Ω έλατο!

Το «Κ» ταξίδεψε στο ορεινό χωριό του Ταξιάρχη Χαλκιδικής, όπου καλλιεργείται περίπου το 80% των χριστουγεννιάτικων ελάτων της χώρας, σε μια τόσο διαφορετική χρονιά.

Ρεπορτάζ της Αλεξίας Καλαϊτζή
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Κ” και στο kathimerini.gr
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Αβραμίδης/Reuters

«Χρήστος Μπίτσιος, παραγωγός χριστουγεννιάτικων δέντρων». Έτσι μου συστήνεται ο νεαρός άνδρας όταν φτάνουμε στο κτήμα του με τα έλατα. Είχε προηγηθεί μια διαδρομή που θα έπειθε και τους πιο δύσπιστους πως εκεί που πάμε κρύβεται κάτι παραμυθένιο. Σκαρφαλώνοντας στην ορεινή Χαλκιδική, η θερμοκρασία έπεφτε και ο αέρας σφύριζε παγωμένος. Η ομίχλη είχε κατέβει βαριά, σκεπάζοντας τα πάντα στο βουνό, και το ελάχιστο φως που ξεγλιστρούσε έφτανε μόνο για να μας δείχνει τον δρόμο, που περνούσε σαν φίδι ανάμεσα στα ψηλά δέντρα.

Στο τέλος του χωμάτινου περάσματος φάνηκε ένα ξέφωτο με εκατοντάδες έλατα, έλατα όλων των ηλικιών, από μικρά φιντάνια τριών και τεσσάρων ετών μέσα σε γλάστρες μέχρι επιβλητικά δέντρα που έφταναν τα 15 μέτρα ύψους. «Ένα από αυτά στείλαμε στο Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία», μου λέει ο Χρήστος.

Ο 38χρονος άνδρας δεν έχει χρόνο για πολλές κουβέντες. Συντονίζει γρήγορα τους άνδρες του, οι οποίοι εντοπίζουν τα έλατα με τα μπλε κορδελάκια, τα κόβουν και τα σηκώνουν με κόπο για να τα φορτώσουν στο φορτηγό που θα τα πάει στην Αθήνα. Κάθε φορά που κραδαίνει ο τροχός τους, ο αέρας πλημμυρίζει με τη γλυκιά μυρωδιά που έχει σφραγίσει τις χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις μας. Όπως μου εξηγεί ο Χρήστος, σημαδεύει με μπλε κορδέλες ήδη από το καλοκαίρι τα δέντρα που φαίνεται ότι θα φτάσουν τα δύο με δυόμισι μέτρα, το κατάλληλο δηλαδή ύψος για να πουληθεί ένα έλατο.

Η καλλιέργεια του ελάτου δεν είναι εύκολη: «Τρέχουμε 12-13 ώρες την ημέρα: να τα φυτέψουμε, να τα συντηρήσουμε το καλοκαίρι, να ρίξουμε λίπασμα. Έχουμε πρόβλημα τελευταία και με τον καιρό, που μας κάνει ζημιές είτε με το χαλάζι είτε με την ξηρασία. Η δουλειά μας γίνεται όλο και πιο εντατική», μου εξηγεί ο αεικίνητος άνδρας, ο οποίος είναι η τρίτη γενιά στην οικογένεια που συνεχίζει την παράδοση της ελατοπαραγωγής. Όπως περιγράφει, η καλλιέργεια ξεκίνησε με τη βοήθεια του δασαρχείου και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου τη δεκαετία του ’60, όταν έβαλαν οι πρώτοι κάτοικοι τα έλατα. Οι παππούδες σήμερα του χωριού έβαλαν τους σπόρους, έφτιαξαν μετά τα δικά τους φυτώρια και σήμερα η καλλιέργεια συνεχίζεται από γενιά σε γενιά.

Θέλει αγάπη και υπομονή

Οι νέοι καλλιεργητές συνεχίζουν αλλά και εξελίσσουν την παράδοση, κλαδεύοντας πλέον τα δέντρα συστηματικά και με προσοχή, ώστε αυτά να είναι συμμετρικά και όμορφα και να μη χαραμίζεται ούτε ένα από αυτά σε ξυλεία. Και γράφω «χαραμίζεται», γιατί για να μεγαλώσει ένα έλατο χρειάζεται χρόνια και υπομονή. Τα δέντρα που συνήθως διακοσμούν τα σπίτια μας θέλουν 12-15 χρόνια για να μεγαλώνουν στα χώματα αυτά και να φτάσουν σε ύψος τα δύο μέτρα.

Ο δρόμος του έλατου 

«Περιμένεις 15-20 χρόνια για να ανταμειφθείς. Να ανταμειφθείς τις ημέρες αυτές. Μέσα σε είκοσι ημέρες πρέπει να βγει όλη η δουλειά», λέει στακάτα ο Χρήστος. Οι ελατοπαραγωγοί περιμένουν τις ημέρες των Χριστουγέννων για να ανταμειφθεί ο κόπος ετών και να αντεπεξέλθουν οικονομικά. Γι’ αυτό, όχι μόνο ο Χρήστος, αλλά και όλοι οι κάτοικοι του απομακρυσμένου χωριού, το 90% των οποίων βιοπορίζεται από την παραγωγή ελάτων, ήταν πολύ ανήσυχοι μέχρι να μάθουν τι θα γινόταν με την πανδημία τις φετινές γιορτές. Μόλις πήραν το πράσινο φως να μεταφέρουν τα έλατά τους στις πλατείες των πόλεων και να τα πουλήσουν, η ανησυχία έδωσε τη θέση της στην αισιοδοξία. «Ξεκινήσαμε λίγο δύσκολα φέτος, αλλά ευελπιστώ ότι θα πάμε καλύτερα από κάθε άλλη χρονιά. Πιστεύω πως όλο και περισσότεροι θα θέλουν να στολίσουν. Τα πράγματα δεν πάνε καλά. Ο κόσμος θα είναι μέσα στα σπίτια κλεισμένος και το μόνο που του έμεινε είναι ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο».

«Η χαρά τους είναι η ανταμοιβή μας»

Αισιόδοξος για φέτος είναι και ο Μαυρουδής –ή Μάκης, όπως τον φωνάζουν οι φίλοι του– Κόντης. Ο ελατοπαραγωγός τρέχει με φούρια για να τα προλάβει όλα. «Χάσαμε πέντε ημέρες. Για εμάς, και οι δύο ημέρες είναι πολύ σημαντικές», μου εξηγεί. Για να αναπληρώσει τον χρόνο που έφυγε εξαιτίας της περιπέτειας με την πανδημία, ο ψηλόλιγνος άνδρας εργάστηκε σκληρά μέσα στη βροχή και στον κρύο αέρα ώστε να φορτώσει το γρηγορότερο δυνατόν τα καταπράσινα έλατα και να τα μεταφέρει φρέσκα μέχρι τη Γλυφάδα, όπου κατεβαίνει τα τελευταία είκοσι χρόνια. «Δεν ξέρουμε τι θα αντιμετωπίσουμε. Στην αρχή θα έρθει πολύς κόσμος. Έχουμε πελάτες που δεν αλλάζουν το φυσικό δέντρο με τίποτα», λέει με ενθουσιασμό. Άλλωστε η καλύτερη στιγμή του χρόνου για τον ίδιο είναι εκείνη που θα παραδώσει το δέντρο, που με τόση αγάπη μεγάλωσε, στα σπίτια των ανθρώπων. «Βλέπεις τη χαρά που εισπράττει ο κόσμος όταν πηγαίνεις τα δέντρα στα σπίτια. Ειδικά τα παιδιά χαίρονται τόσο πολύ! Οι άνθρωποι της πόλης ανυπομονούν να δουν τα δέντρα να μπαίνουν στα σπίτια τους. Η χαρά τους είναι η ανταμοιβή μας».

Ο καλλιεργητής αναπολεί με νοσταλγία τα δικά του παιδικά Χριστούγεννα, όταν μικρός αποχαιρετούσε τους γονείς του που έφευγαν για Θεσσαλονίκη τότε, κάθε τέτοια εποχή, προκειμένου να πουλήσουν τα έλατά τους. Ο Μάκης θυμάται ότι κατέβαιναν στις Συκιές, στην οδό Επταπυργίου, για περίπου είκοσι ημέρες και πως αυτός πάντα ανησυχούσε για το πώς περνάνε. «Το μυαλό μας ήταν εκεί. Σκεφτόμασταν ότι έμεναν σε ένα τροχόσπιτο. Όταν γυρνούσαν, υπήρχε τέτοια χαρά! Γιατί επέστρεφαν οι ίδιοι, αλλά έρχονταν και χρήματα στο σπίτι. Μετά ακολουθήσαμε και εμείς», μου λέει ο έμπειρος παραγωγός, ο οποίος, συνεχίζοντας την παράδοση, θα αφήσει σε λίγες ώρες την οικογένειά του για να στήσει το δικό του τροχόσπιτο ανάμεσα στα έλατα που θα πουλήσει στην Αθήνα. «Είναι σαν κάμπινγκ, οι άλλοι μας ζηλεύουν», αναφέρει δείχνοντάς μου πως μάλλον ευχαριστιέται το διαφορετικό 20ήμερο που ζει κάθε χειμώνα στην πρωτεύουσα.

Το χριστουγεννιάτικο θαύμα του Ταξιάρχη

Όσο μιλάμε, ο Μάκης παρατηρεί τις διαδικασίες που «τρέχουν» γύρω του. Είναι η ώρα να φέρει τις μολυβοσφραγίδες για να σφραγίσει τα δέντρα. Η δουλειά αυτές τις ημέρες δεν μπορεί να σταματήσει. «Τα λεφτά σε ορεινά χωριά δύσκολα έρχονται», μου λέει.

Οι γονείς και οι παππούδες των σημερινών παραγωγών το είχαν καταλάβει αυτό πολύ νωρίς, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε δύσκολα χρόνια στο ορεινό χωριό. Γι’ αυτό και όταν τους δόθηκε η ευκαιρία, επένδυσαν με την ψυχή τους στο έλατο, το οποίο κατάφερε να κρατήσει τους ίδιους, αλλά έπειτα και τα παιδιά τους, στον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Ο πατέρας του Μάκη, Νικόλαος Κόντης, το θυμάται σαν τώρα. «Δοκιμάσαμε άλλες καλλιέργειες που δεν τις σήκωνε ο τόπος μας. Είχε φυτά (έλατα) το δασαρχείο, μας έδωσαν και ξεκινήσαμε. Ξεκίνησα από 10 στρέμματα και έχω φτάσει στα 70», περιγράφει ο παππούς Κόντης.

Όταν άρχισε την καλλιέργεια, ήταν 30 χρονών, νέος οικογενειάρχης. Φέτος κλείνει τα 74, αλλά δεν έχει λείψει ημέρα από το κτήμα του. Με προσοχή μού δείχνει τα νέα δέντρα που μεταφυτεύει από το φυτώριο στο χώμα για να αντικαταστήσει αυτά που μόλις έκοψε. «Είναι η ζωή μου το έλατο! Μου αρέσει επειδή εγώ τα τράνεψα, τα τράνεψα και τα πονάω πάρα πολύ». Ο ηλικιωμένος άντρας απολαμβάνει να περιτριγυρίζεται από τα δυο του παιδιά, που έχουν αναλάβει τα ηνία της επιχείρησης, αλλά και από τα εγγόνια του, μαζί με τα οποία διαλέγει προσεκτικά κάθε χρόνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο που θα στολίσει το σπίτι.

Καθώς απομακρυνόμαστε από τον Ταξιάρχη, όλος ο κεντρικός δρόμος είναι γεμάτος έλατα, έτοιμα να φορτωθούν. Για τον Χρήστο, τον Μάκη, τον παππού Κόντη και όλο το χωριό, αυτή είναι η μεγάλη στιγμή που περιμένουν έναν ολόκληρο χρόνο. Το έλατο που τόσο έδεσε στον τόπο τους είναι το δικό τους χριστουγεννιάτικο θαύμα, ένα θαύμα που φροντίζουν με αγάπη να μεταφέρουν από το μαγικό τους βουνό στις πόλεις, στα σπίτια και στις καρδιές μας. ■

kathimerini.gr

Ο δρόμος του έλατου 



ΚατηγορίεςΔασικά προϊόντα

Tags: , , , , , , , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: