλασμα. Εκεί της σήκωναν πάν απ’ το κεφάλι τις φούστες, τη σουρομαδούσαν, της έπαιζαν άσχημα παιχνίδια. Γύριζε σπίτι τσαλακωμένη, τα ψαχνά όλο μελανιές από τις τσιμπιές. Η αλήθεια είναι πως πάντα στάθηκαν μερακλήδες στις βρωμοδουλειές τους. Η καρδιά τους δεν το βάσταγε να αντικρίσουν γέρικη γύμνια. Έσωνε μια γριά ν’ ανασηκώσει τον ποδόγυρο, ή να κρεμάσει μοναχά απέξω το λαπαριασμένο βυζί, για να τους πάρει ο άνεμος. Έμπηγαν τρομαγμένοι τα ουρλιαχτά κι όπου φύγει φύγει.

Μιας και λάχαινε όμως στα χέρια τους απροστάτευτη καμιά κοπέλα, μπορούσε να πάθει και τα χειρότερα. Έτσι ένα βράδυ με τη Ραλλού, την πρωτοξαδέρφη του Παρασκευά. Γύρισε σπίτι ξετραχηλισμένη κι αλλοσούσουμη, με τα κουμπιά μπροστα στο μπουστάκι ξεπαρδαλωμένα.

Δεν είπε σε κανέναν τίποτα, μόνο από κείνη τη μέρα, μόλις έκανε να σουρουπώνει, καθόταν στο παραθύρι πίσ’ από το τζάμι κι έβλεπε έξω. Χουχούλιζε το παχνισμένο γυαλί, το πάστρεβε αργά-αργά με την απαλάμη και κοίταζε έξω κατά τη λαγκαδιά, με τα ζαρκαδίσια της μάτια χαμένα σε βύθος. Σα να βλεπε ξύπνια κάποιο όνειρο, σαν να περίμενε κάτι που ήταν για νάρθει από κει κάτω, από το σκοτεινό το σύλλογγο, ετσιδά κοίταζε η Ραλλού.

-Τι έχεις, ορή, και κουρνιάζεις σαν την τσιφνιασμένη κότα; τη ρώταγε η μάνα της.

Κι αυτή σήκωνε τους ώμους κι αναστέναζε, στόμα είχε και μιλιά δεν είχε. Όπου μια μέρα ακούστηκε ένα τραγούδι νάρχεται απ’ έξω. Αποτραβήχτηκε, δαγκάστηκε, αναψοκοκκίνησε. Το τραγούδι έλεγε:

Τι με θωρρείς και κρύβεσαι σαν την οχιά στο βάτο

Εγώ ήμουνα που σούκανα τον κόρφο σ’ άνω-κάτω!

Το λοιπόν μια νύχτα, του Δωδεκάμερου νύχτα, ήρθε κι έπεσε μ’ αναφιλητό στα πόδια της μακαρίτισσας της μάνας του Παρασκευά. Πρέπει να ήταν πολύ μικρός κείνη τη χρονιά, ωστόσο θυμότανε το χάλι που την είδε, σα ναγινε χτες-προχτές ετούτη η ιστορία. Τα ρούχα της κρέμονταν ξεσκισμένα, τα μαλλιά μπερδεμένα με αγκάθια και ξερόχορτα, τα μάτια της γεμάτα τρέλα.

-Γλύτωσε με, θειά, έκλαιγε και παρακαλούσε η καημένη η Ραλλού, κ έσφιγγε τα χέρια της απελπισμένη. Δεν είναι πλια να ματαγυρίσω σπίτι. Θα με σφάξει στο κατώφλι ο πατέρας να το μάθει!

-Ποιος σου το κανε, ορή;

-Οι καλικάντζαροι, θειά, οι καλικάντζαροι. Αστόχησα κι απώμεινα ξώρας η άμοιρη, μ’ έπιασαν εκειδά στο ρέμα οι καταραμένοι, εκειδά μου τόκαμαν, οι Παγανοί!

Οι Παγανοί της τόκαμαν της κακότυχης της Ραλλούς, όμως ο Βάσσο Γκίκας τη στεφανώθηκε.

-Δε πειράζει, θειά, είπε της μάνας του Παρασκευά, και σιμογέλασε κάτ’ από τα μαύρα μουστάκια του. Την παίρνω ‘γω την Ραλλού κ’ έτσι πούναι!

Η θειά κούνησε το κεφάλι, όμως του του το δεσε κόμπο.

Την πρωτοχρονιά, πούχε την γιορτή του ο γαμπρός, έδωσε στον μικρό Παρασκευά μια βασιλόπιτα κ’ ένα μπουκάλι ρακί.

-Άϊντε να τα πας του Βασίλη, είπε, και να του πεις “η μάνα μου τα στέλνει στον ξορκισμένο τον Παγανό”

Έτσι περνούσε και διάβαινε το Δωδεκάμερο.

Από τα Γέννα ως τα Φώτα αυτή ήταν η μυστική λαχτάρα ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους. Θα τα δούνε φέτος τα Παγανά; Κάθε βράδυ γι’ αυτά μιλούσαν. Για τα συνήθια και τα καμώματά τους.

Η μάνα, σαν έγερναν να κοιμηθούν, έριχνε μια φούχτα αλάτι στη σκεπασμένη χόβολη. Τσατ, πατ, έσκαγε κάθε λίγο και λιγάκι τ’ αλάτι, να τρομάζουν οι καλικάντζαροι, να μην σβήνουν την φωτιά με τον τρόπο πούξεραν. Τρόμαζαν τα Παγανά, τρόμαζαν και τα παιδιά πάνω στον ύπνο τους και ξεπετιόταν. Πριν πέσει να κοιμηθεί στρίμωχνε και μια ρίζα αφάνες μπροστά στην σταχτοθυρίδα, μην κατέβουν και κατουρήσουν τη στάχτη, κ’ ύστερα λιώνουν και τρυπάνε τα ρούχα στη μπουγάδα.

Κρέμαζαν οι γυναίκες μάτσα τρικοκκιές και γύρω στο ψωμοσάνιδο, να μη μπορούν να μαγαρίσουν τη ζυμωσιά.

Όμως κάποιο βράδυ έρχονταν πλια οι καλικάτζαροι, και μάλιστα με τον πιο πίσημον τρόπο.

Κει που καθόντανε κουλουριασμένα τα παιδιά μέσα στο παραγώνι κι άκουγαν νυσταγμένα τα παραμύθια της γριάς, πατημασιές έτριζαν πάνω στο χιονισμένο δώμα, γέλια πνιγμένα και μικρά ουρλιαχτά.

Κόβονταν τότε στη μέση οι κουβέντες, οι καρδιές χτυπούσαν με λαχτάρα, τα μάτια καρφώνονταν στο ταβάνι.

-Αυτοί είναι, μάνα!

Τα παιδιά πετάγονταν έξω από το παραγώνι, χλωμά-θειαφοκέρι.

-Εμ, Αυτοί θάναι, έλεγαν οι μεγάλοι, και κοιτάζονταν με νόημα. Ποιος άλλος, μέρες πουναι!

Ήταν αλήθεια οι καλικάντζαροι.

Σε λίγο γινόταν μια μικρή φασαρία από σιδερικά εκεί ψηλά, μέσα στα μαύρα βάθια της καμινάδας. Τσάγκα, τσούγκα! Οι καπνιές πλια μαδούσαν και πέφτανε πάνω στα κούτσουρα, και σε λίγο κατέβαινε σιγά-σιγά ένα λανάρι κρεμασμένο από ψιλό σκοινί. Το λανάρι κουνιότανε πέρα-δώθε πάνω από τη φωτιά, και μέσ’ από την καμινάδα ακούγονταν οι καλικάντζαροι που τραγουδούσαν το τραγούδι τους:

Λάγκουρ, λούγκουρ τα λανάρια

του παππά τα καλεντάρια!

Για μια πίτα με τυρί

για σαράντα σαραϊλί!

Ήταν κάτι που δε λέγεται το τι νιώθαν οι μικροί. Μια γλυκιά φρίκη έτρεχε μέσα στα φυλλοκάρδια, στύλωναν τα μάτια κ’ η καρδιά χτυπούσε να σπάσει.

Η μάνα πήγαινε έφερνε τυρόπιτα και την κάρφωνε στα καρφιά του λαναριού. Που να βρεθούν τα σαράντα σαραϊλί στο φτωχικό τους.

Οι καλικάντζαροι ανασέρνανε πάλι το λανάρι, και πριν να φύγουν κατέβαινε ακόμα μια φορά η φωνή τους μέσα από τον μπουχαρή.

-Και του χρόνου, Χριστιανοί!

-Αμήν! έλεγαν σοβαρά,σιγανά όλοι οι μεγάλοι. Και του χρόνου νάμαστε γεροί.

Οι εικόνες είναι από το βιβλίο του Θάνου Βελουδίου «Αερικά – Ξωτικά και Καλικάντζαροι.»

Advertisements


ΚατηγορίεςΔιάφορα

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: