ALALUM B΄

Νομολογία κατά της ΥΠΕΝ/ΔΠΔ/64663/2956/2020: οξυτοκίνη και λεπτίνη

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Ι. Το ΥΠΕΝ ενισχύει την αντιπεριβαλλοντική στάση του με όχημα τη φορά αυτή μια πολύ επικίνδυνη υ.α. Για παράδειγμα, τι σχέση μπορεί να έχει η επενδυτική προοπτική του ν. 4685/2020 με την ΑΓΡΟΓΗ ΑΕ και τον ΟΠΕΚΕΠΕ; Ακόμη και αν δεχθούμε το στόχο της προετοιμασίας ενός επενδυτικού κλίματος για ανάπτυξη της οικονομίας, αυτός ο στόχος όχι μόνο δεν υπηρετείται με κριτήρια αναγόμενα στην ΑΓΡΟΓΗ ΑΕ και στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά αντίθετα βάλλεται σε επικίνδυνο βαθμό. Οι ολοφάνερες ανακρίβειες των στοιχείων που ενυπάρχουν στην ΑΓΡΟΓΗ ΑΕ και στον ΟΠΕΚΕΠΕ και η θεραπεία τους μέσω των διαδικασιών της λεγόμενης αυτεπάγγελτης αναμορφώσεως των δασικών χαρτών προβάλλουν μια παραπαίουσα περιβαλλοντική πολιτική. Μια πολιτική που προσβάλλει τα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, Συντ και αγνοεί τη σταθερή νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων μας.

ΙΙ. Η νομολογία αυτή περιέχει, μεταξύ πολλών άλλων, τις αποφάσεις ΟλΣτΕ 685/2019, 706/2020, 708/2020, 710/2020 και 1160/2020∙ καθώς και ΑΠ 981/2019 και ΑΠ (Ποιν) 2058/2019. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις αποφάσεις αυτές παραθέτουμε στη συνέχεια.

1. ΟλΣτΕ 685/2019, (υπό 15 ), SoL.*

«…τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, ως φυσικά αγαθά, και ανεξαρτήτως της ειδικότερης ονομασίας ή της θέσης τους, υπάγονται σε ιδιαίτερο και αυστηρό προστατευτικό καθεστώς, με σκοπό τη διατήρηση της κατά προορισμό χρήσης τους, ανατίθεται δε στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση των επιβαλλομένων προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων για την επίτευξη του σκοπού αυτού (πρβλ. ΣτΕ 2153/2015 Ολομ. κ.ά.)…»[1].

2. ΟλΣτΕ 706/2020, (υπό 5 και 8), SoL.

i. «…με τις διατάξεις του άρθρου 24 παράγρ. 1 και 6 του Συντάγματος καθιερώνεται αυξημένη προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών πολιτιστικών αγαθών που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν, λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους, την εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας.

Τα αρμόδια όργανα του Κράτους οφείλουν να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη των αγαθών αυτών και να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, κανονιστικά ή ατομικά, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα (ΣΕ 2102-03/2019 Ολομ., 1025, 3527/2017 7μ. κ.ά.).

Η προστασία αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση στο διηνεκές αναλλοίωτων των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων και του χώρου που είναι αναγκαίος για την ανάδειξή τους σε ιστορική, αισθητική και λειτουργική ενότητα, έχει δε αφ’ ενός προληπτικό και αφ’ ετέρου κατασταλτικό χαρακτήρα, στην τελευταία δε περίπτωση περιλαμβάνει την υποχρέωση άρσης της προσβολής του πολιτιστικού μνημείου και αποκατάστασης της προστατευόμενης μορφής του (ΣΕ 2102-03/2019 Ολομ., 3004/2015, 3735/2013, 569/2012 κ.ά.)…», (υπό 5).

ii. «…όπως γίνεται παγίως δεκτό, η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στη Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξεως, ενώ η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος των ευμενών για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεων. Σύνθεση των αρχών αυτών συνιστούν οι γενικές αρχές ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται, αν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους (ΣΕ 2403/1997 Ολομ., 1931/2015, 4225/2013, 3269/2010, 1501/2008 κ.ά.), υπό τον όρο της αιτιολόγησης της ενέργειας αυτής…», (υπό 8).

3. ΟλΣτΕ 708/2020, (υπό 16), SoL.

«…, η διατήρηση των κοινόχρηστων χώρων και των χώρων πρασίνου αποτελεί πρωταρχικό όρο για την κατά το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος προστασία των πόλεων και των οικισμών, έτσι ώστε η μείωσή τους να συνιστά ανεπίτρεπτη επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων και υποβάθμιση του υπάρχοντος ή του προβλεπομένου από την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία οικιστικού περιβάλλοντος. Συνεπώς, επιτρέπεται μεν να προβαίνει η Διοίκηση σε αναδιάταξη των ως άνω χώρων, με τον απαρέγκλιτο, όμως, όρο ότι από την αναδιάταξη αυτή δεν θα μειώνεται η έκτασή τους (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1528/2003 Ολομ.)…», (υπό 16).

4. ΟλΣτΕ 710/2020, (υπό 18, 20, 21), SoL.

i. «…το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος επιβάλλει την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, των δασών και των δασικών εκτάσεων και τη λήψη μέτρων για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής του Συντάγματος επιτρέπει τη μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, μόνον αν «προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον», και η νομοθεσία προέβλεπε, διαχρονικώς, τη δυνατότητα παραχώρησης δασικών εκτάσεων για αγροτική καλλιέργεια, η οποία τελούσε πάντοτε -ασχέτως, δηλαδή, από την έκδοση οριστικού παραχωρητηρίου ή την παρέλευση μακρού χρόνου- υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται η γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια. Στις περιπτώσεις αυτές, η παραχωρούμενη δασική έκταση δεν αποχαρακτηριζόταν, ούτε έχανε το δασικό της χαρακτήρα οριστικώς,..», (υπό 18).

ii. «…Η διάταξη, όμως, αυτή, του άρθρου 24 παρ. 1 (εδ. τελευταίο) του Συντάγματος, αφορά περιπτώσεις μεταβολής, για το μέλλον, του προορισμού ορισμένων δασικών εκτάσεων, προκειμένου αυτές να αποδοθούν εφεξής σε γεωργική χρήση, και δεν τυγχάνει εφαρμογής επί δασών και δασικών εκτάσεων που καταστράφηκαν χωρίς νόμιμη αιτία με οποιοδήποτε τρόπο (πυρκαγιά, εκχέρσωση κ.λπ.), είτε πριν, είτε μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975. Για τις τελευταίες αυτές εκτάσεις, που καταστράφηκαν χωρίς νόμιμη αιτία, ισχύει και υπερισχύει η αυστηρότερη ρύθμιση του άρθρου 117 παρ. 3 του Σ., η οποία επιβάλλει την κήρυξη της δασικής έκτασης που αποψιλώθηκε παρανόμως ως αναδασωτέας, κατά δέσμια αρμοδιότητα (πρβ. ΣτΕ 2153/2015 Ολομ. κ.ά.), ανεξαρτήτως της παρόδου μακρού χρόνου από την καταστροφή της, και αποκλείει τη διάθεσή της για κάθε άλλο σκοπό δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε κατά νόμο επέμβαση στο δάσος πριν την καταστροφή του, σύμφωνα με το έκτο κεφάλαιο του ν. 998/1979 [ΣτΕ 677/2010 Ολομ., 2778/1988 Ολομ. κ.ά. – πρβ., επί του άρθρου 38 παρ. 1 του ν. 998/1979, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τους ν. 4280/2014 και 4342/2015, ΣτΕ 2640/2009 Ολομ. κ.ά.]…», (υπό 18).

iii. «…Υπό τα δεδομένα αυτά, η εξαγορά δασών/δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν προ του 1975 αυτογνωμόνως, προκειμένου να καλλιεργηθούν, και η μεταβίβαση κυριότητας, έναντι τιμήματος, στους κατόχους αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι η αγροτική χρήση συνεχίζεται έως την έκδοση της πράξης εξαγοράς και θα συνεχισθεί και στο μέλλον (άρθρο 47 παρ. 5 επ. του ν. 998/1979), αντίκεινται προς τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, όπως βασίμως προβάλλεται…», (υπό 18).

iv. «…η ευνοϊκή μεταχείριση των αυθαιρέτως καλλιεργησάντων δάση και δασικές εκτάσεις, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, και η μεταβίβαση των εκτάσεων αυτών κατά κυριότητα στους καλλιεργητές τους αντίκεινται και στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και της ισότητας, αφού θέτουν την κατηγορία αυτή προσώπων -όχι απαραιτήτως αγροτών, μετά την απάλειψη του αρχικώς προβλεφθέντος, με το ν. 4061/2012, σχετικού όρου-, που έδρασαν αυθαιρέτως, σε πλεονεκτική θέση έναντι όσων δεν προέβησαν αυτογνωμόνως σε αποψίλωση δασικών εκτάσεων ή έναντι όσων το έπραξαν μεν, αλλά αποβλήθηκαν από δασικές εκτάσεις που είχαν αυτοβούλως καταλάβει, επειδή η Διοίκηση, στην περίπτωση αυτή, προέβη, ως όφειλε, στις νόμιμες ενέργειες αποβολής τους (πρβ. ΣτE Ολομ. 1782/2009, 521/2014)…», (υπό 18).

v. «…για τους ίδιους ως άνω λόγους, διαπιστώνεται αντίθεση προς το Σύνταγμα και της παρ. 13 του άρθρου 47 του ν. 998/1979, που προβλέπει έγκριση επέμβασης και αλλαγή χρήσης δασικής έκτασης, σύμφωνα με το άρθρο 47Β του νόμου, όταν οι κάτοχοι δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν αυθαιρέτως προ της ισχύος του Συντάγματος του 1975 και καλλιεργούνται αγροτικώς δεν επιθυμούν να καταβάλλουν το τίμημα εξαγοράς και να τις αποκτήσουν κατά κυριότητα…», (υπό 18).

vi. « … η ως άνω διάταξη του άρθρου 47Β του ν. 998/1979, με την οποία παρέχεται δυνατότητα υποβολής αιτημάτων με το προπεριγραφέν περιεχόμενο, και δη χωρίς χρονικό περιορισμό, αντιβαίνει προς το Σύνταγμα, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα…», (υπό 20).

vii. « … ενόψει των ανωτέρω, οι διατάξεις α/ του άρθρου 47 παρ. 5 επ. του ν. 998/1979, κατά το μέρος που αφορούν εξαγορά ή έγκριση επέμβασης και αλλαγή χρήσης δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν αυθαιρέτως προ της ισχύος του Συντάγματος του 1975 και καλλιεργούνται έκτοτε αγροτικώς, και β/ του άρθρου 47Β του ν. 998/1979 [το οποίο αναφέρεται, εξ ορισμού, σε εκχέρσωση δασικών εκτάσεων “χωρίς άδεια”] είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα…», (υπό 21).

5. ΣτΕ 100/2018, (υπό 11, 20 και 21), SoL.

i. «…με τις διατάξεις του Συντάγματος, ιδίως με το άρθρο 24 παρ. 1 και 6, το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό. Τα αρμόδια όργανα του Κράτους οφείλουν να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη του αγαθού αυτού και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευόμενων αντίστοιχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη…», (υπό 11).

ii. «…Διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και για την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης περιέχουν, εξάλλου, τόσο η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, όπως ίσχυαν τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο μετά την τροποποίησή τους με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, που κυρώθηκε με τον ν. 2691/1999 (Α΄ 47) και τέθηκε σε ισχύ από 1.5.1999 (ανακοίνωση της 6.4.1999, Α΄ 87)…», (υπό 20).

iii. «…το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό, προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάριν και των επομένων γενεών. Όπως προκύπτει, μάλιστα, από την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη, ο συντακτικός νομοθέτης δεν αρκέσθηκε στην πρόβλεψη δυνατότητας να θεσπίζονται μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά επέβαλε στα όργανα του Κράτους που έχουν σχετική αρμοδιότητα να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη του προστατευομένου αγαθού και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα… παράβαση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή, μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή τη δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες, ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή (πρβλ. ΣτΕ 3219/2010  σκ. 11 Ολ., 613/2002 Ολ., 3478/2000 Ολ.).», (υπό 21).

6. ΣτΕ 696/2016, (υπό 10), SoL.

«… η κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 998/1979 διάνοιξη δημοσίων οδών μέσα σε δάσος ή δασική ή αναδασωτέα έκταση είναι επιτρεπτή μόνο ως εξαιρετικό μέτρο το οποίο επιβάλλεται για λόγους σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος που θεμελιώνεται και αιτιολογείται επαρκώς, πάντοτε δε ύστερα από περιβαλλοντική μελέτη, με την οποία διασφαλίζεται πλήρως η προστασία του δάσους καθώς και της χλωρίδας και της αγρίας πανίδας που υπάρχει σε αυτό… κατά τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος), σε περίπτωση καταστροφής ή αποψίλωσης του δάσους ή της δασικής έκτασης από πυρκαγιά ή οποιαδήποτε άλλη αιτία, προερχόμενη είτε από ανθρώπινη ενέργεια είτε από φυσικά αίτια, είναι υποχρεωτική η κήρυξη της καταστραφείσης ή αποψιλωθείσας έκτασης ως αναδασωτέας και αποκλείεται η διάθεση αυτής για άλλο σκοπό δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε κατά νόμο (έκτο κεφάλαιο ν. 998/1979) επέμβαση στο δάσος πριν την καταστροφή του… Οίκοθεν δε νοείται ότι, πριν αρθεί η αναδάσωση και, περαιτέρω, πριν εκδοθεί άδεια επέμβασης, καθορίζουσα και τους σχετικούς όρους, απαγορεύεται οιαδήποτε υλική ενέργεια στην έκταση αυτή (ΣτΕ 3050/2015, 1151/2007 επταμ., 1953/2007 επταμ., 2862/2007 επταμ.)…».

7. ΑΠ 981/2019, SoL.

i. «…η οικοπεδοποίηση και γενικότερα η χρησιμοποίηση για οικιστικούς σκοπούς ιδιωτικών ή δημοσίων δασών, που συνεπάγεται εξάλειψη της δασικής μορφής τους, απαγορεύεται από το Σύνταγμα, η δε οικιστική αξιοποίηση δεν συνιστά λόγο υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε κατ’ αρχήν τη μεταβολή του προορισμού του δάσους (ΣτΕ 2827/2013, 1044/2000). Εκ τούτων παρέπεται, ότι συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως κ.λπ. δασών, δασικών εκτάσεων και κηρυχθεισών αναδασωτέων, δημόσιων ή ιδιωτικών, είτε ευθέως, είτε με συγκαλυμμένη μορφή, με την εμφάνισή τους, ως αγροτεμαχίων, οικοπέδων κ.λπ., είναι άκυρες, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, διότι έρχονται σε αντίθεση με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις. Η εκδοχή ότι, με τέτοιες πράξεις, δεν έχει επέλθει ακόμα η μεταβολή της χρήσης, κι έτσι δεν πάσχουν ακυρότητα, δεν ευσταθεί, διότι καθιστά αναποτελεσματική τη σχετική συνταγματική προστασία…).

ii. «…προκύπτει σαφώς ότι η επίδικη σύμβαση ανταλλαγής, που καταρτίστηκε κατά παράβαση όλων των προαναφερόμενων διατάξεων, οι οποίες απαγορεύουν τη μεταβολή της χρήσης και του προορισμού του υπ’ αριθμ. 969 ακινήτου λόγω του χαρακτήρα του, ως δημόσιου δάσους, δημόσιας δασικής έκτασης και αναδασωτέας έκτασης, είναι άκυρη, ενώ επιπλέον σε κάθε περίπτωση πάσχει ακυρότητος δεδομένου ότι με αυτήν πραγματοποιήθηκε απαγορευμένη κατάτμηση του υπ’ αριθμ. 969 ακινήτου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 60 ν.δ 86/1969 που εφαρμόζεται και στις δημόσιες δασικές εκτάσεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης, ως ουσιαστικά αβασίμων …».

8. ΑΠ 2058/2019, Νομοτέλεια.**

i. «…Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 2 και 28 του ν. 1650/1986 προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη “ρύπανσης” ή “υποβάθμισης” του περιβάλλοντος, με την έννοια που προαναφέρθηκε και δεν αρκεί η μη συμμόρφωση στις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) ή στους περιβαλλοντικούς όρους (ΕΠΟ), που έχουν εγκριθεί για τη συγκεκριμένη βιομηχανική εγκατάσταση. Επιπλέον, η διακρίβωση της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν αφήνεται στην αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά προβλέπεται να γίνεται μόνο από ειδικούς, οι οποίοι ορίζονται, διενεργούν ελέγχους και εργαστηριακές εξετάσεις με προδιαγεγραμμένες μεθόδους και διατυπώνουν το πόρισμά τους με βάση τις κείμενες διατάξεις…».

ii. «…Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι συνιστούν ρύπανση οι ρύποι εκείνοι, που, κατά το άρθρο 2 του ν. 1608/1986, εξαιτίας της ποσότητας, της συγκέντρωσης και της διάρκειας τους, είναι δυνατό να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, τη φυσική, διανοητική και κοινωνική ευεξία του ατόμου ή του συνόλου του πληθυσμού ή στους ζωντανούς οργανισμούς και τα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Ενώ, για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, απαιτείται ρύπανση με την προαναφερόμενη έννοια ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων , όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 1650/1986 (ΑΠ 2206/2018, 515/2015)…».

ΙΙΙ. Η ενδεικτική προσέγγιση των παραπάνω αποφάσεων αλλά και η ενδεικτική επιλογή σημαντικών αποσπασμάτων από αυτές προβάλλουν τα ακόλουθα:

Το ΣτΕ και ο ΑΠ εξακολουθούν να εφαρμόζουν και να ερμηνεύουν τα άρθρα 24 και 117 παρ. 3, Συντ, καθώς και διατάξεις των ν. 998/1979 και 1650/1986 με τη θεμελιώδη σκέψη ότι το δάσος με την ευρεία του όρου σημασία είναι φυσικό αγαθό, άξιο ειδικής προστασίας, για τη διαφύλαξη του οποίου πρέπει να λαμβάνονται αρμοδίως αποτελεσματικά μέτρα.

IV. Υπάρχουν δύο ορμόνες που μπορεί να είναι χρήσιμες – και κρίσιμες – στην πορεία της κτηματολογικής δασικής έννομης σχέσης, η οξυτοκίνη και η λεπτίνη. Με την οξυτοκίνη μπορεί να αυξηθεί έμπρακτα η αγάπη του νομοθέτη προς το περιβάλλον και το δάσος. Με τη λεπτίνη μπορεί να μειωθεί η όρεξη για νομοθετική παραγωγή και κατ΄ επέκταση η αποφυγή νέων νομοθετημάτων, συμπεριλαμβανομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων.

Πράγματι, η συχνοπαραγωγή νομοθετικού υλικού (και στο δασικό περιβάλλον) αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι υπάρχει πρόβλημα στον οργανισμό της κτηματολογικής δασικής έννομης σχέσης. Κυριαρχούν, για παράδειγμα, συμφύσεις που αλλοιώνουν την ορθή σύνδεση των δασών με την οικονομία και την ανάπτυξη με βάση το Σύνταγμα.

Επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μας, μια επαναλαμβανόμενη υστεροσκόπηση, ώστε να εξετάζεται αποτελεσματικά η ανακρίβεια των ποικίλων κτηματολογικών δασικών πράξεων σε βάθος χρόνου, υστεροσκόπηση που να επιβάλει ενδοσκοπική χειρουργική επέμβαση στο ν. 4685/2020 και στα «παρακολουθήματά» του. Ο λόγος και πάλι στο ΣτΕ και στον ΑΠ.

V. Μήπως μια «πιλοτική δίκη» θα συμβάλει στην απομείωση της απαράδεκτης διελκυστίνδας μεταξύ του αρμόδιου υπουργείου και των ανώτατων δικαστηρίων;

Μήπως μας λείπει ο δασικός δικαστής;

__________________

[1]. ΟλΣτΕ 685/2019, (υπό 15(2)). Παπαστερίου, ΔασΧάρτ(2019), § 15, αρ. 5. Ο ίδιος, Μελετήματα SoL, αρ. 9. Ο  ίδιος, Αναδάσωση, § 20, αρ. 148-151.
Επίσης: ΟλΣτΕ 710/2020, (υπό 7), SoL.

* Νομική βάση δεδομένων sakoulas-online.gr

** Ηλεκτρονική Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών nomotelia.gr

Διαβάστε επίσης:
ALALUM Α΄
Από την αρχή οι δασικοί χάρτες
Πως θα γίνει η αναμόρφωση και τροποποίηση των δασικών χαρτών

Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 13.07.2020

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΑπόψεις, Δασικοί Χάρτες, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,

1 reply

  1. Συμπληρωματικά, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι θα υπάρξουν πολύ έντονες επιδράσεις και στην Κτηματογράφηση όπου η δήλωση του Δημοσίου θα προκρίνει ιεραρχικά, βάσει του δασικού χάρτη, τα διαγράμματα της Αγρογής αντί αυτών της Κτηματογράφησης, ως προς τα όρια των τίτλων ιδιοκτησίας.
    Προφανώς προκρίθηκε η βραχυπρόθεσμη λύση της λήψης στο ακέραιο των επιδοτήσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.αντί της οριστικής η έστω αποτελεσματικότερης λύσης των θεμάτων κυριότητας. Έτσι όμως θα ταλαιπωρηθούν οι ίδιοι επιδοτούμενοι διότι σε πάμπολλες περιπτώσεις υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαγραμμάτων.
    Επίσης υπάρχει αντίθεση της εν λόγω ΥΑ με προηγούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις όπου για μικροδιαφορές κάτω των 100τ.μ. το περιεχόμενο του δασικού χάρτη διορθωνόταν σύμφωνα με τον επικρατούντα χαρακτήρα του γεωτεμαχίου της Κτηματογράφησης και στις περισσότερες περιπτώσεις το γεωτεμάχιο έπαιρνε συνολικά το χαρακτήρα ΑΑ, προς όφελος των πολιτών και της διαδικασίας.
    Με αυτόν τον τρόπο το Δημόσιο και οι ιδιώτες δεν εμπλέκονταν σε ατέρμονες διαδικασίες και υπήρχε η δυνατότητα εστίασης σε σημαντικά θέματα.
    Θα είναι χρήσιμο να προβληθούν τα νομικά ερείσματα της προφανούς ανάγκης πρόκρισης των διαγραμμάτων των Κτηματογραφήσεων.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: