Βιωσίμου αναπτύξεως ένεκεν

Δημήτριος Η. Παπαστερίου,
Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Α. Η Ολομέλεια του ΣτΕ 1364/2021 εμπλουτίζει με νέες νομολογιακές θέσεις και κατευθύνσεις καίρια ζητήματα του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου. Μάλιστα, από συγκεκριμένη οπτική γωνία, δίνει την εντύπωση ότι μάλλον δε συμπλέει προς την ΟλΣτΕ 685/2019, την οποία χαρακτηρίσαμε ως νομολογιακό συντακτικό αξιών. Εδώ περιοριζόμαστε σε ένα από τα πολλά θέματα του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, τα οποία εντάσσονται στη θεματογραφία της συγκεκριμένης αποφάσεως. Πρόκειται για τη «βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη», η οποία – και ως τεχνικός νομικός όρος – διατρέχει όλο το κείμενο της αποφάσεως της Ολομέλειας.

Β. Ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης αναπτύξεως – «βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης» κατά την ΟλΣτΕ 1364/2021, (υπό 19) – ισχύει για κάθε οικοσύστημα, πολύ περισσότερο για τα ευαίσθητα οικοσυστήματα [ΟλΣτΕ 2489/2006 (υπό 9)]. Κυρίαρχη παράμετρος της νέας νομολογιακής κατευθύνσεως της ΟλΣτΕ είναι να «διευκολυνθεί» η «…εξισορρόπηση της αειφορίας του περιβάλλοντος (άρθρο 24 παρ. 1) με τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης, δηλαδή το συνταγματικό ζητούμενο της χωροταξικής αναδιάρθρωσης (άρθρο 24 παρ. 2)…». Πρόκειται για ένα ζητούμενο δύο αιώνων.

Είναι χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου αποσπάσματος το ότι επιλέγεται η «διευκόλυνση» της επίμαχης εξισορροπήσεως. Ωστόσο, της διευκολύνσεως προηγείται η αποδοχή, τουλάχιστον κατά κανόνα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η Ολομέλεια στη συγκεκριμένη απόφασή της αποδέχεται την εξισορρόπηση ως αναγκαίο προηγούμενο και επιλέγει, ως επόμενο στάδιο, τη διευκόλυνσή της.

Η ΟλΣτΕ αποδέχεται στην ουσία την ανάγκη μιας εξισορροπήσεως μεταξύ της αειφορίας του (δασικού) περιβάλλοντος και της βιωσιμότητας της αναπτύξεως.  Πρόκειται για μια σαφή διάκριση των δύο θεμελιωδών αρχών: της αρχής της αειφορίας και της αρχής της βιώσιμης αναπτύξεως. Η διάκριση αυτή είναι μια θετική κατάκτηση-προσφορά της νομολογίας στο Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο.

Γ. Η παραπάνω διευκόλυνση της εξισορροπήσεως – έχοντας ως υδατογράφημα την χωροταξική αναδιάρθρωση – εισάγει ένα ανισοσκελές ισοζύγιο σε βάρος των ευαίσθητων οικοσυστημάτων, όπως είναι τα δάση ανά την Επικράτεια. Η διευκόλυνση αυτή επιτρέπεται ίσως να χαρακτηρισθεί ως επιλογή «απείρου περιβαλλοντικού κάλλους», βασισμένη στην υπεροχή του άρθρου 106  έναντι των 24 και 117, παρ. 3, Συντ, με αδιευκρίνιστη την παρουσία ή την απουσία της αειφορίας. Ίσως η παραπάνω εξισορρόπηση να ετεροπροσδιορίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα (σκ. 20, της ίδιας αποφάσεως):

«… Η ίδια η συνταγματική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 προβλέπει τη δυνατότητα μεταβολής του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων όταν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση, η οποία αποβλέπει στην ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας και εξυπηρετεί, ως εκ τούτου, το δημόσιο συμφέρον, παραλλήλως δε, εκ της φύσεώς της, δεν συνεπάγεται οριστική και μη αναστρέψιμη απώλεια του δασικού κεφαλαίου…».

Αυτό σημαίνει ότι κατά την Ολομέλεια η αγροτική εκμετάλλευση, από τη φύση της (!) δεν έχει ως αποτέλεσμα την «οριστική και μη αναστρέψιμη» απώλεια του δασικού κεφαλαίου. Τι θέλουν να πουν οι συντάκτες του κειμένου; Ποιές είναι οι βαθύτερες σκέψεις τους; Τι επιδιώκει να μας μεταφέρει ο ποιητής ενός τόσο σημαντικού κειμένου;

Δ. Ερώτημα πρώτο: Στη φύση της αγροτικής εκμεταλλεύσεως ανήκει μια κάποιας διάρκειας απώλεια του δασικού κεφαλαίου της χώρας; Ειδικότερα:

  • Από που συνάγεται μια τέτοια «φυσική» επικοινωνία μεταξύ αγροτικών εκτάσεων και δασικού κεφαλαίου; Ο άνθρωπος ως καλλιεργητής των αγροτικών εκτάσεων  μπορεί να είναι και ο «καταπατητής» του δασικού κεφαλαίου; Και αν αυτό πράγματι ισχύει, ποια επιβάλλεται να είναι η θέση της έννομης τάξης στο φαινόμενο αυτό; Παραπέρα, ποιο είναι το όριο μεταξύ επιτρεπτών και ανεπίτρεπτων επεμβάσεων στα δάση με κριτήριο την αγροτική εκμετάλλευση;
  • Μήπως όλα αυτά δεν οφείλονται στην έννοια και τη σημασία της αγροτικής εκμεταλλεύσεως, αλλά εδράζονται στη φύση της κυμαινόμενης ανθρώπινης επεμβάσεως στο δασικό κεφάλαιο;

Ε. Ερώτημα δεύτερο. Η απώλεια αυτή του δασικού πλούτου είναι «προσωρινή» και «αναστρέψιμη»;

Ειδικότερα: Πρωτίστως, γιατί πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε απώλεια του δασικού πλούτου; Αυτό δεν πρέπει σε κάθε περίπτωση να προηγείται ως ερώτημα; Απώλεια του δασικού πλούτου μέσω ένορκων βεβαιώσεων ή δηλώσεων στο Ε9 ή με οποιοδήποτε άλλο «πρόσφορο» μέσο είναι μια ανερμάτιστη απώλεια, μια απώλεια άλογη, ευμετάβλητη και κατά το δοκούν κυμαινόμενη προς όφελος των όποιων καταπατητών και σε  βάρος του γενικού συμφέροντος.

Στ. Επόμενο ερώτημα: Προσωρινή  απώλεια πόσων γενεών και αναστρέψιμη απώλεια από ποιόν και πως; Ίσως από τη φύση; Με άλλες λέξεις, μήπως γίνεται έμμεση αναφορά σε ένα «φαύλο» κύκλο;

Δηλαδή, μετά από κάποιες δεκαετίες (= ιδιότυπη προσωρινότητα) θα εκλείψει η αγροτική εκμετάλλευση (για ποικίλους κοινωνικούς ή μη λόγους) και η «αντιαγροτική» φύση θα αναγεννήσει το δασικό κεφάλαιο. Εάν, βέβαια, δεν υπεισέλθει εκ νέου ο ανθρώπινος παράγοντας και εκμεταλλευθεί «άλλως πως» – λ.χ. για τουριστικά καταλύματα ή για άλλης μορφής «οικιστικές πυκνώσεις» – την απουσία της αγροτικής εκμεταλλεύσεως.

Σε μια τέτοια περίπτωση -που μπορεί να μην είναι υποθετική- υπάρχει στο οπλοστάσιο της νομολογίας μας η «παρωχημένη κρίση» και η συνταγματική ανεκτικότητα.

Τόσο η μία όσο και η άλλη είναι επινοήσεις της νομολογίας, το οδοιπορικό της οποίας αντιπαρέρχεται καταστρατηγήσεις επί καταστρατηγήσεων, καταπατήσεις επί καταπατήσεων, καθώς και παραλείψεις επί παραλείψεων για αναζήτηση και απόδοση ευθυνών. Οι προσφυγές σε «παρωχημένες κρίσεις» (ΣτΕ 652/2019) και η υπερβολική καταφυγή σε περιπτώσεις συνταγματικής ανεκτικότητας (ΟλΣτΕ 2499/2012) είναι χαρακτηριστικές διέξοδοι της νομολογίας μας για να αποφευχθεί κοινωνική αναταραχή. Δεν πρέπει, όμως, με κάποιο τρόπο να αποφύγουμε σε αυτό τον τόπο την αδιάκοπη ενίσχυση των φορέων της κοινωνικής υπαιτιότητας;

Ζ. Αφήσαμε για το τέλος – αλλά δεν απομακρυνόμαστε καθόλου  από – το ζωτικό χώρο» του ανθρώπου.

«… το δικαίωμα του ανθρώπου στη χρήση και την απόλαυση της ωφέλειας του ζωτικού χώρου του, αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση της κατοχύρωσης από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, του κοινωνικού δικαιώματος στο περιβάλλον, που τριτενεργεί στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 967 επ. Α.Κ…» (ΑΠ 43/2016).

Αυτός ο ζωτικός χώρος – έστω και ως απλή αναφορά – απουσιάζει από την ΟλΣτΕ 1364/2021.

Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 14.04.2022



ΚατηγορίεςΑπόψεις, Νομοθεσία

Tags: , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: