Αγρωμένα δάση και δασωμένοι αγροί

Μια περιβαλλοντική περιήγηση με βάση τη ΣτΕ 2236/22018

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Σύμφωνα με την απόφαση ΣτΕ 2236/2018 επιβάλλονται στο Κράτος δύο αποστολές (όρος ευρύτερος) και υποχρεώσεις, αμφότερες ανεκπλήρωτες. Οι αποστολές αυτές εντάσσονται στο Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο και ειδικότερα στο δίκαιο που διέπει τους δασικούς χάρτες. Οι ίδιες αποστολές-υποχρεώσεις επιβάλλουν τη ριζική μεταλλαγή στην ακολουθούμενη κατεύθυνση υπέρ των αγρωμένων δασών και σε βάρος των δασωμένων αγρών (όπως αυτή ενυπάρχει στις ΣτΕ 1285/2009 και 4877/2013).

Σε σχέση με την πρώτη αποστολή-υποχρέωση η ΣΤΕ 2236/2018 (υπό 4) ορίζει τα εξής:

«…Η πρώτη συνταγματική υποχρέωση, αυτή του δασολογίου, θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι η δασική χαρτογράφηση της χώρας αποτελεί μέσο για τη διασφάλιση βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος, δηλαδή θεμελιώδους σημασίας συλλογικού αγαθού, που αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής προστασίας. Τούτο δε, διότι τα δάση συνιστούν μέρος του φυσικού κεφαλαίου και πρέπει, ως περιβαλλοντικό αγαθό, να τελούν σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς…».

Ο εντοπισμός της πρώτης αυτής αποστολής-υποχρεώσεως για σύνταξη και λειτουργία δασολογίου δίνει την ευκαιρία στη ΣτΕ 2236/2018 να  επισημάνει τα ακόλουθα:

    • Το «βιώσιμο φυσικό περιβάλλον».
    • Την ανάγκη διασφαλίσεως του «βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος».
    • Τη δασική χαρτογράφηση της χώρας ως μέσο για την προηγούμενη διασφάλιση.
    • Το χαρακτηρισμό του «βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος» ως «θεμελιώδους σημασίας συλλογικού αγαθού, που αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής προστασίας».
    • Τη σημαντική «παραδοχή» ότι η δασική χαρτογράφηση της χώρας αποτελεί μέσο για τη διασφάλιση «βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος».
    • Τα δάση ως μέρος του φυσικού κεφαλαίου.
    • Τα δάση ως περιβαλλοντικό αγαθό.
    • Τα δάση ως αγαθό που τελεί σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς.

Κάθε μια από τις παραπάνω επισημάνσεις αποτελεί και ένα ξεχωριστό ζήτημα του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι το ίδιο δίκαιο αποτελεί τη μόνη οπτική γωνία προσεγγίσεως των επιμέρους ζητημάτων. Επίσης, οι ίδιες επισημάνσεις προσφέρουν ένα ευρύτατο πεδίο, εντός οποίου εξελίσσονται οι δασικοί χάρτες, τόσο από άποψη νομοθετικής καλύψεως όσο και από άποψη εφαρμογής και ερμηνείας των σχετικών ρυθμίσεων.

Τα αγρωμένα δάση και οι δασωμένοι αγροί είναι μέρος του φυσικού κεφαλαίου, αποτελούν περιβαλλοντικά αγαθά, διέπονται από το ίδιο αυστηρό προστατευτικό καθεστώς, εντάσσονται στη δασική χαρτογράφηση της χώρας, μετέχουν στη διασφάλιση του «βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος» και συνεπώς εντάσσονται στην έννοια-πλαίσιο «βιώσιμο φυσικό περιβάλλον», η διασφάλιση του οποίου συμπεριλαμβάνει, κατά την άποψή μας, τόσο τα αγρωμένα δάση όσο και τους δασωμένους αγρούς.

Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 06.05.2019

Διαβάστε επίσης:
Εξ ορισμού σκοπός και αξίωμα
Τρεις ακόμη αποφάσεις της ΟλΣτΕ υπέρ της αντισυνταγματικότητας των «οικιστικών πυκνώσεων»
Αντισυνταγματικότητα επεμβάσεως νόμου σε διεξαγόμενη δίκη
Το πρώτο βήμα για τις οικιστικές πυκνώσεις: ΟλΣτΕ 685/2019
Ελλάς ως διάδοχο Κράτος
Νομοθετική αξιολογική αντινομία;

Βιώσιμο δασικό οικιστικό περιβάλλον
Δύο θεμελιώδεις αποστολές
Κοινωνική υπαιτιότητα και θυσιαζόμενα δάση: Οικιστικές πυκνώσεις
Παραλογισμοί … και καταλογισμοί …
Ανισοσκελές … ισοζύγιο
Μάτειος Ίππος
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Της ύβρεως ή Κόρος ύβριν τίκτει
Της κραυγής
Της Σιωπής
Μισός αιώνας πράξεων χαρακτηρισμού. Μια διαρκής παρακαμπτήριος
Το ΑΚ 1057 στα δάση. Ειδοποιία και «οικιστικές πυκνώσεις»
Δείγματα και Δήγματα αντιπεριβαλλοντικής συμπεριφοράς
ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ
Το ΣτΕ για τις «οικιστικές πυκνώσεις»
Παρέμβαση για τις «οικιστικές πυκνώσεις»
ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: «Οικιστικές πυκνώσεις»
Στην κυριολεξία και μεταφορικά πυρκαγιές
Αριστεία και ισότητα στα δάση
–  Γούρνες: Φυσικές και νομικές
–  Η συνεχιζόμενη ιδέα των πυκνώσεων
–  ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΠΥΚΝΩΣΕΙΣ
ΔΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΠΡ 2017 (I) – Συστηματική παρουσίαση και λίγες παρατηρήσεις
ΔΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΠΡ 2017 (II) – Συστηματική παρουσίαση και λίγες παρατηρήσεις
Στην «κοσμογονία» των δασικών χαρτών: Και πάλι βελτιώσεις
Επανακαθορισμοί στους δασικούς χάρτες
Αναρτήσεις δασικών χαρτών
Τάξη στα δάση και έννομη τάξη

 

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικοί Χάρτες, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , ,

3 replies

  1. Το ισχύον σήμερα τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί Δασών και Δασικών εκτάσεων επαναπροσδιορίστηκε με τον Ν.998/1979 αρ.62 και αναφέρεται σε Δάση και Δασικές εκτάσεις αδιακρίτως του χρόνου κτήσης της μορφής (Δάσους ή της Δασικής έκτασης). Με το αρ.10 του Ν.3208/2003 προσδιορίζονται όλες οι περιπτώσεις Δασών και Δασικών εκτάσεων για τις οποίες δεν προβάλει δικαιώματα το Ελληνικό Δημόσιο μεταξύ των οποίων και όσες είχαν αναγνωριστεί: α) Με τη διαδικασία του νόμου από 17/29 Νοεμβρίου 136 “Περί ιδιωτικών δασών” (ΦΕΚ69/1.12.1836). β) Με τις διατάξεις του Ν. ΑΧΝ`/14.1.1888 “Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών)) (ΦΕΚ 20/21.1.1888), όπως τροποποιήθηκε με το Ν. ΒΛΠΖ`/12.7.1903 (ΦΕΚ 160) και τα β.δ. 11.12.1889 και 19.7.1904, εφόσον συντάχτηκαν πρωτόκολλα αποτερματισμού. Λογικό είναι τα δύο παραπάνω Νομοθετήματα να αναφέρονται στην μορφή Δάσους κατά τον χρόνο ισχύος τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι για το νέο (του αρ.62 του Ν 998/1979) τεκμήριο ισχύουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων Νομοθετημάτων (του 1836 και του 1888) και είναι λογικό αφού α) Δεν αναφέρεται σε αυτά και β) Και εάν ακόμη αναφερόταν δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να διαπιστωθεί αφού ούτε χαρτογράφηση ούτε αεροφωτογράφηση υπήρξε τα έτη αυτά. Η αλλαγή (με επίκληση της Νομολογίας) του χρονικού σημείου αναφοράς ύπαρξης Δάσους ή Δασικής έκτασης από το 1836 στο 1945 (λόγω καθολικής αεροφωτογράφησης) θεωρώ ότι δεν είναι ορθή αφού είναι εντελώς αυθαίρετη, επιπρόσθετα δε ο Νομοθέτης προέβλεψε ειδική διαδικασία αναγνώρισης των εκτάσεων που είχαν αγροτική μορφή το 1945 και δασώθηκαν μεταγενέστερα “Άρθρο 67 Αγροί που άλλαξαν μορφή” και απόδοσης εμπράγματων δικαιωμάτων επ΄αυτών σε τρίτους. Επισημαίνεται ότι σε αυτήν την κατηγορία δεν ανήκουν ΟΛΑ ανεξαιρέτως τα πολύγωνα (ΑΔ) του Δασικού χάρτη αλλά μόνον εκείνα για τα οποία με ειδική φωτοερμηνεία βεβαιώνεται η αγροτική μορφή τους το έτος 1945.

  2. Δασωμένοςαγρός: όρος καθιερωμένος, εύηχος σ’αυτούς που δίνουν προτεραιότητα στην άμεση προστασία του περιβάλλοντος έναντι της αξιοποίησης των εδαφικών πόρων στην πρωτογενή γεωργική παραγωγή.
    Αγρωμένο δάσος: καινοφανής σχετικά όρος ή τουλάχιστον λίγο διαδεδομένος, που σχετίζεται όμως εκφραστικά με τον προηγούμενο όρο και πιθανότατα περισσότερο εύηχος και αποδεκτός από τον αντίστοιχο εννοιολογικά όρο εκχερσωμένο δάσος.
    Η τέχνη της γλωσσικής έκφρασης είναι τελικά μεγάλο εργαλείο είτε προς το καλό είτε προς άλλες κατευθύνσεις.
    Το σχόλιο δεν αναφέρεται στην ουσία του άρθρου.

    • Μεγάλη συζήτηση γίνεται για το κατά πόσον δύναται από τη Διεύθυνση Δασών να δηλώνονται με επίκληση μόνο του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου και εκτάσεις που έχουν πρωτογενώς χαρακτηριστεί ως δασωμένοι αγροί «ΑΔ» για τις οποίες δεν υποβλήθηκε αντίρρηση και στον κυρωμένο δασικό χάρτη βρίσκονται εντός δασικού πολυγώνου. Το ερώτημα δηλαδή είναι αν στις εκτάσεις αυτές ΑΔ προβάλλεται βάσιμα το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου έναντι πολιτών με νόμιμους μετεγγραμμένους τίτλους.

      Επί του ζητήματος αυτού η νομική μου άποψη, έχει ως εξής:

      Σύμφωνα με τη διάταξη του, έχοντος ισχύ νόμου, άρθρου 1 του β.δ. της 17-11-1836 “περί ιδιωτικών δασών” ( ΦΕΚ 69/1.12.1836) , σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος (νομολογία πρόσφατη ΑΠ 998/2013, ΑΠ 1196/2012, ΑΠ 1167/2011 , παλαιότερη ΑΠ 426/1987, ΑΠ 340/1985, αλλά και ακόμα παλαιότερη ΑΠ 575/1967 ΝοΒ 16 σελ. 174, ΑΠ 700/1978 ΝοΒ 1978 σελ. 270). Έχει μάλιστα κριθεί επί αγωγής του Δημοσίου, με αντικείμενο την αναγνώριση της κυριότητός του επί εδαφικής εκτάσεως, έχουσα ως ιστορική και νομική βάση τις ανωτέρω διατάξεις του άνω Β.δ/τος της 17.11/1.12.1836, ότι για να είναι ορισμένη «πρέπει να αναφέρονται σε αυτή τα περιστατικά που συγκροτούν την βάση του τεκμηρίου και ειδικότερα η ύπαρξη του δασικού χαρακτήρος της εν λόγω εκτάσεως, κατά την ανωτέρω έννοια, πριν την έναρξη εφαρμογής του, μη αρκούσης της μνείας ότι απέκτησε την κυριότητα με βάση τις ειδικές αυτές διατάξεις» ( ΑΠ 1196/2012). Υπό τη έννοια αυτή δεν αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση προς θεμελίωση της ιδίας κυριότητός του, της ιδιότητος του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος αλλά και απόδειξη της ύπαρξης του δασικού χαρακτήρα πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος. Η εκτίμηση της ιδιότητας μιας έκτασης ως «δάσους», κατά την έννοια των άνω διατάξεων, εκτιμάται δυνάμει του επακολουθήσαντος ν. ΑΧΝ’/1888 και δη, ως δάσος νοείται η έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη βλάστηση, ήτοι από φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, προορισμένη προς παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων (άρθρο 1 ν. ΑΧΝ’/1888). Έτσι η νεώτερη νομολογία του Α.Π. εισήγαγε ως βασικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της έννοιας του δάσους, εν όψει της εφαρμογής του άνω ΒΔ, τον προορισμό της υπό κρίση έκτασης για παραγωγή δασικών προϊόντων πριν την έναρξη εφαρμογής του (Α.Π. 1167/2011 « …ούτε αποτελούσαν αυτά τέτοια έκταση κατά το έτος 1836, αφού δεν ήταν δυνατή η δασική εκμετάλλευση τους προς παραγωγή ξυλείας, ούτε εξ άλλου ήταν προορισμένα για τέτοια παραγωγή της»).
      Βεβαίως το ζήτημα του προσδιορισμού της έννοιας του δάσους έχει απασχολήσει πολλάκις τον Άρειο Πάγο και το ΣτΕ με αποκορύφωμα την εκδοθείσα υπ΄αριθμ. 27/1999 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου που ερμήνευσε τον ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης του άρθρου 3 του ν. 998/1979 με οικολογικό ορισμό της «οργανικής ενότητας» εκτοπίζοντας τον πλουτοπαραγωγικό εννοιολογικό κριτήριο. Υπό το πρίσμα αυτό εκδόθηκαν και αποφάσεις του ΑΠ όπου η αξιολόγηση της έννοιας του δάσους για την εφαρμογή του τεκμηρίου της κυριότητας το Δημοσίου ανταποκρινόταν στο ορισμό του ν. 998/1979, κρίνοντας ότι δεν διαφέρει από τον ορισμό του δάσους του ν.ΑΧΝ’/1888 (ενδεικτικά ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 1794/2009, ΑΠ 400/2011). Επίσης, κατά παρέκκλιση από το γράμμα της διάταξης του βδ 1836 περί ύπαρξης της ιδιότητος του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος (δηλαδή προ του 1836), μερίδα της νομολογίας υποστήριξε, όσον αφορά στην εφαρμογή του τεκμηρίου της κυριότητας, ότι εφόσον δεν είναι δυνατόν πρακτικά να εξακριβωθεί ποιες εκτάσεις είχαν μορφή δάσους το έτος 1836, ως χρονικό σημείο αναφοράς για την εξέταση της μορφής της εκάστοτε υπό κρίση έκτασης ορίζεται το έτος 1945, χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η πρώτη καθολική αεροφωτογράφηση της χώρας (ΣτΕ 4456/2010, ΣτΕ 2405/2009).
      Κατόπιν των ανωτέρω και ανεξαρτήτως του εννοιολογικού προσδιορισμού του δάσους που θα επιλεγεί για την επίκληση του τεκμηρίου κυριότητας εκ μέρους του Δημοσίου στο πλαίσιο εφαρμογής του βασιλικού διατάγματος του 1836 (δηλαδή αυτός του ν.ΑΧΝ’/1888 ή αυτός του ν. 998/1979), αλλά και ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου αναφοράς για την εξέταση της δασικής μορφής της υπό κρίση έκτασης (δηλαδή το έτος 1836 ή το έτος 1945), γίνεται σαφές ότι η επίκληση του τεκμηρίου εκ μέρους του Δημοσίου προϋποθέτει χαρακτηρισμό «Δάσους ή Δασικής έκτασης» (Δ) σε κάθε περίπτωση προ του 1945.
      Με άλλα λόγια δεν είναι νόμιμη η επίκληση εκ μέρους του Δημοσίου του τεκμηρίου κυριότητάς του επί των δασών, που καθιδρύθηκε με το έχον ισχύ νόμου βασιλικό διάταγμα της 17.11/1.12.1836 «Περί ιδιωτικών Δασών», επί εκτάσεων οι οποίες έχουν χαρακτήρα αγροτικό (Α) το 1945. Είναι λοιπόν αδιάφορο για την εφαρμογή του τεκμηρίου υπό το πρίσμα του άνω β.δ. ο όποιος μετέπειτα χαρακτηρισμός αποδοθεί στο εκάστοτε αγροτικό ακίνητο λόγω μεταγενέστερης αλλαγής μορφής του (λ.χ. –A- το 1945 –Δ- σήμερα).

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: